ΟΙ ΘΛΙΨΕΙΣ & ΤΟ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥΣ – BONUS ΓΙΑ ΠΟΝΟΥΣ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

1361142962_ogromnie_polya_tyulpanov-pays-bas

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

ΠΗΓΗ: http://www.truthtarget.gr

Ἡ ζωή μας στόν πλανήτη αὐτό, μετά τό Προπατορικό Ἁμάρτημα, εἶναι μιά ζωή δακρύων, πόνου καί, τέλος, θανάτου, παρά τήν ὕπαρξι καί εὐτυχισμένων στιγμῶν. «Ἡ εὐτυχία μέ τή δυστυχία σ᾽ ἕνα ἕλκηθρο ταξιδεύουν»(Ρωσική Παροιμία). Τά δύο συναισθήματα, χαρά καί λύπη, εἶναι ἀχώριστα. «Ἔρχονται πάντα μαζί, κι ὅταν τό ἕνα κάθεται μόνο του δίπλα σου στό τραπέζι, θυμήσου ὅτι τό ἄλλο κοιμᾶται στό κρεββάτι σου». Παράλληλα μέ τή δυστυχία πιστεύουμε σ᾽ ἕνα Θεό ἀγάπης, συμπόνιας καί συγχωρητικότητος. Πῶς συμβιβάζονται αὐτές οἱ δύο πραγματικότητες; Πολλά δυνατά μυαλά, ἀνά τούς αἰῶνες, ἀσχολήθηκαν μέ τό γρίφο αὐτό καί συνεισέφεραν, ἀνάλογα μέ τά πιστεύω τους, στήν προσέγγισι λύσεώς του. Οἱ ἄπιστοι διακήρυξαν τήν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ, μιᾶς καί ὑπάρχει τό κακό. Οἱ πιστοί, ἀπό τήν ἄλλη, βιώνοντας «στό πετσί τους» τό κακό, διαφυλάσσουν,παρά ταῦτα, τήν πίστι στήν ὕπαρξι, ἀλλά καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε: “Ὅποιοι μποῦν στόν καλό δρόμο, θά βροῦν ταραχές κι ἀνησυχίες πολλές”(Πρξ 14, 21). Τοῦτα τά λόγια θά δώσουν παρηγοριά σ᾽ ἐκείνους πού περνοῦν αὐτά τά κακά, γιατί, ὄντας ἀπό πρίν εἰδοποιημένοι πώς ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ τόν ὁποῖο θέλουν νά πορευθοῦν, εἶναι γεμᾶτος ἀπό τέτοια ἐμπόδια, χρωστοῦν νά χαίρωνται πού βρίσκονται μπροστά τους τοῦτα τά σημάδια, πού τούς δείχνουν πώς πορεύονται πάνω στό σωστό δρόμο. Ὡστόσο τοῦτες οἱ δοκιμασίες δέν εἶναι δίχως εὐχαρίστησι καί σάν τίς περάση ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα χαρούμενος. Διότι, ὅπως ἐκεῖνοι πού ἀφήνουν τό Θεό γιά νά στρέψουν πίσω στόν κόσμο, τό κάνουν γιατί βρίσκουν πώς εἶναι πιό γλυκειές οἱ ἡδονές τῆς γῆς ἀπό τήν ἀγαλλίασι νά ᾽ναι κοντά στό Θεό, καί τούτη ἡ γλυκύτητα τούς νικᾶ, καί τούς τραβᾶ καί τούς κάνει νά μετανοήσουν γιά τό δρόμο τόν ὁποῖο διάλεξαν καί γίνονται οἱ μετανοιωμένοι τοῦ σατανᾶ, ὅπως τούς λέει ὁ Τερτυλλιανός, ἔτσι, λοιπόν, κι ὁ χριστιανός δέν θά παρατοῦσε ποτέ τίς χαρές τοῦ κόσμου γιά νά βάλη στόν ὦμο του τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν εὕρισκε περισσότερη γλυκύτητα στήν καταφρόνησι, στή φτώχεια, στή στέρησι καί στό χωρισμό ἀπό τούς ἀνθρώπους, παρά τίς ἡδονές τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔτσι, ὅπως λέει πάλι ὁ Τερτυλλιανός, “δέν πρέπει νά ᾽χη κανένας τήν ἰδέα πώς ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι μιά ζωή πικραμένη”. Ὁ χριστιανός καταφρονεῖ τίς χαρές τῆς ζωῆς γιά νά ἀξιωθῆ κάποιες ἄλλες πιό μεγάλες. “Πάντοτε χαίρετε”, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, “ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε”(Α´ Θεσ 5, 16-18). Ἡ χαρά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό ὅτι βρῆκε τό Θεό, καί τούτη βγαίνει ἀπό τή λύπη του πώς Τόν εἶχε πικράνει, κι ἀπό τό ὅτι ἄλλαξε ἡ ζωή του. Ὁ Κύριος λέει στό Εὐαγγέλιο πώς ἕνας ἄνθρωπος βρῆκε θησαυρό μέσα σ᾽ ἕνα χωράφι καί πῆρε τέτοια χαρά, πού πῆγε καί πούλησε ὅ,τι εἶχε γιά νά ἀγοράση ἐκεῖνο τό χωράφι. Οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι δεμένοι μέ τοῦτο τόν κόσμο, δέν τήν ἔχουν αὐτή τή χαρά, πού ὁ κόσμος δέν μπορεῖ μήτε νά τή δώση μήτε νά τήν πάρη, ὅπως λέει ὁ Χριστός ὁ ἴδιος. Οἱ δίκαιοι τήν ἔχουν τούτη τή χαρά, δίχως νά θολώνεται ἀπό καμμία λύπη, καί οἱ χριστιανοί τήν ἔχουν τούτη τή χαρά ἀνακατεμένη μέ τή θλῖψι πώς εἶχαν ζήσει πρωτίτερα μέ ἄλλες χαρές, κι ἐπειδή ἔχουν τό φόβο μήπως τραβηχθοῦν ἀπό ἐκεῖνες τίς ἄλλες ἡδονές πού μᾶς σκανδαλίζουν ὁλοένα, καί χάσουν τή γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ».

«Ὁ χρυσός θρῦλος διηγεῖται τή ζωή ἑνός ταπεινοῦ “πού εἶχε δύο δεξιά χέρια”. Εἶχε τή συνήθεια νά βάζη ὅλες τίς χαρές πού δεχόταν κάθε μέρα στό δεξί του χέρι καί ὅλες τίς λῦπες στό ἀριστερό του χέρι, καί τό ἀριστερό του χέρι ἦταν πάντα γεμᾶτο. Τότε, λοιπόν, ἀπό πνεῦμα ταπεινώσεως, ὅ,τι ἔπεφτε μέσα στό ἀριστερό του χέρι τό ξανάβαζε στό δεξί, καί ἡ ζωή του ἔγινε ὅλη φῶς καί χαρά».

«Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα στόν κόσμο, εἶναι καί τό φαινόμενο τοῦ σεισμοῦ, τοῦ ὁποίου φρικῶδες παράδειγμα μᾶς παρέχει σήμερα ἡ σεισμοπαθής Χίος. Τό ἀποτελεσματικό αὐτό φαινόμενο, ἐξηγεῖται βεβαίως μέ ἄλλο φαινόμενο, τῶν μετάλλων πού βρίσκονται κρυμμένα στά ἔγκατα τῆς γῆς, δηλαδή λιθανθράκων, θειωδῶν οὐσιῶν [εἶναι οἱ ἐπιστημονικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς του] καί μεγάλων ἑστιῶν φωτιᾶς, τά ὁποῖα ἀναφλεγόμενα, ἐπιφέρουν φρικαλέες δονήσεις, χάσματα τῆς γῆς καί γενικά τήν καταστροφή. Ἕως ἐδῶ παρακολουθεῖ καί πιστοποιεῖ ἡ πεῖρα. Ἀλλά κάθε λογικός ἄνθρωπος, ὡς προικισμένος μέ λογική νόησι, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά συλλογισθῆ ἄν τά μέταλλα αὐτά ἔχουν τήν ἰδιότητα νά σείουν τή γῆ αὐτομάτως, γιατί νά μήν ἀναφλέγωνται ταυτοχρόνως, ὅπου ὑπάρχουν μέταλλα μέσα στή γῆ, ἀλλά τό 1881 νά καταστρέφουν τή Χίο, τό 1860 νά καταστρέφουν τήν Κόρινθο, τό 1856 τήν Κεφαλλονιά, τό 1822 τή Συρία ὅπου χάθηκαν 25 χιλιάδες ἄνθρωποι, καί ἐπί Ἰουστινιανοῦ τό 626 μ.Χ. τήν Ἀντιόχεια ὅπου πέθαναν ἀπό τό σεισμό 250 χιλιάδες ἄνθρωποι; Ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι καί οἱ παράγωγοι νόμοι της ἔχουν κι αὐτοί ρολόι καί ἡμερολόγιο, ὥστε κατά βούλησι καί συνείδησι νά κάνουν κάτι ὅπως θέλουν καί ὅταν τό θέλουν; Ἄς ἀποκριθῆ ἡ θετική φιλοσοφία. Δέν ἀρνούμασθε ὅτι ὑπάρχουν ὕλη καί δύναμι καί παράγωγοι νόμοι, ἀλλά αὐτοί ὑπακούουν στήν ἀπειροδύναμη καί πάνσοφη θέλησι μιᾶς ἀπόλυτης καί ἀναίτιας δυνάμεως πού τούς διευθύνει σέ ἕνα σκόπιμο τέλος, καί ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος, διότι αὐτοί οὔτε αὐθύπαρκτοι εἶναι οὔτε παρήγαγαν τούς ἑαυτούς τους. Ἄρα εἶναι ἀληθινός ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖο ὁ Δαυΐδ λέει: “συνέσεισας τήν γῆν καί συνετάραξας αὐτήν· ἴασαι (: θεράπευσε) τά συντρίμματα αὐτῆς, ὅτι ἐσαλεύθη”(Ψ 59, 4). Ἐάν ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι εἶναι τό πᾶν, ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νά φωνάζουν: σταματῆστε μέταλλα, σῶστε μας μέταλλα· ἀλλά στό στόμα τους κάθε στιγμή φέρνουν τό Θεό οἱ καημένοι οἱ Χῖοι!

Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα εἶναι καί ἡ ἀνομβρία, ἡ ὁποία πότε μέν μαστίζει ἕνα ἔθνος, ἤ μιά πόλι, πότε ἄλλο καί οὕτω καθεξῆς. Στήν Κύπρο ἐπικράτησε ἑξαετής ἀνομβρία, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας λίγο ἔλειψε νά ἐρημωθῆ τό νησί ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως. Ποιά δύναμι ἐμπόδισε τούς παραγωγούς νόμους τῆς βροχῆς νά βρέξουν, ὅπως ἀκριβῶς καί ἄλλοτε κατά τό συνήθη χρόνο τῶν βροχῶν, κατά τόν ὁποῖο σέ ὅλο τόν ἄλλο κόσμο ἔβρεχε; Ἴσως ποῦν ὅτι δέν ἔχει δάση πού προκαλοῦν τή βροχή· ἀλλά μήπως δέν βρέχει ὅπου δέν εἶναι δάση; Καί ἐάν δέν βρέχη ὅπου δέν εἶναι δάση, ποτέ δέν ἔπρεπε νά βρέξη καί στήν Κύπρο, ἀλλά μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἔβρεξε, καί οἱ παράγωγοι νόμοι τῆς βροχῆς ἄρχισαν κανονικά πάλι νά λειτουργοῦν. Τί μπορεῖ ἐδῶ νά ἀντιτάξη ἡ πεῖρα τῆς θετικῆς φιλοσοφίας; Λυπούμασθε τό νεαρό ὑφηγητή, ὁ ὁποῖος καί τά αὐτιά του ἔκλεισε καί τά μάτια του σφράγισε στή θεία φωνή “ἐάν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε καί τάς ἐντολάς μου φυλάσσησθε καί ποιήσητε αὐτάς, δώσω τόν ὑετόν (: τή βροχή) ὑμῖν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί ἡ γῆ δώσει τά γεννήματα αὐτῆς. Ἐάν δέ μή, ἐντελοῦμαι ταῖς νεφέλαις τοῦ μή βρέξαι, καί θήσω τόν οὐρανόν ὑμῖν ὡς σιδηροῦν καί τήν γῆν ὑμῶν ὡς χαλκῆν”(Ἀρθ 26, 4, 20).

«Τό μόνο τό ὁποῖο χρειάζεται νά κάνουμε εἶναι νά παρατηρήσουμε τή φύσι γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι τίς περισσότερες φορές ἡ ἀντιξοότητα εἶναι ἕνας σύμμαχος, κι ὄχι ἕνας ἐχθρός. Ξέρατε ὅτι ὁ ἦχος τοῦ βιολιοῦ ἐξαρτᾶται τόσο ἀπ᾽ τό ξύλο πού χρησιμοποιήθηκε στήν κατασκευή του ὅσο καί ἀπ᾽ τήν ἐπιδεξιότητα καί τήν ἐκπαίδευσι τοῦ βιολιστοῦ; Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον ὅτι, δέν εἶναι ὁ τύπος τοῦ δένδρου πού ἔχει τήν πρωταρχική σημασία γιά τήν κατασκευή ἑνός βιολιοῦ, παγκοσμίου κλάσεως, ἀλλά περισσότερο ἡ ἀντιξοότητα τήν ὁποία τό δένδρο ἔχει ὑποστῆ.

Γι᾽ αὐτό τό λόγο σήμερα ἕνα ἀπ᾽ τά καλύτερα εἴδη ξύλου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν προέρχεται ἀπ᾽ τά δένδρα τῶν Βραχωδῶν Ὀρέων, 3.700 μέτρα πάνω ἀπ᾽ τήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνεμοι φυσοῦν τόσο δυνατά, ὥστε ὁ φλοιός μπορεῖ ν᾽ ἀναπτυχθῆ στήν ἀπάνεμη μόνο μεριά καί τά κλαδιά μποροῦν νά μεγαλώσουν πρός μία μόνο κατεύθυνσι, μπορεῖ νά βρεθῆ τό καλύτερο ξύλο τοῦ κόσμου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν. Τά ἴδια δένδρα, σ᾽ ἕνα λιγότερο ἀπαιτητικό περιβάλλον, θά παρῆγαν μέτρια μόνο ὄργανα.

Ἡ ἀρχή ἰσχύει γιά τούς ἀνθρώπους ὅπως καί γιά τά δένδρα: ὅπως οἱ κακουχίες τῆς ἐκπαιδεύσεως κάνουν τό μουσικό, τόν ἀθλητή καί τό στρατιώτη δυνατοτέρους, ἔτσι καί τά τείχη τῆς ἀντιξοότητος μποροῦν νά κάνουν τόν καθένα ἀπό μᾶς δυνατότερο».

«“Οἱ χαρταετοί ἀνεβαίνουν ψηλότερα κόντρα στόν ἄνεμο —ὄχι μαζί του”».

«Κάποτε ἕνας ἡλικιωμένος παθολόγος μέ συμβουλεύθηκε γιατί ἔπασχε ἀπό σοβαρή κατάθλιψι. Δέν μποροῦσε νά ξεπεράση τό χαμό τῆς γυναίκας του, πού εἶχε πεθάνει πρίν δύο χρόνια καί πού τήν εἶχε ἀγαπήσει πάνω ἀπ᾽ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τώρα πῶς θά μποροῦσα νά τόν βοηθήσω, τί ἔπρεπε νά τοῦ πῶ; Ἔτσι, ἀπέφυγα νά τοῦ πῶ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλά νά τοῦ θέσω τήν ἐρώτησι: “Τί θά εἶχε συμβῆ, γιατρέ, ἐάν εἶχες πεθάνει πρῶτος καί ἡ γυναῖκα σου θά ἔπρεπε νά ἐπιζήση;”. “Ὤ”, εἶπε, “αὐτό θά ἦταν τρομερό γι᾽ αὐτήν· πόσο θά ὑπέφερε”! Μετά ἀπ᾽ αὐτό ἀπάντησα: “Βλέπεις, γιατρέ, ἕνα τέτοιο πόνο τόν γλύτωσε καί εἶσαι ἐσύ πού τή γλύτωσες ἀπό τέτοιο πόνο, ἀλλά τώρα πρέπει νά πληρώσης γι᾽ αὐτό μέ τό νά ἐπιζήσης καί νά πενθῆς”. Δέν εἶπε λέξι, ἀλλά μοῦ ἔσφιξε τό χέρι καί ἥσυχα ἔφυγε ἀπό τό γραφεῖο μου. Ὁ πόνος γίνεται ὑποφερτός ἀπ᾽ τή στιγμή κατά τήν ὁποία θά βρεθῆ ἕνα νόημα, ὅπως τό νόημα τῆς θυσίας.

Βέβαια, αὐτή δέν ἦταν θεραπεία μέ τήν ὀρθή σημασία. Ἀλλά, πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα, ἡ ἀπελπισία του δέν ἦταν μιά ἀρρώστια καί ἐξάλλου ἐγώ δέν θά μποροῦσα ν᾽ ἀλλάξω τή μοίρα του, δέν μποροῦσα νά τοῦ ξαναφέρω τή γυναῖκα του στή ζωή. Ἀλλά, τουλάχιστο, πέτυχα ν᾽ ἀλλάξω τή στάσι του μπροστά σέ ἕνα μοιραῖο γεγονός πού δέν ἄλλαζε, οὕτως ὥστε ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα θά μποροῦσε τουλάχιστον νά δῆ ἕνα νόημα στόν πόνο του… Ἡ κύρια φροντίδα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι νά ψάχνη νά βρῆ εὐχαρίστησι (pleasure) ἤ ν᾽ ἀποφεύγη τόν πόνο, ἀλλά μᾶλλον νά βρῆ ἕνα νόημα στή ζωή του. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νά ὑποφέρη, μόνο ὅταν μπορῆ νά ἔχη τήν ἱκανοποίησι ὅτι ὁ πόνος του εἶχε ἕνα νόημα».

«Κατά τή διάρκεια τοῦ Α´ Παγκ. πολέμου ἕνας Ἑβραῖος στρατιωτικός γιατρός στόν Αὐστριακό στρατό βρισκόταν δίπλα σ᾽ ἕνα συνταγματάρχη, ὅταν ἄρχισαν νά πέφτουν πυκνοί πυροβολισμοί. Ὁ συνταγματάρχης εἶπε κοροϊδευτικά: “Ἀκόμη μιά ἀπόδειξι ὅτι ἡ Ἄρεια φυλή εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τή Σημιτική. Φοβᾶσαι, δέν εἶναι ἔτσι;”. “Καί, βέβαια, φοβᾶμαι”, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ γιατροῦ. “Ἀλλά ποιός εἶναι ἀνώτερος; Ἐάν ἐσύ, ἀγαπητέ μου συνταγματάρχα, φοβόσουν ὅπως ἐγώ, θά εἶχες φύγει πρό πολλοῦ”. Ὁ φόβος καί ἡ ἀνησυχία αὐτές καθ᾽ ἑαυτές δέν ὑπολογίζονται. Αὐτό πού μετράει εἶναι ἡ στάσι μας μπροστά στά γεγονότα μᾶλλον παρά αὐτά καθ᾽ ἑαυτά τά γεγονότα».

«Φαντασθεῖτε πῶς θά ἦταν ἄν ζούσαμε τή ζωή μας χωρίς ποτέ νά ἐμπλακοῦμε μ᾽ ἕνα ἐχθρό ἤ κάποια ἄλλα ἐμπόδια ἐν προκειμένῳ, ἄν ἀπό τήν κούνια μας μέχρι τόν τάφο μας ὁ καθένας τόν ὁποῖο θά συναντούσαμε μᾶς κανάκευε, μᾶς στήριζε, μᾶς τάιζε (μαλακή, ἤπια, εὔπεπτη τροφή), μᾶς ψυχαγωγοῦσε μέ ἀστεῖες γκριμάτσες καί τά συνηθισμένα “κούκου”. Ἄν ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς περιέφεραν μέσα σέ ἕνα καλάθι (ἀργότερα ἴσως μέσα σέ ἕνα φορεῖο), χωρίς ποτέ νά συναντήσουμε καμμιά πρόκλησι, χωρίς ποτέ νά δοκιμασθοῦμε —ἐν συντομίᾳ, ἄν ὅλοι συνέχιζαν νά μᾶς μεταχειρίζωνται σάν μωρά. Αὐτό στήν ἀρχή ἴσως νά φαντάζη καλό. Γιά τούς πρώτους λίγους μῆνες τῆς ζωῆς ἴσως εἶναι ἀπαραίτητο. Ὅμως, ἄν αὐτό συνεχιζόταν, τότε τό μόνο ἀποτέλεσμα θά ἦταν νά γίνουμε ἕνα εἶδος μάζας ἀπό ζελατίνα, ἕνα τερατούργημα —μέ τή διανοητική καί συναισθηματική ἀνάπτυξι ἑνός μοσχαριοῦ. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀγώνας τῆς ζωῆς πού μᾶς κάνει αὐτούς πού εἴμασθε. Καί εἶναι οἱ ἐχθροί μας πού μᾶς δοκιμάζουν, μᾶς παρέχουν τήν ἀναγκαία ἀντίστασι γιά τήν ἀνάπτυξί μας».

«Ἀντιξοότητες εἶναι τό καμίνι ὅπου ξαναμπακιρώνεται ἡ ψυχή».

«Εἶναι πολύ τρυφερός γιά τούς πολύ καινούργιους πιστούς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καί οἱ μητέρες μέ τά βρέφη τους. Συχνά τό ξεκίνημα τῆς Χριστιανικῆς τους ζωῆς σημαδεύεται ἀπό μεγάλη χαρά, ἐντυπωσιακή φροντίδα, ἀξιοσημείωτες ἀπαντήσεις σέ προσευχές, καί ἄμεση καρποφορία στίς πρῶτες τους προσπάθειες γιά μαρτυρία· ἔτσι ὁ Θεός τούς ἐνθαρρύνει καί τούς στερεώνει στή ζωή. Ἐνῶ, ὅμως, γίνονται ὅλο καί πιό δυνατοί καί μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν περισσότερα, τούς γυμνάζει σ᾽ ἕνα πιό δύσκολο σχολεῖο. Τούς ἐκθέτει σέ τόση δοκιμασία μέ τήν πίεσι ἀντιθέτων δυνάμεων ὅση μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν —ὄχι περισσότερη (βλέπε τήν ὑπόσχεσι: «ὁ Θεός δέν θά σᾶς ἀφήση νά πειρασθῆτε πάνω ἀπ᾽ ὅσο μπορεῖτε»(Α´ Κορ 10, 13)), ἀλλά οὔτε καί λιγότερη (βλέπε τήν προτροπή: «μέ πολλές θλίψεις πρέπει νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»(Πρξ 14, 22)). Ἔτσι φτιάχνει τό χαρακτῆρα μας, δυναμώνει τήν πίστι μας, καί μᾶς προετοιμάζει νά βοηθήσουμε ἄλλους. Ἔτσι διαμορφώνει μέσα μας τήν αἴσθησι τῶν ἀξιῶν. Ἔτσι δοξάζεται στή ζωή μας, δείχνοντας τή δύναμί Του στήν ἀδυναμία μας. Συνεπῶς, δέν εἶναι καθόλου ἀφύσικο νά αὐξηθοῦν οἱ πειρασμοί, οἱ συγκρούσεις, καί οἱ πιέσεις, καθώς ὁ πιστός συνεχίζει νά ζῆ μέ τό Θεό —ἀντίθετα, κάτι δέν θά πήγαινε καλά ἄν δέν συνέβαινε αὐτό».

«Τό μόνο τό ὁποῖο ἔχεις νά κάνης γιά νά “βγῆ ὁ ἥλιος” κάθε φορά κατά τήν ὁποία ξυπνᾶς νιώθοντας αὐτολύπησι, εἶναι ἁπλῶς νά πάρης τήν πρωϊνή ἐφημερίδα. Μήν κοιτάξης τήν πρώτη σελίδα νωρίς τό πρωΐ, γιατί ἀλλιῶς θά θέλης πραγματικά νά πᾶς νά κρυφθῆς στό ὑπόγειο. Ἄνοιξε ἀρχικά τήν ἐφημερίδα στή σελίδα ὅπου δημοσιεύονται οἱ ἀναγγελίες θανάτων καί οἱ κηδεῖες!

Σ᾽ αὐτή τή σελίδα θά βρῆς ἕνα μεγάλο κατάλογο ἀπό ὀνόματα ἀνθρώπων πού θά δέχονταν εὐχαρίστως ν᾽ ἀλλάξουν θέσι μαζί σου, ἀκόμη καί μέ ὅλες σου τίς ταλαιπωρίες, τίς ἀμφιβολίες, τούς φόβους καί τά προβλήματα! Δοκίμασέ το κάθε φορά κατά τήν ὁποία νιώθεις πεσμένος τό πρωΐ, καί θά μ᾽ εὐχαριστῆς.

Ἀκοῦς τά πουλιά νά κελαηδοῦν τώρα;».

Αὐτό τό ἐπιχείρημα χρησιμοποίησε κι ὁ π. Ἐπιφ. Θεοδωρόπουλος: «Κάποιος νέος πού ἐκπαιδευόταν σέ σχολή ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ ζητοῦσε ἐπιμόνως νά μεσολαβήση ὥ­στε νά φύγη ἀπό τή σχολή καί νά γίνη ἁ­πλός στρα­τιώτης, διότι ἐκεῖ ἀντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες. Ὁ Γέροντας ἀφοῦ εἰς μάτην τοῦ συνιστοῦσε ὑπομονή, στό τέλος τοῦ λέει:

—Δέν πᾶς, παιδί μου, στό Ἄσυλο Ἀνιάτων νά πλη­­σιάσης ἕνα κατάκοιτο καί νά τοῦ πῆς: Φίλε, ἀλλάζουμε θέσι; Νά πᾶς ἐσύ στή σχολή ἀξιωματικῶν κι ἐγώ στό κρεβ­άτι σου; Θά ἔβλεπες τότε, ἄν εἶχε μιά τέ­τοια δυνατότητα, νά πεταγόταν σάν ἐλατήριο καί νά ἔτρεχε μέ χαρά νά πάρη τή θέσι σου ἤ καί ἄλλη ἀκό­μη δυσκολότερη. Ἄχ, παιδί μου! Ἔχουμε τήν ὑγεία μας κι εἴμασθε ὅλο παρά­πονα καί γκρίνια!

Καί ὁ νέος ἔφυγε ἀλλαγμένος καί ἀναπτερωμένος».

«Ἡ ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ἐκ τῶν προτέρων κατά τῶν ἀσθενειῶν ἐμβόλια. Οἱ θλίψεις, λοιπόν, … τίς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεός εἶναι σάν τά ἐμβόλια. Εἶναι δέ εὐεργετικότατες ἐπειδή πάντοτε τά προληπτικά μέτρα εἶναι ἀνώτερα ἀπό τά μέτρα τῆς θεραπείας, διότι αὐτά συνήθως γίνονται κατόπιν ἑορτῆς».

«Ἔχουμε, καθισμένο ἕνα ὑποθετικό ἄνθρωπο πού εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς πίστεως καί τοῦ λέμε: Γιά πές μας, γιατί γίνονται αὐτά; Αὐτός θά σοῦ ἀπαντήση τό ἑξῆς: Στάσου, ἀγαπητέ μου, ἕνα λεπτό. Μέ ρωτᾶς, γιά ποιό λόγο ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά γίνη τό τάδε δυστύχημα ἤ ἡ τάδε συμφορά; Ἄς πάρουμε ὡς δεδομένο ὅτι ἐγώ δέν ξέρω τί νά σοῦ ἀπαντήσω —καί σοῦ λέω ὅτι πραγματικά δέν ξέρω. Τί βγαίνει ἀπ᾽ αὐτό;

Θά κάνω τώρα μιά κριτική ἀνάλυσι αὐτοῦ τοῦ “δέν ξέρω”. Δέν ἀσχοληθήκαμε σέ προηγούμενες συναντήσεις μας μέ τή φιλοσοφική ἀντιμετώπισι τῆς πίστεως, μέ τή φιλοσοφική κριτική; Αἴ, τότε καί ἡ ἀπιστία θά ὑπόκηται σέ φιλοσοφική κριτική. Γιατί τό νά ἔχης ἀπορία καί νά πῆς “Θεέ μου, γιατί ἐπέτρεψες τό τάδε κακό;”, αὐτό τό καταλαβαίνω. Ἀλλά ἐδῶ δέν πρόκειται οὔτε γιά τό παράπονο οὔτε γιά τήν ἀπορία. Πρόκειται γιά τή φιλοσοφική πρότασι πού λέει: Δέν ὑπάρχει Θεός καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν τόσα φοβερά πράγματα. Ἤ, μέ ἄλλη διατύπωσι, ὑπάρχει μέν Θεός, ἀλλά χωρίς καθόλου νά προνοῆ γιά τόν κόσμο, καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε.

Ἀπευθύνομαι, λοιπόν, σ᾽ ἕναν ἀπό σᾶς γιά νά τόν ρωτήσω: Ποιά εἶναι ἡ αἰτία, ἡ εὔλογη αἰτία, ἡ ἐξήγησι —ἄς τά πῶ νομικά— ἡ justa causa, ἡ δίκαιη αἰτία αὐτῶν τῶν κακῶν γεγονότων τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω; Ἡ ἀπάντησι πού δίνεται εἶναι: Δέν ξέρω. Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τώρα ἀναλυτικότερα τί ἐννοοῦμε μ᾽ αὐτό τό “δέν ξέρω”.

Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ προσπάθεια γιά τήν ἐπίλυσι αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, θά μᾶς ὁδηγήση σ᾽ ἕνα ἄλλο πρόβλημα, στό ὁποῖο ἔχουμε, ἤδη, ἀναφερθῆ. Τό πρόβλημα αὐτό πού σήμερα μέν δέν συζητεῖται σοβαρά, ἀλλά ἄλλοτε τυράννησε τήν ἀνθρωπότητα εἶναι τό ἑξῆς: “Δέν βλέπω τό Θεό, ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει. Εἶδες ποτέ σου τό Θεό; Ὄχι. Ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει”. Ἀλλ᾽ αὐτό εἶναι ἕνα σόφισμα, ἕνα ὑπόδειγμα σοφίσματος. Γιατί προϋποθέτει ὡς μείζονα πρότασι μιά πρότασι πού ἔχει ληφθῆ ἀπό ἄλλο συμπέρασμα, πού γίνεται μείζων πρότασι μέ τή σειρά του καί πού λέει ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει ἐγώ τό “βλέπω”. Αὐτό δέν τό βλέπω, ἄρα αὐτό δέν ὑπάρχει. Εἶναι, ὅμως, μωρός ὁ ἰσχυρισμός κατά τόν ὁποῖο κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπω, ἀφοῦ κι ἀπ᾽ τά φυσικά πράγματα ἀκόμη, ἀπ᾽ τά ἐλεγχόμενα καί τά ψηλαφώμενα ἀπ᾽ τόν ἄνθρωπο, βλέπουμε ἀπειροστό μόνο. Εἴπαμε δέ ὅτι ἀκριβῶς ἡ πρόοδος τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἀποδεικνύει πόσο μωρό ἦταν αὐτό πού λεγόταν τότε, διότι ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι καί ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο, ξέρουμε τό ἀπειροστό μόνο. Κι ὅταν προβαλλόταν αὐτός ὁ ἰσχυρισμός, οἱ τότε ἄνθρωποι δέν εἶχαν ἰδέα τῆς ὑπάρξεως πολλῶν ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμεῖς ξέρουμε σήμερα. Ὅταν λ.χ. ὁ La Μettrie μιλοῦσε γιά τό “L᾽ homme machine (: ὁ ἄνθρωπος-μηχανή)”, δέν ἤξερε κἄν ὅτι ὑπάρχει ἠλεκτρισμός! Βέβαια, ὁ ἠλεκτρισμός ὑπῆρχε, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι τότε δέν τό ἤξεραν. Τό ἴδιο, βέβαια, πρέπει νά ποῦμε γιά τήν τεράστια δύναμι, τήν ἀτομική ἐνέργεια, γιά τήν ὕπαρξι τῆς ὁποίας οἱ ἐπιστήμονες πού ζοῦσαν τότε δέν εἶχαν ἰδέα! Ὅταν, λοιπόν, γιά τόν ὑλικό κόσμο εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπουμε, πόσο μᾶλλον εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε τό ἴδιο καί γιά ἐκεῖνα πού βρίσκονται πέρα ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο!

Κάποιος ἄλλος, ὅμως, μπορεῖ νά μοῦ πῆ: Γιατί μᾶς τά λές αὐτά; Ἐμεῖς δέν μιλᾶμε γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς μιλᾶμε γιά τήν Πρόνοιά Του. Γιατί ἐπανέρχεσαι σ᾽ αὐτά, τά περί ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ;

Ἀπάντησι: Ἐπανέρχομαι γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στό βάθος εἶναι ὁ ἴδιος συλλογισμός. Κι ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νά προσθέσω ὅτι πρόκειται ἐπίσης, καί γιά τήν ἴδια μωρία. Ποιός συλλογισμός προϋποτίθεται; Ὁ ἑξῆς: Ἀφοῦ δέν ξέρουμε τήν αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἀντίγραφο τοῦ προηγουμένου συλλογισμοῦ. Ὅπως εἴπαμε, ὁ συλλογισμός εἶναι: “Ἐγώ βλέπω κάθετί πού ὑπάρχει. Τό Θεό δέν τόν βλέπω, Θεός ἄρα δέν ὑπάρχει”. Στό συλλογισμό αὐτό τό σόφισμα βρίσκεται στή μείζονα πρότασι. Ὁ ἴδιος συλλογισμός ἐπαναλαμβάνεται καί στό θέμα τῆς Προνοίας πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ: “Ἄν ὑπῆρχε αἰτία γι᾽ αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω, θά τήν ἤξερα. Τήν αἰτία τους δέν τήν ξέρω, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει”. Αὐτός εἶναι ὁ συλλογισμός! Γιατί, ὅπως ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε ἐμεῖς εἶναι ἀπειροστό ἀπό ἐκεῖνο πού ὑπάρχει, ἔτσι καί στόν κόσμο πού ἀφορᾶ τήν αἰτιώδη ἀλληλουχία τῶν φαινομένων, ἐκεῖνα τά ὁποῖα γνωρίζουμε εἶναι ἀπειροστό τῆς ὅλης πραγματικότητος. Τό ὅτι δέν ξέρουμε τή justa causa, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοια αἰτία».

«Καί θά ἔλθω τώρα στά λεγόμενα “ἄσκοπα” τοῦ Λουκιανοῦ. Νομίζω ὅτι πολλά ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ δέν φαινόταν ἄλλοτε νά ἔχουν καμμία σκοπιμότητα. Μέ τήν πάροδο, ὅμως, τοῦ χρόνου, ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη καί δίνει ἀπάντησι στό Λουκιανό, γιατί ὅσο προχωρεῖ τόσο διαπιστώνει ὅτι αὐτά πού νομίζονταν ἄλλοτε ὡς ἄσκοπα εἶναι σκόπιμα. Ἡ πρόοδος, δηλαδή, τῆς ἐπιστήμης περιορίζει τήν περιοχή τοῦ ἀσκόπου. Ἀρκεῖ νά σκεφθῆτε ὅτι, ὅταν τά ἔλεγε αὐτά ὁ Λουκιανός, δέν εἶχε ἰδέα τῆς κυκλοφορίας τοῦ αἵματος! Καταλαβαίνετε τώρα τή μωρία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος; Ἡ δέ μεγάλη του φαντασία, τόσο προέβλεπε τά γεγονότα, ὥστε στόν ἴδιο διάλογο λέει καί τά ἑξῆς: Δέν τά παρατᾶτε αὐτά; Τό νά θέλετε νά τά ἐρευνήσετε, εἶναι σάν νά θέλω ἐγώ —λέει— “πτηνός γενόμενος αὐθημερόν ἐς Αἰθίοπας πορεύσομαι (: νά πετάξω καί νά φθάσω αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες)”. Τό λέει δέ αὐτό ὡς ἕνα ὑπόδειγμα ἀνοησίας. Καί τώρα, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τά ἀεροπλάνα τῆς Εthiopian Αirlines, πού σέ πᾶνε ὄχι αὐθημερόν ἀλλά σέ λίγες ὧρες στούς Αἰθίοπες, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τέτοιο ἀεροπλάνο, θυμᾶμαι καί τό Λουκιανό! Ἑπομένως, ὅταν λέμε ὅτι κάτι εἶναι ἄσκοπο, δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πώς εἶναι κάτι τοῦ ὁποίου δέν ξέρουμε ἀκόμη τή σκοπιμότητα.

Εἶναι, λοιπόν, ὁ συλλογισμός πού προβάλλεται ἕνα σόφισμα, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, βάσι εἶναι ἡ πρότασι: Ἐάν ὑπῆρχε δικαιολογία, ἐάν ὑπῆρχε ἐξήγησι, ἐγώ θά τήν ἤξερα. Δέν τήν ξέρω, ἄρα ἐξήγησι δέν ὑπάρχει. Κι ἐπειδή σήμερα γιά τά ἄσκοπα δέν ἔχουμε ἀκόμη ἐξήγησι, ἄρα… δέν ὑπάρχει κυβερνήτης τοῦ κόσμου!

Καί τώρα θά σᾶς διηγηθῶ κάτι πού συνέβη σ᾽ ἐμένα. Ἤμουν στό Ἁμβοῦργο τό 1937, ὅταν δηλαδή ὁ Hitler μεσουρανοῦσε. Ἕνας προσφιλέστατός μου καθηγητής, ὁ Βruck, ὁ κατ᾽ ἐξοχήν καθηγητής μου, εἶχε παυθῆ. Ἦταν Ἑβραῖος —ἐγώ αὐτό δέν τό ἤξερα, τότε τό ἔμαθα— εἶχε, λοιπόν, παυθῆ καί βρισκόταν σέ δυστυχία, ἀπομονωμένος. Κανείς δέν τόν ἐπισκεπτόταν, γιατί ὅλοι φοβοῦνταν τή Gestapo. Ἡ γυναῖκα του ἦταν στό νοσοκομεῖο ἄρρωστη. Εἶχαν ἕνα ἀγοράκι κι αὐτός ἔμενε στό σπίτι μόνος, κατάμονος. Θυμᾶμαι δέ τό δραματικό τῆς στιγμῆς, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα. Ἡ τελευταία φορά κατά τήν ὁποία τόν εἶχα δεῖ ἦταν ὅταν εἶχε δοθῆ μιά πολύ μεγάλη δεξίωσι στό σπίτι τους, γιατί ἡ γυναῖκα του ἦταν, νομίζω, ἐγγονή τοῦ Βismarck, ἦταν δηλαδή ἀπό πολύ ἀριστοκρατικό σπίτι. Πῆγα, λοιπόν, καί εἶδα τόν καθηγητή μου αὐτό σ᾽ ἀπελπιστική κατάστασι. Ἐκεῖνος, βέβαια, ἐξεπλάγη πού μέ εἶδε. Κουβεντιάσαμε καί στή συνέχεια τοῦ εἶπα κάτι καί γιά τό Χριστιανισμό. Ὁπότε μοῦ λέει: “Κάνετέ μου τή χάρι νά μοῦ ἐξηγήσετε τό ἑξῆς: Ἀφοῦ λέτε ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι ὁ Θεός κυβερνᾶ τόν κόσμο καί μᾶς ἀγαπάει, γιατί ἀφήνει τό Hitler νά εἶναι στήν ἐξουσία;”. Λίγο, ὅμως, πρίν μοῦ θέση αὐτή τήν ἐρώτησι, εἶχε πάει στήν κουζίνα νά μοῦ φέρη νερό καί καθυστέρησε. Ἐν τῷ μεταξύ ἐγώ κουβέντιασα μέ τό παιδάκι του. Τοῦ λέω: Τί κάνεις; Ὁ μπαμπᾶς σου σ᾽ ἀγαπάει πολύ. Μοῦ ἀπαντᾶ τότε: Δέν μ᾽ ἀγαπάει. Τί λές, παιδί μου, ὁ μπαμπᾶς σου δέν σ᾽ ἀγαπάει; Πῶς δέν σ᾽ ἀγαπάει. Δέν μ᾽ ἀγαπάει, μοῦ ἀπαντᾶ, γιατί, ἀφοῦ μ᾽ ἀγαπάει, γιατί δέν μ᾽ ἀφήνει νά παίζω στό δρόμο μέ τ᾽ ἄλλα παιδάκια, ἀλλά μ᾽ ἔχει ἐδῶ κλεισμένο; Ὅταν, λοιπόν, ὁ καθηγητής μου αὐτός μοῦ ἔθεσε τό ἐρώτημα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, θά σᾶς προδώσω τό παιδάκι σας, ἀλλά μήν τοῦ τό πῆτε. Τό παιδί, λοιπόν, μοῦ εἶπε αὐτό κι αὐτό. Μά, μοῦ ἐξηγεῖ, πῶς νά τοῦ πῶ τό λόγο γιά τόν ὁποῖο δέν τό ἀφήνω νά κατέβη στό δρόμο; Μή μοῦ τά λέτε αὐτά, τοῦ ἀπαντῶ, γιατί ἐγώ τά ξέρω. Δέν ἤθελε, δηλαδή, νά βγῆ τό παιδάκι του ἔξω, γιατί μόλις θά ἔβγαινε θά τό κακοποιοῦσαν οἱ… γενναῖοι Nazi! Ἠταν, δηλαδή, γιά τό παιδάκι του ἡ ἔξοδος ἀπ᾽ τό σπίτι κίνδυνος-θάνατος. Ἀλλά, ἀπ᾽ τό ἄλλο μέρος, δέν ἤθελε καί νά τραυματίση τό παιδί του μέ τό νά τοῦ πῆ ὅτι ὁ κόσμος εἶναι τόσο κακός.

Λοιπόν, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, βλέπετε ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἀπόδειξι ὅτι δέν τό ἀγαπᾶτε τό παιδί σας; Ὄχι, μοῦ λέει, γιατί τό παιδί δέν καταλαβαίνει. Μιά ἐρώτησι τοῦ λέω θά σᾶς κάνω ἀκόμη καί τελειώσαμε: Κύριε καθηγητά, θά μοῦ πῆτε τώρα κάτι: Ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό δικό σας μυαλό ἀπ᾽ τό μυαλό τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τοῦ παιδιοῦ σας ἀπ᾽ τό δικό σας μυαλό; Ἀπαντᾶ, αἴ βέβαια. Λοιπόν, συνεχίζω, ὅσο τό γεγονός ὅτι τό παιδάκι σας δέν ξέρει γιά ποιά αἰτία δέν τό ἀφήνετε νά βγῆ ἔξω ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι δέν προνοεῖτε ἐσεῖς γιά τό παιδί σας καί δέν τό ἀγαπᾶτε, ἄλλο τόσο ἀποτελεῖ ἀπόδειξι καί τό γεγονός ὅτι οὔτε σεῖς οὔτε ᾽γώ ἔχουμε μιά ἀπάντησι στό ἐρώτημα γιατί ὁ Θεός ἀφήνει τό Hitler νά κυβερνᾶ. Ἁπλούστατα, δέν ξέρω.

Λύσαμε τό ζήτημά μας; Ὄχι. Εἶναι ἀνηφορικός ὁ δρόμος. Ὥς τώρα, τί κάναμε; Ἕνα συλλογισμό. Εἴπαμε τοῦτο: Ὅτι, βέβαια, ἡ ἔλλειψι ἀπαντήσεως δέν ἀποτελεῖ ἀπόδειξι τοῦ ἀντιθέτου. Δέν ξέρω, κι αὐτό τό “δέν ξέρω” δέν σημαίνει τίποτε. Ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶπε ὁ καθηγητής Joad γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν πρέπει νά εἶναι ἔτσι καμωμένο, ὥστε νά χωράη στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα, αὐτό τό ἴδιο εἶναι δυνατόν νά ἐπαναλάβουμε κι ἐδῶ: Δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν θά κυβερνᾶται ἔτσι, ὥστε νά ἐξηγῆται στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἔτσι εἶναι αὐτά, ἐντελῶς ἀβίαστα.

Ἀλλά τό ζήτημά μας, τῆς θεοδικίας, δέν λύθηκε μ᾽ αὐτό. Καί δέν λύθηκε γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί μ᾽ αὐτό τίθεται ἕνα ἄλλο ζήτημα, πού λέει: Κι, ὅμως, εἴχατε δίκηο ὅταν λέγατε ὅτι εἶναι ἐκτός τοῦ κύκλου τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου ἡ ὑπόθεσι αὐτή, κι ἐγώ εἶχα κάνει λάθος σ᾽ αὐτά τά ὁποῖα εἶπα στήν ἀρχή. Εἶναι, δηλαδή, ψεύτικη ἡ θέσι τοῦ ζητήματος. Βέβαια, μέσα στόν κύκλο τοῦ ἐλεγκτοῦ εἶναι τά γεγονότα. Ἡ ἐξήγησι, ὅμως, εἶναι πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου. Ἀλλ᾽ αὐτό τό “πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο” τό ὁποῖο λέμε, δέν σημαίνει τίποτε. Δέν σημαίνει ἰδίως ὅτι δέν ἐλέγχεται, κατά κάποιο τρόπο. Δηλαδή, γιά νά ἔχη πληρότητα ἡ συζήτησί μας: Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀπαιτεῖται πίστι γιά νά δεχθῶ ὅτι ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπ᾽ τό Θεό κι ἐκεῖ ὅπου βλέπω τό ἄσκοπο ἤ τό κακό. Πίστι, ἐννοεῖται, ὄχι μεγαλύτερη οὔτε διαφορετική ἀπ᾽ τήν πίστι τήν ὁποία ἔχουμε σ᾽ ὅλες μας τίς συναλλαγές. Ἐπιμένω στό παράδειγμα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ παιδιοῦ τοῦ καθηγητή Βruck. Οἱοσδήποτε πού ἔχει ἐμπιστοσύνη σ᾽ ἕνα προϊστάμενο, σ᾽ ἕνα πατέρα, σ᾽ ἕνα κυβερνήτη, σ᾽ ἕνα στρατηγό —ἰδίως στό στρατό φαίνεται αὐτό— διερωτᾶται γιά κάποια πρᾶξι του καί λέει: Τώρα μέν γιατί αὐτός ἐνεργεῖ ἔτσι δέν τό ξέρω, καί βέβαια μοῦ φαίνεται παράλογο, ἀλλά πιστεύω, ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό λόγο του γιά τόν ὁποῖο τό κάνει. Τά λέω αὐτά, γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στή διακυβέρνησι τοῦ κόσμου ἀπ᾽ τό Θεό τίθενται στή Θεία Πρόνοια ζητήματα πού εἶναι πολύ μεγάλα, πού εἶναι πέρα ἀπ᾽ τίς δυνατότητες τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Τά ὁποῖα, ὅμως, δικαιώνονται καί νομιμοποιοῦνται. Καί νά πῶς:

Ἐάν εἶναι παράλογο νά μή δέχωμαι τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, εἶναι λογικό τερατούργημα νά δέχωμαι μέν τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὄχι καί τήν Πρόνοιά Του. Τό ὅτι δέ ἡ διακυβέρνησι τοῦ κόσμου γίνεται μέ τρόπο τόν ὁποῖο ἐγώ πολλές φορές δέν μπορῶ νά καταλάβω, αὐτό ἀκριβῶς δείχνει ὅτι εἶναι Θεός αὐτός πού κυβερνᾶ κι ὄχι ἄνθρωπος. Γιά Θεία Πρόνοια μιλᾶμε κι ὄχι γιά ἀνθρώπινη. Καί, ἑπομένως, γιατί ἡ Θεία Πρόνοια πρέπει σώνει καί καλά νά χωράη στό δικό μου μυαλουδάκι; Κι ἐπαναλαμβάνω: Τουλάχιστον ὅσο διαφέρει τό μυαλουδάκι ἑνός μικροῦ παιδιοῦ ἀπ᾽ τό δικό μου μυαλό, δέν διαφέρει καί τό δικό μου μυαλό ἀπ᾽ τό μέγα Νοῦ τοῦ Θεοῦ; Ἔρχεται, ἄς ποῦμε, ἕνας γιατρός γιά νά κάνη ἔνεσι σ᾽ ἕνα παιδάκι καί μέ μιά βελόνα τό τρυπάει. Πῶς τώρα νά πείσης αὐτό τό παιδάκι ὅτι αὐτό τό τρύπημα, πού τό πονάει, γίνεται γιά τό καλό του; Ἐμεῖς, γι᾽ αὐτά τά θέματα, νομίζετε ὅτι εἴμασθε πολύ παραπάνω ἀπ᾽ τά νήπια; Ἐγώ νομίζω ὅτι δέν εἴμασθε κἄν νήπια!

Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχουμε τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ μπροστά μας, τή βλέπουμε αὐτή τήν Πρόνοια σέ τόσα πράγματα καί τελικά τήν ἐμπιστευόμασθε, καταλήγω στό ὅτι κι ἐκεῖ πού δέν βλέπουμε, ἡ Πρόνοια αὐτή ἔχει τή δικαίωσί της, τό λόγο της…

Καί στό ἐρώτημα τό ὁποῖο θά μοῦ θέσετε, “πῶς ὑπάρχει κακό, ἀφοῦ ὑπάρχει Θεός;” ἀντερωτῶ: “Πῶς ὑπάρχει καλό, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός;”. Γιά νά καταλάβετε αὐτό τό ἐρώτημα, θά προσθέσω τό ἑξῆς: Ρωτᾶς πῶς συμβιβάζεται μέ τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ τοῦτο ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο πού δέν ἔχουμε τήν ἐξήγησί του. Δέν δικαιοῦμαι, ὅμως, κι ἐγώ νά σέ ρωτήσω, πῶς συμβιβάζεται μέ τή μή ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ἡ ἀπίστευτη, ἡ ἀσύλληπτη ἁρμονία καί τάξι πού ὑπάρχει στόν κόσμο, μπροστά στήν ὁποία καταπλήσσομαι, κι ὅσο ὡς ἄνθρωπος γίνομαι ἐπιστημονικότερος, τόσο καί περισσότερο καταπλήσσομαι; Θά φέρω τήν ἑξῆς εἰκόνα: Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἀμφιβάλλει ἕνας ἄν ὑπάρχη ἀστυνομία καί μοῦ λέει: Πῶς ὑπάρχει ἀστυνομία ἀφοῦ γίνονται κλοπές; Τοῦ ἀπαντῶ: Πῶς γίνονται μόνο αὐτές οἱ κλοπές, ἀφοῦ λές ὅτι δέν ὑπάρχει ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε Ἰθύνων Νοῦς;

Μένει ἀκόμη ν᾽ ἀναφέρουμε καί τή σχετική ἀπάντησι τήν ὁποία εἶχε δώσει ὁ Σωκράτης. Ἕνα, λέει, μόνο θ᾽ ἀναφέρω: Ὅτι ἡ μύτη μας εἶναι ἐδῶ μπροστά, ὥστε ὅταν πρόκηται νά φᾶμε νά μυριζώμασθε τά βρώματα. Ὁ Σωκράτης τό εἶπε αὐτό. Κι ἀπ᾽ τό Σωκράτη ὥς τό [γιατρό] Carrel, τί ἀπόστασι!

Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό. Μερικά ἀπ᾽ αὐτά μπαίνουν μέσα στήν περιοχή τοῦ κύκλου τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, καί, πρῶτον, ὁ κύκλος τῶν “ἀσκόπων” ὅλο καί μικραίνει. Πάρα πολλά “ἄσκοπα” ἦσαν ἄσκοπα γιά τό Λουκιανό, πού θεωροῦσε μωρία τό ὅτι “πτηνός γενόμενος (: θά πετάξης καί)” θά πᾶς αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες. Ἀλλά δέν εἶναι ἄσκοπα γιά μᾶς. Δεύτερον δέ καί ἀπό ἄποψι τοῦ φυσικοῦ κακοῦ, εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καί πάρα πολύ διδακτικό γιά μᾶς. Δέν θέλω βέβαια νά πῶ, ὅτι θά τά χωρέση ὅλα τό μυαλουδάκι μας. Ἀλλά ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι μεγάλο ποσοστό ἀπ᾽ αὐτές τίς ἀπορίες κάποτε ἐξηγεῖται σ᾽ ἐμένα καί στούς μεταγενεστέρους».

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά σένα, δέν σημαίνει ὅτι ὁ κόσμος ἤ καί οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς σου θά βαδίσουν ὅπως θά τό ἤθελες ἐσύ. Ὑπάρχει ἆραγε κανένας Πατέρας πού ἐπειδή ἀγαπάει τό παιδάκι του, διαμορφώνει τή ζωή του μέ τρόπο ἀντίστοιχο μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ παιδικοῦ μυαλοῦ; Γιατί δέν δέχεσαι ὅτι ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τό δικό σου ἀπ’ τό Μέγα Νοῦ εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό παιδικό μυαλουδάκι, τό μυαλουδάκι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἀπό σένα τόν ἴδιο; Γι’ αὐτό τό λόγο καί ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἡ πίστι στό Θεό δέν πρέπει νά σέ ὁδηγῆ στή σκέψι ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεός ὑπάρχει κι ἀγαπᾶ, θά πᾶνε ὅλα καλά, ὅλα ὅπως λένε κατ’ εὐχήν, δηλαδή, ὅλα ὅπως τά θέλουμε ἐμεῖς. Μία τέτοια πίστι δέν εἶναι μέν ἀπόβλητη, εἶναι, ὅμως, ἀφελής, εἶναι ἄς τήν ὀνομάσω ἔτσι, κατώτερη πίστι κι ὁδηγεῖ σέ δοκιμασίες. Γιατί, ὁδηγεῖ σέ ἄγνοια τοῦ σταυροῦ, τῆς πάλης, τῆς μάχης πού ἔχει τάξει σάν νόμο τῆς ζωῆς ὁ παντοδύναμος Θεός… Ἡ ἀνώτερη πίστι, δύσκολη ἀλλά εὐεργετική πίστι, εἶναι ὄχι ὅτι ὁ Θεός θά τά φέρη ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅτι ἐγώ τά θέλω ὅπως τά φέρει ὁ Θεός. Τό ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι πολύ δύσκολη πίστι, ἀλλά εἶναι πολύ εὐεργετική. Βάλε στή ζωή σου ἕνα σκοπό: νά γυμνάσης τόν ἑαυτό σου σ’ αὐτό τό σύνθημα καί θά δῆς τήν εὐτυχία, ὄχι μόνο νά κτυπάη τήν πόρτα τῆς ψυχῆς σου, ἀλλά νά μπαίνη μέσα στή ψυχή σου καί νά γεμίζη τήν προσωπικότητά σου! Προσοχή, ὅμως! Θέλει γυμναστική αὐτό. Δέν ἀποκτᾶται ἀπ’ τή μία μέρα ὥς τήν ἄλλη. Καί κόπο πολύ καί χρόνο πολύ ἔχει ἀνάγκη, ἀλλά μόλις ἀρχίση ἡ σχετική προσπάθεια, αὐτή ἡ ἀπαρχή εἶναι κι ὅλας μία πρώτη εἴσοδος τῆς εὐτυχίας μέσα στή ζωή.

Καί κάτι ἄλλο. Ἔχε ὑπόψιν σου, ὅτι αὐτός ὁ Πατέρας εἶναι πατέρας καί μέ τήν ἔννοια ὅτι σέ καταλαβαίνει. Σέ καταλαβαίνει ὅταν ἁμαρτάνης. Σέ καταλαβαίνει κι ὅταν ἀκόμη δέν Τόν πιστεύης. Γι’ αὐτό, ἐνῶ πρέπει νά συμμορφώνεσαι μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ…, δέν πρέπει ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀρετή νά σοῦ γίνη ἄγχος καί νά νομίζης, ὅτι καθ’ ἥν στιγμήν γιά τό παιδάκι σου εἶσαι ἕτοιμος νά καταλάβης ὁποιοδήποτε σφάλμα του, ὁ Πατέρας πού βρίσκεται στόν οὐρανό εἶναι ἀνίκανος γιά τέτοια κατανόησι. Μιά τέτοια ἐκδοχή εἶναι αὐτόχρημα βλασφημία.

Αὐτή δέ ἡ πατρική κατανόησι, νά εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει κι ὅταν ἡ πίστι κλονίζεται μέσα σου. Ἔχε ὑπόψιν σου ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας καί τήν ἀμφιβολία σου ἀκόμη τήν καταλαβαίνει. Μήν ἔχεις ἄγχος κι ἀγωνία ἐάν πιστεύης. Ἔχε μόνο συνεχῆ ἔλεγχο πάνω στόν ἑαυτό σου, ἄν εἶσαι συνεπής πρός αὐτά τά ὁποῖα πιστεύεις. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά σέ ἀπασχολῆ καί πάλι χωρίς ἄγχος. Ἀλλά μέ θάρρος ν’ ἀπευθύνεσαι στόν Οὐράνιο Πατέρα πού καταλαβαίνει καί τίς πτώσεις σου, ὅπως καί τίς ἀμφιβολίες σου».

«Ζήτησα ἀπό τό Θεό δύναμι γιά νά κάνω ἄθλους. Ἔγινα ἀδύνατος γιά νά μπορῶ ταπεινά νά ὑπακούω…

Ζήτησα ὑγεία γιά νά μπορῶ νά κάνω μεγάλα πράγματα. Μοῦ δόθηκε ἀναπηρία γιά νά μπορῶ νά κάνω καλύτερα πράγματα…

Ζήτησα πλούτη γιά νά μπορέσω νά γίνω εὐτυχισμένος. Μοῦ δόθηκε φτώχεια γιά νά μπορέσω νά γίνω σοφός…

Ζήτησα ἐξουσία γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαμβάνω τά ἐγκώμια τῶν ἀνθρώπων. Μοῦ δόθηκε ἀδυναμία γιά νά μπορῶ νά νοιώθω τήν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ…

Ζήτησα ὅλα τά πράγματα πού θά μποροῦσα ν᾽ ἀπολαύσω στή ζωή μου. Μοῦ δόθηκε ζωή γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαύσω ὅλα τά πράγματα…».

«Πρίν ἀπό πολλά χρόνια, στή Σκωτία, ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε ἕνα ὄνειρο. Ὁ Κλάρκ καί ἡ σύζυγός του ἐργάζονταν καί ἀποταμίευαν, μέ τήν προοπτική νά ἐξασφαλίσουν στούς ἑαυτούς τους καί στά ἐννέα παιδιά τους τά ναῦλα γιά ἕνα ταξίδι στίς ΗΠΑ. Τό ἐγχείρημα ἦταν χρονοβόρο καί κοπιῶδες, ἀλλά τελικά κατάφεραν νά συγκεντρώσουν τό ἀπαιτούμενο ποσό. Ἔβγαλαν, λοιπόν, διαβατήρια κι ἔκαναν τίς ἀνάλογες κρατήσεις θέσεων στό ὁλοκαίνουργιο ὑπερωκεάνιο τῆς γραμμῆς.

Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας προσδοκοῦσαν μέ ἀνυπομονησία καί ἐνθουσιασμό αὐτό τό ταξίδι. Ὡστόσο, λίγες μέρες πρίν τήν ἀναχώρησι τοῦ πλοίου, ἕνας σκύλος δάγκωσε τό νεότερο γυιό τῆς οἰκογένειας Κλάρκ. Ὁ γιατρός καθάρισε καί ἔρραψε τό πληγωμένο πόδι, ἀλλά φεύγοντας τοποθέτησε μία κίτρινη σημαία στήν ἐξώπορτα τῆς οἰκίας. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ ἔμελλε νά κρατηθῆ σέ καραντίνα γιά δεκατέσσερεις μέρες, ἐπειδή ὁ σκύλος πού εἶχε δαγκώσει τό μικρό ἀγόρι μπορεῖ νά ἦταν λυσσασμένος.

Τά μέλη τῆς οἰκογενείας Κλάρκ εἶδαν μέ θλῖψι τό ὄνειρό τους νά καταρρέη. Δυστυχῶς ἦταν ἀδύνατον νά πραγματοποιήσουν τό προγραμματισμένο ταξίδι στίς ΗΠΑ. Ὁ πατέρας, ἀπογοητευμένος καί συνάμα ἔξαλλος ἀπό ὀργή, πῆγε στήν προκυμαία γιά νά παρακολουθήση τή μεγαλειώδη ἀναχώρησι τοῦ ὑπερωκεάνειου —χωρίς τήν οἰκογένειά του. Βλέποντάς το νά ἀπομακρύνεται στό πέλαγος, ὁ κύριος Κλάρκ ξέσπασε σέ λυγμούς κι ἄρχισε νά καταριέται τό γυιό του καί τό Θεό γιά τήν κακοδαιμονία τῆς οἰκογένειάς του.

Πέντε μέρες ἀργότερα κυκλοφόρησε στή Σκωτία καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο ἡ τραγική εἴδησι: τό ναυάγιο τοῦ κολοσσιαίου Τιτανικοῦ. Τό φαινομενικά ἄτρωτο πλοῖο εἶχε βυθισθῆ μέσα σέ ἐλάχιστη ὥρα παρασύροντας στόν πυθμένα τῆς θαλάσσης ἑκατοντάδες ἀνθρώπους. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε μείνει ἔξω ἀπό τό πλοῖο τήν τελευταία στιγμή, ἐξαιτίας τοῦ ἄτυχου περιστατικοῦ μέ τό σκύλο.

Ὅταν ὁ κύριος Κλάρκ ἔμαθε τά νέα, ἀγκάλιασε τό γυιό του καί εὐχαρίστησε τό Θεό πού ἔσωσε τήν οἰκογένειά του ἀπό βέβαιο χαμό, μετατρέποντας τήν τραγωδία σέ εὐλογία».

«Ἴσως ἀκούσατε τή φράσι: “Γιατί ν᾽ ἀνησυχῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά προσευχηθῆς;”. Κι, ὅμως, ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιδροῦν μερικοί χριστιανοί στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, φαίνεται πώς ἔχουν ἀλλάξει τό σύνθημα αὐτό σέ: “Γιατί νά προσευχηθῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά ἀνησυχῆς;”. Ἴσως φαίνεται ἀστεῖο, ἀλλά δυστυχῶς ἔτσι ἀντιμετωπίζουν πολλοί πιστοί τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἀντί νά ἀναθέτουν τά βάρη στόν Κύριο καί νά περιμένουν νά τούς βοηθήση, ἐπιμένουν νά προσπαθοῦν νά τά λύσουν μόνοι τους».

«—Μέ τή θλῖψι ὁ ἄνθρωπος μᾶλλον ἀγριεύει. Βαρυγγομάει καί κολάζεται.

—Ὄχι. Ὁ ἥλιος καίει μόνο τό βλαστό ἐκεῖνο πού δέν ἔχει ρίζα, ἐνῶ τόν ἄλλο τόν ζωογονεῖ καί τόν αὐξάνει. Ἡ φωτιά ἐπίσης, καίει μέν τά ξύλα καί τά ἄχυρα, ἀλλά τό χρυσό τόν καθαρίζει. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού δέν ἔχουν καμμιά ρίζα πνευματική μέσα τους, ἐκεῖνοι μόνο χειροτερεύουν. Τόν ἄσωτο υἱό ἡ θλῖψι τόν φλόγισε καί τοῦ ἄναψε μέσα του τόν πόθο τῆς ἐπιστροφῆς του στόν πατέρα». Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται ἄν θέλουμε νά γίνουμε ἄχυρο ἤ χρυσάφι.

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Οἱ Θλίψεις καί τό Ὄφελός τους – Bonus γιά Πόνους

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/ores-eksomologisis/ (Ώρες Εξομολόγησης)

http://www.truthtarget.gr/ournews/45-confessionhours.html (Ώρες Εξομολόγησης)

TRUTH TARGET

Advertisements

Sf. Scriptură despre Sfinţi – Romanian

images-37

Sf. Scriptură despre Sfinţi

Sourca: http://www.marturisitorii.ro

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

Să-Mi fiţi popor sfânt. (Ieş 22,31)

Sfinţiţi-vă şi veţi fi sfinţi, că Eu, Domnul Dumnezeul vostru, sfânt sunt. (Lev 11,44)

Să fie sfinţi ai Dumnezeului lor şi să nu pângărească numele Dumnezeului lor, că ei aduc jertfă Domnului şi pâine Dumnezeului lor şi de aceea să fie sfinţi… Cinsteşte-i ca pe sfinţi, căci ei aduc pâine Dumnezeului tău; sfinţi să vă fie, căci Eu, Domnul, Cel ce vă sfinţesc, sunt sfânt. (Lev 21,6,8)

Cu adevărat El a iubit pe poporul Său. Toţi sfinţii Lui sunt sub mâna Lui şi au căzut la picioarele Lui ca să asculte cuvintele Lui. (Deut 33,3)

Împotriva poporului Tău au lucrat cu vicleşug şi s-au sfătuit împotriva sfinţilor Tăi. (Ps 82,3)

Lăuda-vor cerurile minunile Tale, Doamne, şi adevărul Tău, în adunarea sfinţilor… Dumnezeul cel preaslăvit în sfatul sfinţilor, mare şi înfricoşător este peste cei dimprejurul Lui. (Ps 88,6,8)

Iar eu am cinstit foarte pe prietenii Tăi, Dumnezeule, şi foarte s-a întărit stăpânirea lor. (Ps 138,17)

Minunat este Dumnezeu întru sfinţii Lui, Dumnezeul lui Israel. (Ps 67,36)

Lăudaţi pe Domnul întru sfinţii Lui; lăudaţi-L pe El întru tăria puterii Lui. (Ps 150,1)

Mie, celui mai mic decât toţi sfinţii, mi-a fost dat harul acesta, ca să binevestesc neamurilor bogăţia lui Hristos, de nepătruns, şi să descopăr tuturor care este iconomia tainei celei din veci ascunse în Dumnezeu, Ziditorul a toate, prin Iisus Hristos. (Efes 3,8-9)

Deci, dar, nu mai sunteţi străini şi locuitori vremelnici, ci sunteţi împreună cetăţeni cu sfinţii şi casnici ai lui Dumnezeu. (Efes 2,19)

Faceţi în toată vremea, în Duhul, tot felul de rugăciuni şi de cereri, şi întru aceasta priveghind cu toată stăruinţa şi rugăciunea pentru toţi sfinţii. (Efes 6,18)

Ei [păcătoşii] vor lua ca pedeapsă pieirea veşnică de la faţa Domnului şi de la slava puterii Lui, când va veni să se preamărească întru sfinţii Săi şi să fie privit cu uimire de către toţi cei ce au crezut, pentru că mărturia noastră către voi a găsit crezare în ziua aceea. (2Tes 1,9-10)

597x379xSfintii-Martiri-Nasaudeni-Icoana-Marturisitorii-ro.jpg.pagespeed.ic.TtkmcpTd9USURCA:

http://www.marturisitorii.ro

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

ΣΤΑΥΡΟΣ: ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ HOLYWOOD – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

images-4

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

«Σέ κάποιο χωριό γκρέμισε ὁ Ἅγ. Μαρτῖνος τῆς Tours [†397] ἕνα ἀρχαιότατο ἱερό καί στήν συνέχεια καταπιάσθηκε νά κόψη κάποιο πεῦκο, τό ὁποῖο βρισκόταν πολύ κοντά στό τέμενος. Τότε, ὅμως, ὁ ἱερεύς τοῦ τόπου ἐκείνου καί τό ὑπόλοιπο πλῆθος τῶν ἐθνικῶν ἄρχισε νά προβάλλη ἀντίστασι. Καί παρόλο πού προηγουμένως οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι, ἐνόσῳ κατασκαπτόταν τό ἱερό, κατά θεία οἰκονομία εἶχαν μείνει ἥσυχοι, τώρα δέν ἀνέχονταν νά κοπῆ τό δένδρο. Αὐτός ἄρχισε μέ ζῆλο νά τούς νουθετῆ πώς δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη τίποτε τό θρησκευτικό σέ μία ρίζα. Νά ἀκολουθήσουν μᾶλλον τό Θεό, τόν Ὁποῖο καί ὁ ἴδιος ὑπηρετοῦσε. Ἐκεῖνο τό δένδρο ἔπρεπε νά κοπῆ, γιατί σέ δαίμονα ἦταν ἀφιερωμένο.

—Ἐάν ἐσύ ἔχης καθόλου παρρησία πρός τό Θεό σου, πού λές ὅτι λατρεύεις, θά τό κόψουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι αὐτό τό δένδρο κι ἐσύ νά τό πιάσης πού θά πέφτη. Κι ἄν εἶναι μαζί σου, ὅπως λές, ὁ Κύριός σου, θά γλυτώσης.

Τότε αὐτός ἀτάραχος, μέ τήν πεποίθησί του στόν Κύριο, ὑπόσχεται πώς θά τό κάνη. Μέ τέτοιους ὅρους, φυσικά, συμφώνησε αὐτή τήν φορά καί ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος τῶν ἐθνικῶν: Δέχονταν εὐχαρίστως τήν ἀπώλεια τοῦ δένδρου τους, φθάνει μόνο μέ τήν πτῶσι του νά καταπλάκωναν τόν ἐχθρό τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τους. Ἔτσι, καθώς τό πεῦκο ἐκεῖνο εἶχε κλίσι πρός τήν μία μεριά καί δέν ὑπῆρχε ἀμφιβολία πρός ποιά μεριά θά κατέρρεε μόλις κοβόταν, ἔστησαν δεμένο τόν Μαρτῖνο σύμφωνα μέ τήν γνώμη τῶν χωρικῶν στόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο κανείς δέν ἀμφέβαλλε πώς θά ἔπεφτε τό δένδρο.

Ἄρχισαν, λοιπόν, νά κόβουν οἱ ἴδιοι τό πεῦκο τους μέ ἀνείπωτη χαρά καί εὐθυμία. Ἀπό μακριά στεκόταν τό πλῆθος μέ ἀγωνία. Ἤδη λίγο-λίγο τό πεῦκο κλονιζόταν καί ἔκανε ἀπειλητικά νά πέση καί νά σωριασθῆ κάτω. Χλώμιασαν ἀπό μακριά οἱ μοναχοί. Ἀλλά αὐτός ἔχοντας τήν πεποίθησί του στόν Κύριο, καραδοκοῦσε ἀτάραχος. Ἤδη τό πεῦκο γέρνοντας ἔβγαλε ἕνα μεγάλο τρίξιμο· ἤδη ἔπεφτε· ἤδη σωριαζόταν πάνω του, ὅταν αὐτός σηκώνει καταπάνω του τό χέρι του καί ἀντιτάσση τό σωτήριο σημεῖο. Καί τότε —θαρρεῖς καί σπρώχθηκε πίσω μέ κανένα ἀνεμοστρόβιλο— σωριάσθηκε στήν ἀντίθετη μεριά, ἔτσι πού κόντεψε νά συντρίψη τούς χωρικούς, πού στέκονταν στόν ἀσφαλῆ τόπο.

Τότε βοή σηκώνεται ὥς τόν οὐρανό, καθώς οἱ ἐθνικοί μένουν ἔκθαμβοι ἀπό θαυμασμό, οἱ μοναχοί κλαῖνε ἀπό χαρά, τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα κηρύσσουν ὅλοι ἀπό κοινοῦ. Ἦταν ἀρκετά ἐμφανές πώς τήν ἡμέρα ἐκείνη εἶχε ἔλθει ἡ σωτηρία στήν περιοχή αὐτή. Πράγματι κανείς σχεδόν ἀπό ἐκεῖνο τό τεράστιο πλῆθος τῶν ἐθνικῶν δέν ὑπῆρξε, πού νά μή ζήτησε χειροθεσία [κατηχουμένου] καί, ἐγκαταλείποντας τήν πλάνη τῆς ἀσεβείας, νά μήν πίστευε στόν Κύριο Ἰησοῦ. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς πρίν τό Μαρτῖνο λίγοι μόνο, ἤ μᾶλλον σχεδόν κανένας στίς περιοχές ἐκεῖνες δέν εἶχε δεχθῆ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ».

images

«Τό 1916-17, γράφει ὁ π. Γαβριήλ ὁ Διονυσιάτης, βρισκόταν στό Ὀρφάνι τοῦ Παγγαίου ὑπεύθυνος σ᾽ ἕνα μετόχι τῆς Μονῆς του. Στήν περιοχή ἐκείνη στάθμευε τότε μεραρχία τοῦ στρατοῦ. Μιά ὁμάδα ἀξιωματικῶν, μυημένοι στόν πνευματισμό, συνήθιζαν νά συγκεντρώνωνται τά βράδια γύρω ἀπό τό τραπέζι, καί μέ τήν μεσολάβησι ἑνός στρατιώτη-μέντιουμ καλοῦσαν τά πνεύματα τοῦ βασιλέως Γεωργίου, τοῦ Τρικούπη καί ἄλλων διασήμων νεκρῶν. Ὅταν τό τραπεζάκι ἐκινεῖτο —σημεῖο ὅτι ἄρχισε ἡ ἐπικοινωνία μέ τό “πνεῦμα”— ἔκαναν ἐρωτήσεις· καί ἐκ μέρους τοῦ “πνεύματος” ἀπαντοῦσε ὁ στρατιώτης-μέντιουμ.

Ἔτυχε ἕνα βράδυ σέ μιά τέτοια σύναξι νά παρευρίσκεται καί ὁ π. Γαβριήλ. Κατάλαβε ὅτι ἡ ὅλη προσπάθεια ἦταν ἐπίκλησι δαιμόνων. Ὅταν ἔφυγαν βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐπικολλήση κάτω ἀπό τό τραπέζι δύο κεριά σέ σχῆμα Σταυροῦ. Ὅταν ξαναπῆγαν καί προσπάθησαν νά ἐπαναλάβουν τήν ἐπίκλησι τῶν “πνευμάτων”, δοκίμασαν ὀδυνηρή ἔκπληξι. Ἐνῶ καλοῦσαν ὥρα πολλή, τό τραπεζάκι δέν ἐκινεῖτο ἀπό τήν θέσι του καί τό “πνεῦμα” δέν ἔκανε τήν ἐμφάνισί του. Ἄρχισαν νά ἐρευνοῦν παραξενεμένοι μήπως κάποιος κάρφωσε τό τραπέζι στό πάτωμα! Καί ἐρευνώντας ἀνακάλυψαν τό Σταυρό ἀπό κερί κάτω ἀπό τό τραπέζι.

—Τό ἔκανα γιά νά πεισθῆτε ὅτι στήν πρᾶξι σας κρύβεται δαιμονική ἐνέργεια, τούς εἶπε ὁ π. Γαβριήλ.

Δέν τό παραδέχθηκαν. Καί ἄρχισαν νά ἀραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ὅτι τάχα τό κερί σάν οὐσία εἶναι “δέκτης καλός” καί γι᾽ αὐτό συγκεντρώνει τό… ρεῦμα τῆς ἐπικοινωνίας κλπ..

—Καλά, τούς εἶπε τότε ὁ π. Γαβριήλ. Ἀφοῦ φταίει τό κερί ἀφαιρέστε το. Ἀλλά νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά κάνω κάτι ἄλλο.

Καί ἀφοῦ ἄναψε τό ἕνα κερί, σχημάτισε μέ τόν καπνό ἕνα Σταυρό κάτω ἀπό τό τραπέζι. Μετά τούς εἶπε νά κάνουν τίς ἐπικλήσεις τους. Ἄρχισαν αὐτοί καί πάλι νά καλοῦν· ἀλλά τό τραπεζάκι πάλι ἔμενε ἀκίνητο· δέν γινόταν τίποτε. Ἀναγκάσθηκαν τότε ἐκ τῶν πραγμάτων νά παραδεχθοῦν ὅτι δέν εἶχαν νά κάνουν μέ ἐπικοινωνία πνευμάτων νεκρῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μέ τό Διάβολο! Μέ αὐτόν, δηλαδή, πού “ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ”(Α´ Πέτρ 5, 8) ἀλλά καί τοῦ ὁποίου ἡ δύναμι καί οἱ παγίδες κυριολεκτικά συντρίβονται μπροστά στήν δύναμι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ· “Φρίττει γάρ καί τρέμει μή φέρων καθορᾶν [: μή μπορώντας νά βλέπη] αὐτοῦ τήν δύναμιν”».

Γράφει, ἐπίσης, ὁ π. Ἰωακείμ Καραχρῆστος: «Λίγο πιό πάνω, καθώς ἀνεβαίναμε πρός τίς Καρυές, ἀκούσθηκε ἕνας θόρυβος μέσα ἀπ᾽ τά κλαδιά καί πετάχθηκε ἕνα μουλάρι μ᾽ ἕνα καλόγηρο πάνω. Ἀφηνίασε τό ζῶο, ἴσως ἀπό κάποιο ἀγριογούρουνο, πού πέρασε ἀπό μπροστά του. Ὅρμησε στό δρόμο, καί ὁ μοναχός τραυματίσθηκε σοβαρά στό πρόσωπο ἀπ᾽ τά κλαδιά. Ἔτρεχαν τά αἵματα. Πήγαμε γρήγορα κοντά του —εἶχα κι ἄλλους μαζί μου— τόν βοηθήσαμε νά κατεβῆ ἀπ᾽ τό μουλάρι καί εἴδαμε ὅτι τό μάτι του εἶχε πάθει μεγάλη ζημιά. Ὁ βολβός εἶχε πεταχθῆ ἔξω! Τόν ἔπιασα μέ τά δάκτυλά μου καί τόν ἔβαλα πάλι μέσα. Γέμισε ἡ παλάμη μου αἵματα…

—Γέροντα, τοῦ λέω, ἔλα νά σέ πᾶμε γρήγορα στόν ἀγροτικό γιατρό, γιατί ἔχεις μεγάλη ζημιά στό μάτι σου.

Ἀπαθέστατος, μοῦ λέει:

—Μά, εὐλογημένε, τό σταύρωσα.

Σταύρωσε τό μάτι του· δηλαδή, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω του.

—Γέροντα, τοῦ λέω, καλά ἔκανες. Ἡ θεία χάρι καί ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη, ὅμως, καί οἱ γιατροί ἀπ᾽ τό Θεό εἶναι. Νά σέ πάω νά σοῦ τό πλύνη τουλάχιστον, νά σοῦ τό καθαρίση.

Ἐκεῖνος ἐπέμεινε:

—Ὄχι, εὐλογημένε. Δέν πιστεύεις;

Ἄρχισε νά μ᾽ ἐλέγχη ὅτι δέν πιστεύω στό θαῦμα.

—Πιστεύω, τοῦ λέω, ἀλλά…

—Δέν ἔχει ἀλλά· μέ κόβει. Τό σταύρωσα, πάει καί τελείωσε.

Ἔφυγε. Ρώτησα ἐκεῖ κάποιον ποιός εἶναι καί τόν ἑπόμενο χρόνο, κατά τόν ὁποῖο ἦλθα, τόν βρῆκα. Τό μάτι του εἶχε γίνει ἐντελῶς καλά. Τοῦ κάνω τήν ἀφελῆ ἐρώτησι:

—Γέροντα, μέ τό σταύρωμα ἔγινε καλά τό μάτι σου ἤ πῆγες καί στό γιατρό;

—Ἐσύ ἐκεῖ μέ τήν ἀπιστία σου, μοῦ ἀπάντησε! Ἀφοῦ σοῦ εἶπα ὅτι τό σταύρωσα. Τό ἔπλυνα καί μέ λίγο ἁγιασμό κι ἔγινε καλά. Ἔτσι ἔγινε καλά»

Ἄς πᾶμε, τώρα, στόν πρῶτο αἰῶνα: «Ἔφθασε ὁ Παγκράτιος Ταυρομενίας, [†9 Ἰλ 1ος αἰ.] σ᾽ ἕνα τόπο τῆς Σικελίας πού ὀνομαζόταν Φάλκωνας, ὅπου ἦταν κῆπος παληός μιᾶς γυναίκας, Φαλκωνίλας ὀνόματι, ἡ ὁποία γέννησε γιό καί τόν όνόμασε Φάλκωνα. Αὐτός ἦταν πολύ ὡραῖος. Περνώνταςς δέ τόν κῆπο, πέθανε ξαφνικά καί τόν ἐνταφίασαν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκτισαν στό ὄνομά του ναό μέγα καί ὡραιότατο. Πάνω δέ στόν τάφο τοῦ Φάλκωνα ἔστησαν εἴδωλο μεγάλο πελεκητό, λίθινο, τό ὁποῖο ὀνόμασαν θεό Φάλκωνα καί πρός τό ὁποῖο θυσίασαν τρεῖς νέους καί ἑβδομήντα τρεῖς μόσχους ἐκλεκτούς, ἀπό τότε δέ κάθε χρόνο τελοῦσαν οἱ πλανημένοι, αὐτή τή μιαρῆ θυσία, οἱ μιαροί στούς μιαρούς δαίμονας. Ὅταν δέ βγῆκε ἀπό τό πλοῖο ὁ ἱερός Παγκράτιος καί στάθηκε κρατώντας ὡς ράβδο ἕνα Σταυρό, φώναξαν οἱ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν μέσα στό εἴδωλο καί, σείοντας αὐτό δυνατά, ἔλεγαν τά ἑξῆς κλαίγοντας· “Ὦ θεέ Φάλκων, φωτιά ἔφθασε γιά νά σέ ἀποσυνθέση. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία, ἔστειλε ἐδῶ ρομφαία, ὡς ἀστραπή, ἡ ὁποία τόν μέν τόπο ὅλο αὐτόν τόν φώτισε, ἐμᾶς δέ μᾶς φόβισε. Ὦ Λυκαονίδη, πῶς τόν ἔφερες ἐδῶ καί δέν κατακάηκε τό πλοῖο σου;”. Τότε ὁ Παγκράτιος σημείωσε πάνω του τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ὁρκίζοντας τούς δαίμονες νά πάψουν τίς φωνές καί τούς θορύβους καί οἱ δαίμονες ἀμέσως σιώπησαν.

Τότε ὁ Λυκαονίδης εἶπε πρός τόν Παγκράτιο:

—Μήν πλησιάσης στόν ἀκάθαρτο αὐτό Φάλκωνα, διότι πολλούς θανάτωσε.

Ὁ δέ ἱερός Παγκράτιος ἀποκρίθηκε:

—Ἐμεῖς ἔχουμε τή χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν φοβούμασθε δαίμονες. Ἔλα, λοιπόν, μαζί μας γιά νά δῆς τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπώλεια τοῦ Φάλκωνα.

Κρατώντας δέ στά χέρια τό Σταυρό, τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί τήν εἰκόνα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, πλησίασε πρός τό μιαρό βωμό καί στρεφόμενος κατ᾽ Ἀνατολάς προσευχήθηκε πρός τόν ἀληθινό Θεό, νά τοῦ δώση σοφία καί δύναμι, γιά νά ἐπιστρέψη τούς ἐγχώριους στήν εὐσέβεια, νά ἐκδιώξη ἀπό ἐκεῖ τούς δαίμονες. Μετά δέ τήν προσευχή, φώναξε λέγοντας:

“Σᾶς ὁρκίζω στήν Ἁγία Τριάδα, ἀκάθαρτοι δαίμονες, νά σηκώσετε τόν ἀναίσθητο Φάλκωνα καί τό βωμό ὅλο ὅπως βρίσκεται καί νά ρίξετε μακριά στό πέλαγος ὥς τριάκοντα στάδια, μαζί τους δέ νά βυθισθῆτε καί σεῖς”.

Ἀμέσως δέ μέ τό λόγο τοῦ Ἁγίου, ὦ τοῦ θαύματος! Μεγάλος κτύπος ἀκούσθηκε καί φάνηκαν οἱ δαίμονες σάν πλῆθος κοράκων καί γυπῶν, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζοντας τό εἴδωλο, τό ἔρριξαν στή θάλασσα. Ὁ Λυκαονίδης τότε θαύμασε. Ἔπειτα ζήτησε ἀπό τόν Ἅγιο ἄδεια γιά νά μεταφέρη τά δῶρα στόν ἡγεμόνα τῆς νήσου, πού ὀνομαζόταν Βονιφάτιος καί στόν πολιτάρχη Αὐρηλιανό, ὅπως ἦταν συνήθεια. Εἶπε τότε πρός αὐτόν ὁ Ἅγιος:

—Πήγαινε εἰς εἰρήνην καί βλέπε, μή σέ χωρίση κανείς ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Φεύγοντας δέ ὁ Λυκαονίδης παρέδωσε στόν ἡγεμόνα δῶρα πολύτιμα. Ὁ δέ ἡγεμόνας, ἀφοῦ τά δέχθηκε, τόν ρώτησε γιά τά μέρη τῆς Ἀνατολῆς καί πῶς ζοῦν οἱ ἐκεῖ ἄρχοντες. Ὁ Λυκαονίδης τότε ἀποκρίθηκε:

—Μεγάλη εἰρήνη ἔχουν ὅλες οἱ ἐπαρχίες. Διότι ἡ εἰρήνη τοῦ μεγάλου καί ἀληθινοῦ Θεοῦ τίς ἐπισκίασε καί σῴζει ὅσους πιστεύουν σ᾽ Αὐτόν.

Διηγήθηκε δέ στόν ἡγεμόνα τό μεγάλο θαῦμα, τό ὁποῖο τέλεσε ὁ Ἅγιος καί κήρυξε τό Χριστό, διηγούμενος ὅλα ὅσα εἶδε καί ἄκουσε νά λέγωνται ἀπό τόν Παγκράτιο. Ἐνῶ δέ συνομιλοῦσαν, ἦλθαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ μιαροί ἱερεῖς, ὀλολύζοντας καί φώναζαν ἀτάκτως λέγοντας:

—Μεγάλο κακό μᾶς συνέβη, ἡγεμόνα κράτιστε, διότι ὁ ποθητός μας θεός Φάλκων ἐξαφανίσθηκε μέ ὅλο τόν περίφημο ναό, σέ σημεῖο ὥστε οὔτε κἄν ὁ τόπος τοῦ θυσιαστηρίου δέν φαίνεται πλέον.

Εἶπε τότε ὁ Βονιφάτιος:

—Ἱερεῖς τῶν μεγάλων θεῶν τῆς Ταυρομενίας, πηγαίνετε καί ἐξετάστε ἀκριβῶς μήπως οἱ θεοί ἤθελαν περισσότερη θυσία καί γι᾽ αὐτό σᾶς περιφρόνησαν καί ἀναχώρησαν σέ ἄλλο τόπο, θά ἐξετάσω δέ κι ἐγώ πῶς συνέβη αὐτό τό γεγονός.

Αὐτά δέ λέγοντας τούς ἔδιωξε, καί ρωτοῦσε πάλι τό Λυκαονίδη γιά τό Χριστό, διότι πολλή εὐφροσύνη ἔπαιρνε ἡ ψυχή του, ἀκούγοντας τούς λόγους τοῦ σωτηρίου Εὐαγγελίου.

Ἰδού, τώρα, ἡ κεκρυμμένη ἐπίδρασι τοῦ Σταυροῦ στήν κοσμική ἱστορία. Ἐπισημαίνει ὁ Κυθήρων Μελέτιος: «Τό μεγαλύτερο θαῦμα τῶν αἰώνων εἶναι τό τέλος τοῦ Γερμανοῦ δικτάτορα Hitler. Ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας κινήθηκε ἐναντίον τοῦ ἀσεβοῦς Ἀχαάβ, ἔτσι καί ἐναντίον του μοῦ φάνηκε ὅτι ἐξεγέρθηκε ὁ ἴδιος προφήτης Ἠλίας σέ ἔλεγχο τῆς ἀσέβειας καί θρασύτητος τοῦ ἄνδρα. Στίς 20 Ἰουλίου, ἑορτή τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ 1944 ἐπιχειρήθηκε ἡ ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς τοῦ Hitler. Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνης τῆς ἀπόπειρας ὁ ἔνδοξος Δικτάτορας τῆς Γερμανίας Hitler ἐξαφανίσθηκε καί ἔσβησε γιά τή Γερμανία, τῆς ὁποίας ἡ κατάρρευσι συνεχίσθηκε ραγδαῖα. Στίς 7 Μαΐου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1945…, θρυμματίσθηκε καί ὁ ἀγκυλωτός Σταυρός, τό ἄθεο σύμβολο τοῦ ἀσεβοῦς Hitler, ἀκριβῶς τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἑορτή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ γιά τό ἐξαίρετο γεγονός τῆς 2ας ἐμφανίσεώς Του στά Ἱεροσόλυμα. Ἀνακήρυξε βλασφημώντας ὁ Hitler τόν ἀγκυλωτό σταυρό ὅπλο ἀήττητο, βλασφημώντας καί καυχώμενος ὅτι στόν τόπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ναζωραίου θά ἀνύψωνε πολύ νωρίς τόν ἀγκυλωτό βγάζοντας ἀπό τούς Ἱερούς Ναούς τό Σταυρό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πίστευε ὅτι ἐκμηδένισε τό Σταυρό τοῦ Ναζωραίου. Καί εἶδαν, ὅσοι προσκύνησαν τόν ἀγκυλωτό καί θεοποίησαν τό Hitler, καί τούς δύο περιδεεῖς νά σβύνουν καί νά ἀφανίζωνται καί νά θάπτωνται στό αἰώνιο ἀνάθεμα ὁλόκληρης τῆς Γερμανίας καί τῆς ἀνθρωπότητος. Βρῆκε ἀληθινή ἐφαρμογή τό χωρίο τοῦ Τωβίτ· “Ἐπικατάρατοι πάντες οἱ μισοῦντές σε. Ὦ μακάριοι οἱ ἀγαπῶντές σε· χαρήσονται ἐπί τῇ εἰρήνῃ σου”(13, 12)»

Λέει καί ὁ Ἀναστάσιος Ἀντωνόπουλος: Μᾶς «ὀνομάζουν εἰδωλολάτρες, διότι μέ πίστι ἀτενίζουμε στό τίμιο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, πάνω στόν ὁποῖο ὑψώθηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί περιμένουμε ἀπ᾽ αὐτόν τήν ἴασι τῶν πνευματικῶν πληγῶν μας. Ἀλλά γιατί δέν ὀνομάζουν εἰδωλολάτρες καί τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι [στήν ἔρημο] ἐνατένιζαν τό χάλκινο φίδι πού ὑψώθηκε πάνω στό ξύλο καί περίμεναν τήν ἴασι τῶν σωματικῶν τους πληγῶν; (Ἀρθ 21, 7). Ἀφοῦ τό χάλκινο φίδι, τό ὁποῖο ὑψώθηκε ἀπό τό Μωυσῆ στό ξύλο, παρεῖχε τή θεραπεία σ᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δαγκώνονταν ἀπό τά δηλητηριώδη καί θανατηφόρα φίδια, ὅταν ἀτένιζαν μέ πίστι σ᾽ αὐτό στήν ἔρημο, πόσο μᾶλλον ὁ Σταυρός, τόν ὁποῖο ἔφερε στούς ὤμους του καί πάνω στόν ὁποῖο ἐξέτεινε τά ἀμίαντα, καθαρά καί ἁγνά χέρια του ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, δέν πρέπει νά τιμᾶται μέ εὐλάβεια, καί μέ πίστι ἐμεῖς νά ἀτενίζουμε σ᾽ αὐτόν, ὅταν δοκιμαζώμασθε ἀπό πλῆθος θλίψεων στό βίο μας;»

hollywood-sign-and-cross

Καί ὅπως τονίζει ὁ Γερμανός Β´ Κων/λεως: «Δέν πρέπει, λένε, νά προσκυνοῦμε καί νά ἀσπαζώμασθε τό Σταυρό, ἀλλά νά τόν ἀτιμάζουμε καί νά τόν ἀποστρεφώμασθε, ἐπειδή φόνευσε καί θανάτωσε τό Χριστό. Καί προσθέτουν, βάζοντάς μας δῆθεν σέ ἀπορία. Ἄν κάποιος, λένε, φόνευσε κρεμώντας σέ Σταυρό τόν πατέρα σου, θά τιμοῦσες καί θά προσκυνοῦσες ἐκεῖνο τό Σταυρό; Ὁπωσδήποτε, ὄχι· ἀλλά καί θά τόν ἀποστρεφόσουν καί θά τόν μισοῦσες καί βλεποντάς τον ἀπό μακρυά θά τόν ἀπέφευγες ὡς ἐχθρό, καθώς φόνευσε τόν ἀγαπητό σου πατέρα. Ἤδη ἀκούσατε τή βλασφημία τους. Τί νομίζετε; Θέλετε σάν ἱστό ἀράχνης νά διαλύσουμε τό σύνδεσμο τῆς ἀπορίας αὐτῆς καί νά ἀποδείξουμε ὅτι εἶναι μεστή δυσσεβείας ἡ φλυαρία αὐτή; Ἐλᾶτε νά ἐλέγξουμε. Εἶναι νόμος στούς ἀνθρώπους ἀπ᾽ τή φύσι νά εὐγνωμονοῦν τούς εὐεργέτες καί νά ἀνταποδίδουν τίς εὐχαριστίες· καί ὄχι μόνο νά τιμοῦν τούς εὐεργέτες καί τόν ἁρμόζοντα σεβασμό νά ἀπονέμουν σ᾽ αὐτούς, ἀλλά καί νά μακαρίζουν τά ἴδια τά ὄργανα σωτηρίας πού μεσίτευσαν πρός τήν ἐκπλήρωσι τῆς εὐεργεσίας γιά τούς κινδυνεύοντες· καί ἄς σέ πείση ὁ πάνσοφος Σολομών λέγοντας· “εἶναι εὐλογημένο τό ξύλο μέ τό ὁποῖο γίνεται σωτηρία”(ΣΣολ 14, 7). Πολλοί τίμησαν καί σπαθί βασιλικό πού φόνευσε ἀνθρωποκτόνο τύραννο καί χάρισε ἐλευθερία, ἐνῶ ἄλλοι σεβάσθηκαν ἀκόμη καί τόπους καί χρόνους κατά τούς ὁποίους ἀπήλαυσαν κάποια εὐημερία ἤ ὠφέλεια.

Καί μέ δυό λόγια, κάθετί πού κατά κάποιο τρόπο μεσίτευσε στούς ἀνθρώπους δίδοντας εὐεργεσία καί χαρά εἶναι ἐπαινετό σ᾽ αὐτούς καί ἀγαπητό κατά τό μέτρο τῆς ὠφελείας· ὅπως, ἀντιθέτως, κι αὐτά πού ἔγιναν αἴτια βλάβης καί πρόξενα κάποιου λυπηροῦ, καί τά μισοῦμε καί τά ἀποστρεφόμασθε εἴτε ὄργανα εἶναι εἴτε τόποι εἴτε χρόνοι. Πράγματι κάποιος ἔθαψε μαχαίρι ἀδελφοκτόνο καί ἔσπασε ραβδί παιδοκτόνο. Καταριέται ὁ Δαυΐδ τά ὄρη Γελβουέ διά τόν ἐκεῖ φόνο τοῦ φίλου του (Β´ Βασ 1, 21)· ὁ Ἰώβ, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία γεννήθηκε γιά τίς συμφορές πού συνέβησαν καί τούς ἀλλεπάλληλους πειρασμούς (Ἰώβ 3, 1). Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τό Σταυρό, ποιούς ὠφέλησε καί ποιούς ἔβλαψε· κι αὐτός μέν πού ὠφελήθηκε ἄς προσφέρη ἀνάλογα μέ τήν ὠφέλεια καί τήν τιμή, ἐκεῖνος δέ γιά τόν ὁποῖο ἔγινε αἴτιος βλάβης αὐτόν αὐτός ἄς τόν ἀποστρέφεται καί ἄς τόν σιχαίνεται δίκαια. Ἄς ἀναγνωσθοῦν, λοιπόν, τά τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰωάννου πού ἀναφέρονται ρητῶς καί λέγονται ἀπ᾽ τό Σωτῆρα· “Τώρα εἶναι ἡ κρίσι τοῦ κόσμου αὐτοῦ· τώρα ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου θά ἐκβληθῆ ἔξω· καί ἐγώ ἄν ὑψωθῶ ἀπ᾽ τή γῆ, θά τούς ἑλκύσω ὅλους πρός ἐμένα”(Ἰω 12, 31-32). Ἰδού μέ τά λίγα λόγια αὐτά μποροῦμε νά διδαχθοῦμε ποιός εὐεργετήθηκε διά τοῦ Σταυροῦ καί ποιός ὑπέστη συντριβή. Ὅτι δέ γιά τήν ἐθελούσια σταύρωσί Του τά εἶπε αὐτά ὁ Χριστός, ἔχουμε τόν ἴδιο τόν εὐαγγελιστή ἀξιόπιστο μάρτυρα τοῦ λόγου. Διότι προσθέτει “τό ἔλεγε δέ αὐτό φανερώνοντας μέ ποιό θάνατο ἐπρόκειτο νά πεθάνη”(Ἰω 12, 33).

Πάλι, λοιπόν, ἄς ἐπαναλάβω τό λόγο. “Τώρα εἶναι κρίσι τοῦ κόσμου αὐτοῦ”· κρίνει δέ ὡς βασιλεύς καθισμένος σέ βασιλικό θρόνο, τό Σταυρό. Ἡ δέ κρίσι ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτή τήν ἀπόφασι, ὥστε ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου νά πεταχθῆ ἔξω ἀπό τήν ἐξουσία του, καί ἡ κατά τῶν ἀνθρώπων τυραννίδα του καί ἡ πολυχρόνια κάκωσι νά σταματήση, καί ὁ τύραννος κάτω ἀπό τά πόδια τῶν τυρανουμένων νά τεθῆ γιά τόν ἄδικο θάνατο τοῦ Σωτῆρος, καί τήν τολμηρή ἀναισχυντία του κατά τοῦ Παμβασιλέως, καί πλέον δέν θά λέγεται κοσμοκράτορας. Πράγματι ἔχει πεταχθῆ μέ τή σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐξαγορά τοῦ κόσμου μέ τό δικό Του αἷμα. Καί Αὐτός πού μᾶς ἀγόρασε εὐαγγελιζόμενος εἶπε στούς φίλους Του· “Μοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί πάνω στή γῆ”(Μθ 28, 18). Καί ἀπό ᾽δῶ καί πέρα οἱ γηγενεῖς, οἱ χθεσινοί καί οἱ παλαιότεροι, πού κατέβαιναν ἀπ᾽ τή γῆ στόν ἄδη, τώρα πολιτογραφοῦνται στούς οὐρανούς διότι εἶπε· “ἄν ὑψωθῶ πάνω στό Σταυρό θά τούς τραβήξω ὅλους πρός ἐμένα”(Ἰω 12, 32), ὥστε ὅπου εἶμαι Ἐγώ καί αὐτοί νά εἶναι μαζί μου.

Ποιός ὀφείλει, λοιπόν, νά ἀγαπᾶ τό Σταυρό; Αὐτοί πού ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τήν τυραννίδα τοῦ διαβόλου μέ τή συνεργασία τή σταυρική καί πού ἀνέβηκαν ἀπ᾽ τόν ἄδη στόν οὐρανό καί ἀξιώθηκαν ἰσάγγελη δόξα, ἤ ὁ Διάβολος ὁ ὁποῖος ἔπεσε ἀπ᾽ τήν παλαιότερη ἐξουσία του διά τοῦ Σταυροῦ, καί ὑπόκειται ἐλεεινά στό παιχνίδι καί στό καταπάτημα ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέν πού ἀξιώθηκαν πολλά ἀγαθά διά τοῦ Σταυροῦ καί βρῆκαν ζωή αἰώνια, ὀφείλουν δικαίως καί νά προσκυνοῦν καί νά ἀσπάζωνται τό Σταυρό διά τοῦ ὁποίου προξενήθηκε ἡ ἀπόλαυσι τῶν ἀγαθῶν· στό Διάβολο δέ εἶναι ἀνάγκη νά μισῆ τό Σταυρό καί νά φεύγη μακρυά του ὅπως φεύγει κάποιος ἀπ᾽ τή φωτιά· διότι μέ αὐτόν ἐπιτεύχθηκε ἡ συντριβή του καί ἡ ἀπονεύρωσι καί ἡ παντελής ἐξολόθρευσι. Ὅσοι, λοιπόν, μισοῦν τό Σταυρό καί τόν ἀποστρέφονται ἀποδίδουν φανερή εὔνοια στό Διάβολο καί ὄντας πιστοί σ᾽ αὐτόν, ὀφείλουν νά θεωροῦν ἐχθρό τό δικό του ἐχθρό, ὅπως ἀπ᾽ τήν ἄλλη, νά ἀγαποῦν τούς φίλους του… Λένε ὅτι εἶναι ἄδικο ὁ Σταυρός στόν ὁποῖο θανατώθηκε ὁ πατέρας κάποιου ἤ ὁ φίλος του νά προσκυνῆται ἀπ᾽ τά τέκνα ἤ τούς φίλους του. Διότι ἰδού καί ὁ πατέρας τους καί φίλος τους Διάβολος μύρια κακά ἔπαθε διά τοῦ Σταυροῦ ὅπως ἀποδείξαμε καί γι᾽ αὐτό μισοῦν τό Σταυρό, τό φονευτή καί ὀλοθρευτή τοῦ πατέρα των. Πράγματι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου Χριστός, ἄν καί θεληματικά καρφώθηκε στό Σταυρό καί τήν ὑπεραγία ψυχή Του ἐναπόθεσε αὐτεξουσίως στά πατρικά χέρια, ἀλλά πάλι τήν προσέλαβε αὐτεξουσίως σύμφωνα μέ τήν ἀψευδεστάτη Του πρόρρησι λέγοντας· “Ἔχω ἐξουσία νά δώσω τήν ψυχή μου καί ἐξουσία νά τήν πάρω πάλι πίσω”(Ἰω 10, 18) καί ὁ θάνατός Του προξένησε στούς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή.

Πράγματι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ “γι᾽ αὐτούς μέν πού χάνονται θεωρεῖται ἀνοησία, ἐνῶ γιά τούς σωζομένους, ἐμᾶς, εἶναι δύναμι Θεοῦ”(Α´ Κορ 1, 18). Τί νομίζεις, λοιπόν, φίλε τοῦ Διαβόλου; Πρέπει νά πειθώμασθε στόν ἀπόστολο πού λέει ὅτι εἶναι δύναμι Θεοῦ ὁ Σταυρός ἤ σέ σένα τό χαμένο πού ὀνομάζεις ἀνοησία τό Σταυρό; Ἄν δέ ἐσύ χαριζόμενος στό διάβολο δέν σταματᾶς νά ἀποκαλῆς ἀνοησία τό Σταυρό, ἀλλά ἐγώ καί πάλι θά πῶ μέ θάρρος: “τούς θεωρούμενους ἀνοήτους τοῦ κόσμου διάλεξε ὁ Θεός”(Α´ Κορ 1, 27) καί “ὁ ψυχικός ἄνθρωπος δέν δέχεται τά τοῦ Πνεύματος διότι τά θεωρεῖ ἀνοησία”(Α´ Κορ 2, 14). Ἅν δέ καί ἐσύ, μαθητής τοῦ Διαβόλου, θεωρεῖς ντροπή τό Σταυρό, ἀλλά ὁ διδάσκαλός μου λέει: “Ἄς μή γίνη, νά καυχῶμαι μέ κάποιο ἄλλο” ἀπό τά ἔνδοξα τοῦ κόσμου, “παρά μόνο μέ τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ”(Γαλ 6, 14). Τί εἶναι στερεώτερο τοῦ Πέτρου, στόν ὁποῖο ὄχι ἄνθρωπος ἀποκάλυψε τόν Υἱό, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ μοναδικός Πατήρ καί ὁ μοναδικός ἀγέννητος; Ὅμως, ἐπειδή ἦταν κρυμμένο ἀκόμη γι᾽ αὐτόν τό μυστήριο τοῦ Πάθους καί ἔβλεπε τό διδάσκαλο νά σπεύδη πρός τό Σταυρό, προσπάθησε μέν μέ φιλόστοργο δῆθεν διάθεσι νά Τόν ἐμποδίση ἀπ᾽ τήν ὁρμή καί τό κατεπεῖγον καί εἶπε μέ συμπάθεια: “Νά φανῆς σπλαγχνικός, Κύριε, στόν ἑαυτό σου· μακάρι νά μήν σοῦ συμβῆ αὐτό”(Μθ 16, 22). Ἄκουσε, ὅμως, μέ σφοδρή ἐπιτήμησι: “Πήγαινε πίσω μου σατανᾶ. Μοῦ ἔγινες σκάνδαλο· δέν φρονεῖς τά θεϊκά ἀλλά τά ἀνθρώπινα”(Μθ 16, 23). Τί θαῦμα! Ὁ μέγας Πέτρος ἀκούει τήν ἐπιτίμησι σατανᾶς γιά τήν ἄρνησι τοῦ Σταυροῦ τόν ὁποῖο ἤθελε νά ἁρπάξη ὁ Χριστός ὡς ὠφελιμότατο στόν κόσμο, καί ἀπορρίπτεται πίσω ὁ ἀρραγής θεμέλιος τῆς Ἐκκλησίας ὡς πέτρα σκανδάλου καί λίθος προσκόμματος. Τί θά πάθης, λοιπόν, ἐσύ πού γαυγίζεις βλάσφημα κατά τοῦ Σταυροῦ καί κατηγορεῖς τόν ἐσταυρωμένο; Διότι εἰσάγεις ἀθέλητη τή σταύρωσι καί ὄχι μόνο μή ὠφέλιμη οὔτε φανερά χρήσιμη, ἀλλά ὅτι ἔβλαψε πλήρως καί τόν ἐσταυρωμένο· καί αὐτούς δέ τούς σταυρωτές παρουσιάζεις ἰσχυροτέρους τοῦ σταυρωθέντος πού Τόν τράβηξαν στόν Σταυρό ἀθέλητα»

«Διαμαρτυρόμενος: Γιά ποιό λόγο στό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ἀποδίδετε θεία δύναμι, ἐνῶ κατά τήν Παλαιά Διαθήκη θεωρεῖται ὡς καταραμένο ξύλο;

Ὀρθόδοξος: Ἀλλά, ἀγαπητέ μου, κατά τήν Παλαιά Διαθήκη καταραμένος θεωρεῖτο καί “πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου”. Τί, λοιπόν; καταραμένος εἶναι καί ὁ Χριστός; Γιατί τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ θεωρεῖτο καταραμένο; Γιά τό ὅτι ἦταν ξύλο σταυροειδές ἤ γιατί κρέμονταν σ᾽ αὐτό οἱ κακοῦργοι καί οἱ ληστές; Ἐννοεῖται γιά τό δεύτερο. Ἄρα τό ξύλο ἐθεωρεῖτο καταραμένο ἐξ αἰτίας τῶν κακούργων πού κρέμονταν σ᾽ αὐτό· ἀλλά ὁ Χριστός, ἀφοῦ σταυρώθηκε πάνω του, τό καθαγίασε μέ τό ἄχραντο αἷμα, τό ὁποῖο ἔρρευσε σ᾽ αὐτό· ἀπό τότε δέ ὁ Σταυρός ἀπέβη ὄχι γιά ντροπή, ἀλλά γιά καύχησι, καί πάρα πολλοί, ἀμέτρητοι, χριστιανοί μάρτυρες ποθοῦσαν νά πετύχουν τό σταυρικό θάνατο, εὐτυχεῖς καί μακαριζόμενοι ὅσες φορές τούς δινόταν· ὅπως ὁ Πέτρος καί ὁ Ἀνδρέας, οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Παῦλος καυχᾶται “ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ”. “Νῦν δέ καί κλαίων λέγω τούς ἐχθρούς τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὧν τό τέλος ἀπώλεια”(Φλπ 3, 18). Ποιά πλέον κατάρα βαραίνει τό Σταυρό καί ποιά ντροπή εἶναι ἑνωμένη μ᾽ αὐτόν, ἀφοῦ χρησίμευσε ὡς ὄργανο γιά τή σωτηρία μας; Γιά μᾶς τούς Χριστιανούς ὁ Σταυρός δέν εἶναι ξύλο καταραμένο ἀλλά εὐλογημένο καί τίμιο. Ὁ θεοπάτωρ Δαυΐδ λέει: “Ὑψοῦτε Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν, καί προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ (: τό σκαμνάκι) τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ὅτι Ἅγιός ἐστι”(Ψ 98, 5). Καί ἀλλοῦ· “εἰσελευσόμεθα εἰς τά σκηνώματα αὐτοῦ (: ἐκεῖ ὅπου κατασκηνώνει), προσκυνήσωμεν εἰς τόν τόπον οὗ ἔστησαν οἱ πόδες Αὐτοῦ (: στά μέρη ὅπου πάτησε). Ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου (Σήκω καί πήγαινε ἐκεῖ ὅπου θά ἀναπαυθῆς)”( Ψ 131, 7, 8). Γι᾽ αὐτό ὀφείλουμε νά τιμᾶμε καί νά προσκυνοῦμε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, πάνω στόν ὁποῖο ὁ Χριστός πρόσφερε τό ἄχραντό Του σῶμα καί αἷμα ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὡς πραγματικά σεβάσμιο, καθότι ἁγιάσθηκε ἀπό τήν ἐπαφή τοῦ παναγίου Του σώματος, ὅπως ὀφείλουμε νά τιμᾶμε τά καρφιά, τή λόγχη, τά ἐνδύματα καί τά ἱερά Του σκηνώματα, τά ὁποῖα εἶναι ἡ φάτνη, τό σπήλαιο, ὁ Γολγοθᾶς, ὁ ζωοποιός Τάφος, ἡ Σιών, τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολι, καί τά ὅμοια. “Ἔλεγε γάρ ἑαυτῇ· ἐάν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι (: καί μόνο ἄν ἀγγίξω τό ἱμάτιό Του, θά γιατρευθῶ)”(Μθ 9, 21). “Καί παρεκάλουν αὐτόν, ἵνα κἄν τοῦ κρασπέδου (τήν οὔγια) τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καί ὅσοι ἄν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσώζοντο (: θεραπεύονταν)”(Μρ 6, 50)… Ἐάν ὁ Σταυρός ἐξακολουθοῦσε νά μένη ξύλο καταραμένο, πῶς τότε ἡ ἀρχαιότατη χριστιανική συνείδησι τό σχῆμα καί τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ περιέβαλε μέ τόση ἱερότητα, καί πῶς τοῦ Σταυροῦ τό σημεῖο θεωρήθηκε ἀπό τότε, ὅταν γινόταν μέ πίστι, ὡς ἀκαταγώνιστο πνευματικό ὅπλο; Ὁ Χριστός ὁ ἴδιος ἐπονόμασε τό Σταυρό σημεῖο δικό του (Μθ 24, 30): “Τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ”. Ὅποιος ντρέπεται νά κάνη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ντρέπεται καί νά ὁμολογήση Ἰησοῦ ἐσταυρωμένο [“ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον”](Α´ Κορ 1, 23)… Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί ἀσπαζόμαστε τό Σταυρό ὄχι ὡς Θεό, ἀλλά δείχοντας τή γνήσια διάθεσι τῆς ψυχῆς μας πρός τό σταυρωθέντα»

Ἡ πλάνη, ὅπως τό φίδι, ἑλίσσεται: «Μᾶς λένε ὅτι ὀφείλουμε νά τιμᾶμε καί τήν ὄνο, πάνω στήν ὁποία κάθησε ὁ Χριστός, ἀφοῦ τιμᾶμε τό Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ Χριστός!

Ἄς μάθουν, λοιπόν, οἱ κακόδοξοι αὐτοί ἐπικριτές μας ὅτι ἐμεῖς δέν τιμᾶμε τήν ὄνο, πάνω στήν ὁποία κάθησε ὁ Χριστός, διότι ἡ ὄνος δέν χρησίμευσε ὡς ὄργανο τῆς σωτηρίας μας. Τιμᾶμε τόν τίμιο Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ σωτήρας μας, διότι ὁ Σταυρός αὐτός χρησίμευσε ὡς ὄργανο τῆς σωτηρίας μας»

«Ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια ξενητιᾶς ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του ἕνας μετανάστης. Ἔφερε περιουσία, ἔκτισε ἕνα θαυμάσιο σπίτι καί τό στόλισε μέ τά πιό ἀκριβά και ὡραῖα ἔπιπλα καί χαλιά καί φῶτα καί κάλεσε τούς φίλους του νά τούς περιποιηθῆ. Ὅταν μπήκανε αὐτοί στό εὐρύχωρο καί θαυμάσιο σαλόνι πού ὅλα ἔλαμπαν καί δέν ἤξεραν τί νά πρωτοθαυμάσουν, εἶδαν στό κεντρικώτερο σημεῖο πάνω ἀπ᾽ τόν πολυτελέστατο μπουφέ ἕνα παληό, ξεβαμμένο σωσίβιο ἀπό κεῖνα τά παληά, τά στρογγυλά μέ κάποιο ὄνομα καραβιοῦ μισοσβησμένο. Ἀπόρησαν. Ὅ ἕνας κοίταζε τόν ἄλλον. Δέν κρατήθηκαν καί ρώτησαν.

—Ὅλα καλά, ὅλα ὡραῖα, ὅλα θαυμάσια εἶναι στό σπίτι σου, ὅμως νά σέ ρωτήσουμε. Αὐτό ἐκεῖ τό παλιό σωσίβιο γιατί τό ἔβαλες; Ἄν ἤσουν ναυτικός θά λέγαμε ὅτι τό εἶχες γιά ἐνθύμιο τοῦ καραβιοῦ σου.

—Ἀγαπητοί μου, αὐτό εἶναι τό πολυτιμότερο ἀπ᾽  ὅλα ἐδῶ μέσα. Ἄν δέν ἦταν αὐτό, οὔτε περιουσία, οὔτε σπίτι, οὔτε ἐγώ ὁ ἴδιος θά βρισκόμουνα. Αὐτό μέ ἔσωσε τότε πού ναυαγήσαμε σ᾽ ἕνα ταξείδι στόν ὠκεανό. Σ᾽ αὐτό χρωστῶ τή ζωή μου. Γι᾽ αὐτό τό κράτησα, γι᾽  αὐτό θέλω νά τό βλέπω. Εἶναι ἡ σωτηρία μου.

Τό σωσίβιο τῆς ψυχῆς μας γιά μᾶς τούς Χριστιανούς εἶναι ὁ Σταυρός»

Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος ἀπαντᾶ στόν αἱρετικό κ. Χαραλαμπάκη: «Ἡ Βίβλος στό Γ´ Βασ 13, 1-5 μᾶς λέει, ὅτι ἕνας ἀναντίρρητα “ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ” “παρεγένετο ἐν λόγῳ Κυρίου εἰς Βαιθήλ. Καί Ἱεροβοάμ εἱστήκει ἐπί τό θυσιαστήριον τοῦ ἐπιθῦσαι (: γιά νά θυσιάση). Καί ἐπεκάλεσεν (ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ) πρός τό θυσιαστήριον ἐν λόγῳ Κυρίου καί εἶπε: Θυσιαστήριον, Θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος… Ἰδού τό θυσιαστήριον ρήγνυται (: θά σπάση)… Καί τό θυσιαστήριον ἐρράγη (: ἔσπασε)…”

Ὁ ἄνθρωπος αὐτός τοῦ Θεοῦ, ὅπως βλέπουμε, δέν μιλάει ἀπό τήν κοιλιά του. Μιλάει “ἐν λόγῳ Κυρίου”. Καί τί λέει; “Θυσιαστήριον, Θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος…”. Ἐρώτημα: Ποιός μιλάει; Ὁ Θεός. Σέ ποιόν μιλάει; Στό θυσιαστήριο. Μά ἀκούει τό θυσιαστήριο; Δέν εἶναι ἄψυχο; Ἔχει τό θυσιαστήριο αὐτιά; Ἔχει νόησι; Καταλαβαίνει; Μήπως, κ. Χαραλαμπάκη, ὁ Κύριος δέν ἤξερε τί ἔλεγε; Μήπως εἶχε πέσει σέ εἰδωλολατρία; Περιμένουμε ἀπάντησι.

Θά μᾶς πῆ ἴσως ὅτι πρόκειται γιά προσωποποίησι. Ρωτᾶμε: Πρῶτον, ἄν ὁ Κύριος κάνει προσωποποίησι, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἐμεῖς; Καί δεύτερον, τίνος εἶναι ἡ προσωποποίησι; Τί προσωποποιεῖ ὁ Σταυρός; Τί τό θυσιαστήριο; Τί μᾶς λέει γιά τό θέμα αὐτό ἡ Γραφή;

Ἄς ἔλθουμε τώρα καί στήν Κ. Διαθήκη.

Διαβάζουμε στήν Ἀπκ 9, 13-15. “Καί ὁ ἕκτος ἄγγελος ἐσάλπισε. Καί ἤκουσα φωνήν ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων (: τίς τέσσερεις προεξοχές) τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, λέγοντος τῷ ἕκτῳ ἀγγέλῳ: ὁ ἔχων τήν σάλπιγγα, λῦσον τούς τέσσαρας ἀγγέλους… Καί ἐλύθησαν οἱ τέσσαρες ἄγγελοι…”.

Τώρα τί λέτε, κ. Χαραλαμπάκη; Μιλάει τό Θυσιαστήριο; Εἶναι ἔμψυχο ἤ ἄψυχο τό θυσιαστήριο; Μιλάει τό χρυσάφι; Εἶναι ἔμψυχο τό χρυσάφι; Εἶναι ζωντανό τό χρυσάφι; Πῶς μιλάει;

Ἴσως ὁ κ. Χαραλαμπάκης θά σκέπτεται τώρα: Εἶναι ἤ δέν εἶναι εἰδωλολατρία κάτι τέτοια; Μωρέ, δέν πάει στά κομμάτια κι αὐτή ἡ Γραφή, πού δέν σέ ἀφήνει νά μπορέσης νά κάνης μιά σωστή διαρρύθμισι στά “στραβά καί ἀνάποδα” τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅλα μᾶς τά μπερδεύει. Μᾶς τό μπερδεύει καί αὐτό!…

Ἀλλά ὄχι μόνο αὐτό. Ἔχει καί πολλές ἄλλες σπαζοκεφαλιές γιά τούς αἱρετικούς τύπου Χαραλαμπάκη. Ἐμεῖς ξέρουμε, πώς τό κάθε ὄν ἔχει ἕνα στόμα. Καί μιλάει μέ τό στόμα του. Μερικά ζῶα ἔχουν καί κέρατα. Ὄχι, ὅμως, γιά νά μιλᾶνε. Κανένα ζῶο δέν μιλάει μέ τά κέρατά του. Καί νά τό παράξενο! Τό θυσιαστήριο δέν ἔχει στόμα. Ἔχει κέρατα. Καί μάλιστα τέσσερα! Ὄχι μόνο δύο, σάν τά ζῶα! Καί μιλάει μέ τά κέρατα! Καί μέ τά τέσσερα μαζί! Καί βγάζει καί ἀπό τά τέσσερα κέρατα μαζί μιά καί μόνο φωνή! Τί λέτε, κ. Χαραλαμπάκη, μήπως δέν εἶναι ἔτσι; Καί νά τό νέο ἐρώτημα: Τό θυσιαστήριο μιλάει καί μάλιστα ἀπό τά κέρατα. Γιατί ἄραγε δέν μπορεῖ ὁ Σταυρός νά ἀκούη καί νά μιλάη;

Λίγο πιό κάτω στό κεφ. 16, στίχ. 7 ἡ Ἀποκάλυψι μᾶς λέει: “Καί ἤκουσα τοῦ θυσιαστηρίου λέγοντος: Ναί, Κύριε ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, ἀληθιναί καί δίκαιαι αἱ κρίσεις σου”.

Ποιός μιλάει; Τό θυσιαστήριο! Τό ἴδιο; Ναί, τό ἴδιο.

Σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ κ. Χαραλαμπάκη ρωτᾶμε; Μά ἀκούει τό ἄψυχο θυσιαστήριο; Προφανῶς ἀκούει, ἀφοῦ ἔτσι λέει ἡ Γραφή. Μά μιλάει κιόλας; Προφανῶς καί θά μιλάη, ἀφού τό λέει κι αὐτό ἡ Γραφή.

Καί τώρα ἕνα καινούργιο ἐρώτημα:

Ποιός ἄραγε νά κάνη τό λάθος; Ἡ Γραφή ἤ ὁ κ. Χαραλαμπάκης στήν ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς; Ἀσφαλῶς ἡ Γραφή! Μά εἶναι ποτέ δυνατόν νά κάνη λάθος ὁ κ. Χαραλαμπάκης; Ὄχι ποτέ.

Ἀλλά ἄς δοῦμε στά σύντομα:

Μιλάει τό θυσιαστήριο; Ναί (βλ. Ἀπκ 9, 13· 16, 7).

Ἀκούει τό θυσιαστήριο; Ναί. Ἀκούει (βλ. Γ´ Βασ 13, 1-5).

Εἶναι ζωντανό τό θυσιαστήριο; Ναί, ἀφοῦ ἀκούει καί μιλάει.

Εἶναι ἄγγελος; Ὄχι, ἀφοῦ διατάζει τούς ἀγγέλους (βλ. Ἀπκ 9, 13) [Καί, βέβαια, ἐφόσον τούς διατάσσει, ἄρα ὑπερέχει αὐτῶν. Γι᾽ αὐτό καί στίς Ἀπολύσεις τῶν Ἀκολουθιῶν ἐκφωνοῦμε: «Δυνάμει τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων, ἐπουρανίων, δυνάμεων, ἀσωμάτων…»].

Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός; Ὄχι, ἀφοῦ δοξολογεῖ τό Θεό (βλ. Ἀπκ 16, 7).

Τί εἶναι;

Μέ αὐτό τό ἐρώτημα ἔπρεπε νά εἶχε ἀσχοληθῆ ὁ κ. Χαραλαμπάκης, καί τότε δέν θά τολμοῦσε ποτέ νά ὀνομάση τόν Τίμιο Σταυρό —κολάζοντας μιά γιά πάντα μέ τή βλασφημία του τήν ψυχή του— “ξύλο τῆς κατάρας”.

Μήπως, κ. Χαραλαμπάκη, ὁ Σταυρός ταυτίζεται μέ τό ἐπίγειο καί τό ἐπουράνιο θυσιαστήριο, πού ἀκούει, μιλάει, διατάζει τούς ἀγγέλους καί δοξολογεῖ τόν Παντοκράτορα Θεό;». Καί ἡ ἀπάντησι εἶναι, ΝΑΙ.

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΣΤΑΥΡΟΣ, ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ

Τό δικό μας Holywood (=Ἱερό Ξύλο)

ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

ΑΘΗΝΑ 2011

 

images-352

ΚΑΡΔΙΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΣΙΑ – ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ (1997-2007) ΠΡΩΗΝ ΟΔΗΓΟΣ ΤΑΞΙ ΣΕ ΑΘΗΝΑ & ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΟΝΑΧΗ ΠΟΡΦΥΡΙΑ

sun_heart_by_ocean_soul_angel-d52tpht

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/2014/01/14/i-sigkinitiki-allagi-mias-proin-pornis/

Το συγκινητικότερο περιστατικό από τη ζωή της ως οδηγός TAXI…

Τα sites μου: http://gkiouzelis.wordpress.com

Ἡ Μοναχὴ Πορφυρία γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ. Ἄσκησε κατὰ καιροὺς διάφορα ἐπαγγέλματα. Ἐπὶ δέκα χρόνια (1997-2007) ἐργάστηκε ὡς ὁδηγὸς ταξὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ. Γνώρισε τὸν σύγχρονο ἐνάρετο καὶ ἔνθεο Γέροντα Πορφύριο ἀπὸ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία του. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τὴν ἔφερε πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή. Μὲ δυνατὴ πίστη καὶ βαθιὰ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἔβαλε στόχο τὴ δόξα Του καὶ τὴ σωτηρία τῶν συνανθρώπων της. Ἔτσι τὸ ταξί της ἔγινε ἕνας σύγχρονος ἄμβωνας, ποὺ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀλλαγὴ ζωῆς, στὴν εὐλογημένη ἀλλοίωση. Τὰ τελευταῖα χρόνια περιεβλήθη τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ τριβώνιο, μὲ διπλὸ σκοπό: νὰ ἀγωνιστεῖ ἀπερίσπαστη γιὰ τὴ σωτηρία της καὶ νὰ διακονήσει τὸν σύγχρονο δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο.

Διηγείται ἡ Μοναχή Πορφυρία στό βιβλίο της με τις εμπειρίες της από το TAXI, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης:

«Πολλές φορές αναρωτιόμουν αν στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι, που να γίνονται θυσία για τους άλλους. Η απάντηση μού δόθηκε σε μια δύσκολη διαδρομή, όταν πήρα στο ταξί μια μεγάλη σε ηλικία κυρία, πολύ συμπαθητική και πολύ δυναμική. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής την άκουγα μαγεμένη να μιλάει για τα γεγονότα της ζωής της και παρακαλούσα να μην τελειώσει αυτή η διαδρομή, γιατί η καρδιά μου διψούσε να ακούει γεγονότα τέτοια, που ενθαρρύνουν τον άνθρωπο, βοηθώντας τον να βρει το στίγμα του μέσα στην κοινωνία.

Οι ερωτήσεις που της έκανα ήταν λίγες και διακριτικές. Πρόθυμη, με πλατύ χαμόγελο, μιλούσε για τα παιδιά της, για το χωριό της, για τον Θεό, προκαλώντας μου θαυμασμό, τολμώ να πω, δέος.
Δεν θα ξεχάσω πώς μου περιέγραφε την διαδρομή που διέσχιζε, για να μεταφέρει τη στάμνα με το νερό, από την πηγή του χωριού, ζαλωμένη και με ένα δεμάτι ξύλα. Και το γαϊδουράκι που την ακολουθούσε, κι αυτό ζαλωμένο. Τα τοπία με τα ψηλά κυπαρίσσια, τα ποτάμια με τα γάργαρα νερά, τα φτωχικά σπιτάκια που ήταν γεμάτα από αγάπη, το τραγούδι της, που αντιλαλούσε στα βουνά. Αυτή τη γυναίκα ήταν μια πηγή αστείρευτης ζωής και δραστηριότητας.

Αρκεί να σας πω μόνο ότι είχε έναν άνδρα βασανιστή. Δεν την είδε ποτέ σαν γυναίκα, μόνο σαν δούλα και αυτό από την μεγάλη του ζήλεια, γιατί ήταν η ομορφότερη και η καλύτερη κοπέλα του χωριού. Όλο το χωριό είχε να κάνει με την καλοσύνη και τη γλυκύτητα της. Όλο το χωριό τη θαύμαζε. Όμως εκείνη στεκόταν βράχος δίπλα του, ποτέ δεν παραπονέθηκε σε κανένα για τη συμπεριφορά του. Σήκωσε το σταυρό του μαρτυρίου μόνη της, παρέα με τη σιωπή της και με τον Θεό της…
Μεγάλωσε τα παιδιά της με χίλια βάσανα και στερήσεις, αλλά με πολλή αγάπη και τα έκανε επιστήμονες. Τα χρόνια έκαναν κάτασπρα τα μαλλιά της. Μα έβλεπες τη χαρά και την ικανοποίηση να καθρεφτίζεται στα βαθιά γαλάζια μάτια της. Θείο πρόσωπο, άγια μορφή. Ανακάλυψα μέσα της να κουβαλάει όλα τα ήθη και τα έθιμα της Ελλάδας, να καθρεφτίζει την γαλάζια Πατρίδα στα μάτια της.

“Παιδί μου, λυπάμαι πάρα πολύ που ξεχάσαμε τις γιαγιάδες και τους παππούδες, που μας έλεγαν τόσα ωραία πράγματα για τις ρίζες μας, τη θρησκεία μας, την πατρίδα μας, για τους ήρωες μας, τις ηρωικές πράξεις αυτών που πολέμησαν, για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι εμείς. Τότε, κοπέλα μου, υπήρχαν παλληκάρια, που το έλεγε η καρδιά τους, άνδρες γενναίοι, γυναίκες με καρδιά παλληκαρήσια. Σήμερα βλέπω τα νέα παιδιά και ματώνει η ψυχή μου. Τα σημερινά παιδιά μεγαλώνουν με το χρήμα, όχι με την αγάπη. Γι’ αυτό στενοχωριέμαι πολύ. Τα λυπάμαι τα καημένα!”.

Εδώ αναστέναξε και συνέχισε:

“Αυτή, παιδί μου, δεν είναι ζωή. Μπορεί να μην είχαμε τότε αυτό που έχετε τώρα εσείς, αλλά ζούσαμε μια αληθινή ζωή, που κρεμόταν στο στόμα του φεγγαριού, στο φως των άστρων κι όχι στο φως της τηλεόρασης, που σου παίρνει από τον πολιτισμό σου, ό,τι πολύτιμο και δεν σου δίνει σχεδόν τίποτα αξιόλογο. Αν τα παιδιά μου ανοίξουν τηλεόραση, βλέπω. Διαφορετικά προτιμώ να αξιοποιήσω το χρόνο μου με το να διαβάσω τον βίο ενός αγίου, να ακούσω τον σταθμό της Εκκλησίας, να ασχοληθώ με τον κήπο μου, με τις γλάστρες μου• τώρα, εκεί που θα φτάσουμε, θα το δεις κοπέλα μου. Τα χρώματα που θα δεις θα σε συνεπάρουν.
Ευχαριστώ τον Πανάγαθο Θεό μας για τα καλά παιδιά μου και για όλες τις χαρές που απλόχερα μας σκορπίζει. Γιατί όλα σε Εκείνον ανήκουν!”.

Η εικόνα αυτής της γυναίκας θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου για πάντα. Πλατύ χαμόγελο, καρδιά παλικαρίσια, γεμάτη Χριστό και Ελλάδα!» 

Unknown

Μικρολίμανο, Πειραιάς

http://www.youtube.com/watch?v=hNlBzqH3-Xk

http://www.youtube.com/watch?v=GXXVLnjMoDc

http://vimeo.com/68880149

 Μοναχή Πορφυρία: Πρώην οδηγός TAXI σε Αθήνα και Πειραιά κατά τα έτη 1997-2007 

images

Athens…

TRUTH TARGET

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

ΠΗΓΗ:

Μοναχής Πορφυρίας

Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης

εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος

Αθήνα 2010

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΣΤΟ PSKOV ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ… +5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013 +VIDEO

unknown16

http://www.1tv.ru/news/social/239055

Video – Russian

Το βράδυ της 5ης Αυγούστου 2013 δολοφονήθηκε στην πόλη Pskov της Ρωσίας ο ιερέας Πάβελ Άντελχάιμ. Ο ιερέας δέχτηκε πολλά χτυπήματα με μαχαίρι γύρω στις 20.00 μέσα στο σπίτι του. Εκεί φιλοξενούσε μετά από παράκληση μιας ενορίτισσας έναν νεαρό για τρεις μέρες με σκοπό να τον βοηθήσει πνευματικά. Όταν συνελήφθη ο φερόμενος ως δολοφόνος ονόματι Τσελίντσεφ (γεν.1986) φώναζε πως ο διάβολος του ζήτησε να σκοτώσει τον πατέρα Παύλο, σύμφωνα με την αστυνομία.

Ο εκπρόσωπος τύπου του Πατριαρχείου Μόσχας δήλωσε πως «σύμφωνα με τις πληροφορίες μας ο π.Παύλος έπεσε θύμα της εκπλήρωσης της αποστολής του και του ποιμαντικού του καθήκοντος να βοηθάει οποιονδήποτε έχει ανάγκη.

Ο γνωστός μελετητής της Βίβλου Αντρέι Ντεζνίτσκι δήλωσε στην gazeta.ru πως ο π.Παύλος «ήταν πολύ γνωστός και πως τελευταία είχε γίνει”ενοχλητικός” για κάποιους. Ο π.Παύλος πάντοτε είχε σταθερές θέσεις και δεν φοβόνταν να εκφράσει ανοιχτά την γνώμη του. Δεν ξέρω εαν έχουν μείνει ιερείς στην Ρωσία που να μιλούν τόσο ελεύθερα».

Ο πρωθιερέας Παύλος γεννήθηκε στις 1 Αυγούστου 1938 και η οικογένειά του καταγόταν από την Γερμανία. Ο παππούς του εκτελέστηκε το 1938 από τους κομμουνιστές και ο πατέρας του το 1942. Η μητέρα του ήταν εξόριστη και πήγε να την βρει στην εξορία στο Καζακστάν. Ήταν δόκιμος στην Λαύρα των Σπηλαίων και σπούδασε στην Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου απ’όπου τον έδιωξαν για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Έγινε ιερέας αφού τελείωσε το Θεολογικό Σεμινάριο της Μόσχας και του έδωσαν το 1964 μια ενορία στο Καγκάν του Ουζμπεκιστάν. Εκεί κατάφερε να χτίσει έναν ναό αλλά το 1969 συνελήφθη και φυλακίστηκε για 3 χρόνια για«συκοφάντηση των σοβιετικών αρχών”.

Το 1972 όπου ελευθερώθηκε είχε έπειτα από ατύχημα ένα ξύλινο πόδι. Το 1976 του δόθηκε ενορία στο Πσκώβ. Ήταν παντρεμένος και είχε τρία παιδιά.Είχε οργανώσει ένα ορφανοτροφείο για ανάπηρα παιδιά. Το 2003 είχε γίνει απόπειρα δολοφονίας του όταν έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα οι ειδικοί βρήκαν πως κάποιος είχε προκαλέσει φθορές στο αυτοκίνητό του.

Unknown-1

ΠΗΓΗ:

http://www.1tv.ru/news/social/239055

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Π. ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ARIZONA ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

huyen-thoai-mua-dong-1

http://www.youtube.com/watch?v=p87C3E6rgSY

Ομιλία του π. Εφραίμ της Arizona για την αγάπη

tumblrm0bwa3qq341qa9omho1500

http://www.flickr.com/photos/calamites/

Photos from St Anthony’s Greek Orthodox Monastery, Arizona, USA

https://www.youtube.com/watch?v=QvcvLykW5Jk

The Spiritual War – Father Efraim of Philotheou and Arizona

https://el-gr.facebook.com/gerontas.efraim.arizonas.filotheitis

Facebook about Father Ephraim Philotheitis, Arizona, USA 

 http://www.stanthonysmonastery.org/map.php

 http://www.stanthonysmonastery.org/index.php

St Anthony’s Monastery in Arizona

images-3

 Τα Μοναστήρια του π. Εφραίμ Φιλοθεΐτη στην Αμερική

images-2

Το Grand Canyon της Ορθοδοξίας

 

ΗΠΑ: Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΘΕΟΥ

2014 - 1

 

http://paintingleaves.blogspot.com

http://gkiouzelis.wordpress.com

http://hippiesmetorthodoxy.wordpress.com

«Δημοσιεύθηκε εὐρύτατα μιά προσευχή, πού βρέθηκε στό ἀμπέχονο ἑνός Ἀμερικανοῦ στρατιώτη, πού σκοτώθηκε στόν πόλεμο, στή βόρεια Ἀφρική. Προσευχή, βαθειά συγκλονιστική γιατί, μέσα στήν οἰκειότητα τοῦ ὕφους της, φανερώνει τήν ἀνάγκη τήν ὁποία νοιώθει κάποτε καί ὁ νέος ἄνθρωπος νά εἶναι κοντά στό Θεό.

“Ἄκουσε, Θεέ μου! Ἀκόμα δέν Σοῦ ἔχω μιλήσει. Ὅμως τώρα ἐπιθυμῶ νά Σοῦ πῶ: Τί κάνεις; Μοῦ εἶπαν ὅτι δέν ὑπάρχεις, καί σάν… βλάκας τό πίστεψα. Χθές βράδυ, ἀπό τό βάθος τοῦ κρατήρα μιᾶς ὀβίδας εἶδα τόν οὐρανό Σου. Ἔτσι εἶδα ὅτι μοῦ εἶχαν πεῖ ψέματα. Ἐάν εἶχα διαθέσει τόν ἀπαιτούμενο χρόνο γιά νά κοιτάξω ὅσα ἔφτιαξες, θά εἶχα διαπιστώσει ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἀρνοῦνται ν᾽ ἀντικρύσουν τήν ἀλήθεια… Εἶναι παράξενο ὅτι μοῦ χρειάσθηκε νά ἔλθω σ᾽ αὐτό τόν καταχθόνιο τόπο γιά νά βρῶ τόν καιρό νά δῶ τό πρόσωπό Σου. Σ᾽ ἀγαπῶ τρομερά, νά τί θέλω νά ξέρης. Σέ λίγο θά γίνη μιά ἀπαίσια μάχη. Ποιός ξέρει; Μπορεῖ νά φθάσω στό σπίτι Σου ἀπόψε! Δέν ὑπήρξαμε σύντροφοι μέχρι τώρα καί ἀναρωτιέμαι, Θεέ μου, ἄν θά μέ περιμένης στήν πόρτα. Μπά, νά πού κλαίω! Ἐγώ νά χύνω δάκρυα; Ἄχ, νά Σέ εἶχα γνωρίσει πιό νωρίς!… Ἐμπρός, πρέπει νά φύγω… Εἶναι παράξενο, ἀπό τή στιγμή κατά τήν ὁποία Σέ συνάντησα δέν φοβᾶμαι νά πεθάνω… Καλή ἀντάμωσι… Γειά σου!”».

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἡ Προσευχή – Κομποσχοίνι: Πομπός ἀσυρμάτου

ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012

http://www.truthtarget.gr (Ώρες Εξομολόγησης)

TRUTH TARGET

ΜΕ ΚΛΑΜΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΙΠΕ “ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ”… – ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ (1997-2007) ΠΡΩΗΝ ΟΔΗΓΟΣ ΤΑΞΙ ΣΕ ΑΘΗΝΑ & ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΟΝΑΧΗ ΠΟΡΦΥΡΙΑ

1186153_170749236441943_486635873_n

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/2014/01/14/i-sigkinitiki-allagi-mias-proin-pornis/

Το συγκινητικότερο περιστατικό από τη ζωή της ως οδηγός TAXI…

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

Ἡ Μοναχὴ Πορφυρία γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ. Ἄσκησε κατὰ καιροὺς διάφορα ἐπαγγέλματα. Ἐπὶ δέκα χρόνια (1997-2007) ἐργάστηκε ὡς ὁδηγὸς ταξὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ. Γνώρισε τὸν σύγχρονο ἐνάρετο καὶ ἔνθεο Γέροντα Πορφύριο ἀπὸ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία του. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τὴν ἔφερε πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή. Μὲ δυνατὴ πίστη καὶ βαθιὰ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἔβαλε στόχο τὴ δόξα Του καὶ τὴ σωτηρία τῶν συνανθρώπων της. Ἔτσι τὸ ταξί της ἔγινε ἕνας σύγχρονος ἄμβωνας, ποὺ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀλλαγὴ ζωῆς, στὴν εὐλογημένη ἀλλοίωση. Τὰ τελευταῖα χρόνια περιεβλήθη τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ τριβώνιο, μὲ διπλὸ σκοπό: νὰ ἀγωνιστεῖ ἀπερίσπαστη γιὰ τὴ σωτηρία της καὶ νὰ διακονήσει τὸν σύγχρονο δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο.

Διηγείται ἡ Μοναχή Πορφυρία στό βιβλίο της με τις εμπειρίες της από το TAXI, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης:

Κάποια φορά με πήρε για δρομολόγιο μια κοπελίτσα 16 χρονών, η οποία είχε σχέση με ένα αγόρι 17 χρόνων. Και φυσικά αυτό το αγόρι που γνώριζε και είχε σχέση δεν ήταν το μοναδικό. Προηγήθηκαν και άλλα πολλά αγόρια με τα οποία είχε ολοκληρωμένες σχέσεις. Της έπιασε την κουβέντα μέσα στο ταξί:

-Γιατί το κάνεις αυτό κοριτσάκι μου, ρωτάω ευγενικά και μου απαντάει τσαχπίνικα.
-Ε, μια παροιμία δεν λέει απάτησε τον άντρα του και μάγια μη του κάνεις;
-Και ποιος σου έμαθε κοριτσάκι μου αυτή την παροιμία;- Η μαμά μου και η γιαγιά μου.
-Αυτό κάνουν αυτές;
-Ναι!
-Δηλαδή έχουν εραστή κι αυτές;
-Ουυυ, αν έχουν…
-Ο παππούς σου και ο μπαμπάς σου δεν το ξέρουν;
-Άντε καλέ, αυτοί κοιμούνται με τα τσαρούχια!
-Ωραία οικογένεια είσαστε ε;
-Αμέ… μια χαρά! Α, δεν σας είπα και το αστείο της υπόθεσης… Ο αδελφός μου είναι ομοφυλόφιλος. Του παίρνω τους άνδρες του και μαλώνουμε. Χαμός γίνεται!

Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε και έδεσε!

-Άκου κοριτσάκι μου, πολύ νωρίς δεν ξεκίνησες να παίζεις έτσι με τους άντρες; Ξέρεις πως όποιος παίζει με τη φωτιά στο τέλος καίγεται;
-Δηλαδή;
-Είπες πριν λίγο, απάτησε τον άντρα σου και μάγια μη του κάνεις. Έτσι δεν είπες;
-Ναι!
-Καρδούλα μου, είσαι ετυχισμένη μ’ αυτό που κάνεις;
-Δεν ξέρω.
-Αφού αμφιβάλλεις, άρα δεν πρέπει να είσαι. Πας σχολείο;
-Ναι πάω.
-Σου αρέσει η οικογένειά σου έτσι όπως είναι;
-Όχι.
-Θα ήθελες καλύτερη οικογένεια;- Ναι! Θα ήθελα.
-Λοιπόν, για να αποκτήσεις καλύτερη οικογένεια, θα πρέπει πρώτα να διορθώσεις εσένα.
-Δηλαδή;
-Δηλαδη. Θα πρέπει να σταματήσεις να πηγαίνεις με αγόρια και να ασχοληθείς με το σχολείο σου και με το μέλλον σου. Και επειδή σίγουρα χρειάζεσαι βοήθεια για να πετύχεις τα θέλω σου, θα σε στείλω κάπου, που θα σε βοηθήσουνε πολύ. Θέλεις;
-Θέλω, αλλά που θα με στείλετε;
-Θα πάμε μαζί τώρα, θέλεις;
-Πάμε.

Πήγαμε σε κάποιον πνευματικό γνωστό μου. Μίλησαν επί μία ώρα, εγώ περίμενα απ’ έξω. Όταν τελείωσαν και ήρθε κοντά μου, με αγκάλιασε και με φίλησε. Και με κλαμμένα μάτια μου είπε: «Σ’ ευχαριστώ».

Από εκείνη την ημέρα είναι κοντά του. Σήμερα είναι δασκάλα, παντρεμένη και ευτυχισμένη.

1011789_493079007467965_1537747708_n

http://www.youtube.com/watch?v=hNlBzqH3-Xk

http://www.youtube.com/watch?v=GXXVLnjMoDc

http://vimeo.com/68880149

 Μοναχή Πορφυρία: Πρώην οδηγός TAXI σε Αθήνα και Πειραιά κατά τα έτη 1997-2007 

 TRUTH TARGET

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

ΠΗΓΗ:

Μοναχής Πορφυρίας

Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης

εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος

Αθήνα 2010

ΠΑΤΕΡΑ ΕΣΥ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΣ…! – ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Η ΜΟΝΑΧΗ ΠΟΡΦΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΗΣ ΩΣ ΠΡΩΗΝ ΟΔΗΓΟΣ TAXI

14 - 1-2

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/2014/01/14/i-sigkinitiki-allagi-mias-proin-pornis/

Το συγκινητικότερο περιστατικό από τη ζωή της ως οδηγός TAXI…

Ἡ Μοναχὴ Πορφυρία γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ. Ἄσκησε κατὰ καιροὺς διάφορα ἐπαγγέλματα. Ἐπὶ δέκα χρόνια (1997-2007) ἐργάστηκε ὡς ὁδηγὸς ταξὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ. Γνώρισε τὸν σύγχρονο ἐνάρετο καὶ ἔνθεο Γέροντα Πορφύριο ἀπὸ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία του. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τὴν ἔφερε πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή. Μὲ δυνατὴ πίστη καὶ βαθιὰ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἔβαλε στόχο τὴ δόξα Του καὶ τὴ σωτηρία τῶν συνανθρώπων της. Ἔτσι τὸ ταξί της ἔγινε ἕνας σύγχρονος ἄμβωνας, ποὺ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀλλαγὴ ζωῆς, στὴν εὐλογημένη ἀλλοίωση. Τὰ τελευταῖα χρόνια περιεβλήθη τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ τριβώνιο, μὲ διπλὸ σκοπό: νὰ ἀγωνιστεῖ ἀπερίσπαστη γιὰ τὴ σωτηρία της καὶ νὰ διακονήσει τὸν σύγχρονο δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο.

Διηγείται ἡ Μοναχή Πορφυρία στό βιβλίο της με τις εμπειρίες της από το TAXI, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης:

Οδηγώντας σε μια μεγάλη λεωφόρο, μπροστά στα μάτια μιας κυρίας έγινε ένα τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά ένας νέος. Με τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων, έβαλαν στο αυτοκίνητο της το παλικάρι, περιπου 20 ετών, να το μεταφέρει στο εφημερεύον νοσοκομείο…

Το παλικάρι αιμοραγούσε, η κυρία έφτασε στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε… οι τραυματιοφορείς της βάρδιας το πήραν μέσα. Μπήκε μαζί τους και η κυρία, για να μάθει ποιος είναι, και να ειδοποιήσει τους συγγενείς του. Οι γιατροί της βάρδιας διέγνωσαν πως έπρεπε να μπει επειγόντως στο χειρουργείο. Ειδοποίησαν τον χειρούργο, ο οποίος για να τον χειρουργήσει ήθελε 1000 δολάρια. Το είπαν στην κυρία η οποια τους είπε τι ακριβώς συνέβη και οτι δεν γνώριζε το παλικάρι..

Εξήγησαν στον γιατρό αλλά αυτός ανένδωτος, ήθελε τα χρήματα…

Η κυρία βλέποντας το παλικάρι να αργοπεθαίνει… είπε: Ξεκινήστε να το σώσετε και πάω να σας φέρω τα χρήματα..

Η κυρία πράγματι έφερε τα χρήματα και τότε ήρθε ο γιατρός…

Όμως τι ειρωνεία!! Τι οδυνηρό παιχνίδι του φύλαξε αυτή τη νύχτα η αγάπη του για τα χρήματα…

Με το που είδε το παλικάρι, έμεινε ακίνητος, κιτρίνισε, άσπρισε πήρε το χρώμα του νεκρού… Έπεσε πάνω στο παιδι ουρλιάζοντας… Και το παιδί είπε τις τελευταίες του λέξεις.:

-Πατερα με σκότωσες, και ξεψύχησε…

Η κυρία συγκλονισμένη από αυτό το συμβάν πέταξε τα χρήματα στα μούτρα του γιατρού και του είπε:

-Πάρε τα, να κάνεις την κηδεία του παιδιού σου…

Σημειωτέον πως ήταν το μόνο παιδί που είχε…

Unknown

Μικρολίμανο, Πειραιάς

http://www.youtube.com/watch?v=hNlBzqH3-Xk

http://www.youtube.com/watch?v=GXXVLnjMoDc

http://vimeo.com/68880149

 Μοναχή Πορφυρία: Πρώην οδηγός TAXI σε Αθήνα και Πειραιά κατά τα έτη 1997-2007 

images

Athens…

TRUTH TARGET

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

ΠΗΓΗ:

Μοναχής Πορφυρίας

Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης

εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος

Αθήνα 2010

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ – ΜΕΤΑΝΟΙΑ: ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

0019b91ed9171424880941

Πηγή: http://www.truthtarget.gr (Ώρες Εξομολόγησης)

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

«Ὁ Πατήρ πού ἔστειλε τόν Πρόδρομο Ἰωάννη στό νά βαπτίζη, κήρυξε διά τοῦ στόματος ἐκείνου στούς ἁμαρτωλούς “Μετανοεῖτε”(Μθ 3, 2). Ὁ Υἱός, ὅταν φανερώθηκε στόν κόσμο, τοῦτο τό λόγο ἔβαλε ἀρχή καί θεμέλιο τοῦ κηρύγματός Του “Μετανοεῖτε”(Μθ 4, 17). Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ὅταν κατέβηκε ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, αὐτό τό λόγο ἐλάλησε διά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου “Μετανοήσατε”(Πρξ 2, 38). Τρεῖς εἶναι οἱ μαρτυροῦντες, καί τῶν τριῶν ἡ μαρτυρία εἶναι ἀληθινή, μᾶλλον δέ αὐτοαλήθεια. Λοιπόν, ἁμαρτωλοί σύντροφοι δικοί μου: Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε, Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἔχη ἕνα καί μόνο Πνευματικό πρός ἐπίτευξι σωστῆς πορείας: «Ἕνας νέος πού ἀλλάζει διαρκῶς Πνευματικό, δέν ἔχει μεγάλες πιθανότητες νά προοδεύση. Φαντάσου μόνο, σέ κάθε μάθημα ἄλγεβρας ἤ γεωμετρίας, νά δίδασκε κι ἕνας καινούργιος καθηγητής! Τό ἀποτέλεσμα θά ἦταν ἕνα ὡραιότατο… χάος! Οὔτε ὁμοιομορφία στά σχέδια, οὔτε μιά ἑνιαία γενική ἄποψι, οὔτε γνωριμία μέ τούς μαθητές, οὔτε πρόοδος, φυσικά. Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μ᾽ αὐτούς πού κάθε φορά ἀναζητοῦν καινούργιο Πνευματικό».

• Ἀκόμα: «Ἀνδρόγυνο χωρίς Πνευματικό εἶναι γήπεδο μέ ποδοσφαιριστές, πού παίζουν χωρίς διαιτητή. Ὁ κοινός Πνευματικός εἶναι ὅπως ὁ μαραγκός, πού χειρίζεται μόνος του τό ξύλο καί ξέρει πῶς θά τό φέρη στίς διαστάσεις του. Ἔτσι καί ὁ κοινός Πνευματικός χειρίζεται μέ τρόπο ἀριστοτεχνικό τήν ἁρμονία τοῦ ἀνδρογύνου, πού μετά τό γάμο ἔχει γίνει σάρκα μία.

Ὅταν, ὅμως, τό ξύλο τό πελεκᾶνε δύο μαστόροι ὁ καθένας μέ τή δική του γνώμη, ποτέ τό ξύλο δέν θά πάρη ὁριστική μορφή, πάγια. Ἔτσι δέν θά ὑπάρξη προκοπή καί στό ἀνδρόγυνο, πού δέν ἔχει κοινό Πνευματικό».

Τόνιζε ἀκόμα ὁ π. Παΐσιος: «Ὁ Πνευματικός εἶναι σάν τό γιατρό: πρέπει νά ξέρη ἀνά πᾶσα στιγμή τήν κατάστασι τοῦ ἀσθενῆ, γιά νά μπορῆ νά δίνη κάθε φορά τό ἀνάλογο φάρμακο. Ἐγώ μπορῶ νά σοῦ δώσω τώρα ἕνα φάρμακο, ἄν, ὅμως, μετά ἀπό δυό-τρεῖς μέρες ἀλλάξη ἡ κατάστασί σου καί σοῦ συμβῆ κάτι ἄλλο (πνευματικῆς φύσεως), τότε τό προηγούμενο φάρμακο, τό ὁποῖο σοῦ εἶχα δώσει, θά σοῦ εἶναι ἄχρηστο. Μιά φορά εἶχα πονοκέφαλο ἀπό κρυολόγημα καί ἔβαλα ἕνα ἔμπλαστρο καί μοῦ πέρασε. Τό εἶδε ἕνας κι ἔβαλε κι αὐτός ἔμπλαστρο, ὅταν τοῦ πόνεσε κάποτε τό κεφάλι· ὁ πονοκέφαλος, ὅμως, χειροτέρευσε, γιατί ὁ πόνος δέν προερχόταν ἀπό κρύωμα, ἀλλά ἀπό πυρετό. Καταλάβατε τώρα γιατί ὁ Πνευματικός πρέπει νά γνωρίζη τήν κατάστασι;».

Ὡς πρός τόν ἰατρικό χαρακτῆρα τῆς πνευματικῆς πατρότητος ἔλεγε καί ὁ π. Πορφύριος: «Τί εἶναι ὁ Πνευματικός; Ἕνας γιατρός εἶναι. Ἅμα σπάσης τό πόδι σου καί πᾶς στόν ὀρθοπεδικό, θά σοῦ πῆ “βρέ στραβάδι, ποῦ κοίταζες κι ἔσπασες τό πόδι σου; Ἔξω ἀπό ᾽δῶ”, ἤ θά πιάση τό σπασμένο πόδι μέ προσοχή κι ἀγάπη, καί σιγά-σιγά νά μήν πονέσης πολύ, θά τό βάλη στή θέσι του, θά τοῦ βάλη γύψο, θά δώση φάρμακα γιά τόν πόνο; Ἔτσι κι ὁ Πνευματικός εἶναι ἕνας γιατρός, πού μέ ἀγάπη σκύβει πάνω στήν πονεμένη ψυχή, γιά νά τήν κάνη καλά».

Γράφει καί ὁ Ἐπίσκοπος Ἰωάννης Λίνδιος: «Καθώς ἕνας καλός γιατρός δέν δίνει σ᾽ ὅλους τούς ἀρρώστους τά ἴδια γιατρικά, ἀλλά στόν καθένα τό κατάλληλο γιά τή θεραπεία τῆς δικῆς του ἀρρώστιας, ἔτσι κι ἕνας σοφός Πνευματικός, ὅταν θέλη ν᾽ ἀπαλλάξη μιά ψυχή ἀπό κάποιο πάθος, πρέπει νά τῆς δίνη τόσο τίς κατάλληλες συμβουλές ὅσο καί τόν πιό ἀποτελεσματικό γιά τήν περίπτωσι κανόνα. Γιατί ἄν ὁ Πνευματικός ὑποδείξη, λ.χ., στό φιλάργυρο νά νηστεύη, γιά νά θεραπεύση μέ τή νηστεία τή φιλαργυρία του, τίποτε δέν θά κατορθώση. Τό ἴδιο κι ἄν ὁρίση στό φιλήδονο νά κάνη ἐλεημοσύνες, γιά τή θεραπεία τῆς φιληδονίας του, ἤ στό μνησίκακο νά κάνη γονυκλισίες, γιά τή θεραπεία τῆς μνησικακίας του. Ὁ Πνευματικός αὐτός μοιάζει μέ ἄμαθο καί ἀνόητο γιατρό, πού, ἀντί νά ἐπιδέση τίς πληγές ἑνός τραυματισμένου, τοῦ δίνει καθαρτικό. Στά προηγούμενα παραδείγματα, τά κατάλληλα φάρμακα εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη γιά τό φιλάργυρο, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί γενικά ἡ σωματική κακοπάθεια γιά τό φιλήδονο, ἡ ἐγκάρδια συγχώρησι τῶν ἐχθρῶν του γιά τό μνησίκακο. Ἀνάλογη ἀντιμετώπισι, συνετή καί διακριτική, ἀπαιτοῦν καί τά ὑπόλοιπα πάθη καί ἁμαρτήματα».

Ὡς πρός τήν ἐκλογή Πνευματικοῦ ἄς παραθέσουμε πρῶτα τήν ἄποψι τοῦ π. Ἐπιφανίου: «Γνωστός θεολόγος, τοῦ εἶπε μιά φορά ὅτι δυσκολευόταν νά βρῆ κατάλληλο Γέροντα. Τότε ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀπάντησε:

—Ἀγαπητέ μου, δέν ἔχεις πρόβλημα Γέροντα. Πρόβλημα μέ τόν ἑαυτό σου ἔχεις. Ἄν εἶχες πρόβλημα Γέροντα, θά ἔβγαινες στό δρόμο, θά ἔστριβες δεξιά, θά περπατοῦσες ἑκατό μέτρα, θά ἔστριβες ἀριστερά, θά βάδιζες ἄλλα πενῆντα μέτρα, θά σταματοῦσες καί θά περίμενες ἐκεῖ μέχρι πού νά περνοῦσε ὁ πρῶτος Πνευματικός. Θά τοῦ ἔκανες ἀδιάκριτη ὑπακοή καί δέν θά εἶχες οὔτε πρόβλημα Γέροντα οὔτε πρόβλημα σωτηρίας. Δέν εἶναι τόσο ἀπό ἁγίους Γεροντάδες πού ἔχουμε ἀνάγκη, ὅσο ἀπό ἁγία ὑπακοή. Αὐτή μᾶς λείπει. Μήπως ὅλοι οἱ μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν κάποιον ἅγιο Γέροντα; Ὄχι! Αὐτό τό ὁποῖο εἶχαν ἦταν ἡ ἁγία ταπείνωσι καί ἡ ἁγία ὑπακοή. Γι᾽ αὐτό καί ἁγίασαν».

«Πολλοί ἐξομολογοῦνται περιστασιακά, ὅπου βροῦν Πνευματικό καί κάθε φορά σέ διαφορετικό ἱερέα. Συμβαίνει, ὅμως, κι ἐδῶ ὅ,τι καί μέ τίς σωματικές ἀρρώστιες. Ἄν κάθε φορά ἀλλάζουμε γιατρό, τότε ἡ θεραπεία δέν μπορεῖ νά εἶναι πλήρης. Ὁ μόνιμος Πνευματικός μας εἶναι αὐτός πού γνωρίζει τό “ἱστορικό” μας, τήν πορεία μας, τίς προηγούμενες πτώσεις μας καί μπορεῖ νά μᾶς βοηθήση ἀποτελεσματικά»

«Κάποτε ὁ π. Ἀγαθάγγελος ἦταν στό κρεβάτι. Μέ πυρετό 39-40 βαθμούς. Καί ἐξομολογοῦσε. Ἕνας κληρικός φίλος του μάταια προσπαθοῦσε νά πείση τόν π. Ἀγαθάγγελο νά σταματήση· καί τόν κόσμο, πού περίμενε τή σειρά του, νά φύγη.

—Γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Καίγεται στόν πυρετό!

Πολλοί ἔφυγαν. Μιά γυναῖκα ἐπέμενε. Καί παρότι ὁ φίλος κληρικός εἶχε πιά πεισμώσει καί τοῦ ζητοῦσε ἐπιτακτικά νά μήν τή δεχθῆ, ὁ π. Ἀγαθάγγελος τή δέχθηκε. Καί ὅταν τελείωσε, τοῦ εἶπε:

—Ἄν δέν τήν ἄφηνες νά ἔλθη νά ἐξομολογηθῆ, θά τήν εἶχες πάρει στό λαιμό σου: Πήγαινε κατ’ εὐθεῖαν γιά αὐτοκτονία!

Καί τοῦ ἔδειξε ἕνα μπουκαλάκι γεμᾶτο δηλητήριο, τό ὁποῖο τοῦ τό εἶχε παραδώσει. Ἡ ἐξομολόγησι τήν ἔσωσε»

«Χωρίς τή συγχωρητική εὐχή θά ἔχη συνέχεια πτώσεις ὁ ἄνθρωπος, γιατί δέν χάνει ὁ διάβολος τά δικαιώματα… Ἐνῶ μέ τή συγχωρητική εὐχή κόβονται οἱ ἐπιδράσεις, γίνεται ἀνακατάληψι τοῦ ἐδάφους, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος βοηθιέται καί μπορεῖ νά παλαίψη, καί ν᾽ ἀπαλλαγῆ ἀπ᾽ τά πάθη»

«Κάποτε πῆγε μιά ἡλικιωμένη γυναῖκα νά ἐξομολογηθῆ στόν Ἅγ. Σάββα τῆς Καλύμνου.

—Λέγε, παιδί μου, ὅλες σου τίς ἁμαρτίες· νά μήν κρύψης καμμία καί ἐγώ θά παρακαλέσω τὀν Κύριο νά σέ συγχωρήση.

Ἐκείνη, ὅμως, ἔκρυβε μία ἁμαρτία της. Ντρεπόταν. Δέν τήν ἄφηνε ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος ἔλεγε μέ πραότητα:

—Πές την, παιδί μου, γιατί ντρέπεσαι; Ἐγώ εἶμαι δοῦλος καί ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ, μή φοβᾶσαι. Πές την νά πάρης τελεία συγχώρησι.

Ἀλλά ἐκείνη ἔτρεμε ἀπό τό φόβο της καί δέν ἤθελε νά τή φανερώση. Τότε, ὁ ἄριστος αὐτός Πνευματικός, τῆς λέει:

—Γιατί ντρέπεσαι ἐμένα πού εἶμαι ἄνθρωπος, γῆ καί πηλός; Ὅταν τήν ἔπραξες δέν φοβήθηκες τόν Κριτή; Τώρα ντρέπεσαι ἐμένα τόν ταπεινό δοῦλο τοῦ Θεοῦ;

Στήν πάλη αὐτή τῆς γυναίκας γονατίζει ὁ π. Σάββας ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου καί λέει:

—Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ, ὁ Ὁποῖος πέθανες καί σταυρώθηκες γιά τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου, Ἐσύ λύσε τή γλῶσσα τῆς γυναίκας αὐτῆς νά ὁμολογήση τή θανάσιμη ἁμαρτία γιά νά λάβη συγχώρησι καί νά σωθῆ.

Τότε εἶδε νά μπαινοβγαίνη στό στόμα της ἕνα φίδι. Ἠταν ὁ πονηρός διάβολος. Βάζει μπροστά της ἕνα καθρέπτη καί τῆς λέει:

—Ἰδού ὁ σατανᾶς πού δέν σέ ἀφήνει νά πῆς τήν ἁμαρτία γιά νά σέ πάρη μέ τό δικό του μέρος.

Φοβισμένη ἡ γυναῖκα καί τρέμοντας ἐξομολογήθηκε τήν ἁμαρτία της. Ὁ π. Σάββας ἐξόρκισε τό σατανᾶ καί ἔδωσε στή χαρούμενη πλέον γυναῖκα τή συγχωρητική εὐχή καί τόν κανόνα».

«—Δέν μοῦ ἀρέσει ἡ σκέψι

νά ὑπακούω σ᾽ ἕνα Πνευματικό.

Εἶμαι ἐλεύθερος ἄνθρωπος!

—Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε

“ὑπήκοος μέχρι θανάτου”* [Στό θέλημα τοῦ Πατρός.]

καί ἦταν Θεάνθρωπος!».

ΧΩΡΙΑ

Ἔχοντας ὡς ὁδηγό τήν Ἁγ. Γραφή, θά παρουσιάσουμε στήν ἀγάπη σας τή διδασκαλία της ὅσον ἀφορᾶ τήν ἁμαρτία. Εἶναι γνωστό, ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, αὐτός, ὅμως, παρασυρθείς ἀπό τό διάβολο, παράκουσε τόν Κύριο καί ἔπεσε στήν ἁμαρτία. Γιά τή διόρθωσι τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός: «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ (: γιά νά καταστρέψη) τά ἔργα τοῦ διαβόλου»(Α´ Ἰω 3, 8). Πρός τό σκοπό αὐτό ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, στήν ὁποία εἰσερχόμασθε διά τοῦ βαπτίσματος, τό ὁποῖο καθαρίζει καί τό προπατορικό ἁμάρτημα καθώς καί ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς ὁποῖες ἔχει διαπράξει ὁ (ἐνήλικος) βαπτιζόμενος.

• «Πιστός (: ἀξιόπιστος) ὁ λόγος καί πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστός Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τόν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»(Α´ Τιμ 1, 15)· λέει: εἰμί (: εἶμαι τώρα) ὄχι ἤμην (: ἤμουν).

• «Ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐάν ὁμολογῶμεν τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καί δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τάς ἁμαρτίας καί καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀδικίας»(Α´ Ἰω 1, 8-9).

• «Ἑπτάκις γάρ πεσεῖται δίκαιος καί ἀναστήσεται (: θά σηκωθῆ), οἱ δέ ἀσεβεῖς ἀσθενήσουσιν (: θά καταπέσουν) ἐν κακοῖς»(Πρμ 24, 16).

• «Τίς καυχήσεται ἁγνήν ἔχειν τήν καρδίαν; ἤ τίς παρρησιάσεται (: ποιός ἔχει τό θάρρος νά πῆ) καθαρός εἶναι ἀπό ἁμαρτιῶν;»(Πρμ 20, 9).

«Καί δώσω σοι τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί ὅ ἐάν δήσῃς (: ὅ,τι δέν συγχωρήσης) ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον (: θά εἶναι ἀσυγχώρητο) ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅ ἐάν λύσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»(Μθ 16, 19), καί δίνει τό δικαίωμα: «Ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»(Μθ 18, 18), «Ἐνεφύσησε καί λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε (: ἄν θά συγχωρήσετε) τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε (: δέν θά συγχωρήσετε), κεκράτηνται (: θά μείνουν ἀσυγχώρητες)».

ΔΙΔΑΧΗ

Ὁ Ἅγ. Αὐγουστίνος ἔγραφε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, εἶπε ὁ Κύριος· πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστί τῆς ἁμαρτίας (Ἰω 8, 34).

Εἶναι δοῦλος. Τῆς ἁμαρτίας.

Χίλιες φορές καλύτερα νά ἦταν δοῦλος ἀνθρώπου, παρά τῆς ἁμαρτίας.

Τί θλιβερή πού εἶναι ἡ δουλεία!

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ὑποφέρουν πολλά ἀπό τά κακά ἀφεντικά τους, παρακαλοῦν νά τούς πωλήσουν σέ ἄλλους! Ὄχι νά πάψουν νά ἔχουν ἀφεντικό, ἀλλά ἁπλῶς νά ἀλλάξουν ἀφεντικό.

Ὁ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, τί μπορεῖ νά κάνη; Ποιόν νά ἐπικαλεσθῆ; Σέ ποιόν νά ἀποτανθῆ; Ποιόν νά παρακαλέση νά τόν πάρη; Στό κάτω-κάτω, ὅμως, ὁ δοῦλος ἀνθρώπου, ὅταν κακοποιηθῆ πολύ ἀπό τή σκληρότητα τοῦ αὐταρχικοῦ κυρίου, μπορεῖ νά ἀνασάνη, ἀρκεῖ νά τό σκάση. Ὁ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας ποῦ νά φύγη νά πάη; Ἐκεῖνον πού θέλει νά ἀποφύγη τόν κουβαλᾶ μαζύ του!

Δέν μπορεῖ ἡ κακή συνείδησι νά ἀποφύγη τόν ἑαυτό της. Δέν ὑπάρχει τόπος στόν ὁποῖο νά μπορῆ ὁ ἄνθρωπος νά πάη καί νά τῆς ξεφύγη. Τόν ἀκολουθεῖ παντοῦ. Οὔτε βῆμα δέν πάει μακρυά του! Γιατί ἡ ἁμαρτία πού τήν προκαλεῖ, εἶναι μέσα μας.

Ἔκανες κάποια σαρκική ἁμαρτία γιά νά δοκιμάσης ἡδονή σαρκική; Ἡ ἡδονή πέρασε. Ἡ ἁμαρτία μένει! Ἐκεῖνο πού ἔδωσε χαρά πέρασε. Ἐκεῖνο πού σέ δαγκώνει μένει!

Τί θλιβερή ἡ δουλεία αὐτή!

Ἀπό αὐτή τή δουλεία μόνο ἕνας ἔχει τή δύναμι νά μᾶς ἐλευθερώση: ὁ Κύριος. Γιατί δέν ὑπέκυψε σ᾽ αὐτή ποτέ.

Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου».

«Κάποια γυναῖκα πού εἶχε κρυφό δαιμόνιο κι ἔμεινε ἀρκετές μέρες, γύρισε ἄπρακτη στό σπίτι της λυπημένη. Βλέπει τήν ἁγία Ἀθανασία Αἰγίνης στόν ὕπνο της καί τῆς λέει: “Ἐσύ ἀπάτησες τόν ἄνδρα σου καί θανάτωσες φοβερά τήν ψυχή σου. Λοιπόν πήγαινε, ἐξαγόρευσε τό ἁμάρτημά σου κι ἐγώ θά σέ ἀπαλλάξω ἀπό τοῦ πονηροῦ δαίμονα τήν ἐνόχλησι [αὐτό μόνο μποροῦσε· ἡ ἄφεσι ἦταν ἔργο τοῦ Ἱερέως]”. Τό ἄκουσε αὐτό ἐκείνη κι ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε καί μέ τή Χάρι τοῦ Κυρίου θεραπεύθηκε»(Μ2, 119).

Γράφει ὁ Μητροπολίτης Βουκουρεστίου Ἄνθιμος ὁ Ἴβηρ (1650-1716): «Νά γίνεται ἡ ἐξομολόγησί μας μέ τήν ἀγαθή ἐλπίδα ὅτι θά μᾶς συγχωρήση ὁ Θεός, ὄχι μέ ἀπελπισία, ὅπως ἔκανε ὁ Κάιν λέγοντας: “Μεῖζον ἡ αἰτία μου τοῦ ἀφεθῆναί με (: ἡ κατηγορία ἐναντίον μου ὑπερβαίνει τή συγγνώμη)”(Γεν 4, 13). Ὁμοίως καί ὁ Ἰούδας· ἄν καί ὁμολόγησε ἐνώπιον τῶν ἀρχιερέων ὅτι πούλησε αἷμα ἀθῶο, ὅμως, δέν τόν ὠφέλησε τίποτε αὐτή ἡ ἐξομολόγησι, διότι ἔγινε ἀπό ἀπελπισία».

«Ὁ γέροντας Ἱερώνυμος Αἰγίνης ἔλεγε: “Ἕνα σπίτι ὁλόκλειστο, ἔχει σκοτάδι. Ἄν ἀνοίξης τό παράθυρο, βλέπεις τά μεγαλύτερα ἀντικείμενα. Ἄν τό ἀνοίξης περισσότερρο καί μπῆ φῶς, διακρίνεις καί τά μικρότερα πράγματα. Ὅταν μπῆ μέσα ὁ ἥλιος, βλέπεις καί τή σκόνη πού αἰωρεῖται. Τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν ψυχή, πού δέχεται τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Βλέπει καί τίς μικρότερες ἁμαρτίες”».

Ὁ Ἅγ. Λουκᾶς Κριμαίας κήρυττε: «Νά εἴμασθε σάν τό παιδί. Αὐτό ὅταν πέφτη εἶναι σάν τή μπάλλα, πέφτει καί σηκώνεται ἀμέσως. Εὔχομαι νά μᾶς μάθη ὁ Θεός νά σηκωνώμασθε μετά ἀπό κάθε πτῶσι. Ἀμήν».

Ὁ π. Κλεόπας Ἠλίε γράφει: «Ὁ ἐμπνευσμένος ἀπ᾽ τό Θεό ψαλμωδός Δαυΐδ λέει· μακάριος ἐκεῖνος ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος θά συντρίψη τίς ἁμαρτίες του στήν πέτρα-Χριστό, ὅσο εἶναι ἀκόμα μικρές σάν βρέφη, διότι ἄν θά μεγαλώσουν, θά μᾶς ὑποδουλώσουν στά πάθη καί αὐτά θά μᾶς σκοτώσουν (Ψ 136, 9).

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ γράφει: «Πῶς ὁ Θεός θά διαγράψη ὅλους τούς τόμους μέ τά δικά μας ἁμαρτήματα, ὅταν ἐμεῖς δέν θελήσαμε μόνο μιά σελίδα νά διαγράψουμε τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα;».

Ὁ Μητροπ. Φλωρίνης Αὐγουστίνος ἐπισημαίνει: «Τά φάρμακα τά ὁποῖα συνέστησε ὁ Κύριος, καί τά ὁποῖα μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσφέρονται ἀπολύτως γνήσια, ἔξω ἀπό τήν μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία νοθεύονται. Ἄς πάρουμε ὡς παράδειγμα τό μυστήριο τῆς μετανοίας. Φάρμακο εἶναι ἡ μετάνοια. Φάρμακο δοκιμασμένο σέ μυριάδες περιπτώσεις ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά τό φάρμακο αὐτό, πού τό παρασκευάζει ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, φάρμακο πού ἀντλεῖ τή δύναμί του ἀπό τόν ἀστείρευτο ποταμό τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἔχει ὑποστῆ ἀλλοίωσι. Τό νόθευσαν οἱ ἑτερόδοξοι. Οἱ μέν προτεστάντες ἀναγνωρίζουν μόνο τήν ἐσωτερική συντριβή τοῦ ἀνθρώπου ὡς στοιχεῖο τῆς μετανοίας καί ἔχουν καταργήσει τήν ἐξομολόγησι μπροστά σέ Πνευματικό πατέρα. Οἱ δέ παπικοί, ἀφοῦ ἔκλεισαν τόν Πνευματικό πατέρα μέσα σέ εἰδικά ἐξομολογητήρια κι ἀφοῦ τόν ἔκαναν ἀθέατο στόν ἐξομολογούμενο, κατήντησαν τήν πρᾶξι τῆς ἐξομολογήσεως ἀψυχολόγητη, ψυχρή, τυπική, μηχανική. Ἐνῶ στήν Ὀρθοδοξία τό μυστήριο διατήρησε καί τήν ἐσωτερική καί τήν ἐξωτερική του μορφή. Αὐτός πού μετανοεῖ, θρηνεῖ γιά τά ἁμαρτήματά του, συντρίβει μέ τήν ἱερά κατάνυξι τήν πέτρινη καρδιά του, ἀλλά δέν περιορίζεται στά ἐσωτερικά του συναισθήματα. Τρέχει καί βρίσκει τόν Πνευματικό πατέρα, στόν ὁποῖο ὁ Κύριος ἔδωσε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἁμαρτίες, ταπεινώνεται καί ἐξομολογεῖται σ᾽ αὐτόν πρόσωπο πρός πρόσωπο, ὅπως θά ἐξομολογεῖτο μπροστά στόν Ἰησοῦ Χριστό, καί ἔτσι παίρνει τή διαβεβαίωσι ὅτι οἱ ἁμαρτίες του συγχωρήθηκαν. Τέλειο τό μυστήριο στήν Ὀρθοδοξία. Τό φάρμακο προσφέρεται γνήσιο καί σέ ὅλη τήν πληρότητά του, καί δρᾶ μέ ἀσφάλεια καί μέ ὅλη τήν ἀποτελεσματικότητα, ἐφόσον, ἐννοεῖται, αὐτός πού προστρέχει στό μυστήριο συμμορφώνεται μέ τίς ὑποδείξεις τοῦ Πνευματικοῦ-ἰατροῦ».

«Ἔνας ἡλικιωμένος ἄνθρωπος ἦταν βαρειά ἄρρωστος. Ὁ γιατρός του ἦταν καί καλός Χριστιανός. Καί τοῦ ἔλεγε:

—Μή ξεχνᾶς, ὅτι εἶμασθε καί μεγάλοι πιά. Ἐγώ θά κάνω ὅ,τι μπορῶ. Ἀλλά καί σύ νά ἐξομολογηθῆς. Νά τακτοποιηθῆς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Μά ἐκεῖνος ὅλο ἀνέβαλλε:

—Ἔννοια σου, γιατρέ μου. Τή Σαρακοστή θά πάω νά ἐξομολογηθῶ! Ἄς γίνω πρῶτα καλά!…

Ὁ γιατρός βλέποντας τήν τακτική του, καί θέλοντας νά τόν κάνη νά σκεφθῆ πιό σοβαρά, τοῦ ἔκανε τό ἑξῆς χουνέρι: Σέ μιά του ἐπίσκεψι ἔφερε ἕνα μπουκαλάκι μέ φάρμακο. Καί τό ἄφησε στό τραπέζι τοῦ ἀρρώστου λέγοντας:

—Αὐτό εἶναι γιά σένα!

Ρωτᾶ ὁ ἄρρωστος:

—Πότε καί πῶς θά τό πάρω;

—Μετά δύο μῆνες. Καί θά δοῦμε τό “πῶς”.

—Γιατρέ, δέν αἰσθάνομαι καλά! Θά ζῶ μετά δύο μῆνες; Θά γίνω καλά, χωρίς νά πάρω κάτι;

—Ἀλήθεια! Δίκηο ἔχεις! Νά δοῦμε τότε μετά ἀπό ἕνα μῆνα!

—Καλά, γιατρέ μου, γιατί ὄχι ἀπό σήμερα; Μέ τήν ὑγεία μου παίζεις;

—Ὄχι, τοῦ λέει τότε ὁ γιατρός. Δέν παίζω μέ τήν ὑγεία σου. Θέλησα ἁπλῶς νά σέ βοηθήσω νά σκεφθῆς, ὅτι δέν κάνει νά παίζης ἐσύ μέ τήν ψυχή σου, πού εἶναι πολυτιμότερη ἀπ’ τήν ὑγεία σου.

Ὁ ἄρρωστος τό κατάλαβε τό μάθημα καλά».

«Πολλοί, ἐνῶ ἔχουν προβλήματα πού τά προκάλεσαν οἱ ἁμαρτίες τους, δέν πηγαίνουν στόν Πνευματικό πού μπορεῖ νά τούς βοηθήση θετικά, ἀλλά καταλήγουν νά ἐξομολογοῦνται στούς ψυχολόγους. Λένε τό ἱστορικό τους, τούς συμβουλεύονται γιά τά προβλήματά τους καί, ἄν ἔχουν νά περάσουν ἕνα ποτάμι, τούς ρίχνουν μέσα καί ἤ πνίγονται ἤ βγαίνουν, ἀλλά ποῦ βγαίνουν… Ἐνῶ, ἄν πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν στόν Πνευματικό, θά περάσουν στήν ἄλλη ὄχθη ἀπό τή γέφυρα ἄνετα, γιατί μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί λυτρώνονται».

«Πῶς ἔχουν γίνει οἱ ἄνθρωποι! Σάν τά ζῶα! Τά ζῶα ξέρετε τί κάνουν. Στήν ἀρχή μπαίνουν στό στάβλο, κοπρίζουν οὐροῦν… Μετά ἀρχίζει νά χωνεύη ἡ κοπριά. Μόλις ἀρχίζη νά χωνεύη ἡ κοπριά, αἰσθάνονται μιά ζεστασιά. Δέν τά κάνει καρδιά νά φύγουν ἀπό τό στάβλο· ἀναπαύονται. Ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι… νοιώθουν τή ζεστασιά τῆς ἁμαρτίας, καταλαβαίνουν ὅτι βρωμάει, ἀλλά ἀπό τή ζεστασιά ἐκείνη δέν τούς κάνει ἡ καρδιά νά φύγουν. Ἄν μπῆ ἕνας μέσα στό στάβλο, δέν μπορεῖ νά ἀντέξη τή μυρωδιά. Ὁ ἄλλος πού εἶναι συνέχεια μέσα στό στάβλο δέν ἐνοχλεῖται· ἔχει συνηθίσει πλέον».

«Ὅπως ὁ βαρυφορτωμένος ἄνθρωπος, ἐάν θέλη νά πηδήξη, θά πρέπη νά ξεφορτωθῆ πρῶτα, τό ἴδιο κι ἐμεῖς· θά πρέπη νά ἀφήσουμε τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας διά τῆς ἐξομολογήσεως. Καθώς ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἐπιδιώκει νά ἐνεργηθῆ, δηλητηριάζει ὁλόκληρο τόν ὀργανισμό του καί δημιουργεῖ πολλές σωματικές καί ψυχικές ἀκόμη ἀνωμαλίες, τό ἴδιο καί αὐτός πού δέν ἐξομολογεῖται· δηλητηριάζει συνέχεια τήν ψυχή του καί καταστρέφει καί τό σῶμα του μέ τό σαράκι τῆς συνειδήσεως, πού δουλεύει συνέχεια μέσα του».

Ὁ Γέροντας Ἀρσένιος ἀπό τό Μπουραζέρι λέει: «Ὅποιος λαμβάνει τά σφάλματα τῶν ἄλλων γιά νά δικαιολογήση τά δικά του, εἶναι σάν νά πλένεται μέ λάσπη».

«Ἀφοῦ ἄφεσι ἁμαρτιῶν δέν γίνεται “εἰ μή διά τοῦ αἵματος τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ”, πῶς εἴχαμε ἄφεσι ἁμαρτιῶν καί στήν Π. Διαθήκη; Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει, ὅτι “διά τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου προεξοφλουμένης” εἴχαμε ἄφεσι ἁμαρτιῶν καί στήν Π. Διαθήκη. Δηλ. γιά νά τό ποῦμε μέ τή σύγχρονη γλῶσσα καί μάλιστα τήν οἰκονομική, εἴχαμε προεξοφλήσεις γραμματίων. ᾽Εν ὄψει τῆς καταθέσεως ἡ ὁποία θά γινόταν στήν τράπεζα, προσυπογράφονταν καί ἐξοφλοῦνταν γραμμάτια πρίν ἀκόμη γίνη κατάθεσι, διότι ἡ κατάθεσι ἦταν βέβαιο ὅτι θά γίνη. Καί στήν Π. Διαθήκη, λοιπόν, ἡ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν γινόταν “ἐν τῷ αἵματι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ μήπω ἐκχυθέντος (: πού δέν εἶχε χυθῆ ἀκόμα)”. Ἔπαιρνε ἀπό ἐκεῖ πιστώσεις ὁ Θεός καί ἔδινε. Ἄς μήν εἶχε γίνει ἡ κατάθεσι ἀκόμη. Ἄλλωστε, στό Θεό τά πάντα εἶναι ἕνα αἰώνιο παρόν. Γιά μᾶς εἶναι παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Γιά τό Θεό τά πάντα εἶναι ἕνα αἰώνιο παρόν».

Ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος γράφει: «Ὁ Χριστός, λέει σύγχρονος θεολόγος, “ἐθανάτωσε τήν ἁμαρτία χωρίς νά σκοτώση τόν ἁμαρτωλό. Ἀφάνισε τήν ἐνοχή, ἀλλά ἔσωσε τόν ἔνοχο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη Του διαφορά ἀπό τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, πού βλέπει τή συντριβή τῆς ἐνοχῆς στήν ἐξουδένωσι τοῦ ἐνόχου”».

«Ὁ ἀσεβής δέν θέλει τό Θεό πάνσοφο, γιά νά μή γνωρίζει τήν ἀσέβειά του. Δέν τόν θέλει ἁγιώτατο, γιά νά μή σιχαίνεται τίς ἁμαρτίες του. Δέν τόν θέλει παντοδύναμο, γιά νά μή μπορεῖ νά τόν παιδεύη. Καί, ὅπως λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὁ ἁμαρτωλός θέλει τό Θεό ἤ νά μή μπορῆ νά τιμωρῆ τίς ἁμαρτίες, ἤ νά μή θέλη, ἤ νά μήν ξέρη».

«—Τί νά προσφέρω στό Χριστό;

Δέν ἔχω πολύτιμα ἀντικείμενα.

—Πρόσφερέ Του

“τά κακῶς (σου) κείμενα”».

«Ἡ “ἄφεσι ἁμαρτιῶν” τοῦ ἐξομολόγου δέν σημαίνει τέρμα, ἀλλά σύνθημα γιά ξεκίνημα. Οἱ λέξεις “ἄφεσι” καί “ἀφετηρία” ἔχουν ἐτυμολογικά, τήν ἴδια ρίζα. Σημαίνουν ξεκίνημα καί ἐπίδοσι σέ ἀγῶνα δρόμου. Τό ξεκίνημα αὐτό στό στίβο τό δίνει ὁ πυροβολισμός τοῦ “ἀφέτη”. Στούς Πνευματικούς ἀγῶνες, ἡ εὐχή τοῦ Πνευματικοῦ».

«Ἅγιος δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ αὐτός πού ἀγωνίζεται. Ὁ “πίπτων καί ἐγειρόμενος”. Πού πέφτει χίλιες φορές, ἀλλά σηκώνεται χίλιες μία».

«Γιά νά ἀκούσουμε τό κτύπο τοῦ ρολογιοῦ καθώς καί τῆς συνειδήσεώς μας χρειάζεται ἡσυχία».

«“Ἡ ἐξομολόγησι τῶν κακῶν ἔργων, εἶναι τό πρῶτο καλό ἔργο”(Αὐγουστίνος)».

ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ

«“Ὅλους ὅσοι μετανοοῦν τούς συγχωρεῖ ὁ Κύριος, ἐάν μετανοήσουν εἰς ἑνότητα Θεοῦ καί εἰς συνέδριον ἐπισκόπου”, λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος».

«Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει: “Ὅπως ἕνας ἄνθρωπος βαπτιζόμενος ἀπό ἱερέα φωτίζεται μέ τή Χάρι τοῦ Πνεύματος, ἔτσι καί ὁ ἐξομολογούμενος ἐν μετανοίᾳ διά τοῦ ἱερέως λαμβάνει τήν ἄφεσι, μέ τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ”».

« Ὁ δέ ἱερός Χρυσόστομος λέει…: “Μεγάλη ἡ ἀξία τῶν ἱερέων· ὅσους συγχωρήσετε, λέει, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τους. Καί τί λέω τούς ἱερεῖς; Οὔτε ἄγγελος οὔτε ἀρχάγγελος μπορεῖ νά κάνη κάτι σέ ὅσα δόθηκαν ἀπό τό Θεό, ἀλλά ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τά οἰκονομεῖ ὅλα. Ὁ δέ ἱερέας δανείζει τή γλῶσσα του καί προσφέρει τό χέρι του”».

Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος τονίζει: «Χωρίς τή σεμνή ἱερωσύνη δέν δίνεται ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν στούς θνητούς».

«Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ “οἰκονόμος” τῆς μετανοίας· ἀκούει τίς ἐξομολογήσεις τῶν ἁμαρτωλῶν καί δίνει τήν ἄφεσι (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης ΡG 45, 221, 233· Ἅγ. Βασίλειος, ΡG 32, 661, 716, 723· Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, ΡG 47, 644). Μέ τόν πολλαπλασιασμό τῶν κοινοτήτων, ὁ ἐπίσκοπος βοηθεῖται στό μυστήριο τῆς ἐξολογήσεως καί τῆς οἰκονομίας τῆς μετανοίας ἀπό τούς ἱερεῖς. Στήν Κων/λι βλέπουμε ἤδη τόν Δ´ αἰῶνα νά ὑπάρχη ἕνας “πρεσβύτερος ἐπί τῆς μετανοίας”(Ἀποστολικοί κανόνες. Κανών να´. Σωκράτης ΡG 67, 613-616)».

Κηρύσσει ἀκόμα ὁ Χρυσόστομος: «Στήν ἁμαρτία ἕπεται (κανονικά) ντροπή, στή δέ μετάνοια παρρησία. Πρόσεξες αὐτό τό ὁποῖο λέω; Ἀντέστρεψε τήν τάξι ὁ σατανᾶς καί ἔδωσε τήν παρρησία στήν ἁμαρτία, τή δέ ντροπή στή μετάνοια».

Γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ἄς μήν ἐκπλαγοῦμε, διότι μᾶς πολεμοῦν (οἱ πονηροί λογισμοί τούς ὁποίους ἐξομολογηθήκαμε) καί μετά τήν ἐξομολόγησι. Εἶναι προτιμότερο νά παλεύουμε μέ τούς λογισμούς παρά μέ τήν ὑπερηφάνεια».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει: «Καί ἡ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν στούς μετανοοῦντες μέ τήν εὐχή τῶν ἱερέων δίνεται».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς τονίζει:

«Θά ἤθελες νά μάθης ἄν ἡ ἐξομολόγησι εἶναι τόσο ἀπαραίτητη; Παλαιότερα πήγαινες πιό συχνά στήν ἐξομολόγησι μά σταμάτησες ἐπειδή κάποιος σέ εἰρωνεύθηκε γι’ αὐτό. Δέν ἔπρεπε νά διακόψης. Ποιόν δέν εἰρωνεύθηκαν οἱ ἄνθρωποι; Ξέρεις τί εἶπε ὁ διορατικότατος ὅλων: “οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καί κλαύσετε”(Λκ 6, 25). Μοῦ γράφεις ὅτι ἐκτός ἀπό τήν τέχνη σου ἔχεις καί ἕνα ἀμπέλι, πού σοῦ δίνει καλή παραγωγή, ἐπειδή τό καλλιεργεῖς πολύ. Ἄν κάποιος ἐγκατέλειπε τό ἀμπέλι του καί εἰρωνευόταν ἐσένα πού φροντίζεις μέ ἐπιμέλεια τό δικό σου, μήπως θά σήκωνες τά χέρια σου ἀπό τ’ ἀμπέλι καί θά σταματοῦσες νά τό καλλιεργῆς; Σίγουρα, δέν θά τό ἔκανες αὐτό.

Πῶς μπορεῖς, λοιπόν, νά ταλαντεύεσαι ἀναφορικά μέ τήν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου ἡ ὁποία εἶναι σημαντικότερη ἀπ’ ὅλα τ’ ἀμπέλια τοῦ κόσμου; Ἐπειδή ὅταν πεθάνης, τήν ψυχή σου θά τήν πάρης ἐνῶ τό ἀμπέλι θά τό ἀφήσης. Ἀπ’ ὅλες τίς καλλιέργειες, ἡ σημαντικότερη εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς. Καί ἀπ’ ὅλους τούς κόπους τούς ὁποίους ὁ ἄνθρωπος καταβάλλει πάνω στῆ γῆ, ὁ κόπος γιά τήν ψυχή εἶναι ὁ πιό συνετός. Γιά τοῦτο, γύρνα στήν προηγούμενη προσπάθειά σου γύρω ἀπό τήν ψυχή σου καί ξεκίνα πάλι νά ἐξομολογῆσαι».

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ

Ὁ Στάρετς Ζαχαρίας ἔλεγε: Τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως «ὁ ἴδιος ὁ Κύριος νωρίτατα θέσπισε στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ὅταν μίλησε στόν Ἀδάμ καί στήν Εὔα, μετά τήν πτῶσι τους, προσκαλώντας τους νά ἐξομολογηθοῦν σ᾽ Αὐτόν τήν ἁμαρτία τους».

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος ἐπισημαίνει: «Ἄν βρισκόταν τό φάρμακο τοῦ καρκίνου, κανείς καρκινοπαθής δέν θ᾽ ἀνέβαλλε τή λῆψι του. Ἄν χαρίζονταν δάνεια, κανείς χρεώστης δέν θ᾽ ἀρνιόταν τή χάρι. Ἄν δινόταν σ᾽ αἰχμαλώτους ἡ ἀπελευθέρωσι, κανείς δέν θά προτιμοῦσε τά δεσμά.

Ἀσθενεῖς εἴμασθε. Πάσχουμε ἀπ᾽ τόν ἐπάρατο καρκῖνο τῆς ἁμαρτίας. Χρεωμένοι εἴμασθε γιά τίς πολλές μας ἁμαρτίες. Ἡ ἁμαρτία εἶναι εἴτε ἁλυσίδα βαρειά μέ τά θανάσιμα ἁμαρτήματα, εἴτε σχοινί μέ τά λεγόμενα μικρά παραπτώματα. Πάντως, κάθε παράβασι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι δουλεία πνευματική. Ὁ ἀψευδής Κύριος διεκήρυξε “πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας”(Ἰω 8, 34).

Ἰδού, λοιπόν, τό μέσο τῆς σωτηρίας. Ἡ Ἱερή Ἐξομολόγησι θεραπεύει κάθε ἁμαρτία, χαρίζει τό χρέος, κόβει τά δεσμά τῆς ψυχῆς».

«—Πῶς ἐξομολογούσατε στίς φυλακές τοῦ Ἀιούντ, π. Δημήτριε [Μπεζάν];

—Πολύ εὔκολα. Τούς ἐξομολογοῦσα στό κελλί τους ἤ ἀπ’ τόν τοῖχο. Ἄν καθόμουν μέ τό στόμα στόν τοῖχο, μέ ἄκουγε πολύ καλά.

—Πῶς, ἐξομολογούσατε διά μέσου τοῦ τοίχου;

—Πρῶτα ἔβαζα ἐγώ τό αὐτί στόν τοῖχο κι ἄκουγα τήν ἐξομολόγησι τῶν ἁμαρτιῶν. Μετά ἔβαζαν αὐτοί τό αὐτί στόν τοῖχο καί τούς ἔδινα συμβουλές.

—Τή συγχωρητική εὐχή πῶς τή διαβάζατε;

—Πάλι μέσω τοῦ τοίχου. Μόνο σ’ αὐτούς πού ἦταν στό κελλί μου, ἔκανα τήν κανονική ἐξομολόγησι.

—Ἐξομολογήσατε πολλούς διά μέσου τοῦ τοίχου;

—Ἑκατοντάδες».

«Προτοῦ νά βρεθῆ τό φάρμακο γιά τούς χανσενικούς (πρώην λεπρούς), δέν ὑπῆρχε ἄνθρωπος νά χαρίση στούς δοκιμασμένους αὐτούς ἀνθρώπους τή θεραπεία. Ὅταν, ὅμως, ἀνακαλύφθηκε, πλῆθος ἰατρῶν τό χρησιμοποιεῖ. Καί κανένας πλέον χανσενικός δέν πήγαινε σέ πορτραῖτο τοῦ τοίχου ἤ ἔστω καί εἰκόνα, γιά νά κλάψη τή μοίρα του. Ὅλοι στούς ἰατρούς πηγαίνουν καί ζητοῦν τό φάρμακο τῆς θεραπείας. Ἀσφαλῶς τό φάρμακο δέν εἶναι δικό τους. Τό φάρμακο ἄλλος τό ἀνακάλυψε. Καί οἱ ἱερεῖς δέν προσφέρουν δικό τους φάρμακο γιά τή θεραπεία τῆς ψυχῆς. Ἄλλος τό ἔδωσε. Τό προσέφερε. Εἶναι ὁ Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλά τό φάρμακο Ἐκείνου οἱ ἱερεῖς ἐντέλλονται νά τό μεταδίδουν μέσα στούς αἰῶνες σ’ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς».

Ὁ Δ. Παναγόπουλος ἔλεγε σέ κήρυγμά του: «Θά προσέλθουμε στόν ἐντεταλμένο· τόν ἱερωμένο, τόν ἁμαρτωλό ἔστω ἱερέα… Θυμᾶσθε τούς δέκα λεπρούς; Παρότι Αὐτός ἦταν ὁ Νομοθέτης, ἐντούτοις στούς ἱερεῖς τούς ἀπέστειλε γιά νά λάβουν τό χαρτί τῆς ἐλευθεροεπικοινωνίας, λέγοντας· “Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτούς τοῖς ἱερεῦσι”(Λκ 17, 14). Μά, σύ Κύριε, δέν ἔχεις τούς ἱερεῖς; Ναί ἐγώ τούς ἔχω, ἀλλά σ᾽ αὐτούς θά πᾶτε. Καί ὄχι νά ἐρευνήσετε γιά καλούς, γιατί ἐγώ μέ ὅλους ἐνεργῶ».

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ

«Πιστοποιητικό ἁγιότητος»

—Πάτερ μου, δέν ἔχω τίποτε.

—Ἐγώ εἶμαι παπᾶς καί κάθε φορά κατά τήν ὁποία ἐξομολογοῦμαι ἔχω νά πῶ ἁμαρτίες. Κι ἐσεῖς ἔχετε νά ᾽ρθῆτε ἕξι μῆνες καί μοῦ λέτε ὅτι δέν ἔχετε τίποτε; Δέν θυμώνετε π.χ. καμμιά φορά;

—Αἴ, καμμιά φορά…

—Τότε γιατί δέν τό λέτε;

Αὐτός εἶναι συνηθισμένος διάλογος στά ἐξομολογητήρια. Σέ κάποιον, μάλιστα, ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶπε: «Νά βγάλω τό πετραχήλι νά τό φορέσετε νά ἐξομολογηθῶ ἐγώ!».

«Ἐπειδή δέν μᾶς συνέλαβε ὁ ἀστυνόμος σημαίνει ὅτι εἴμασθε ἐντάξει; Ἐπειδή εἴμασθε ἔξυπνοι καί καλύπτουμε τή βρωμιά μας, πάει νά πῆ πώς εἴμασθε στό σωστό δρόμο;».

Τά ἀπορρίμματα

«Δέν ὑπάρχει πιό πικρό πρᾶγμα γιά τόν Κύριο ἀπό τό νά μή δίνη ὁ ἄνθρωπος τίς ἁμαρτίες του ἔναντι αὐτῶν τά ὁποῖα ἔκανε Αὐτός γι᾽ αὐτόν. Δέν τοῦ ζητᾶ τά χρήματά του, οὔτε τή σύζυγο ἤ τό σύζυγο, οὔτε τό παιδί του, οὔτε τήν ἐργασία του. Αὐτά τοῦ τά ἔδωσε Αὐτός καί τοῦ ζητᾶ ἁμαρτίες, ζητᾶ ράκη, ἀκαθαρσίες! Καί ὁ ἄνθρωπος δέν τίς δίνει…

Βγάζει ἡ κυρία καί ὁ κύριος τό δοχεῖο ἀπορριμμάτων νά τό πάρη τό αὐτοκίνητο τοῦ Δήμου, ἀλλά δέν δίνουν τά “ἀπορρίμματα” τῆς ψυχῆς τους· αὐτά τά κρατοῦν καί προσφέρουν τό δοχεῖο μόνο», πᾶνε δηλ. καί ἐκκλησιάζονται ἀνεξομολόγητοι.

Καλά ἔργα

Ὁ διάβολος ξεγελᾶ τούς ἀνθρώπους «ἐπί τόσα χρόνια ὅτι τακτοποιοῦνται οἱ ἁμαρτίες τους μέ τά καλά τους ἔργα. Δέν γνώριζαν οἱ ἄνθρωποι ὅτι οἱ ἁμαρτίες δέν πληρώνονται ἀλλά χαρίζονται. Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει στό ἐνεργητικό του ὅλα τά καλά ἔργα ἀπό Ἄβελ τοῦ δικαίου μέχρι τοῦ τελευταίου δικαίου τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, οὔτε μία ἁμαρτία δέν μπορεῖ νά ἐξαλείψη».

Κόψιμο τῆς ἁμαρτίας

«Ἀκοῦμε νά λένε ὁρισμένοι: “Τό ἔκοψα αὐτό. Δέν τό ξανακάνω. Τί ἀνάγκη ἔχω ἐξομολογήσεως;”. Μά τό ὅτι σταμάτησες ἕνα ἁμάρτημα σημαίνει ὅτι ἔπαυσες νά χρεώνης καί ὄχι ὅτι ἄρχισες νά ἐξοφλῆς. Συμφωνῶ καί καταλαβαίνω τήν ἀπόφασί σου νά μήν τό ξανακάνης, ἀλλά ποιός θά ἐξοφλήση τἰς πεπραγμένες σου ἁμαρτίες, γιά τίς ὁποῖες εἶσαι χρεωμένος; Ἡ σωστή μέθοδος τακτοποιήσεως λογαριασμῶν εἶναι νά ἐξοφλήσω ὅ,τι χρωστῶ».

«Κι ἄν ἐγκαταλείψουμε τόν πρότερο βίο, πάντως ἔχουμε ἀνάγκη τῆς ἐξομολογήσεως, διότι ἄν καί παύσαμε νά δανειζόμασθε, ὅμως, ὀφείλουμε τό προηγούμενο χρέος».

Μικρές ἁμαρτίες

«Ἐκεῖνοι πού παραμελοῦν τά πνευματικά τους καθήκοντα ἀδικαιολόγητα καί ἀδιαφοροῦν γιά τίς μικρές τους ἁμαρτίες, πολύ γρήγορα θά σωριασθοῦν, σάν τά δέντρα πού γκρεμίζονται ξαφνικά ἀπό τά πολλά σκουλήκια καί ὄχι ἀπό τό ἕνα τσεκούρι».

«Πλῆθος τά μικρά λάθη! Τί λέτε; Δέν θά γίνουν χιονοστιβάδα ἐναντίον μας; Δέν θά μᾶς πλακώσουν; Τί θά διαφέρη, ἄν πέση ἐπάνω σου ἕνα βουνό μολύβι ἤ ἕνα βουνό ἄμμος! Βέβαια τό μολύβι θά εἶναι μιά ἑνιαία μάζα. Ἀντίθετα ἡ ἄμμος θά εἶναι ἕνας σωρός πολύ μικροί κόκκοι. Μά καί οἱ μικροί αὐτοί κόκκοι, ὅταν “χυθοῦν” ἐπάνω σου, θά σέ συνθλίψουν. Ἐξίσου μέ τό σωρό τό μολύβι».

«—Αὐτές εἶναι

μικρές ἁμαρτίες·

τήν καρδιά

δέν τήν προσβάλλουν.

—Σκέψου ὅμως

καί τίς πηγές τῶν ποταμῶν

ποῦ ἐκβάλλουν».

Ἀναβλητικότητα

«Τί ὠφελεῖ νά ἀργῆς τόσο καιρό τήν Ἐξομολόγησι, ἤ νά ξεμακρύνης ἀπό τήν Ἁγία Κοινωνία; Καθάρισε τόν ἑαυτό σου τό γρηγορότερο, φτύσε γρήγορα τό φαρμάκι, καί βιάσου νά λάβης τό γιατρικό»(ΕΜ, 462).

Ἡ ἀναβολή τῆς ἐξομολογήσεως γιά τά γηρατειά εἶναι κάτι ἀνόητο· σάν τό φυλακισμένο πού παρότι ἔχει δυνατότητα νά ὑπογράψη αἴτησι ἀποφυλακίσεως, λέει: «ἀργότερα· ἄς μείνω λίγο στό κελλί», ἤ σάν τόν ἄρρωστο πού ἔχει δίπλα του τό φάρμακο καί λέει: «ἀργότερα!».

«Ἐκεῖνος πού ἀναβάλλει τήν ἐξομολόγησί του, γιά ὅταν πιά θά ἔχη γεράσει, μοιάζει μέ ἀθλητή, πού θέλει νά τρέξη ἕνα μακρύ δρόμο, χωρίς νά πάρη ἀνάσα!».

Ἱκανοποίησι παθῶν

«Ἕνα παιδί, ἀναφέρει ἕνας μύθος, ἔχωσε τό χέρι του σ᾽ ἕνα σταμνί γεμᾶτο φουντούκια κι ἔπιασε ὅσα χωροῦσε ἡ φούκτα του. Ὅταν ὅμως, δοκίμασε νά τό βγάλη δέν μπόρεσε, γιατί ὁ λαιμός τοῦ σταμνιοῦ ἦταν στενός. Τί νά κάνη τό παιδί, ἄρχισε νά κλαίη καί νά κτυπιέται, γιατί ἤθελε καί τό χέρι του νά βγάλη καί τά φουντούκια νά πάρη.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει μέ πολλούς ἀνθρώπους. Θέλουν καί τά πάθη τους νά ἱκανοποιοῦν καί μέ τό Θεό νά τά ᾽χουν καλά».

Δέν ὑπάρχουν ἁμαρτίες!

«Μποροῦμε νά μιλᾶμε ἀκόμα γιά “ἁμαρτίες” στόν αἰῶνα στόν ὁποῖο ζοῦμε;…

Ἄν ἕνας ἄρρωστος ἔσπαζε τό θερμόμετρο, θά ἦταν αὐτό ἀπόδειξι ὅτι δέν ἔχει πυρετό; Ἄν ἕνας κλέπτης ἔλεγε ὅτι δέν πιστεύει ὅσα εἶναι γραμμένα στά νομικά βιβλία, θά τόν ἔκανε αὐτό ἀθῶο ἀπό ἔγκλημα; Παρόμοια, τό γεγονός ὅτι πολλοί ἄνθρωποι δέν πιστεύουν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νά ζοῦν σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν θέτει τέρμα στήν ἁμαρτία».

Ἥσυχη συνείδησι

«—Μά, λένε, δέν νοιώθουμε πώς κάνουμε κακό. Ἔχουμε ἥσυχη τή συνείδησί μας.

Ἀλλ᾽ ἔχουν πράγματι ἥσυχη τή συνείδησί τους, ἤ προσπαθοῦν νά τήν καθησυχάσουν;

Ἡσυχία βασιλεύει στό νεκροταφεῖο, ἡσυχία βασιλεύει καί στήν ἐξοχή!».

ΔΙΑΦΟΡΑ

«Πέτρος δέ ἔφη πρός αὐτούς· μετανοήσατε, καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καί λήψεσθε τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»(Πρξ 2, 38). Τό «βαπτισθήτω» δέν σημαίνει αὐτοβαπτισμό, ἀφοῦ: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες [ἐσεῖς] αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»(Μθ 28, 19)· τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ἐξομολόγησι («μετανοήσατε»).

«Τά ἐλαττώματα μοιάζουν μέ τούς προβολεῖς τῶν αὐτοκινήτων, μόνο τῶν ἄλλων μᾶς ἐνοχλοῦν, τά δικά μας, μᾶς βολεύουν».

«Ὁ Θεός ὁπού ἔταξε τή συγχώρησι στούς μετανοοῦντες, δέν ἔταξε τό αὔριο στούς ἁμαρτωλούς».

«Μερικοί λένε: Γιατί νά ἐξομολογούμασθε σέ πνευματικό πατέρα; Ἐξομολογούμασθε ἀπ’ εὐθείας στό Θεό ἤ σέ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Λάθος ἡ ἀντίληψι αὐτή. Πρός τί ἡ ἐξομολόγησι στό Θεό; Μήπως ἡ Θεός ἀγνοεῖ τά ἁμαρτήματά μας καί πρέπει νά Τοῦ τά κάνουμε γνωστά; Ἀλλά ὁ Θεός γνωρίζει τά ἁμαρτήματά μας, προτοῦ ἀκόμη τά πράξουμε. Πρός τί, ἐπίσης, ἡ ἐξαγόρευσι τῶν ἁμαρτημάτων μας στήν εἰκόνα; Εἶναι σάν νά ἐκθέτη ὁ ἀσθενής τά τῆς ἀσθενείας του ὄχι στόν ἰατρό, ἀλλά στή φωτογραφία τοῦ ἰατροῦ! Προσευχόμενοι αἰσθανόμασθε ψυχολογικά τήν ἀνάγκη νά ἀναφέρουμε στό Θεό τά ἁμαρτήματά μας, ἀλλά μέ τοῦτο δέν καταργοῦμε τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, τό ὁποῖο ὅρισε ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός.

Ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐξουσία τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σέ ἀνθρώπους, στούς Ἀποστόλους, καί δι’ αὐτῶν στούς ἐπισκόπους καί στούς πρεσβυτέρους. Ἔπραξε δέ τοῦτο καί γιά ἄλλους λόγους, ἀλλά καί γιά νά ταπεινώνεται ὁ ἐγωϊσμός μας μέ τήν ἐξαγόρευσι τῶν ἁμαρτιῶν μας ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ πατρός. Ἁμαρτάνουμε ἀπό ἐγωϊσμό, καί θά σωθοῦμε ἀπό ταπείνωσι. Τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως εἶναι κατ’ ἐξοχήν μυστήριο ταπεινώσεως».

• Ἀναλυτικότερα, μέ λόγια τοῦ π. Ἐπιφανίου: «Εἶναι πολύ φιλάνθρωπο τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁ Θεός θά μποροῦσε, σύμφωνα μέ τό νόμο τῆς δικαιοσύνης, νά πῆ: “Θά σέ συγχωρήσω ὑπό ἕνα ὅρο. Θά βγῆς στό μπαλκόνι καί θά κάνης ἐξομολόγησι, δημοσίᾳ, καί θά πῆς ποιός εἶσαι”. Καί αὐτό λέει, θά ἦταν ἀπαίτησι δικαιοσύνης ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ. Γιατί θά ἦταν ἀπαίτησι δικαιοσύνης; Διότι δέν εἶναι ὀρθόν νά παραπλανοῦμε τούς ἄλλους ἀνθρώπους στή γνώμη τήν ὁποία ἔχουν αὐτοί γιά ᾽μᾶς. ᾽Εμεῖς νά εἴμασθε κλέφτες καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά μᾶς νομίζουν ἐντιμότατους. ᾽Εμεῖς νά εἴμασθε καταχραστές καί οἱ ἄλλοι νά λένε: “Ἄ, αὐτός εἶναι ἄψογος”. ᾽Εμεῖς νά εἴμασθε πόρνοι καί μοιχοί καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά λένε: “Ἄ, αὐτός ἔχει ἀδαμάντινο ἦθος”. Εἶναι δίκαιο νά παραπλανοῦμε τούς ἀνθρώπους στήν ἐντύπωσι, στήν ἰδέα, στήν εἰκόνα, τήν ὁποία ἔχουν αὐτοί γιά ᾽μᾶς; Δέν εἶναι δίκαιο. Θά ἔλεγε, λοιπόν, ὁ Θεός, νά σοῦ δώσω τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἀλλά νά βγάλης τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν ἄγνοια γιά τό ποιός εἶσαι. Νά τούς τό πῆς νά καταλάβουν ποιός εἶσαι. Καί ἐγώ μετά θά σοῦ δώσω τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν σου. Δέν τό κάνει, λέει, αὐτό ὁ Θεός. Δέν πειράζει, λέει, δέχομαι νά ἀπατῶνται οἱ ἄνθρωποι στήν ἰδέα, τήν ὁποία ἔχουν γιά σένα. ῞Ενα καί μοναδικό ἄνθρωπο ζητῶ νά βγάλης ἀπό τήν πλάνη γιά σένα. Σέ ἕναν μόνο ἄνθρωπο, ζητῶ νά ἀποκαλύψης τόν πραγματικό ἑαυτό σου· στόν ἱερέα. Ἀλλά καί ἀπό αὐτόν ἀπαιτῶ σιωπή μέχρι τοῦ τάφου. Τοῦ ἀπαγορεύω νά μιλήση. Εἶναι τό ἀπόρρητο τῆς ἐξομολογήσεως. Δέν τοῦ ἐπιτρέπω νά πῆ ποτέ τί ξέρει ἀπό τήν ἐξομολόγησι. Ὅπως ξέρετε, ἀκόμη καί στό δικαστήριο, ἄν κάποιος κληρικός κληθῆ νά καταθέση γιά ὁποιοδήποτε ἀδίκημα, ἀκόμη καί γιά φόνο, καί πῆ, “δέν μπορῶ νά καταθέσω, γιατί ὁ,τιδήποτε γνωρίζω προέρχεται ἀπό τήν ἄσκησι τοῦ ἔργου μου ὡς ἐξομολόγου”, ἀπαλλάσσεται ἀπό τήν ὑποχρέωσι νά καταθέση. Καί ὁ νόμος στέκεται προσοχή μπροστά στό ἀπόρρητο τῆς ἐξομολογήσεως».

«Κορόιδευε ἕνας ἄθεος ἕνα ἱεροκήρυκα μιά μέρα, λέγοντάς του:

—Μᾶς μιλᾶτε κάθε τόσο γιά φορτίο ἁμαρτιῶν καί τά παρόμοια. Πιστέψτε με, ὅμως, ὅτι προσωπικά δέν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Ἀλήθεια, πόσο ζυγίζει ἡ ἁμαρτία;

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πολύ ψύχραιμα, ἀπάντησε τότε:

—Δέν μοῦ λέτε, ἄν βάλετε πάνω σ’ ἕνα νεκρό μιά πέτρα ἑκατό κιλῶν, θά τή νοιώση;

—Ὄχι, ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ ἄθεος, γιατί εἶναι νεκρός.

—Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ σᾶς, κατέληξε ὁ ἱεροκήρυκας. Ἔξω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι “νεκρός στίς παραβάσεις καί τά παραπτώματα”(Ἐφ 2, 1). Γι’ αὐτό δέν νοιώθετε τό βάρος τῆς ἁμαρτίας».

Συμβαίνει, ἀκόμα, τό ἑξῆς: Ἐνῶ τό στομάχι διαμαρτύρεται ὅταν πεινᾶ καί ζητᾶ τροφές, τήν ψυχή μας, ἐπειδή τήν παραπλανᾶ ὁ Σατανᾶς καί τήν ταΐζει μέ δικές του τροφές (ἀναισθησία, ἱκανοποίησι κττ), πρέπει στήν ἀρχή νά τήν ταΐζουμε μέ τό ζόρι μέ τή Χάρι τῶν Μυστηρίων Ἐξομολογήσεως καί θ. Κοινωνίας. Ἐπίσης, πολλές φορές οἱ ἄλλοι ξέρουν τήν ἀρρώστεια μας, ἐνῶ ἐμεῖς ἔχουμε ψευδαίσθησι ὅτι εἴμασθε καλά. Ἔτσι καί μέ τήν ἁμαρτία: ἔχουμε τήν ψευδαίσθησι ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες ἤ ὅτι αὐτές σβήνουν χωρίς ἐξομολόγησι. Ἐπιπλέον, ὅταν ἔχουμε ζαλάδα δέν θέλουμε νά φᾶμε. Παραταῦτα πιέζουμε τόν ἑαυτό μας νά φάη. Τό ἴδιο νά κάνουμε καί μέ τήν ψυχή μας.

CRESCENDO: ΕΠΙΦ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

«Διδάσκει ἡ Γραφή τό “ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί αὐτός σέ διαθρέψει”(Ψ 54, 23). Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός θά διαθρέψη ἐμᾶς ἀπευθείας (δηλ. μέ βροχή τροφῶν) καί ὄχι μέσῳ ἄλλων ἀνθρώπων; Ἄν αὐτό σημαίνη, τότε ὄντως καί τά ἀνωτέρω χωρία [Ψ 31, 5 καί Α´ Ἰω 1, 9, τά ὁποῖα ἐπικαλοῦνται οἱ προτεστάντες] θά σημαίνουν ἀναγκαίως, ὅτι ὁ Θεός θά συγχωρήση τίς ἁμαρτίες μας ἀπευθείας καί ὄχι μέσῳ ἄλλων ἀνθρώπων (Ἱερέων)».

«Οἱ Ἀπόστολοι, κ. Μ., βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος (Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος Ἁγίου), ἤ μόνο στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ; Ἀσφαλῶς θά μοῦ ἀπαντήσετε, ὅτι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, διότι ἔτσι διετάχθηκαν ἀπ’ τόν Κύριο κατά τό Μθ 28, 19. Δέν ὑπάρχει, ὅμως, κ. Μ., οὔτε μία περίπτωσι πού νά μαρτυρῆ ρητῶς ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος. Ἀντιθέτως, ὑπάρχουν πολλά χωρία πού λένε ὅτι βάπτιζαν μόνο στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἰδού αὐτά: α´) “Μετανοήσατε καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ” παραγγέλλει στούς Ἰουδαίους ὁ Ἀπ. Πέτρος (Πρξ 2, 38). β´) “… μόνον δέ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ(Πρξ 8, 16). γ´) “… ἀκούσαντες δέ ἐβαπτίσθησαν εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ”(Πρξ 19, 5). δ´) “… ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν…”(Ρμ 6, 3). ε´) “Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε”(Γαλ 3, 27). Λοιπόν, σέ τί βάπτιζαν οἱ Ἀπόστολοι; Στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, ἤ στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ; —Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θά μοῦ πῆτε: “Τή φράσι ‘εἰς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ’, τήν ὁποία ἀναφέρουν τά ρηθέντα χωρία, πρέπει νά τήν ἐκλάβουμε ὅτι δηλώνει ἁπλῶς τό Χριστιανικό Βάπτισμα (κατ’ ἀντίθεσι πρός τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου) καί ὄχι ὅτι καθορίζει τό κατά τή στιγμή τῆς βαπτίσεως ἀπαγγελόμενο Ὄνομα. Κατά τή στιγμή ἐκείνη θά ἀπαγγέλλονταν ἀναμφισβήτητα καί τά Τρία Ὄνόματα, ἐφόσον οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου εἶναι σαφέστατοι: ῾.. βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος᾽(Μθ 28, 19). Οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι ἐπαρκέστατη ἀπόδειξι, ὅτι τό Χριστιανικό Βάπτισμα ἐτελεῖτο στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος!” —Ὀρθότατα ὅλα αὐτά, κ. Μ.! Ὅ,τι, ὅμως, κάνετε ἐσεῖς προκειμένου περί τοῦ Βαπτίσματος, ἐμεῖς κάνουμε ὄχι μόνο περί τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά καί περί τῆς ἐξουσίας γιά τήν ἄφεσι ἁμαρτιῶν. Δηλαδή: Ὅπως ἐσεῖς θεωρεῖτε τούς λόγους τοῦ Κυρίου (“… βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”) ὡς ἐπαρκῆ ἀπόδειξι ὅτι οἱ Ἀπόστολοι βάπτιζαν στό Ὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος, ἄν καί ὄχι μόνο δέν ἔχετε συγκεκριμένες περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἀλλά μᾶλλον ἔχετε συγκεκριμένες περιπτώσεις ἀντιτιθέμενες ἐκ πρώτης ὄψεως στήν ἐφαρμογή τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἔτσι καί ἐμεῖς θεωροῦμε τούς λόγους τοῦ Κυρίου “Ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς” ὡς ἐπαρκῆ ἀπόδειξι ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, ἄν καί δέν ἔχουμε στήν Κ. Διαθήκη συγκεκριμένες περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Σ’ αὐτό, μάλιστα, τό ζήτημα, ἄν δέν ἔχουμε περιπτώσεις τέτοιες, περιπτώσεις ἐφαρμογῆς δηλαδή, δέν ἔχουμε, ὅμως, καί περιπτώσεις ρητῆς ἀντιθέσεως, ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως ἔχουμε στό ζήτημα τοῦ Βαπτίσματος. Ἄν, λοιπόν, ἐκεῖ συμβιβάζουμε τόσο εὐχερῶς τά πράγματα καί δέν ἐπιχειροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε μεταφορικῶς τούς λόγους τοῦ Κυρίου, πόσο μᾶλλον πρέπει αὐτό νά συμβῆ ἐδῶ, στήν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν; Ἄν, δηλαδή, τούς λόγους τοῦ Κυρίου περί Βαπτίσματος ἐκλαμβάνουμε μέ ἀκέραια κυριολεξία καί οὔτε ζητᾶμε πρός βεβαίωσί τους συγκεκριμένες περιπτώσεις πού νά συμφωνοῦν μέ αὐτούς, οὔτε ἐπηρεαζόμασθε κατ’ αὐτῶν ἀπό περιπτώσεις πού διαφωνοῦν ρητά ἐκ πρώτης ὄψεως πρός αὐτούς, γιατί δέν πρέπει νά ἐκλάβουμε μέ ἀκέραια κυριολεξία καί τούς λόγους περί ἀφέσεως ἁμαρτιῶν τοῦ Κυρίου (ἐφόσον εἶναι σαφέστατοι), ἀλλά ζητᾶμε πρός βεβαίωσί τους συγκεκριμένες περιπτώσεις πού συμφωνοῦν μέ αὐτούς, εἴμασθε δέ ἕτοιμοι νά ἐπηρεασθοῦμε ἰσχυρότατα κατ’ αὐτῶν, ἄν τυχόν βροῦμε κάποια περίπτωσι ἔστω καί κατά χιλιοστό διαφωνοῦσα ἐκ πρώτης ὄψεως πρός αὐτούς; Δέν εἶναι αὐτό κλασσικό ὑπόδειγμα προκαταλήψεως;».

«Ἄς ὑποτεθῆ, εἶπα σέ κάποιο αἱρετικό συζητητή, ὅτι, ἄν ὁ Σίμων μετανοοῦσε ἀμέσως καί βαθειά, ὁ Πέτρος θά ἔλεγε: “Σίμων, συγχωρεῖ σοι ὁ Χριστός τό ἁμάρτημα”. (Καί ἀσφαλῶς ἔτσι θά μιλοῦσε, ἄν μετανοοῦσε ὁ Σίμων.) Τί θά ἔλεγες τότε; Θά ἔλεγα, ἀπάντησε, ὅ,τι λέω καί τώρα, δηλαδή, ὅτι κανείς πλήν τοῦ Χριστοῦ δέν συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Μόνο ἄν ὁ Πέτρος ἔλεγε: “Σίμων, συγχωρῶ σοι τό ἁμάρτημα”, θά ἄλλαζα γνώμη καί θά πίστευα ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε λάβει ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν. Πολύ καλά!, ἀνέκραξα. Ἀλλά καί πρός τόν παραλυτικό Αἰνέα ὁ Πέτρος δέν εἶπε: “Αἰνέα, ἰῶμαί σε”, ἀλλά εἶπε: “Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός”!(Πρξ 9, 34). Συνεπῶς, ὀφείλεις ἀπ’ αὐτό νά συμπεράνης, ὅτι μόνο ὁ Χριστός θεραπεύει ἀσθένειες καί ὅτι ὁ Πέτρος δέν εἶχε λάβει ἀπ᾽ Αὐτόν τέτοια ἐξουσία!… Ὁπότε καλό εἶναι νά ἐφεύρης κάποια μεταφορική ἑρμηνεία γιά τό χωρίο Μθ 10, 8 (“ἀσθενοῦντας θεραπεύετε”), ὅπως ἐφεῦρες καί γιά τό χωρίο Ἰω 20, 23 (“ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς”)!…».

«Ὥστε τό “ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν”(Μθ 6, 12) σημαίνει “τήν ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό συγχώρησι τοῦ ἁμαρτωλοῦ” καί ἀποκλείει μεσάζοντες; Τότε, ὅμως, καί τό ἀμέσως προηγούμενο ἐδάφιο τῆς Κυριακῆς προσευχῆς “τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον” πρέπει, ἀναπόφευκτα, νά σημαίνη καί αὐτό τήν ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό χορήγησι τοῦ καθημερινοῦ μας ἄρτου καί νά ἀποκλείη μεσάζοντες! Ὅπως λέμε “ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα”, ἔτσι λέμε καί “τόν ἄρτον ἡμῶν δός”. Ἄν τό πρῶτο ἀποκλείη μεσάζοντες, πρέπει νά ἀποκλείη καί τό δεύτερο. Λαμβάνει, λοιπόν, ὁ κ. Μ. τόν “ἄρτον αὐτοῦ τόν ἐπιούσιον” ἀπευθείας ἀπ’ τό Θεό, χωρίς κανένα μεσάζοντα; Δηλαδή, γι’ αὐτόν “βρέχει ὁ Οὐρανός καρβέλια”, κατά τό δή λεγόμενο; Ἄν συμβαίνη αὐτό, τότε ὁμολογῶ ὅτι καί ἡ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν δέν εἶναι δυνατόν παρά νά παρέχεται ἀπευθείας ἀπ’ τόν Οὐρανό, χωρίς κανένα μεσάζοντα. Ἄν, ὅμως, ὁ Οὐρανός χορηγῆ τόν ἐπιούσιον ἄρτο στόν κ. Μ., ὅπως καί σέ μᾶς, ὄχι ἀπευθείας, ἀλλά μέσῳ ἄλλων (τοῦ πατρός κατά τήν παιδική ἡλικία, τοῦ ἐργοδότη σήμερα, τῶν τέκνων κατά τά γηρατειά κλπ.), γιατί ἀποκλείεται νά χορηγῆ καί τήν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν ὄχι ἀπευθείας, ἀλλά μέσῳ ἄλλων (τῶν Ἱερέων); Καί, μάλιστα, γιά τή χορήγησι τῆς ἀφέσεως χρησιμοποιεῖται μόνο ἕνας μεσάζων (ὁ Ἱερεύς), ἐνῶ γιά τήν παροχή τοῦ ἄρτου χρησιμοποιεῖται πλῆθος ἀναρίθμητο μεσαζόντων: Οἱ γονεῖς ἤ ὁ ἐργοδότης (φυσικό ἤ νομικό πρόσωπο ἤ τό ἴδιο τό κράτος) ἤ τά τέκνα. Αὐτοί, ὅμως, παρέχουν μόνο τά χρήματα γιά τήν ἀγορά τοῦ ἄρτου. Γιά τήν παρασκευή τοῦ ἄρτου πόσοι ἐργάζονται; Πόσοι δέ καί γιά τή σπορά, τήν καλλιέργεια καί τό θερισμό τοῦ σιταριοῦ; Ὅπως, λοιπόν, τό αἴτημα “δός τόν ἄρτον” ἱκανοποιεῖται ἀπ’ τό Θεό ὄχι ἀπευθείας (μέ βροχή ἕτοιμων ἄρτων, ὅπως ἄλλοτε ἔβρεξε τό μάννα), ἀλλά μέ μεσάζοντες, ἔτσι καί τό αἴτημα “ἄφες τά ὀφειλήματα” μπορεῖ ἄριστα νά ἱκανοποιῆται μέ μεσάζοντες».

«Ἐπειδή προσευχόμασθε γιά τήν ἄφεσι τῶν ὀφειλημάτων μας, ἕπεται ἀναγκαίως ὅτι ἡ προσευχή αὐτή τυγχάνει αὐτάρκης καί δέν ἀπαιτεῖται κανενός ἄλλου ὅρου ἡ ἐκπλήρωσι γιά τή λῆψι τῆς ἀφέσεως; Ἄν ναί, τότε καί ἡ προσευχή μας γιά τήν παροχή τοῦ “ἐπιουσίου ἄρτου” πρέπει ἀναγκαίως νά τυγχάνη αὐτάρκης καί νά μήν ἀπαιτῆται κανενός ἄλλου ὅρου ἡ ἐκπλήρωσι γιά τή λῆψι τοῦ ἄρτου. Δηλαδή, καταργεῖται ἡ ἐργασία».

«Ἤ θά προσεύχεται κάποιος πρός τό Θεό γιά τή χορήγησι τοῦ “ἐπιουσίου ἄρτου” ἤ θά ἐργάζεται. Πρέπει τό ἕνα νά ἀποκλείη τό ἄλλο. Ἤ θά παρακαλῶ τό Θεό γιά τόν ἄρτο μου καί δέν θά ἐργάζωμαι, ἀλλά θά τόν ἀναμένω ἀπ’ τόν Οὐρανό, ἤ θά ἐργάζωμαι μέν γιά τόν ἄρτο μου, ἀλλά δέν θά παρακαλῶ γιά τή χορήγησί του τό Θεό».

«Ὅπως ἡ προσευχή γιά τή χορήγησι τοῦ ἄρτου ἀποτελεῖ ἕνα μόνο ὅρο καί δέν ἀποκλείει καί ἄλλο ὅρο (τήν ἐργασία), ἔτσι καί ἡ προσευχή γιά τήν ἄφεσι ἁμαρτιῶν μπορεῖ (δέν λέω ὀφείλει) νά ἀποτελῆ ἕνα μόνο ὅρο καί νά μήν ἀποκλείη καί ἄλλον (τήν ἱερατική μεσολάβησι). Καί ὅπως θά διέπραττα ἐγώ λογικό σφάλμα, ἄν συνέλεγα Γραφικά καί Πατερικά χωρία πού συνιστοῦν τήν προσευχή γιά τή χορήγησι τοῦ ἄρτου* [ὑπ.: Ὅπως π.χ. τά χωρία “τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον”(Μθ 6, 11), “ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί αὐτός σε διαθρέψει”(Ψ 54, 23) κλπ..] καί ἐπιχειροῦσα μέ αὐτά νά ἀποδείξω ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι ἀπορριπτέα, ἔτσι καί ἐσεῖς διαπράττετε λογικό σφάλμα, ὅταν συλλέγετε χωρία πού συνιστοῦν τήν ἐξομολογητική προσευχή πρός τό Θεό καί μέ αὐτά ζητᾶτε νά ἀποδείξετε ὡς ἀπορριπτέα τήν ἱερατική μεσολάβησι. Γιά νά ἀποδείξω ἐγώ ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἐργασία, θά ὄφειλα νά βρῶ χωρία πού μιλοῦν ρητά γιά ἐργασία καί πού τήν ἀπαγορεύουν, καί ὄχι νά συμπεράνω αὐτό ἀπό χωρία πού μιλᾶνε περί προσευχῆς καί δέν λένε τίποτε (οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά), περί ἐργασίας. Ἔτσι καί ἐσεῖς: Γιά νά ἀποδείξετε ὅτι ἀποκλείεται ἡ ἄφεσι διά τοῦ Ἱερέως, ὀφείλετε νά βρῆτε χωρία πού τήν καταδικάζουν ρητά καί ὄχι νά τό συμπεραίνετε αὐτό ἀπό χωρία πού μιλᾶνε περί ἐξομολογητικῆς προσευχῆς ἐνώπιον μόνου τοῦ Θεοῦ καί δέν λένε τίποτε (οὔτε ὑπέρ, οὔτε κατά) περί ἱερατικῆς μεσολαβήσεως. Τότε μόνο οἱ ἀποδείξεις σας θά θεωρηθοῦν ἰσχυρές καί ἀναντίρρητες. Ἀλλιῶς, θά μοιάζουν λίγο ἤ πολύ πρός τό συλλογισμό “ράβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει!”».

«Κάποιοι ἀπ’ τούς αἱρετικούς καταλογίζουν σέ μᾶς ἀντίφασι, διότι, ἐνῶ διακηρύσσουμε ὅτι “μόνο ὁ Θεός ἔχει ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν”, ἐντούτοις πιστεύουμε ὅτι καί ἄλλοι ἔχουν τέτοια ἐξουσία (οἱ Ἱερεῖς). Ἀλλά ἡ φράσι “μόνος ἔχων ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας” δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση τήν ὕπαρξι καί ἄλλων προσώπων πού ἔχουν τέτοια ἐξουσία, ἀλλά ἁπλῶς σκοπεύει νά τονίση μία ἀλήθεια: ὅτι ὁ μέν Θεός ἔχει τήν ἐξουσία αὐτή ἀφ’ Ἑαυτοῦ, οἱ δέ Ἱερεῖς τήν ἔχουν ὄχι ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλά ἀπ’ τό Θεό. Ὁ μέν Θεός ἔχει τήν ἐξουσία ἐκ φύσεως, οἱ δέ Ἱερεῖς ἐκ παραχωρήσεως. Ἔτσι καί ἡ Γραφή πού λέει περί τοῦ Θεοῦ “ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν”(Α´ Τιμ 6, 16), δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση τήν ὕπαρξι καί ἄλλων ὄντων ἐχόντων ἀθανασία (ἐφόσον ἡ ἴδια διδάσκει ὅτι καί οἱ Ἄγγελοι εἶναι ἀθάνατοι καί οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων), ἀλλά ἁπλῶς σκοπεύει νά τονίση ὅτι ὁ μέν Θεός ἔχει ἀφ’ Ἑαυτοῦ τήν ἀθανασία, τά δέ ἄλλα ὄντα τήν ἔχουν αὐτή ὡς δῶρο ἀπ’ τό Θεό. Λέγουσα πάλι τόν Ἰσραήλ “λαόν σοφόν καί ἐπιστήμονα”(Δευτ 4, 6) καί τόν Δαυΐδ “ἄνδρα συνετόν καί πολεμιστήν καί σοφόν λόγῳ”(Α´ Βασ 16, 18) καί τόν Ἰωναδάβ “ἄνδρα σοφόν σφόδρα”(Β´ Βασ 13, 3) καί τό Σολομῶντα “υἱόν σοφόν καί ἐπιστάμενον ἐπιστήμην καί σύνεσιν”(Β´ Πρλ 2, 12) καί τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ “προφήτας καί σοφούς καί γραμματεῖς”(Μθ 23, 34) κλπ., δέν ἀντιφάσκει πρός ἑαυτήν οὔτε ἀναιρεῖ τή διακήρυξί της περί Θεοῦ, τόν Ὁποῖο ὀνομάζει “μόνο σοφό”(Ρμ 16, 27· Α´ Τιμ 1, 17). Καί δέν ἀναιρεῖ τή διακήρυξί της αὐτή, διότι ὅταν ἀναγορεύη τό Θεό ὡς “μόνο σοφό” δέν σκοπεύει νά ἀποκλείση ἄλλα ὄντα κάτοχα σοφίας, ἀλλά σκοπεύει νά τονίση ὅτι ὁ μέν Θεός εἶναιἀπολύτως καί ἀφ’ Ἑαυτοῦ, δηλαδή κατά φύσιν, σοφός, τά δέ ἄλλα ὄντα εἶναι σοφά σχετικῶς καί κατά χάριν, δηλαδή, κατά δωρεάν Θεοῦ!».

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Μετάνοια: Τό ἀντικλείδι τοῦ Παραδείσου

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Σταμάτα Ἀττικῆς 2012

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)