Η τυφλή Ασπασία & η Καινή Διαθήκη – π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

http://havefaithorthodoxy.wordpress.com

HAVE FAITH – ORTHODOXY

Η τυφλή Ασπασία & η Καινή Διαθήκη

Διηγείται ο π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος:

Σε μια κωμόπολη της βορείου Ελλάδος ζούσε μια κοπέλα τυφλή, ονόματι Ασπασία. Ήταν ορφανή, πολύ φτωχή και εγκαταλελειμμένη από όλους γι’ αυτό και μεγάλωσε χωρίς να μπορέση να μάθη γράμματα.

Ήταν περίπου 18-20 ετών , όταν πέρασε κάποιος ιεροκήρυκας της μητροπολιτικής περιφερείας και την είδε, την πήρε μαζί του και την έβαλε στη Σχολή Τυφλών στη Θεσσαλονίκη κι έτσι έμαθε ανάγνωσι δια της αφής κατά το σύστημα των τυφλών. Εν συνεχεία, αφού έμαθε καλώς να διαβάζη, της χάρισε και μια Καινή Διαθήκη , γραμμένη στην ίδια γλώσσα, στη γλώσσα των τυφλών.

Άρχισε λοιπόν η κοπέλα να τη διαβάζη ψηλαφώντας τη με τα δάχτυλα. Κι όσο τη μελετούσε, τόσο και μάθαινε τι ήταν ο Χριστός και τι έκανε για αυτήν προσωπικά καθώς και για ολόκληρο τον κόσμο. Και όσο μάθαινε, τόσο γαλήνευε και τόσο ειρήνευε η ταραγμένη της καρδιά.

Ο πόνος από τα τόσα βασανιστικά χρόνια που πέρασε, μαλάκωσε μέσα από τη μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά γέμισε από χαρά και ειρήνη. Πλημμύρισε από ευτυχία. «Βρήκα τη χαρά, έλεγε. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της ψυχής μου κι αν λείπουν τα μάτια του σώματος, δεν με πειράζει. Με τα μάτια της ψυχής μπορώ να δω όλο τον κόσμο». Έβλεπε το φως του Θεού σε κάθε Θεία Λειτουργία και εχαίρετο. ( Εμείς που είμαστε «ανοιχτομάτηδες» το βλέπουμε αυτό το Φως;…).

Κάποτε όμως έπαθε μια φοβερή δερματική νόσο που επρόσβαλε ακόμη και τα χέρια της, τα οποία «κάηκαν» , με αποτέλεσμα να χάση από τα δάχτυλά της την αφή. Δεν μπορούσε πλέον να ψηλαφήση την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο ιερό βιβλίο.

Η λύπη της και ο πόνος της ήταν απερίγραπτος. Έκλαιγε μέρα-νύχτα. Είχε χάσει τη δυνατότητα να παίρνη δύναμι και χαρά μέσα από το άγιο Βιβλίο. Της είχε μείνει όμως η προσευχή. Διότι, όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, στη Σχολή τυφλών ένας Αγιορείτης μοναχός, της δίδαξε τον τρόπο πώς να λέγη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Έκανε λοιπόν πολλή προσευχή , για να δώση ο Ιησούς Χριστός μια καλή λύσι. Και ο Θεός απάντησε.

Μια μέρα πήρε με λαχτάρα το ιερό Βιβλίο , την Καινή Διαθήκη, και το έφερε στο στόμα της, για να ασπαστή τα γράμματά του, που αυτά τα γράμματα , μας μεταφέρουν τη σοφία του Θεού, τη λύτρωσι και τη σωτηρία. Και τότε ανακάλυψε κάτι παράξενο: κατάλαβε ότι μπορούσε να διαβάζη την γραφή των τυφλών με τα χείλη της! Και ξαναγέμισε η ζωή της χαρά, που της την έδινε πάλι η μελέτη του λόγου του Θεού. Και μέσα απ’ αυτή την παράδοξη μελέτη, ήλθε η δοξολογία, ήλθε η ευχαριστία, ήλθε η ζώσα προσευχή.

Μελετούσε και ύστερα έκανε προσευχή μετά δακρύων για όσους είχαν τα ίδια προβλήματα με σωματικές αναπηρίες και ασθένειες και ιδιαιτέρως προσευχή για όσους ήσαν τυφλοί στην ψυχή από την αμαρτία. Με την προσευχή της έβλεπε το θρόνο του Θεού και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για τους πτωχούς , τα ορφανά, τους ανέργους, τους αστέγους, για όλους τους ασθενείς. Για τους καλούς και τους κακούς, για τους αγαθούς και πονηρούς, για τους δικαίους και αδικουμένους, αλλά και για εκείνους που εξακολουθούν να αδικούν τον κόσμο… για τους άρχοντας και τους αρχομένους. Όλοι τους να φωτιστούν κι όλοι τους να δουν το Φως το αληθινό, τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου!

Κάποτε, αρρώστησε βαρειά. Εξομολογήθηκε για τελευταία φορά και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων. Και ζήτησε την Καινή Διαθήκη, είπε να την ανοίξουν και ανοιχτή να της την ακουμπήσουν στα χείλη της.
Άπλωσε τα χέρια της η Ασπασία και την κράτησε γερά, αλλά ξεψυχισμένα. Οι οικείοι της κατά Θεία Πρόνοια την άνοιξαν στο Α΄ κεφάλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Και επαναλαμβάνοντας συνεχώς το «Εν αρχή ην ο Λόγος ,και ο Λόγος ην προς τον Θεόν», πέταξε η ψυχούλα της ψηλά στον ουρανό, ενώ συγχρόνως πλημμύρισε το δωμάτιό της με άρρητη γλυκύτατη ευωδία. Είναι κι αυτή μια αφανής Αγία!…

Από το βιβλίο:

π. Στεφάνο Αναγνωστοπούλου

Οι Αναβαθμοί στην εν Χριστώ Πορεία

Εκδόσεις Ι. Γυναικείου Ησυχαστηρίου “Το Γενέθλιο της Θεοτόκου”, Σέργουλα Δωρίδος

Πειραιάς 2011

Advertisements

Video: Περί προσευχής – π. Νίκων Νεοσκητιώτης, Άγιο Όρος

http://orthodox-heart.blogspot.com

ORTHODOX HEART

LUCES.jpg

Περί προσευχής – π. Νίκων Νεοσκητιώτης, Άγιο Όρος

Η ταπεινή και θερμή προσευχή μιας απλής γυναίκας στην Παναγία – Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

http://holyvirginmary.wordpress.com

HOLY VIRGIN MARY, MOTHER OF GOD

Η ταπεινή και θερμή προσευχή μιας απλής γυναίκας στην Παναγία

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ἀρχιμ. Ἰωάννης Κωστώφ:

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας, ἄ, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι! Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Μέ μικρές παραλλαγές θά λέγαμε, πώς ἡ προσευχή αὐτῆς τῆς ἀνώνυμης γυναικούλας τοῦ πλήθους μοιάζει μ’ ἐκείνη τοῦ τσαγκάρη τῆς Αἰγύπτου, στόν ὁποῖο ἔστειλε ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τό Μέγα Ἀντώνιο γιά νά διδαχθῆ τήν ταπεινοφροσύνη».

Από το Βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ, Κομποσχοίνι: Πομπός Ἀσυρμάτου, ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (2108220542 – 6978461846), Σταμάτα  2012

Εμείς οι Χριστιανοί πολιορκούμε το Θεό με τις προσευχές μας – Τερτυλλιανός

http://havefaithorthodoxy.wordpress.com

HAVE FAITH – ORTHODOXY

Τερτυλλιανός: “Εμείς οι Χριστιανοί συναθροιζόμαστε στη Θεία Λατρεία σαν στρατός γιά νά πολιορκήσουμε τό Θεό με τις προσευχές μας”.

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET – ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ

Από το Βιβλίο:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί Λιμένες, εκδ. Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Σταμάτα 2016 (2108220542 – 6978461846)

Ευχή και πόλεμος του διαβόλου – π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

http://blackandwhiteorthodoxy.wordpress.com

BLACK & WHITE – ORTHODOXY

Glencoe-Scotland

Ευχή και πόλεμος του διαβόλου​

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Πηγή:

​https://paterstefanos.gr

ΠΑΤΕΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Όταν πολεμείται ο εν μετανοία αγωνιζόμενος Χριστιανός, αντιπαλεύει και αντιμάχεται στις προσβολές, που δέχεται από το διάβολο. Και όταν προσβάλλεται από τους λογισμούς, αντιστέκεται με το έργο της Ευχής, προφορικής και νοεράς. Όταν, πάλι, πολιορκείται από τις επιθέσεις των δαιμόνων, με οποιονδήποτε τρόπο, και ειδικότερα όταν βομβαρδίζεται μανιακώς μέσα του, εσωτερικά, και ταράσσεται για τον άλφα ή βήτα λόγο, επικαλείται σε Continue reading “Ευχή και πόλεμος του διαβόλου – π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος”

Η Προσευχή – Κομποσχοίνι: Πομπός Ασυρμάτου ╰⊰¸¸.•¨* Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

http://orthodoksa-istologia.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κομποσχοίνι: Πομπός Ἀσυρμάτου

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Σταμάτα  2012

http://www.truthtarget.gr – Ὧρες Ἐξομολόγησης

(2108220542 – 6978461846)

TRUTH TARGET

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

http://www.truthtarget.gr/books/29-pray.html

TRUTH TARGET – ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ

Ὁ Arthur Koestler, γνωστός συγγραφέας, ἔγραψε, τήν πιό ἐπιτυχημένη, νομίζω, σκέψι γιά τήν προσευχή: Ὁ Θεός «ξέχασε» νά βάλη τό ἀκουστικό στή θέσι του. Ἡ τηλεφωνική ἐγκατάστασι τοῦ οὐρανοῦ δέν καταρρέει ποτέ. Ὅποτε θέλει ὁ πιστός, ἀνοίγει τήν καρδιά καί τό στόμα του καί ὁ Θεός εἶναι στό ἄλλο ἄκρο τῆς γραμμῆς.

Γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Πάλευε συνεχῶς νά συγκεντρώνης τό νοῦ σου πού σκορπίζεται σέ ρεμβασμούς. Ὁ Θεός δέν ζητᾶ ἀπό τούς ὑποτακτικούς τοῦ Κοινοβίου (ὅπως ἀπό τούς ἡσυχαστές) προσευχή ἀρρέμβαστη. Γι᾽ αὐτό νά μήν ἀθυμῆς, ἐπειδή κλέπτεται ὁ νοῦς σου. Ἀντίθετα νά εὐθυμῆς πού πάντοτε τόν ἐπαναφέρεις. Ἄλλωστε, μόνο στούς ἀγγέλους παρατηρεῖται τό… νά μήν κλέπτεται ὁ νοῦς τους».

• Ἀκόμα: «Πολλές φορές ἐνῶ προσευχόμασθε μᾶς ἦλθαν ἀδελφοί. Καί ἀναγκαστικά θά κάνουμε ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ θά σταματήσουμε τήν προσευχή ἤ θά λυπήσουμε τόν ἀδελφό μας ἀφήνοντάς τον νά φύγη ἄπρακτος. (Σ᾽ αὐτή τήν περίπτωσι πρέπει νά σκεφθοῦμε, ὅτι) ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν προσευχή, διότι κατά κοινή ὁμολογία ἡ προσευχή εἶναι μία ἐπί μέρους ἀρετή, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τίς περικλείει ὅλες».

• Τέλος: «Νά μή λές, ὅτι ἄν καί προσευχήθηκες πολύ καιρό, δέν κατόρθωσες τίποτε, διότι ἤδη κάτι σπουδαῖο κατόρθωσες. Τί, ἀλήθεια, ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τήν προσκόλλησι στόν Κύριο καί ἀπό τή συνεχῆ παραμονή σ᾽ αὐτή τήν ἕνωσι;».

• Ἐπίσης: «Ἡ καμήλα γονατίζει τό βράδυ γιά νά τήν ξεφορτώσουν. Καί ξαναγονατίζει τό πρωΐ γιά νά δεχθῆ πάλι τό φορτίο στούς ὤμους της.

Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά γονατίζουμε πρωΐ καί βράδυ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ προσευχή. Πότε γιά νά ξαλαφρώσουμε ἀπ᾽ τό φορτίο μας τῶν ἀναγκῶν, τῶν πόνων καί τῶν θλίψεων καί πότε, γιά νά πάρουμε δυνάμεις γιά τό νέο φορτίο τῆς ἡμέρας».

Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τῆς καμήλας κι ἕνας σύγχρονος θεολόγος γράφει: «Ἀλλά καί ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ, τί ἄλλο εἶναι παρά μιά πορεία μέσα στήν ἔρημο τοῦ κόσμου! Ὁ καυστικός ἥλιος, οἱ ἀμμοθύελλες μαζύ μέ τήν ἔλλειψι τοῦ νεροῦ, κάνουν τήν πορεία κουραστική. Κι ὁ χριστιανός, ὁ ἀποδημητής τούτης τῆς ζωῆς, προχωρεῖ μέ σκοπό νά φθάση στήν οὐράνια Σιών.

Ἔχει ἕνα φορτίο κάθε μέρα νά μεταφέρη. Κάποιο σταυρό διωγμοῦ καί δοκιμασίας, ἕνα ἀγῶνα ἀπελευθερώσεως ἀπό κάποιο πειρασμό ἤ ἀδυναμία, τή συνέχισι κι ὁλοκλήρωσι κάποιου ἔργου τό ὁποῖο ὁ Κύριος τοῦ ἀνέθεσε.

Πρέπει, λοιπόν, κι αὐτός κάθε πρωΐ καί κάθε βράδυ νά γονατίζη. Τό πρωΐ γιά νά ἐπικαλεσθῆ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πού θά τόν ἱκανώση νά βαστάξη τό ὁποιοδήποτε φορτίο τῆς ἡμέρας. Τό βράδυ γιά νά εὐχαριστήση τό Θεό, ζητώντας Του ταυτόχρονα συγγνώμη γιά κάποιο του σφάλμα ἤ ὀλιγωρία, τά ὁποῖα ἔδειξε στή διάρκεια τῆς ἡμέρας.

“Ἑσπέρας καί πρωΐ καί μεσημβρίας διηγήσομαι καί ἀπαγγελῶ, καί εἰσακούσεται τῆς φωνῆς μου”(Ψ 54, 18), γράφει ὁ Δαυΐδ».

«Εἴτε ἡσυχάζεις, εἴτε περπατᾶς, εἴτε ἐργάζεσαι, εἴτε τρῶς, εἴτε κάνεις κάτι ἄλλο, ἀκόμη καί αὐτή τή σωματική σου ἀνάγκη, ἔστω καί ἄν εἶσαι στραμμένος πρός τήν ἀνατολή ἤ πρός τή δύσι, νά μήν παραλείψης νά προσεύχεσαι. Διότι μᾶς παρήγγειλε ὁ Ἀπόστολος νά προσευχώμασθε ἀδιάλειπτα καί σέ κάθε τόπο. Καί ἀλλοῦ ἔχει γραφῆ: “Ἑτοιμάσθε δρόμους σ᾽ Εκεῖνον, ὁ Ὁποῖος σάν σέ ἅρμα καθισμένος, προχωρεῖ πρός δυσμάς, Κύριος εἶναι τό ὄνομά Του”(Ψ 67, 5). Πρᾶγμα πού δείχνει ὅτι “πανταχοῦ” βρίσκεται ὁ Θεός. Καί ὅταν ἀκόμη εἶναι τό κεφάλι σου καλυμμένο, νά μήν ἀφήνης τήν εὐχή. Ἐκεῖνο μόνο νά προσέχης· νά μήν τό κάνης ἀπό καταφρόνησι καί συνήθεια».

«Ὁ Πατέρας μας ὁ Οὐράνιος, ἄν καί γνωρίζη ὅσα ἔχουμε ἀνάγκη, πρίν νά Τοῦ τά ζητήσουμε —γιατί δέν εἶπε “μή ζητήσετε τίποτε, ἐφόσον ξέρω τί θέλετε, προτοῦ νά τά ζητήσετε”— μᾶς παρήγγειλε νά λέμε: “Ζητεῖσθε καί θά λάβετε”(Ἰω 16, 24) καί τά λοιπά».

Γράφει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Μέγας:

«Τί τό θαυμαστό ἐάν, ὅταν παρακαλοῦμε, εἰσακουώμασθε βραδέως ἀπό τόν Κύριο, ἐφόσον ὅταν δίνη ἐντολές ὁ Κύριος ὑπακούουμε εἴτε βραδέως, εἴτε καί καθόλου;».

Συμβουλεύει ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: «Ἐσεῖς παραβρίσκεσθε στίς Παρακλήσεις; Συμμετέχετε σέ μερικές, ἔστω, Λειτουργίες; Ἄν ὄχι, τότε ἡ πίστι σας εἶναι μουγγή… Παραγγείλατε νά γίνουν Παρακλήσεις καί δώσατε χρήματα γιά νά προσευχηθοῦν ἄλλοι· ἡ ἴδια πετάξατε ἀπό πάνω σας κάθε ἔγνοια… Ποιός, λοιπόν, συμπονᾶ τήν ἄρρωστη; Οἱ ἱερεῖς, πού τή μνημονεύουν; Μά γι᾽ αὐτούς δέν εἶναι παρά ἕνα ἁπλό ὄνομα ἀνάμεσα στ᾽ ἀναρίθμητα ἄλλα, τά ὁποῖα τούς δίνουν οἱ χριστιανοί μαζί μέ τίς προσφορές τους. Πῶς εἶναι δυνατόν νά πονοῦν ψυχικά μπροστά στόν Κύριο γιά τόσους ἀνθρώπους, ὅταν μάλιστα, δέν τούς γνωρίζουν; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τό νά συμμετέχετε κι ἐσεῖς στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, γιατί τότε ἡ προσευχή αὐτή ἐνισχύεται ἀπ᾽ τόν πόνο τῆς καρδιᾶς σας καί ἀνεβαίνει πιό σύντομα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ ἐπισημαίνει: «Ὅπως δέν μποροῦμε νά μάθουμε μέ μιᾶς τίς ἐπίγειες ἐπιστῆμες καί τέχνες, ἀλλά κατά τήν ἐκμάθησί τους, πού ἀπαιτεῖ χρόνο πολύ, κάνουμε τόσα λάθη καί τόσες ἀνοησίες, ἔτσι θά πρέπη νά τό θεωροῦμε φυσικό ὅτι καί μέχρι πού νά ἐκμάθουμε τήν “τέχνη τεχνῶν” καί “ἐπιστήμη ἐπιστημῶν” δηλαδή τή μοναχική ζωή καί πολιτεία [κύριο χαρακτηριστικό τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσευχή], θά κάνουμε πολλά λάθη!».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς γράφει:

«Πές στούς χλευαστές σου: μέ ἀπατοῦν τά μάτια μου ἤ βλέπω καλά; Ἐσεῖς πού κάθε μέρα παρακαλᾶτε τούς ἐμπόρους καί τούς γαιοκτήμονες καί τούς χωροφύλακες, τήν μία γιά τό ἕνα καί τήν ἄλλη γιά τό ἄλλο, χλευάζετε ἐμένα, ἐπειδή παρακαλῶ τόν αἰώνιο Δημιουργό μας; Δέν εἶναι πιό γελοῖο νά παρακαλᾶς τόν ἀνήμπορο παρά τόν Παντοδύναμο; Δέν εἶναι παράλογο νά προσκυνᾶς τή σκόνη παρά τό Ζωοδότη καί Κύριο;».

Ἰδού καί ὁ Βίος τῆς 15χρονης Ἁγ. Ἑλένης τῆς Σινωπίτιδος: «Ἦταν τά χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, 18ος αἰώνας. Κάποια μέρα ἡ μητέρα της ἔστειλε τήν Ἑλένη νά ἀγοράση νήματα. Στόν δρόμο τήν εἶδε ὁ Οὐκούζογλου πασᾶς, διοικητής τῆς Σινώπης. Ἡ ὡραιότητά της διέγειρε τίς σαρκικές του ἐπιθυμίες. Τυφλωμένος πιά δέν σκεπτόταν, παρά πῶς θά τήν πάρη στό χαρέμι του. Καί ἀφοῦ εἶχε ἐξουσία, διέταξε νά τοῦ τήν πᾶνε.

Καί πράγματι. Τοῦρκοι τήν ἅρπαξαν καί τήν ἐπῆγαν. Καί ὁ πασᾶς; Προσπαθεῖ νά κάνη τήν ἐπιθυμία του. Ἀλλά δέν τό καταφέρνει! Γιατί; Μιά ἀόρατη δύναμι τόν ἐμπόδιζε. Ἕνα ἀόρατο τεῖχος προστάτευε τήν Ἑλένη. Ἦταν τό τεῖχος τῆς προσευχῆς. Ἡ Ἑλένη προσευχόταν συνεχῶς. Ἔλεγε τόν ἑξάψαλμο. Τόν εἶχε μάθει στό σχολεῖο. Ἀπό τόν δάσκαλο-θεῖο της.

Ὅμως, ὁ πασᾶς δέν ἀπελπίσθηκε. Τήν κράτησε στό σπίτι του. Μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά τά κατάφερνε ἀργότερα. Ἀλλά ἡ Ἑλένη ἐκμεταλλεύθηκε κάποια εὐκαιρία καί δραπέτευσε. Καί γύρισε στούς γονεῖς της.

Ὁ πασᾶς, ὅταν τὄμαθε, ἔγινε ἔξω φρενῶν. Κάλεσε, λοιπόν, τή Δημογεροντία τῶν Ἑλλήνων καί ἀπείλησε γενική σφαγή, ἄν δέν τοῦ πᾶνε τήν Ἑλένη. Τότε ἡ Δημογεροντία συνῆλθε σέ σύσκεψι στό ἑλληνικό σχολεῖο τῆς Σινώπης καί κάλεσε καί τόν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ. Ξεσπώντας σέ λυγμούς, ὁ τραγικός πατέρας ἀναγκάζεται νά δεχθῆ νά παραδώση τήν κόρη του στόν πασᾶ. Καί ἀφοῦ, σάν νέος Ἀβραάμ, τήν ἐνίσχυσε μέ τήν εὐχή του καί τό ἀήττητο ὅπλο τῆς προσευχῆς, τήν παρέδωσε στόν ἀγαρηνό, γιά νά προσφέρη τόν ἑαυτό της θυσία, ὄχι στίς ἀσελγεῖς ὀρέξεις τοῦ τυράννου, ἀλλά στό Χριστό.

Ὁ πασᾶς προσπάθησε πάλι νά χορτάση τήν ἐπιθυμία του. Ἀλλά καί πάλι ἀπέτυχε. Ὁ φύλακας ἄγγελος τῆς ἁγίας τόν ἐμπόδισε. Γιατί ἡ Ἑλένη προσευχόταν ἀσταμάτητα. Ἐπανελάμβανε συνεχῶς τόν ἑξάψαλμο. Μέ αὐτό τό ὅπλο ἡ μικρή κοπέλλα, ἡ 15χρονη ἁγία Ἑλένη, ἀχρήστευσε τίς νάρκες τοῦ ἐχθροῦ.

Πῶς νά τήν “σηκώση” τέτοια ἀποτυχία ἕνας σαρκολάτρης ἄνθρωπος καί μάλιστα πασᾶς; Ὀργισμένος διέταξε νά τή βασανίσουν καί νά τή θανατώσουν. Τῆς ἔμπηξαν δύο καρφιά στό κεφάλι καί τήν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι ἡ Ἑλένη, μέ μοναδικό ὅπλο τήν προσευχή, ξέφυγε τήν πιό δύσκολη παγίδα τοῦ διαβόλου. Ἡ ψυχή της ἐλεύθερη ἀπό κάθε μολυσμό ἀνέβηκε στήν βασιλεία τοῦ Κυρίου.

Τό ἱερό καί πάνσεπτο λείψανό της τό ἔβαλαν μέσα σ᾽ ἕνα σάκκο. Καί τό ἔρριξαν στή θάλασσα. Ἀλλά δέν βυθίσθηκε. Ἐπέπλεε. Καί ἕνα γλυκύτατο φῶς κατέβαινε ἀπό τόν οὐρανό καί τό φώτιζε. Τό φῶς τό εἶδαν καί οἱ Τοῦρκοι καί ἄρχισαν νά φωνάζουν: “Ἡ γκιαούρισσα καίγεται!”. Πῶς νά καταλάβουν, τί φῶς ἦταν ἐκεῖνο, ἄνθρωποι ἀκόλαστοι; Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες τό ἀνέλκυσε ἕνα ἑλληνικό πλοῖο, πού εἶχε ἀγκυροβολήσει ἐκεῖ κοντά. Ὁ φύλακας τοῦ πλοίου εἶδε νά ἔρχεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς θάλασσας φῶς. Καί νόμισε ὅτι θά εἶναι χρυσάφι. Καί… δέν ἔπεσε ἔξω! Ἦταν κάτι πολυτιμότερο.

Ἡ ἁγία κάρα τῆς Παρθενομάρτυρος Ἑλένης τῆς Σινωπίτιδος φυλάσσεται σήμερα στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Μαρίνης Ἄνω Τούμπας στή Θεσσαλονίκη. Εὐωδιάζει καί θαυματουργεῖ. Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται τήν 1η Νοεμβρίου».

«Ἡ μοναχή Εὐδοκία δέν μποροῦσε νά συνηθίση στή θεία αὐτή ἐνασχόλησι, οὔτε καί μποροῦσε νά πεισθῆ για τή δύναμι τῆς προσευχῆς αὐτῆς [τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»]. Καί ξαφνικά εἶδε ἕνα ὄνειρο. Εἶδε ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων κι ἀνάμεσά τους νά περπατοῦν οἱ δαίμονες καί νά τούς παρασύρουν σέ διάφορες ἁμαρτίες. Ἐκεῖνοι πού ἦταν ἄοπλοι, πήγαιναν ἀμέσως κι ἐκτελοῦσαν τίς ἐντολές τῶν δαιμόνων. Οἱ δαίμονες πλησίασαν καί τήν ἴδια. Ἄρχισε ἀμέσως νά προφέρη τήν Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ καί εἶδε νά σχηματίζεται ἕνα ξίφος, ἀπό τά λόγια αὐτά τῆς προσευχῆς, μακρύ καί φλογερό. Σέ ὅποια κατεύθυνσι ἔστρεφε τό ξίφος, οἱ δαίμονες ἔφευγαν πανικόβλητοι. Ἀπό τότε ἡ μοναχή Εὐδοκία ὑποστήριζε θερμά κι ἐργαζόταν τήν Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ».

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης δίδασκε: «Στήν ἀρρώστια ὁ ἄνθρωπος δέν κατορθώνει νά φλέγεται ἀπό πίστι καί ἀπό ἀγάπη πρός τό Θεό, διότι στίς θλίψεις καί στίς ἀσθένειες ἡ καρδιά ἀδυνατίζει. Ἐνῶ ἡ πίστι καί ἡ ἀγάπη ἀπαιτοῦν ἰσχυρή καί ἤρεμη καρδιά. Γι᾽ αὐτό καί δέν ἐπιτρέπεται νά ἀπελπιζώμασθε, ὅταν κατά τήν ἀρρώστια ἤ τή δοκιμασία μας, δέν μποροῦμε νά πιστεύουμε, ὅπως θά θέλαμε στό Θεό».

«Τό ἱερατικό, λειτουργικό μας ἔργο μᾶς ὑποχρεώνει στήν ἐπανάληψι τῶν ἴδιων προσευχῶν, ὅπως τό καθῆκον τοῦ κάθε χριστιανοῦ τόν ὑποχρεώνει στή συνεχῆ ἐκπλήρωσι τῶν ἴδιων ἠθικῶν ἐντολῶν. Δέν σταθεροποιεῖται ἡ ψυχή τόσο μέ τήν ποικιλία τῶν προσευχῶν, ὅσο μέ τήν ἐπανάληψι καί τήν ἐμπέδωσι τῶν ἴδιων προσευχῶν».

«Τά λόγια τῆς προσευχῆς, ὅταν προφέρωνται μέ πίστι καί συναίσθησι, εἶναι σάν τίς σταγόνες τῆς βροχῆς ἤ τίς νιφάδες τοῦ χιονιοῦ. Ἡ βροχή καί τό χιόνι ποτίζουν τή γῆ κι ἐκείνη βλασταίνει καί παράγει καρπούς. Ἔτσι καί ἡ πνευματική βροχή, τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ποτίζουν τήν ψυχή κι ἐκείνη γονιμοποιεῖται καί μᾶς δίνει τούς καρπούς τῶν ἀρετῶν, ἰδιαίτερα ὅταν τά λόγια τῆς προσευχῆς συνοδεύωνται ἀπό βροχή δακρύων».

π. Παΐσιος: «Γιά τό θέμα τῆς αὐτοσυγκεντρώσεως λόγῳ τῆς ὀχλαγωγίας θά πρέπη καί τώρα νά κάνης αὐτό τό ὁποῖο ἔκανες στό σχολεῖο. Τότε δέν σέ πείραζε ἡ ὀχλαγωγία, ἀλλά τό μάθημά σου πρόσεχες νά μάθης στά διαλείμματα, χωρίς νά ἀκοῦς τί γίνεται, τί λένε γύρω σου οἱ ἄλλοι, φοβούμενος μή σοῦ χαλάση ὁ βαθμός ἤ μήπως δέν περάσης. Τό ἴδιο καί περισσότερο θά χρειάζεται τώρα, διότι δέν πρόκειται περί βαθμῶν, ἀλλά περί σωτηρίας ψυχῆς ἤ κολάσεως. Ἔχοντας αὐτά ὑπόψιν σου ὁ νοῦς δέν θά σκορπάη, ἀλλά θά συγκεντρώνεται στήν εὐχή».

«Οἱ παληές οἱ μηχανές ἤ τά ἁλυσοπρίονα ἔχουν ἕνα σκοινί μ᾽ ἕνα ξύλο στήν ἄκρη. Ὅταν, λοιπόν, θέλης νά τή βάλης μπροστά, τυλίγεις τό σκοινί στή μηχανή καί τραβᾶς μέ δύναμι. Ἡ μηχανή, ὅμως, δέν παίρνει μπροστά ἀμέσως. Ἀφοῦ προσπαθήσουμε μέ τό σκοινί λίγες φορές, καί τά παγωμένα λάδια, κατά κάποιο τρόπο, ξεπαγώσουν κάπως, τότε παίρνει μπροστά μόνη της καί δουλεύει πλέον συνέχεια, χωρίς καμμία προσπάθεια ἀπό μέρους μας.

Ἔτσι γίνεται καί μέ τό κομποσκοίνι: Τό χρησιμοποιοῦμε, ὄχι γιά νά μετρᾶμε πόσα κομποσκοίνια κάναμε καί νά καυχώμασθε γι᾽ αὐτό, ἀλλά νά προσπαθοῦμε νά προθερμαίνουμε τήν καρδιά μας, ἔτσι ὥστε νά τήν κάνουμε νά δουλεύη ἀσταμάτητα γιά τό Θεό».

«Εὐλογημένε, πῶς νά νοιώσης τήν προσευχή, ὅταν προηγουμένως εἶχες στηθῆ τόση ὥρα μπροστά στήν τηλεόρασι κι ἄκουγες τίς εἰδήσεις καί μετά ἔκλεισες τήν τηλεόρασι κι ἄρχισες τό ἀπόδειπνο; Καλό εἶναι νά μή βλέπης καθόλου τηλεόρασι. Ἄν, ὅμως, δῆς, τότε, ἀφοῦ τήν κλείσης, κάνε μιά προθέρμανσι πρῶτα στήν ψυχή σου διαβάζοντας ἕνα κεφάλαιο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἤ ἕνα κείμενο ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μέ σκοπό, ἀφοῦ ἔχεις κατά κάποιο τρόπο μπῆ στόν “πνευματικό προθάλαμο”, νά μπῆς καί στό χῶρο τῆς προσευχῆς. Καί τότε θά δῆς πῶς θά νοιώθης τήν προσευχή τήν ὁποία θά κάνης! Μέ παγωμένη τήν ψυχή μας καί φορτωμένη τήν καρδιά μέ τά προβλήματα τῆς ἡμέρας δέν μποροῦμε νά συνομιλοῦμε μέ τό Δημιουργό μας, γιατί θά παρεμβάλλωνται ὅλα τά παράσιτα τῆς ἡμέρας».

«—…Στό στρατό ὅταν ἔκανε κρύο μᾶς ἔβαζαν νά κάνουμε σημειωτόν καί νά τραγουδᾶμε, αὐτό ἦταν γιά “συντήρησι” γιά νά μήν πάθουμε κρυοπαγήματα. Ἔτσι καί ἡ προσευχή πού δέν γίνεται μέ τήν καρδιά εἶναι γιά μᾶς μόνο, γιά τό λογισμό μας· δέν πάει παραπέρα.

—Κάνουμε προσευχή γέροντα καί ὁ νοῦς μας φεύγει ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ, γιατί;

—Διότι εἶναι προσευχή χωρίς πόνο! Γιά νά προσευχηθοῦμε μέ τήν καρδιά, πρέπει νά πονέσουμε. Ὅπως ὅταν κτυπήσουμε στό χέρι ἤ κάπου ἀλλοῦ μαζεύεται ὁ νοῦς μας στό σημεῖο ὅπου πονᾶμε, ἔτσι γιά νά μαζευθῆ ὁ νοῦς στήν καρδιά πρέπει νά πονέση ἡ καρδιά.

—Πῶς μποροῦμε νά διατηρούμασθε σ᾽ αὐτή τήν κατάστασι ὅταν δέν ἔχουμε κάποιο πρόβλημα, κάποιο πόνο;

—Νά κάνουμε τόν πόνο τοῦ ἄλλου δικό μας! Πρέπει ν᾽ ἀγαπήσουμε τόν ἄλλο, νά τόν πονέσουμε, γιά νά μπορέσουμε νά προσευχηθοῦμε γι᾽ αὐτόν. Νά βγοῦμε σιγά-σιγά ἀπό τόν ἑαυτό μας καί νά ἀρχίσουμε ν᾽ ἀγαπᾶμε, νά πονᾶμε καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τήν οἰκογένειά μας πρῶτα καί ὕστερα τήν μεγάλη οἰκογένεια τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Θεοῦ».

«Τά βράδυα προσπαθοῦν τά ταγκαλάκια νά μοῦ γκρεμίσουν τήν καλύβα. Κτυποῦν μέ κορμούς ἐπάνω ἀπ᾽ τή λαμαρίνα κι ἐγώ τότε ψέλνω ἀπό κάτω: “Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν Δέσποτα καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν” καί πανικόβλητα φεύγουν».

«Ἡ προσευχή εἶναι τό πιό δυνατό ὅπλο ἀπ᾽ ὅλα. Ἄν βοηθάω ἤ ἐλευθερώνω ἕνα φυλακισμένο, δέν κάνω καί πολλά πράγματα. Ἡ προσευχή τόν σώζει ὄχι μόνο γι᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλά καί γιά τήν αἰώνια. Δέν εἶναι δουλειά τοῦ μοναχοῦ νά ἐπισκέπτεται τούς ἀρρώστους, ἀλλά νά προσεύχεται γιά τήν ψυχή τους. Στήν Ἐκκλησία ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι πού φροντίζουν τούς ἀρρώστους καί ἐκεῖνοι πού τούς συμπαραστέκονται. Ὁ μοναχός, ὅμως, εἶναι διαφορετικό πρᾶγμα. Μά ποιός εἶναι περισσότερο φυλακισμένος ἀπ᾽ τούς νεκρούς πού βρίσκονται στόν Ἅδη καί δέν μποροῦν πιά νά κάνουν τίποτε γιά νά μετανοήσουν; Ἐμεῖς, ὅμως, μποροῦμε νά τούς σώσουμε. Πρέπει νά προσευχώμασθε καί νά κάνουμε μετάνοιες γιά τούς νεκρούς! Τό ἴδιο καί γιά τούς ζωντανούς. Μόνο ἡ προσευχή μπορεῖ νά ἀναγκάση τό Θεό νά ἐπέμβη μέ τό ζόρι σέ μερικές καταστάσεις. Ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά ὁ διάβολος θά τοῦ ἔλεγε, “Αἴ, γιατί λειτουργεῖς μ᾽ αὐτό τόν τρόπο;”. Ἀντίθετα, ὅταν ἕνας χριστιανός προσεύχεται, ἀναγκάζει τό Θεό νά ἐπέμβη μέ τή βία, ἀκόμα καί ἐνάντια στήν ἐλευθερία αὐτοῦ τοῦ ταλαίπωρου πού ζῆ μέσα στήν ἁμαρτία!».

Ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος τόνιζε: «Τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μέ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἀκόμη καί τό στόμα μας».

Ὁ Στάρετς Σέργιος ἔλεγε: «Ἄν ἡ προσευχή βρίσκεται μέσα μας, καθιστᾶ ἀδύνατη κάθε σαρκική ἁμαρτία. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ σαρκική ἁμαρτία καθιστᾶ ἀδύνατη τήν προσευχή».

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας, ἄ, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι! Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Μέ μικρές παραλλαγές θά λέγαμε, πώς ἡ προσευχή αὐτῆς τῆς ἀνώνυμης γυναικούλας τοῦ πλήθους μοιάζει μ’ ἐκείνη τοῦ τσαγκάρη τῆς Αἰγύπτου, στόν ὁποῖο ἔστειλε ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τό Μέγα Ἀντώνιο γιά νά διδαχθῆ τήν ταπεινοφροσύνη».

Γράφει ὁ Μητροπολίτης Anthony Bloom: «Ἡ γνῶσι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά προσληφθῆ καί νά προσφερθῆ μόνο μέσα στήν κοινωνία μέ τό Θεό, μόνο ὅταν μοιραζώμασθε μέ τό Θεό αὐτό τό ὁποῖο Ἐκεῖνος εἶναι, καί μόνο μέχρι τοῦ σημείου στό ὁποῖο Ἐκεῖνος μᾶς ἐπιτρέπει μιά τέτοια κοινωνία… Ὁ Ἅγ. Μάξιμος χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα ἑνός ξίφους πού πυρακτοῦται. Τό ξίφος δέν γνωρίζει ποῦ ἡ φωτιά τελειώνει καί ἡ φωτιά δέν γνωρίζει ποῦ τό ξίφος ἀρχίζει, οὕτως ὥστε κάποιος μπορεῖ, καθώς λέει, νά κόψη μέ τή φωτιά καί νά κάψη μέ τό σίδηρο… Κατά τόν ἴδιο, ἐπίσης, τρόπο ὅταν εἰσερχώμασθε στή γνῶσι τοῦ Θεοῦ, δέν ἐμπεριέχουμε τό Θεό, ἀλλά ἐμπεριεχόμασθε σ᾽ Αὐτόν, κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι γινόμασθε, σ᾽ αὐτή τή συνάντησι μέ τό Θεό, ἀσφαλεῖς μέσα στήν ἀπεραντοσύνη Του».

Ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware σημειώνει γιά τίς ὁμοιότητες καί τίς διαφορές μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί θρησκειῶν: «Καταπληκτικές ὁμοιότητες ὑπάρχουν μεταξύ τῶν φυσικῶν μεθόδων τίς ὁποῖες συνιστοῦν οἱ Βυζαντινοί Ἡσυχαστές καί αὐτῶν τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦν στήν Ἰνδική yoga καί τό [μουσουλμανικό] Σουφισμό. Μέχρι ποιό σημεῖο οἱ ὁμοιότητες εἶναι τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἁπλῆς συμπτώσεως, μιᾶς ἀνεξάρτητης ἄν καί ἀνάλογης ἀναπτύξεως σέ δύο χωριστές παραδόσεις;… Ἕνα σημεῖο, πάντως, δέν θά πρέπη νά ξεχασθῆ. Μαζί μέ τίς ὁμοιότητες ὑπάρχουν, ἐπίσης, καί διαφορές. Ὅλες οἱ εἰκόνες ἔχουν πλαίσια καί ὅλα τά πλαίσια τῶν εἰκόνων ἔχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά· κι, ὅμως, οἱ εἰκόνες μέσα στά πλαίσια ἴσως νά εἶναι ὁλότελα διαφορετικές. Αὐτό πού ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ εἰκόνα, ὄχι τό πλαίσιο. Στήν περίπτωσι τῆς Εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, οἱ φυσικές ἀσκήσεις εἶναι σάν τό πλαίσιο, ἐνῶ ἡ νοητική ἐπίκλησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα μέσα στό πλαίσιο. Τό “πλαίσιο” τῆς Εὐχῆς μοιάζει, βεβαίως, μέ διάφορα μή Χριστιανικά “πλαίσια”, ἀλλά αὐτό δέν θά πρέπη νά μᾶς ἀποσπᾶ τήν προσοχή ἀπό τή μοναδικότητα τῆς εἰκόνος πού περικλείεται, ἀπό τό χαρακτηριστικά χριστιανικό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς. Τό οὐσιῶδες σημεῖο στή Νοερά Προσευχή δέν εἶναι ἡ πρᾶξι τῆς ἐπαναλήψεως αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν, οὔτε τό πῶς καθόμασθε ἤ ἀναπνέουμε, ἀλλά σέποιόν μιλᾶμε καί στήν περίπτωσι αὐτή οἱ λέξεις ἀπευθύνονται ξεκάθαρα στόν Ἐνσαρκωμένο Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό, Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Υἱό τῆς Μαρίας».

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος γράφει: «Ἡ “εὐχή” λέγεται “εὐχή” τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά βρίσκεται σέ μία Τριαδολογική βάσι. Ἄλλωστε ὁ Χριστός, “εἷς ὤν τῆς Ἁγίας Τριάδος”, δέν ὑπάρχει ποτέ ἄνευ τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀποτελεῖ μέ τά ἄλλα Πρόσωπα “Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον”. Ἡ Χριστολογία συνδέεται στενά μέ τήν Τριαδολογία. Ἄς ἔλθω στό θέμα τῆς “εὐχῆς”. Ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος διά τοῦ ἀγγέλου ἔδωσε παραγγελία στόν Ἰωσήφ νά ὀνομάση τό Χριστό Ἰησοῦ: “… καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν…”(Μθ 1, 21). Ὁ Ἰωσήφ, κάνοντας ὑπακοή στόν Πατέρα, κάλεσε τόν υἱό τῆς Παρθένου, Ἰησοῦ. Ἀκόμη, σύμφωνα μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, πού φώτισε τόν ἀπ. Παῦλο, “οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ”(Α´ Κορ 12, 3). Ἄρα, λέγοντας τήν “εὐχή” “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με”, ἀναγνωρίζουμε τόν Πατέρα καί κάνουμε ὑπακοή σ᾽ Αὐτόν κι ἐπιπλέον αἰσθανόμασθε τίς ἐνέργειες καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ Πατέρες, φωτισθέντες ἀπ᾽ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μᾶς εἶπαν ὅτι “Ὁ Πατήρ δι᾽ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ποιεῖ τά πάντα”. Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα δημιούργησε τόν κόσμο κι ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί πάλι ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἀναδημιούργησε καί ἀνέπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. “Ὁ Πατήρ ηὐδόκησεν (: θέλησε), ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο” καί “ἐγένετο σάρξ” “ἐκ Πνεύματος Ἁγίου”. Δηλ. ἡ ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ ἔγινε “εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Γι᾽ αὐτό καί λέμε ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ πρόσκτησι τῶν θείων Χαρίτων εἶναι κοινή ἐνέργεια τῆς Παναγίας Τριάδος».

«Εἶπε πάλι ἄλλος:

—Ἡ ὑπερηφάνειά μας κάνει κουφό τό Θεό».

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης ἔλεγε:

«Στίς Ἀκολουθίες αὐτός [ὁ δαιμονισμένος] δέν πήγαινε μέσα μέ τούς πατέρες, παρά γύριζε ἔξω μέ τό κομποσχοίνι στά βράχια· καί φώναζε συνεχῶς τήν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Ἀντιβοοῦσε ὁ τόπος. Εἶχε λάβει πεῖρα πόσο ἡ εὐχή καίει τό δαίμονα. Καί ἐκεῖ πού τριγυρίζοντας τά βράδια ἔλεγε ἀσταμάτητα τήν εὐχή, ξαφνικά ἄλλαζε ἡ φωνή του καί ἄρχιζε ὁ δαίμονας· —Σκάσε, σοῦ εἶπα, σκάσε! Μ᾽ ἔσκασες! Τί κάθεσαι ἐδῶ ἔξω καί γυρίζεις τά βράχια καί μουρμουρίζεις; Πήγαινε μέσα μέ τούς ἄλλους καί ἄφησε αὐτό τό μουρμουρητό. Τί λές καί ξαναλές τά ἴδια καί τά ἴδια μέρα-νύκτα, καί δεν τό καταλαβαίνεις; Καί ὅταν περνοῦσε ἡ ὥρα τοῦ πειρασμοῦ ἐκεῖνος πάλι τήν εὐχή μέ τό κομποσχοίνι: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Εἶχε καταλάβει πολύ καλά αὐτό τό ὁποῖο ὁ διάβολος νόμιζε ὅτι δέν μποροῦσε νά καταλάβη. Καί ἦταν ἕνας πόνος ψυχῆς καί μία ἐλπίδα νά τόν βλέπης νά ὑποφέρη, νά ἀγωνίζεται, νά ὑπομένη. Τέλος ἔμεινε καιρό μαζί μας καί ἀρκετά βελτιωμένος ἔφυγε. Καί δέν τόν ξαναείδαμε. Ὁ Θεός γνωρίζει τί ἀπέγινε».

• Δίδασκε ὁ π. Πορφύριος: «Ἡ δύναμι τῶν πολλῶν πολλαπλασιάζεται, σάν νά βλέπουν ἕνα ὡραῖο πρᾶγμα καί τό κοιτάζουν ὅλοι μαζί μέ λαχτάρα. Αἴ, ἡ ὅρασί τους, πού σμίγει σ᾽ αὐτό τό ὡραῖο, τούς ἑνώνει. Παράδειγμα, ἡ λύτρωσι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἀπ᾽ τή φυλακή: “Προσευχή δέ ἦν ἐκτενής γινομένη ὑπό τῆς ἐκκλησίας”(Πρξ 12, 5). Αὐτή ἡ προσευχή ἔβγαλε τόν Πέτρο ἀπ᾽ τά δεσμά τῆς φυλακῆς».

• Ἐπίσης: «Θά ἔρχεσαι στό ἐσωτερικό κέντρο τοῦ κεφαλιοῦ σου καί μέσα ἐκεῖ ἀκριβῶς, θά λές τό “Κύριε Ἱησοῦ Χριστέ Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος Ἐλέησόν με” ἤ τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με”, μέ πολύ ἠρεμία, ἁπαλότητα καί γλυκύτητα . Νά μή ταράζεσαι ἀπό τίς διάφορες εἰκόνες τίς ὁποῖες θά σοῦ φέρνη ὁ πονηρός, οὔτε νά βιάζεσαι νά λές τίς λέξεις αὐτές, καί νά προσέχης καλά τό νόημά τους. Εἶναι ἔτσι σάν νά κτυπᾶ ἐκεῖ μέσα μιά καμπάνα πολύ δυνατά πρός τά ἐσωτερικά τοιχώματα τοῦ ἐγκεφάλου. Τότε οἱ ἐξωτερικοί λογισμοί τοῦ πονηροῦ δἐν μποροῦν νά μποῦν μέσα, γιατί ἐξοστρακίζονται καί ὠφελεῖσαι τά μέγιστα. Νά μή δίνης σημασία στίς διάφορες εἰκόνες τίς ὁποῖες θά βλέπης, νά μήν τίς ἀπωθῆς μέ ἀπότομο τρόπο, ἀλλά ἤρεμος καί πρᾶος νά συνεχίζης νά λές αὐτή τήν εὐχή».

Ὁ Γέροντας Ἀρσένιος Μπόκα δίδασκε: «Δέν φωτίζει τό καντήλι δίχως τό λάδι, οὔτε καί ἡ προσευχή χωρίς τήν ἀγάπη. Ὁ καπνός τοῦ θυμιάματος δέν ἀνεβαίνει ψηλά, χωρίς τό ἀναμμένο κάρβουνο, οὔτε καί ἡ προσευχή ἀνεβαίνει στό Θεό, χωρίς τήν ἀγάπη».

Ὁ π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος γράφει: «Τό ὑποσυνείδητο εἶναι σάν ἕνα καζάνι. Ἄν στό καζάνι αὐτό βάλουμε νά βράση τό καυτό ὕδωρ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἄν αὐτό βράση πολύ, τότε δέν θά τολμήση ὁ διάβολος νά βάλη μέσα τό χέρι του, γιά νά βγάλη εἰκόνα ἡ φαντασία. Τί χρειαζόμασθε, λοιπόν; Πύκνωσι τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καζάνι, πού βράζει, μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ κυρίως ὁ νοῦς, πού κρατεῖ τ᾽ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ κι ἔτσι δέν μπορεῖ νά βάλη τό χέρι του ὁ πονηρός μέσα, γιατί θά ζεματισθῆ ἀπ᾽ τήν εὐχή καί θά σηκωθῆ νά φύγη».

• Ἀναφέρει καί ἡ Μοναχή Καλλίστη: «Ὁ Γέροντας Παναῆς Χατζηϊωνᾶς ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς. “Θέλεις νά προσευχηθῆς;”, μᾶς ἔλεγε. “Πρέπει νά κάνης ἐγκατάστασι. Χωρίς ἐγκατάστασι, δέν μπορεῖς ν᾽ ἀνοίξης τό κουμπί καί ν᾽ ἀνάψη τό φῶς. Ἐνῶ, ὅταν κάνης ἐγκατάστασι, ἔτσι κι ἀγγίζης τό κουμπί, ἀρχίζεις ν᾽ ἀνεβαίνης στόν οὐρανό”.

Ἔτσι ἔβλεπε τή διαρκῆ σύνδεσί μας μέ τό Θεό. Ὅπως, ἀκριβῶς, μέσῳ μιᾶς ἠλεκτρικῆς ἐγκαταστάσεως, εἴμασθε συνεχῶς συνδεδεμένοι μέ τόν τόπο παροχῆς τοῦ ρεύματος κι ἔτσι ἔχουμε πάντοτε φῶς. Καί συμπλήρωνε: “Νά βάλης τά σύρματα, νά βάλης τίς λάμπες καί τό μόνο, πού θά χρειάζεται μετά, θά εἶναι ν᾽ ἀγγίζης τό κουμπί”».

Ὁ Φιλλανδός Ὀρθόδοξος Τito Colliander γράφει: «Ὁ προσευχόμενος προχωρεῖ μέ τήν προσευχή του πρός τό Δημιουργό τῆς δημιουργίας. Ἡ ἀγάπη του δέν κατευθύνεται στή θερμότητα, ἀλλά στήν πηγή τῆς θερμότητος· ὄχι στίς λειτουργίες τῆς ζωῆς, ἀλλά στήν πηγή τῆς ζωῆς· ὄχι στό ἐγώ του, ἀλλά στήν πρώτη ἀρχή, πού ἔδωσε τή συνείδησι τοῦ ἐγώ, στό Δημιουργό τῆς ὑπάρξεως».

«Ἡ προσευχή εἶναι ἕνα κτήριο, πού συνήθως ἀφήνουμε μιά πλευρά του μισοκτισμένη. Εἶναι ἡ πλευρά τῆς εὐχαριστίας. Φροντίζουμε νά εἶναι πλήρης ἡ πλευρά τῆς δοξολογίας καί οἱ ἄλλες πλευρές τῶν αἰτημάτων μας, ἀλλά ξεχνοῦμε συχνά νά συμπληρώνουμε τίς εὐχαριστίες τίς ὁποῖες ὀφείλουμε στόν Κύριο γιά ὅσα καλά —γνωστά ἤ ἄγνωστά μας— πήραμε ἀπ᾽ τήν ἀγαθότητά Του.

Ἄς πάρουμε, λοιπόν, τίς πέτρες τῆς καλῆς μνήμης, τή λάσπη τῶν δακρύων καί τό μυστρί τῆς εὐγνωμοσύνης κι ἄς συμπληρώσουμε τόν τοῖχο τῆς “εὐχαριστίας”».

«Θά ἦταν ἀσφαλῶς χίμαιρα γιά ἕνα ζωγράφο νά ζωγραφίζη χωρίς χρώματα, γιά ἕνα συγγραφέα νά γράφη χωρίς πέννα καί χαρτί, γιά ἕνα γλύπτη νά σκαλίζη χωρίς σμίλη, γιά ἕνα στρατιώτη νά πολεμᾶ χωρίς ὅπλο, γιά ἕναν ἀοιδό νά τραγουδᾶ χωρίς γλῶσσα, γιά ἕνα βασιλιᾶ νά κυβερνᾶ χωρίς νόμους, γιά ἕνα ποιητή νά γράφη ποιήματα χωρίς… λέξεις.

Τό ἴδιο εἶναι χίμαιρα γιά ἕνα Χριστιανό νά νομίζη ὅτι μπορεῖ νά εἶναι Χριστιανός χωρίς νά προσεύχεται».

«Ἄν ἡ προσευχή δέν βγάλη τήν ἁμαρτία ἀπ᾽ τή ζωή σου, τότε ἡ ἁμαρτία θά βγάλη τήν προσευχή ἀπ᾽ τό ὁπλοστάσιό σου».

Ὁ πολυδοκιμασθείς Ἀναστάσιος Μ. γράφει: «Τόν ἐχθρό μας νά τόν φέρνουμε στό ὕψος κι ἐμεῖς στά πόδια του νά παρακαλοῦμε τό Θεό νά τόν συγχωρέση· νά δίνης ἐκτίμησι στόν ἐχθρό. Στό ὕψος νά τούς βάλουμε κι ἐμεῖς νά εἴμασθε στά πόδια τῶν ἐχθρῶν μας… Ὅσο πιστεύης στό Θεό τόσο δέν θέλης νά χαλάσης τήν ψυχή τοῦ ἄλλου. Δέν λέει προσευχηθῆτε γιά ὅσους σᾶς κατατρέχουν;…

Ἐμένα μέ κύκλωσαν ἀδικίες κι ἔκανα προσευχή. Ὅταν ἔβλεπα ἀδικία καί δέν μποροῦσα νά τή σταματήσω γονάτιζα καί φώναζα συγχώώώώρεσέ με Κύριε… Ἔτσι μοῦ περνοῦσε ἡ στενοχώρια… Γιατί οἱ προσευχές φθάνουν ἐπάνω. Οἱ προσευχές τά πάντα τά λειώνουν κι ἀμέσως προλαβαίνει ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ».

Ἡ Βασιλική Φωτοπούλου-Παλαιοῦ σημειώνει: «Δέν χρειάζεται Fax οὔτε Τelex

οὔτε ἄλλη τηλεφωνική

ἤ δορυφορική ἐπικοινωνία.

Δέν χρειάζεται εἰδικό ραντεβού

ἀπ᾽ τόν “ἰδιαίτερο”.

Οὔτε κἄν ὁρισμένη ὥρα

γιά νά Σοῦ μιλήσουμε.

Κι ἄς εἶσαι ὁ Βασιλεύς

τῶν βασιλέων.

Μόνο… μιά φωνή “ἐκ βαθέων”

χρειάζεται…».

«Ὁ μεγάλος ρῶσος λογοτέχνης L. Tolstoy στό βιβλίο του Παιδικά, Ἐφηβικά καί Νεανικά χρόνια περιγράφει μιά ἐμπειρία του ἀπό τά παιδικά του χρόνια, πού ἔμεινε βαθειά χαραγμένη στήν ψυχή του.

Φιλοξενοῦσαν συχνά στό σπίτι τους ἕναν ἄνθρωπο πολύ πονεμένο, πού ἐλάχιστες “ἄσπρες” μέρες εἶχε δεῖ στή ζωή του. Σέ μιά ἀπό αὐτές τίς ἐπισκέψεις, ὁ Tolstoy μαζί μέ τά μικρά του ἀδέλφια, παρακολούθησαν κρυφά τό γέροντα πού προσευχόταν στό δωμάτιο τό ὁποῖο τοῦ εἶχαν παραχωρήσει. Καί περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν ἀνεξίτηλη σφραγίδα τήν ὁποία ἄφησε πάνω του αὐτή ἡ ἐμπειρία:

“Σταυρώνοντας τά μεγάλα του χέρια στό στῆθος, ὁ Γκρίσα, στεκόταν πρῶτα σιωπηλός μέ σκυμμένο τό κεφάλι μπροστά στίς εἰκόνες. Μετά ἔπεσε στά γόνατα καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Στήν ἀρχή ἀπάγγειλε σιγαλά γνωστές προσευχές· μετά τίς ἐπανελάμβανε δυνατότερα. Μετά ἄρχισε νά προσεύχεται μέ δικά του λόγια. Προσευχήθηκε γιά ὅλους τούς εὐεργέτες του (ἔτσι ἀποκαλοῦσε αὐτούς πού τόν φιλοξενοῦσαν)· ἀνάμεσα σ᾽ αὐτούς καί γιά τήν μητέρα μας καί γιά μᾶς.

Προσευχήθηκε γιά τόν ἑαυτό του, ζητώντας ἀπό τό Θεό νά συγχωρήση τίς προηγούμενες ἁμαρτίες του· καί μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη: Θεέ μου, συγχώρεσε τούς ἐχθρούς μου. Μετά συνέχισε νά ἐπαναλαμβάνη πολλές φορές: Κύριε, ἐλέησέ με· ἀλλά κάθε φορά μέ ἀνανεωμένη δύναμι καί μέ θέρμη.

Μετά εἶπε: Συγχώρεσέ με, Κύριε, καί δίδαξέ με, πῶς νά ζῶ. Καί τό εἶπε μέ τόση ἁπλότητα καί πίστι σάν νά περίμενε μιά ἄμεση ἀπάντησι στό αἴτημά του. Καί ἔπειτα τό μόνο τό ὁποῖο μπορούσαμε νά ἀκούσουμε, ἦταν λυπητερά ἀναφυλλητά. Σέ λίγο σηκώθηκε στά γόνατά του, σταύρωσε τά χέρια του στό στῆθος καί ἔμεινε σιωπηλός…

Καί ξαφνικά ἀναφώνησε: Γενηθήτω Κύριε, τό θέλημά Σου! Καί πέφτοντας μέ τό μέτωπο στό πάτωμα ἄρχισε πάλι νά κλαίη μέ λυγμούς σάν παιδί…”.

Καί συνεχίζει ὁ Tolstoy:

“Πολλές ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος ἔχουν χάσει τή σημασία τους γιά μένα· ἀκόμη καί ὁ Γκρίσα ὁ προσκυνητής ἔχει ἀπό καιρό τελειώσει τό τελευταῖο του ταξίδι. Ἀλλά ἡ ἐντύπωσι, τήν ὁποία μοῦ ἔκανε ἐκείνη ἡ βραδυνή προσευχή του, δέν θά ξεθωριάση ποτέ!

Ὠ ἀληθινέ Χριστιανέ Γκρίσα! Ἡ πίστι σου ἦταν τόσο δυνατή πού ἔνοιωθες ζωντανή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη σου γιά τό Θεό ἦταν τόσο μεγάλη, πού οἱ λέξεις ξεχύνονταν ἀπό τά χείλη σου ἀπό μόνες τους, χωρίς νά τίς μετρᾶς μέ τή λογική σου. Καί τί ὑπέροχη δοξολογία πρόσφερες, γιά νά δοξάσης τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν —μή βρίσκοντας λέξεις μέσα στόν πόνο σου— ἔπεσες κλαίγοντας στό πάτωμα καί φώναξες: Γενηθήτω, Κύριε τό θέλημά σου!”.

Εἴμασθε εὐγνώμονες στό μεγάλο Tolstoy γιά τήν “μαγνητοσκόπησι” αὐτῆς τῆς συγκλονιστικῆς προσευχῆς τοῦ ἁπλοϊκοῦ γέροντα προσκυνητῆ. Καί εἶναι κρίμα, πού ὁ τραγικός συγγραφέας, φυλακισμένος στόν ἑωσφορικό ἐγωϊσμό του, δέν φρόντισε ποτέ νά ἀξιοποιήση σωστά τό μάθημα τῆς προσευχῆς, τό ὁποῖο πῆρε ἀπό τόν ἀγράμματο χωρικό.

Τουλάχιστον ἔκανε τήν πολύ σωστή διαπίστωσι ὅτι οἱ λέξεις “Γενηθήτω τό θέλημά Σου”, εἶναι ἡ πιό ὑπέροχη δοξολογία τοῦ Θεοῦ».

«Ἕνας γέρος βαρκάρης πήγαινε βόλτα μέ τή βάρκα του ἕνα νέο. Στά κουπιά τῆς βάρκας του εἶχε γραμμένο στό ἕνα τή λέξι: Προσευχή καί στό ἄλλο τή λέξι: Ἐργασία.

Στ᾽ ἀνοικτά ὁ νέος λέει σαρκαστικά στό γέρο:

—Πᾶς πολύ ἀργά· ὅποιος ἐργάζεται δέν ἔχει ἀνάγκη νά προσεύχεται.

Ὁ γέρος δέν ἀπάντησε, μόνο ἄφησε τό κουπί πού εἶχε τή λέξι προσευχή καί ἄρχισε νά κωπηλατῆ μόνο μέ τ᾽ ἄλλο. Κωπηλατοῦσε… κωπηλατοῦσε καί ἡ βάρκα γυρνοῦσε πάντα στό ἴδιο μέρος.

Ἔτσι ὁ νέος εὔκολα κατάλαβε ὅτι μέ τό κουπί τῆς ἐργασίας χρειάζεται καί τό κουπί τῆς προσευχῆς καί αὐτά τά δύο δέν χωρίζονται».

«Ξέρετε τί εἶναι λάθος μέ τόν κόσμο σήμερα; Ὑπάρχουν πολλοί θεολόγοι καί θεολογοῦντες καί λίγοι ἄνθρωποι τῶν γονάτων τῆς προσευχῆς».

«Ρωτήσανε κάποτε ἕνα σοφό ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ· “ποιά εἶναι ἡ τελεία προσευχή”; Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:

Τέλεια προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ἔχει τή θέρμη τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Βαρτιμαίου, τήν ἐπιμονή τῶν λόγων τῆς Χαναναίας καί τήν πίστι τοῦ ἑκατοντάρχου».

«Ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται περισσότερο νά μᾶς κάνη αὐτό πού πρέπει νά εἴμασθε, παρά νά μᾶς δώση ἐκεῖνο πού ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι θά πρέπη νά ἔχουμε».

Γράφει ὁ π. Αnthony Βloom: «Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται καί νομίζουν ὅτι ἀπευθύνονται σέ ἄδειο οὐρανό· πολύ συχνά συμβαίνει αὐτό ἐπειδή ἡ προσευχή τους εἶναι χωρίς νόημα, παιδαριώδης.

Θυμᾶμαι τήν περίπτωσι ἑνός ἡλικιωμένου ἀνθρώπου πού μοῦ ἔλεγε ὅτι ὅταν ἦταν παιδί, προσευχόταν πολλούς μῆνες γιά νά τοῦ δώση ὁ Θεός τό καταπληκτικό δῶρο τό ὁποῖο ὁ θεῖος του κατεῖχε —δηλαδή κάθε βράδυ νά βγάζη τά δόντια του ἀπό τό στόμα του καί νά τά βάζη σ᾽ ἕνα ποτήρι νερό— καί ὅτι ἀργότερα ἦταν τρομερά εὐτυχισμένος διότι ὁ Θεός δέν τοῦ ἐξεπλήρωσε τήν ἐπιθυμία του. Συχνά οἱ προσευχές μας εἶναι τόσο παιδιάστικες, ὅπως αὐτή, καί φυσικά δέν ἱκανοποιοῦνται».

«Καθώς κάποτε ὁ Χριστός “οὐκ ἀπεκρίθη λόγον” στή Χαναναία, ἔτσι καί σέ μᾶς ὁ Θεός δέν ἀποκρίνεται. Ὁ Θεός σιγᾶ. Σιγᾶ, ὅταν σ᾽ ὅλη τους τή ζωή ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ τοῦ ζητοῦν τέκνο. Σιγᾶ, ἐνῶ ἐπί τρεῖς ὁλόκληρους αἰῶνες ἡ καταδιωκόμενη Ἐκκλησία περιμένει τήν ἀπολύτρωσι. Ὁ Θεός σιγᾶ. Ἀλλά δέν εἶναι ἀδράνεια, ἀγαπητοί, ἡ σιγή. Τόσα πράγματα ἐνῶ σιγοῦν ἐκτελοῦν τίς μεγαλύτερες ἐργασίες! Ὁ σπόρος πού δρᾶ ἀπαρατήρητος στά βάθη τῆς γῆς, οἱ χημικές ἀναλύσεις καί συνθέσεις πού διαμορφώνουν ὁλόκληρα ἐργαστήρια ἀλχημείας στά σπλάγχνα της, ἡ τεράστια κίνησί γύρω ἀπό τόν ἥλιο, οἱ ἀδιάκοποι στροβιλισμοί παμμεγίστων σφαιρῶν καί συστημάτων στό ἄπειρο κενό, ὅλα αὐτά σιγοῦν καί ὁ ἐλάχιστος κρότος τους δέν ἀκούγεται· ἀλλά ποιός θά παρέβαλλε πρός τίς ἐνέργειές τους τίς βοές ἑνός κενοῦ βαρελιοῦ; Ὅσο εὐθύτερος σπεύδει πρός τόν ὠκεανό ὁ ποταμός, τόσο πιό ἀνωφελής εἶναι, καί ὅσο περισσότερο θλᾶται δεξιά καί ἀριστερά καί διαγράφει ρεῦμα ἑλικοειδές ἀνάμεσα στίς πεδιάδες, καί καθυστερεῖ νά βυθισθῆ στή θάλασσα, τόσο περισσότερο εὐεργετικός εἶναι σέ μεγαλύτερες ἐκτάσεις. Ἐκεῖνα τά πλοῖα ἔρχονται φορτωμένα μέ πλούσια ἐμπορεύματα, ὅσα ἔρχονται ἀπό μακρυνές χῶρες καί ὕστερα ἀπό πολύμηνα ταξίδια, ἐνῶ ὅσα ἔρχονται ἀπό τά γειτονικά λιμάνια μᾶς φέρνουν λεμόνια καί καρπούζια. Σιγᾶ, λοιπόν, καί καθυστερεῖ ὁ Θεός; Σιγᾶ καί καθυστερεῖ γιά νά πληρώση μέ τόν τόκο. Τί Τοῦ ζητοῦν ὁ Ζαχαρίας καί ἡ Ἐλισάβετ; Τέκνο; Ἀλλ᾽ Αὐτός ἀργεῖ γιά νά τούς προσφέρη ὄχι ἁπλῶς τέκνο, ἀλλά τό μέγιστο τῶν προφητῶν. Καί τί Τοῦ ζητᾶ ἡ καταδιωκόμενη Ἐκκλησία; Ἀπολύτρωσι ἀπό τούς φονιάδες της; Ἀλλ᾽ Αὐτός θά στείλη τήν ἀπάντησί Του μετά ἀπό τρεῖς αἰῶνες, γιά νά τήν ἀνεβάση καί στούς θρόνους τῶν Καισάρων. Ἄλλωστε, εἶναι ἀνάγκη νά μάθη αὐτός πού ζητᾶ τί θέλει καί ἀπό Ποιόν λαμβάνει καί πόσο ὀφείλει νά εὐγνωμονῆ καί ποῦ νά προσκολλᾶται σάν σέ βράχο ἀρραγῆ καί πῶς νά καλλιεργῆ τίς ἐλπίδες του στό Θεό καί μέ ποιό τρόπο νά τροχίζη τήν πίστι του ἀδάμαστη, τά ὁποῖα δέν θά ἀπολάμβανε, ἐάν ἀμέσως καί σάν ἀπό μηχανῆς ὁ οὐρανός συμβιβαζόταν σύμφωνα μέ τίς θελήσεις του. Αὐτά, λοιπόν, ἔχοντας ὑπόψιν, ἀγαπητέ, μή ἀποκάμης καί νά μήν ἀποθαρρύνεσαι στίς προσευχές σου. Κτύπα τόν χάλυβα καί μιά φορά καί δυό καί τρεῖς καί δέκα, μέχρι νά ἀναδοθοῦν ἀπ᾽ αὐτόν οἱ σπινθῆρες τοῦ θείου. Κτύπα τή θύρα ὄχι ὅπως οἱ ἀλῆτες, οἱ ὁποῖοι κτυποῦν τίς γειτονικές θύρες καί φεύγουν, διότι θέλουν ἁπλῶς νά παίξουν, ἀλλά κροῦε σπουδαῖα καί κροῦε καί πάλι κροῦε, μέχρι νά ἀνοίξη ὁ οἰκοδεσπότης καί λάβης τήν ἀπάντησι τήν κατάλληλη. Μήν περιορίζεσαι ἁπλῶς στό νά ἐγχειρίσης τήν ἐπιταγή σου στόν τραπεζίτη, ἀλλά περίμενε, ναί, περίμενε νά σοῦ τήν ἐξαργυρώση καί νά βάλης τό χρῆμα στίς τσέπες. Ἄς εἶναι οἱ δεήσεις σου ὄχι σάν βολές πού ρίχνονται ἄσκοπα στόν ἀέρα, ἀλλά παρόμοιες μέ τό φημισμένο τόξο τοῦ Ἰωνάθαν, τοῦ ὁποίου οὐδέποτε κανένα βέλος δέν ἐπέστρεψε πίσω κενό. Νά μιμῆσαι τέλος τήν καρτερική Χαναναία, ἡ ὁποία δέν ἔπαυσε τρέχοντας καί κράζοντας καί προσκυνώντας μπροστά καί πίσω τόν Κύριο πού ἔφευγε, μέχρι πού ἀπέσπασε ἀπό τό στόμα Του τήν παρήγορη ἀπάντησι: “Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις”».

«Ὅσο πιό ἀποκαρδιωμένοι αἰσθανόμασθε τόσο μεγαλύτερη παρίσταται καί ἡ ἀνάγκη γιά προσευχή καί αὐτό ἀσφαλῶς ἔνοιωσε μιά ἡμέρα, κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς του, ὁ Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης καθώς ἕνας διάβολος πού τόν παρακολουθοῦσε τοῦ ψιθύριζε: “ὑποκριτά, πῶς τολμᾶς νά προσεύχεσαι μέ τό ρυπαρό νοῦ σου γεμᾶτο ἀπό σκέψεις τίς ὁποῖες διαβάζω;”. Καί αὐτός ἀπάντησε: “ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ νοῦς μου εἶναι γεμᾶτος ἀπό σκέψεις τίς ὁποῖες ἀντιπαθῶ καί πολεμῶ, γι᾽ αὐτό προσεύχομαι στό Θεό».

Ὁ Στάρετς Ἀμβρόσιος ἔλεγε: «Προσεύχεσαι ἀνόρεκτα, μόνο καί μόνο, ἐπειδή σοῦ τό ἐπέβαλε ὁ Πνευματικός; Δέν πειράζει ἄν εἶναι καί ἀνόρεκτα. Ἡ ὑπακοή εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλες τίς νηστεῖες καί ὅλες τίς προσευχές».

[Γέρ. Παΐσιος:]—Νά … γιά παράδειγμα: Ἐγώ καμμιά φορά βαριέμαι νά ἑτοιμάσω φαγητό ἤ μοῦ εἶναι πικρό καί δέν θέλω νά τό φάω. Ναί, ἀλλά αὐτό μοῦ δημιουργεῖ μιά ἐξάντλησι! Σταμάτα, λέω· τί θά γίνη ἐδῶ; ποῦ πάει τό πρᾶγμα;… Σηκώνομαι καί τό τρώω. Πικρό-ξεπικρό φᾶτο τώρα, σάν φάρμακο. Τό κάνω αὐτό καί χαίρομαι. Πρέπει νά βιάζη κανείς τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά τοῦ προξενῆ χαρά αὐτό… Ἀλλοιῶς θά κάνη ἐμετό! Ἐνῶ ἄν σκέπτεται ὅτι αὐτό εἶναι πικρό, ἀλλά εἶναι φάρμακο καί θά μέ γιατρέψη, θά μοῦ κάνη καλό στήν ὑγεία, βιάζεται νά τό κάνη ἀλλά νοιώθει καί χαρά. Ἔτσι εἶναι καί μέ τήν προσευχή… μέ τά πνευματικά. Πρέπει κανείς νά βιάζη τόν ἑαυτό του ἀλλά νά τό κάνη μέ χαρά! Νά τοῦ προξενῆ χαρά αὐτό».

• Σημειώνει καί ὁ Στάρετς Μακάριος: «Λές ἀκόμα ὅτι στό σπίτι προσεύχεσαι πολύ καλύτερα, βιώνοντας μιά ἀπερίγραπτη πνευματική ἡδονή, καί διαπιστώνοντας τόν προσπορισμό μεγάλης πνευματικῆς ὠφέλειας. Ἐνῶ, ἀντίθετα, στήν ἐκκλησία δέν ἔχεις τόσο καρποφόρα προσευχή.

Δέν καταλαβαίνεις ὅτι αὐτό εἶναι μιά μεγάλη πλάνη, τροφοδοτημένη μάλιστα, ἀπό τήν ἴδια ἐκείνη δηλητηριασμένη πηγή, πού μαραίνει τήν ἠρεμία καί τήν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς σου;

Νά εἶσαι σίγουρος πώς ὅταν προσεύχεσαι μόνος σου, μ᾽ ἕνα τρόπο πού σέ γεμίζει γλυκύτητα καί σοῦ φέρνει ἀπολαυστικά δάκρυα, ὁ Θεός δέν ἱκανοποιεῖται. Ἡ γλυκύτητα καί τά δάκρυα, πού δέν συνοδεύονται ἀπό ἕνα βίωμα βαθύτατης ταπεινοφροσύνης, δέν εἶναι παρά πειρασμικά. Ἔχοντας, λοιπόν, ὑποκύψει στό σπίτι σ᾽ αὐτό τόν πειρασμό, καί μή βρίσκοντάς τον στήν ἐκκλησία, συμπεραίνεις, ὅτι σοῦ εἶναι ἄχρηστος ὁ ἐκκλησιασμός. Μετά ἀπ᾽ αὐτό, γιατί ἀπορεῖς πού γίνεσαι ἕρμαιο μιᾶς θανάσιμης καταθλίψεως; Μήν ἀμφιβάλλης ὅτι αὐτή ἡ κατάθλιψι εἶναι ὁ καρπός τῶν προσευχῶν σου στό σπίτι: Ὁ πειρασμός πρῶτα σέ ἐκτοξεύει ψηλά, στήν κορυφή τοῦ κύματος, κι ἔπειτα σέ καταποντίζει στά βάθη τῆς ἀβύσσου. Κι ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνα πειθήνιο ὄργανό του, ἕνα παιχνιδάκι στά χέρια του. Γιατί; Ἐπειδή ἔχεις παγιδευθῆ στά δίκτυα τῆς κενοδοξίας.

Σοῦ συνιστῶ νά προσεύχεσαι μέ ἁπλότητα. Μήν προσδοκᾶς καί μήν ἐπιδιώκης νά δῆς μέσα σου κάποιους ἐντυπωσιακούς καρπούς ἤ “δῶρα” τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Θεώρησε τόν ἑαυτό σου ἀνάξιο γι᾽ αὐτά. Μόνο ἔτσι θά βρῆς τήν εἰρήνη.

Χρησιμοποίησε τήν ἄδεια, τήν παγερή, τή στεγνή προσευχή σου σάν τροφή γιά τήν ταπείνωσι. Ἐπαναλάμβανε σταθερά: “Εἶμαι ἀνάξιος! Κύριε, εἶμαι ἀνάξιος!”. Ἀλλά λέγε το ἤρεμα, χωρίς ταραχή. Αὐτή τήν ταπεινή προσευχή, ἀντίθετα μ᾽ ἐκείνη τήν ἀπολαυστική πού σ᾽ εὐχαριστεῖ, τήν ἀποδέχεται ὁ Θεός».

Γράφει ὁ π. Ἀλέξανδρος Ἐλτσιανίνωφ: «Μιά καί “γινώσκει ὁ Πατήρ”(τίς ἀνάγκες μας), γιατί νά Τοῦ ζητᾶμε, ὅπως πράττουμε στό “Πάτερ ἡμῶν” καί σ᾽ ἄλλες προσευχές; Τό νόημα, ὅμως, τῆς προσευχῆς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐνέχει μέσα της τήν ἐνσυνείδητη στροφή μας πρός τό Θεό καί τήν ταπείνωσί μας, ὅπως καί τή συναίσθησι τοῦ δεσμοῦ μας καί τῆς ἐξαρτήσεώς μας ἀπό τό Θεό· πέρα ἀπ᾽ αὐτό, εἶναι σημαντικό τό γεγονός ὅτι ἐκφραζόμασθε κι ἐπικοινωνοῦμε μαζύ Του».

«Ὁ θεμελιωτής τῆς συγχρόνου φυσικῆς Μax Ρlanck ἀναφερόμενος στίς ὠφέλειες τῆς προσευχῆς γράφει τά ἑξῆς: “Μόνο ἡ ἐπικοινωνία μέ τό Θεό ἐξασφαλίζει τήν ἐσωτερική σταθερότητα καί τή διαρκῆ ψυχική γαλήνη, τήν ὁποία θεωροῦμε ὡς τό ὕψιστο ἀγαθό. Καί ὅταν λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὄχι μόνο παντοδύναμος ἀλλά καί ἀγαθός καί εὔσπλαγχνος, τότε ἡ πρός Αὐτόν καταφυγή ἐξασφαλίζει, σ᾽ αὐτό πού διψᾶ παρηγορία, ἐξαιρετικῶς μέγα αἴσθημα εὐτυχίας. Ὑπέρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δέν εἶναι δυνατόν νά προκύψη οὔτε ἡ ἐλάχιστη ἀντίρρησι ἐκ μέρους τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ὁπουδήποτε καί ὁσονδήποτε βαθύτερα ἄν προσηλώσουμε τά βλέμματά μας, πουθενά δέν βρίσκουμε καμμιά ἀντίφασι μεταξύ θρησκείας καί τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν, ἀντιθέτως μάλιστα, στά κρισιμότερα ἀκριβῶς σημεῖα βρίσκουμε πλήρη συμφωνία.

Ὁ ἀπό τούς μεγαλύτερους ἀστρονόμους τοῦ αἰῶνα μας [τοῦ 20οῦ] Εddington, ὁ ὁποῖος στό εὐρύ κοινό ἦταν γνωστός ὡς φιλόσοφος-Χριστιανός, σέ μιά διάλεξί του ἀνέφερε ὅτι “Ἡ ἐπιστήμη εὑρισκομένη ἐνώπιον συναθροίσεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διαπνέονται ἀπό ἀγάπη πρός τό Ὑπέρτατο Ὄν καί τόν πλησίον, καί οἱ ὁποῖοι ἐκδηλώνουν τά αἰσθήματα τάὁποῖα τούς διακατέχουν μέ ζωντανή προσευχή, ἡ ὁποία ἐξαγιάζει τό περιβάλλον καί παρασύρει καί τούς παρόντας, τυχόν ἀδιαφόρους, σέ ἀνάτασι πνευματική καί ἐπαφή μέ τό ὑπέρτατο Ὄν, ὀφείλει νά σταθῆ μέ εὐλάβεια καί νά μή θελήση νά ἐξηγήση μέ ἐπιστημονική ἐμπειρία τό συναρπαστικό αὐτό φαινόμενο”

Ὁ ἐπινοητής τῆς ἀσυρμάτου τηλεγραφίας Μarconi ὑπῆρξε πιστός Χριστιανός καί ὑπέρμαχος τῆς ἀξίας τῆς προσευχῆς. “Διακηρύττω”, ἔλεγε, “μέ ὑπερηφάνεια, ὅτι εἶμαι πιστός. Πιστεύω στή δύναμι τῆς προσευχῆς. Πιστεύω σ᾽ αὐτό ὄχι μόνο ὡς πιστός Χριστιανός, ἀλλά συγχρόνως ὡς ἐπιστήμων”. Ὅταν δέ αὐτός ἐπιχείρησε καί πέτυχε τήν πρώτη ἀσύρματη σύνδεσι, οἱ πρῶτες φράσεις τίς ὁποῖες ἐξέπεμψε ἦταν: “Γενηθήτω τό θέλημά Σου· ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ”. Δηλαδή δυό φράσεις ἀπό τήν προσευχή τήν ὁποία παρέδωσε στούς μαθητές Του ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτής τοῦ Χριστιανισμοῦ».

«Ἡ προσευχή εἶναι ἀνέβασμα τοῦ μυαλοῦ. Τά λόγια τά ὁποῖα λέμε, δέν τά λέμε γιά νά τά ἀκούση ὁ Θεός, ἀλλά γιά νά τά ἀκούσουμε ἐμεῖς. Γιά νά πληροφορηθοῦμε ἐμεῖς, γιά νά πειθαρχήσουμε τή σκέψι μας. Ἀλλά ὅταν οἱ σκέψεις εἶναι πειθαρχημένες καί ἀνεβαίνουν, τότε ἀνεβαίνει ὅλο τό εἶναι μας».

«Ὑπάρχουν προσευχές πού ἀποτελοῦν φλυαρία, πού καταρρίπτουν καί τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια ἀκόμη. Μήπως δέν ὑπάρχουν κίβδηλα νομίσματα; Τρόφιμα νοθευμένα; Καί φάρμακα νοθευμένα; Ἔτσι ὑπάρχει καί νοθευμένη προσευχή. Ἀλλά ἡ γνήσια, ἡ ἀληθινή προσευχή εἶναι μία ἐπαφή τήν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος μέ τό αἰώνιο… Μήν παραμελῆς τήν προσευχή κι ὅταν ἀκόμη σοῦ ἔρχονται τέτοιες ἀμφιβολίες [γιά τήν ὠφελιμότητα τῆς προσευχῆς]. Καί μή φοβηθῆς μήπως δέν εἶναι εὐπρόσδεκτη ἔναντι τοῦ Οὐρανοῦ ἡ προσευχή πού γίνεται μέ ἀμφιβολία. Βέβαια, νά μή γίνεται μέ ὑποκρισία, μέ ἀδικία, μέ ἀνοσιότητα. Ἀλλά ὅταν γίνεται μέ ἀμφιβολία ἁγνή, τότε ὁ Πατέρας σου… γι’ αὐτό εἶναι Πατέρας, γιά νά καταλαβαίνη τήν ἀμφιβολία αὐτή».

 

Ερωτήσεις & Απαντήσεις από τους Αγίους Πατέρες της Ερήμου – Γεροντικό της Ερήμου

http://saintsofmyheart.wordpress.com

http://heartquestionsandanswers.wordpress.com

http://africaofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

HEART QUESTIONS & ANSWERS

AFRICA OF MY HEART

1027718__desert-flowers_p.jpg

Ερωτήσεις & Απαντήσεις

από τους Αγίους Πατέρες της Ερήμου

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Ερώτηση: Πώς πρέπει να είναι ο μοναχός στο κελί;
Απόκριση: Να απέχει από τη γνώση των πολλών πραγμάτων, ώστε, καθώς ο λογισμός μένει ελεύθερος από τα διάφορα, να κατοικήσει η γνώση του Κυρίου.

Ερώτηση: Τι είναι ο μοναχός;
Απόκριση: Ο μοναχός είναι σαν την περιστερά. Όπως η περιστερά βγαίνει στον αέρα την κατάλληλη στιγμή να τινάξει τα φτερά της, κι αν καθυστερήσει έξω από τη φωλιά, δέχεται χτυπήματα από τα άγρια πουλιά και χάνει την ομορφιά της, έτσι και ο μοναχός, βγαίνει την ώρα της σύναξης να ξετινάξει τους λογισμούς του, κι αν αργοπορήσει έξω απ΄ το κελί, ραπίζεται από τους δαίμονες και σκοτεινιάζουν οι λογισμοί του.

Ερ.: Με ποιο λογισμό ο διάβολος βγάζει έξω από το κελί τον μοναχό;
Απ.: Ο διάβολος είναι σαν τον γητευτή των φιδιών. Όπως ο γητευτής με μαγευτικά λόγια κάνει το φίδι να βγει από τη φωλιά και αφού το πιάσει, το πάει και το ρίχνει στις πλατείες της πόλης και το αφήνει εκεί να το περιπαίζουν οι άνθρωποι, κι όταν γεράσει πολύ μαζί του, ύστερα ή το θανατώνει στη φωτιά ή το πνίγει στη θάλασσα, έτσι και ο μοναχός τα ίδια παθαίνει, όταν παρασύρεται απ΄ τους λογισμούς και εγκαταλείπει το κελί του.

Ερ.: Πώς πρέπει να γίνεται το έργο της ψαλμωδίας και ποιο να είναι το μέτρο της νηστείας;
Απ.: Τίποτε παραπάνω απ΄ αυτό που έχει ορισθεί. Γιατί πολλοί θέλοντας το παραπάνω, ύστερα ούτε το λίγο μπόρεσαν να εκτελέσουν.

Ερ.: Αν με σκανδαλίσει ο αδελφός, με συμβουλεύεις να του βάλω μετάνοια;
Απ.: Βάλε του μετάνοια και ξέκοψε απ΄ αυτόν. Έχουμε τον αββά Αρσένιο πού λέει: Με όλους να έχεις αγάπη κι απ΄ όλους να βρίσκεσαι σε απόσταση.

Ερ.: Τι σημασία έχει για τον άνθρωπο το να προσφέρει ευχαριστήριο δώρο στην εκκλησία;
Απ.: Αυτό το πράγμα είναι θησαυρός φυλαγμένος μπροστά στον Θεό. Ό,τι βάζεις εδώ, αμέσως πηγαίνει επάνω.

Ερ.: Έχω επιθυμία να μαρτυρήσω για τον Θεό.
Απ.: Αν σε ώρα δύσκολη υπομείνει κανείς τον πλησίον, αυτό είναι ίσο με το καμίνι των τριών Παίδων.

Ερ.: Γιατί η πορνεία ενοχλεί τον άνθρωπο;
Απ.: Επειδή ο διάβολος γνωρίζει ότι η πορνεία μας αποξενώνει από το Πνεύμα το Άγιο, καθώς ακούει τον Κύριο που λέει:

«Δεν θα παραμείνει το Πνεύμα μου σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι σάρκες».

(Ερώτηση ενός νέου σε κάποιο Θηβαίο Γέροντα για το πώς πρέπει να κάνει την πνευματική εργασία στο κελί).

Ερ.: Πώς πρέπει να «ησυχάζει» κανείς στο κελί;
Απ.: Όταν κάνει την άσκηση στο κελί, διόλου να μη θυμάται άνθρωπο.

Ερ.: Ποια εργασία οφείλει η καρδιά να κάνει, για να είναι στραμμένος ο μοναχός στον εαυτό του;
Απ.: Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε στραμμένη την προσοχή στον Θεό χωρίς να περισπάται ο νους.

Ερ.: Πώς οφείλει να διώχνει ο νους τους πονηρούς λογισμούς;
Απ.: Είναι εντελώς αδύνατον από μόνος του να το κάνει αυτό ούτε έχει τέτοια δύναμη. Αλλά κι αν η ψυχή πέσει σε λογισμούς, αμέσως οφείλει να καταφύγει σ΄ αυτόν πού την έπλασε ικετεύοντας τον, και κείνος τους διαλύει σαν κερί. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει.

Ερ.: Λοιπόν, με ποια τέχνη καταφεύγει ο λογισμός στον Θεό;
Απ.: Αν σου έρθει λογισμός πορνείας, αμέσως τράβηξε από κει τον νου και φέρτον ψηλά με βιασύνη. Μην αργοπορήσεις, γιατί η αργοπορία ισοδυναμεί με συγκατάθεση.

Ερ.: Αν έρθει λογισμός κενοδοξίας ότι κατόρθωσες αρετή, δεν οφείλει να τον αντικρούσει ο λογισμός;
Απ.: Οποιαδήποτε ώρα κανείς αντιλέγει στον λογισμό, αμέσως ο λογισμός γίνεται πιο ισχυρός και πιο ορμητικός, εκείνος με την αντιλογία του βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Επιπλέον το Πνεύμα το Άγιο δεν σε βοηθάει και τόσο, γιατί παρουσιάζεσαι σαν να καυχιέσαι, ότι δηλαδή μπορώ εγώ να τα βγάλω πέρα με τα πάθη.

Όπως εκείνος που έχει πνευματικό πατέρα, στον πατέρα τα αναθέτει και είναι αμέριμνος για όλα και ούτε νοιάζεται πια τι λόγο θα δώσει και στον Θεό, έτσι κι εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του στον Θεό δεν πρέπει να έχει καθόλου φροντίδα για τον λογισμό ή να αντιπαραταχθεί στον λογισμό ή γενικά να μην τον αφήσει να μπει μέσα του.

Αν γίνει και μπει, σύρε τον πάνω στον Πατέρα σου και πες στο λογισμό:

«Εγώ δεν έχω τίποτε με σένα, να ο Πατέρας μου, αυτός ξέρει». Κι επίμονα τράβα τον επάνω, οπότε σ΄ αφήνει στα μισά του δρόμου και φεύγει, γιατί δεν μπορεί να ΄ρθει μαζί σου σε Εκείνον ούτε να σταθεί μπροστά Του. Απ΄ αυτή την εργασία ανώτερη και πιο αμέριμνη δεν υπάρχει σ΄ όλη την Εκκλησία.

Ερ.: Πώς μπορεί κανείς πάντοτε να προσεύχεται; Γιατί το σώμα παρουσιάζει αδυναμία προκειμένου να προσευχηθεί.
Απ.: Προσευχή δεν λέγεται μόνο το να στέκεται κανείς την συγκεκριμένη ώρα προσευχής και να προσεύχεται, αλλά το να προσεύχεται πάντοτε.

Ερ.: Πώς πάντοτε;
Απ.: Είτε τρως είτε πίνεις είτε περπατάς σε δρόμο είτε κάποιο έργο κάνεις, να μην αφήνεις την προσευχή.

Ερ.: Αν ένας συνομιλεί με κάποιον, πώς μπορεί να πραγματοποιήσει το να προσεύχεται πάντοτε;
Απ.: Γι αυτό είπε ο απόστολος, με κάθε προσευχή και δέηση. Έτσι, όταν δεν είσαι ελεύθερος να προσευχηθείς, καθώς συναναστρέφεσαι με άλλον, να προσεύχεσαι με δέηση.

Ερ.: Με ποια προσευχή οφείλει να προσεύχεται κανείς;
Απ.: Να λέει το Πάτερ ημών ο έν τοίς ουρανοίς κ.λ.π.

Ερ.: Πόσο μέτρο οφείλει να έχει η προσευχή;
Απ.: Δεν όρισε μέτρο. Εφόσον είπε πάντοτε και χωρίς διακοπή να προσεύχεστε, δεν έχει μέτρο.

Έλεγε ακόμη κι αυτό, ότι εκείνος που θέλει να τα κατορθώσει αυτά, οφείλει όλους τους ανθρώπους να τους βλέπει ως έναν και να μην καταλαλεί.

Η Μικρή Παράκλιση της Παναγίας

http://orthodoxyislove.wordpress.com

ORTHODOXY IS LOVE

01.09.16 - 1.jpg

Pochaev_Bogorodica.png

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ

ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

(Από Μικρόν Ωρολόγιον, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, 1999, σελ. 510-526).

Ψαλλομένου εν πάση περιστάσει και εν θλίψει ψυχής. Ποιήμα Θεοστηρίκτου μοναχού (Οι δε, Θεοφάνους). Ευλογήσαντος του ιερέως λέγομεν τον παρόντα ψαλμόν.

Ψαλμός 142

Κύριε εισάκουσον τής προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τή αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τή δικαιοσύνη σου. Και μή εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πάς ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γήν την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος και ηκηδίασεν επ’ εμέ τό πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοίς έργοις σου, εν ποιήμασιν των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χείρας μου, η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε τό πνεύμά μου. Μή αποστρέψης τό πρόσωπόν σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοίς καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι τό πρωί τό έλεός σου, ότι επί σοί ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι πρός σέ ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν τό θέλημά σου, ότι σύ εί ο Θεός μου. Τό πνεύμά σου τό αγαθόν οδηγήσει με εν γή ευθεία. Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τή δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου και εν τώ ελέει σου εξολεθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου ότι εγώ δούλός σού ειμί.

Και ευθύς το, Θεός Κύριος, εξ εκατέρων των χορών ως εξής:

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν,

ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, α’. Εξομολογείσθε τώ Κυρίω,

και επικαλείσθε τό όνομα τό άγιον αυτου.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν,

ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, β’. Πάντα τά έθνη εκύκλωσάν με,

και τώ ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτους,

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν,

ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, γ’. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη,

και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν,

ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Είτα τα παρόντα τροπάρια.

Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.

Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία, κράζοντες εκ βάθους ψυχής, Δέσποινα, βοήθησον εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον, απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, μή αποστρέψης σούς δούλους κενούς, σέ γάρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.

Δόξα… Και νυν…

Ου σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ειμή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων, τίς δέ διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.

Ψαλμός Ν’ (50)

Ελέησόν με, ο Θεός, κατά τό μέγα ελεός σου και κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνόν με από τής ανομίας μου και από τής αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστιν διά παντός. Σοί μόνω ήμαρτον και τό πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως άν δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου και νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε. Ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας, τά άδηλα και τά κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα. Απόστρεψον τό πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός και πνεύμα ευθές εγκαινισον εν τοίς εγκάτοις μου. Μή απορρίψης με από του προσώπου σου και τό Πνεύμα σου τό άγιόν μή αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τάς οδούς σου και ασεβείς επί σέ επιστρέψουσι. Ρύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός, ο Θεός τής σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ανοίξεις και τό στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τή ευδοκία σου την Σιων και οικοδομηθήτω τά τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ωδή α’ . Ήχος πλ. δ’. Ο ειρμός.

«Υγράν διοδεύσας ωσεί ξηράν και την αιγυπτίαν μοχθηρίαν διαφυγών, ο Ισραηλίτης ανεβόα, Τώ Λυτρωτή και Θεώ ημών άσωμεν».

Τροπάρια.

Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, πρός σέ καταφεύγω, σωτηρίαν επιζητων. Ώ Μήτερ του Λόγου και παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον.

Παθών με ταράττουσι προσβολαί, πολλής αθυμίας, εμπιπλώσαί μου την ψυχήν, ειρήνευσον, Κόρη, τή γαλήνη, τή του Υιού και Θεού σου, Πανάμωμε.

Σωτήρα τεκούσάν σε και Θεόν, δυσωπώ, Παρθένε, λυτρωθήναί με των δεινών, σοί γάρ νυν προσφεύγων ανατείνω και την ψυχήν και την διάνοιαν.

Νοσούντα τό σώμα και την ψυχήν, επισκοπής θείας και προνοίας τής παρά σού, αξίωσον, μόνη Θεομήτορ, ώς αγαθή αγαθού τε λοχεύτρια.

Ωδή γ’. Ο ειρμός.

«Ουρανίας αψίδος, οροφουργέ Κύριε και τής εκκλησίας δομήτορ, σύ με στερέωσον, εν τή αγάπη τή σή, των εφετων η ακρότης, των πιστων τό στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε».

Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι, σε θεογεννήτορ παρθένε, σύ με κυβέρνησον, πρός τόν λιμένα σου, των αγαθών η αιτία, των πιστων τό στήριγμα, μόνη πανύμνητε.

Ικετεύω, παρθένε, τόν ψυχικόν τάραχον και τής αθυμίας την ζάλην, διασκεδάσαι μου, σύ γάρ, Θεόνυμφε, τόν αρχηγόν τής γαλήνης, τόν Χριστόν εκύησας, μόνη πανάχραντε.

Ευεργέτην τεκούσα, τόν των καλών αίτιον, τής ευεργεσίας τόν πλούτον, πάσιν ανάβλυσον, πάντα γάρ δύνασαι, ώς δυνατόν εν ισχύϊ, τόν Χριστόν κυήσασα, θεομακάριστε.

Χαλεπαίς αρρωστίαις και νοσεροίς πάθεσιν, εξεταζομένω, παρθένε, σύ μοι βοήθησον, των ιαμάτων γάρ ανελλιπή σε γινώσκω, θησαυρόν, πανάμωμε, τόν αδαπάνητον.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σέ καταφεύγομεν, ώς άρρηκτον τείχος και προστασίαν.

Eπίβλεψον εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι τής ψυχής μου τό άλγος.

Κάθισμα Ήχος β’

Τά άνω ζητων

Πρεσβεία θερμή και τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον, εκτενώς βοώμέν σοι, Θεοτόκε δέσποινα, πρόφθασον και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, η μόνη ταχέως προστατεύουσα.

Ωδή δ’. Ο ειρμός.

«Εισακήκοα, Κύριε, τής οικονομίας σου τό μυστήριον, κατενόησα τά έργα σου και εδόξασά σου την θεότητα».

Τροπάρια.

Tών παθών μου τόν τάραχον, η τόν κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τόν κλύδωνα κατεύνασον των εμών πταισμάτων, θεονύμφευτε.

Ευσπλαγχνίας την άβυσσον επικαλουμένω τής σής παράσχου μοι, η τόν εύσπλαγχνον κυήσασα και σωτήρα πάντων των υμνούντων σε.

Απολαύοντες, πάναγνε, των σών δωρημάτων ευχαριστήριον, αναμέλπομεν εφύμνιον, οι γινώσκοντές σε θεομήτορα.

Οι ελπίδα και στήριγμα και τής σωτηρίας τείχος ακράδαντον, κεκτημένοι σε, πανύμνητε, δυσχερείας πάσης, εκλυτρούμεθα.

Ωδή ε’. Ο ειρμός.

«Φώτισον ημάς τοίς προστάγμασί σου, Κύριε και τώ βραχίονί σου τώ υψηλώ, την σήν ειρήνην παράσχου ημίν, φιλάνθρωπε».

Τροπάρια.

Έμπλησον, Aγνή, ευφροσύνης την καρδίαν μου, την σήν ακήρατον διδούσα χαράν, τής ευφροσύνης η γεννήσασα τόν αίτιον.

Λύτρωσαι ημάς, εκ κινδύνων, Θεοτόκε αγνή, η αιωνίαν τεκούσα λύτρωσιν και την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσαν.

Λύσον την αχλύν των πταισμάτων μου, θεόνυμφε, τώ φωτισμώ τής σής λαμπρότητος, η φώς τεκούσα, τό θείον και προαιώνιον.

Ίασαι, αγνή, των παθών μου την ασθένειαν, επισκοπής σου αξιώσασα και την υγείαν τή πρεσβεία σου παράσχου μοι.

Ωδή ς’. Ο ειρμός.

«Την δέησιν εκχεώ πρός Κύριον και αυτώ απαγγελώ μου τάς θλίψεις, ότι κακών η ψυχή μου επλήσθη και η ζωή μου τώ Άδη προσήγγισε και δέομαι ώς Iωνάς, Εκ φθοράς, ο Θεός με ανάγαγε».

Τροπάρια.

Θανάτου και τής φθοράς ώς έσωσεν, εαυτόν εκδεδωκώς τώ θανάτω, την τή φθορά και θανάτω μου φύσιν κατασχεθείσαν, παρθένε, δυσώπησον, τόν Κύριόν σου και Υιόν, τής εχθρών κακουργίας με ρύσασθαι.

Προστάτιν σε τής ζωής επίσταμαι και φρουράν ασφαλεστάτην, παρθένε, των πειρασμών διαλύουσαν όχλον και επηρείας δαιμόνων ελαύνουσαν και δέομαι διαπαντός, Εκ φθοράς των παθών μου ρυσθήναί με.

Ως τείχος καταφυγής κεκτήμεθα και ψυχών σε παντελή σωτηρίαν και πλατυσμόν εν ταίς θλίψεσι, κόρη και τώ φωτί σου αεί αγαλλόμεθα. Ώ δέσποινα και νυν ημάς, των παθών και κινδύνων διάσωσον.

Εν κλίνη νυν ασθενών κατάκειμαι και ουκ έστιν ίασις τή σαρκί μου, αλλ’ η Θεόν και σωτήρα του κόσμου και τόν λυτήρα των νόσων κυήσασα, σού δέομαι τής αγαθής, εκ φθοράς νοσημάτων ανάστησον.

Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σέ καταφεύγομεν, ώς άρρηκτον τείχος και προστασίαν.

Άχραντε, η διά λόγου τόν Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ώς έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Κοντάκιον. Ήχος β’

Προστασία των Χριστιανών ακαταίσχυντε, μεσιτεία πρός τόν ποιητήν αμετάθετε, μή παρίδης αμαρτωλών δεήσεων φωνάς, αλλά πρόφθασον ώς αγαθή, εις την βοήθειαν ημών των πιστώς κραυγαζόντων σοι, Τάχυνον εις πρεσβείαν και σπεύσον εις ικεσίαν, η προστατεύουσα αεί, Θεοτόκε, των τιμώντων σε.

Είτα το α’ αντίφωνον των αναβαθμών του δ’ ήχου.

Εκ νεότητός μου, πολλά πολεμεί με πάθη, αλλ’ αυτός αντιλαβού και σώσον, Σωτήρ μου. (δίς)

Οι μισούντες Σιών αισχύνθητε από του Κυρίου, ώς χόρτος γάρ πυρί έσεσθε απεξηραμμένοι. (δίς)

Δόξα…

Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται, τή Τριαδική Μονάδι ιεροκρυφίως.

Και νυν…

Αγίω Πνεύματι αναβλύζει τά τής χάριτος ρείθρα, αρδεύοντα άπασαν την κτίσιν πρός ζωογονίαν.

Και ευθύς το προκείμενον

Μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά.

Στίχ. Άκουσον, θύγατερ και ίδε και κλίνον τό ούς σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου και επιθυμήσει ο Βασιλεύς του κάλλους σου.

Ο ιερεύς. Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Εκ του κατά Λουκάν. Κεφ. Α’ 39-49 και 56.

Εν ταίς ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ επορεύθη εις την ορεινήν μετά σπουδής εις πόλιν Ιούδα και εισήλθεν εις τόν οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ. Και εγένετο, ως ήκουσεν η Ελισάβετ τόν ασπασμόν τής Μαρίας, εσκίρτησε τό βρέφος εν τή κοιλία αυτής και επλήσθη Πνεύματος αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπεν, Ευλογημένη σύ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός τής κοιλίας σου. Και πόθεν μοι τουτο, ίνα έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με; Ιδού γαρ, ως εγένετο η φωνή του ασπασμού σου εις τά ώτά μου, εσκίρτησε τό βρέφος εν αγαλλιάσει εν τή κοιλία μου. Και μακαρία η πιστεύσασα, ότι έσται τελείωσις τοίς λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου. Και είπε Μαριάμ, Μεγαλύνει η ψυχή μου τόν Κύριον και ηγαλλίασε το πvεύμα μου επί τώ Θεώ τώ σωτήρι μου, ότι επέβλεψεν επί τήv ταπείvωσιν τής δούλης αυτου. Ιδού γάρ από του νύv μακαριούσί με πάσαι αι γεvεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο Δυvατός και άγιοv τό όvομα αυτου. Έμεινε δέ Μαριάμ σύv αυτή ωσεί μήvας τρείς και υπέστρεψεν εις τόν οίκοv αυτής.

Δόξα. Ήχος β’.

Πάτερ, Λόγε, Πνεύμα, Τριάς η εν Μονάδι, εξάλειψον τά πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Και νυν.

Ταίς τής Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τά πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Είτα.

Στίχ. Ελέησόν με, ο Θεός, κατά τό μέγα έλεός σου και κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου.

Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Μή καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία δέσποινα, αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου, θλίψις γάρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι των δαιμόνων τά τοξεύματα, σκέπην ου κέκτημαι, ουδέ πού προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος και παραμυθίαν ουκ έχων, πλήν σου. Δέσποινα του κόσμου, ελπίς και προστασία των πιστων, μή μου παρίδης την δέησιν, τό συμφέρον ποίησον.

Ουδείς προστρέχων επί σοί κατησχυμμένος από σού εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε, αλλ’ αιτείται την χάριν και λαμβάνει τό δώρημα, πρός τό συμφέρον τής αιτήσεως.

Μεταβολή των θλιβομένων, απαλλαγή των ασθενούντων υπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε, σώζε πόλιν και λαόν, των πολεμουμένων η ειρήνη, των χειμαζομένων η γαλήνη, η μόνη προστασία των πιστων.

Ωδή ζ’. Ο ειρμός.

«Οι εκ τής Ιουδαίας καταντήσαντες Παίδες εν Βαβυλώνι ποτέ, τή πίστει τής Τριάδος, την φλόγα τής καμίνου κατεπάτησαν ψάλλοντες, Ο των πατέρων ημών Θεός ευλογητός εί».

Τροπάρια.

Την ημών σωτηρίαν ώς ηθέλησας, Σώτερ, οικονομήσασθαι, εν μήτρα τής Παρθένου κατώκησας τώ κόσμω, ήν προστάτιν ανέδειξας, Ο των πατέρων ημών Θεός, ευλογητός εί.

Θελητήν του ελέους όν εγέννησας, μήτερ αγνή, δυσώπησον, ρυσθήναι των πταισμάτων, ψυχής τε μολυσμάτων, τους εν πίστει κραυγάζοντας, Ο των πατέρων ημών Θεός ευλογητός εί.

Θησαυρόν σωτηρίας και πηγήν αφθαρσίας την σέ κυήσασαν και πύργον ασφαλείας και θύραν μετανοίας, τοίς κραυγάζουσιν έδειξας, Ο των πατέρων ημών Θεός, ευλογητός εί.

Σωμάτων μαλακίας και ψυχών αρρωστίας, θεογεννήτρια, των πόθω προσιόντων τή σκέπη σου τή θεία, θεραπεύειν αξίωσον, η τόν σωτήρα Χριστόν ημίν αποτεκούσα.

Ωδή η’. Ο ειρμός.

«Τόν Βασιλέα των ουρανών, όν υμνούσι, στρατιαί των Αγγέλων υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».

Τροπάρια.

Τους βοηθείας τής παρά σού δεομένους μή παρίδης, παρθένε, υμνούντας και υπερυψούντάς σε, κόρη, εις αιώνας.

Των ιαμάτων τό δαψιλές επιχέεις, τοίς πιστώς υμνούσί σε, παρθένε και υπερυψούσι τόν άφραστόν σου τόκον.

Τάς ασθενείας μου τής ψυχής ιατρεύεις και σαρκός τάς οδύνας, παρθένε, ίνα σέ δοξάζω την κεχαριτωμένην.

Των πειρασμών σύ τάς προσβολάς εκδιώκεις και παθών τάς εφόδους, παρθένε, όθεν σε υμνούμεν εις πάντας τους αιώνας.

Ωδή θ’. Ο ειρμός.

«Κυρίως Θεοτόκον σέ ομολογούμεν οι διά σού σεσωσμένοι, παρθένε αγνή, σύν ασωμάτων χορείαις σέ μεγαλύνοντες».

Τροπάρια.

Ροήν μου των δακρύων μή αποποιήσης, η τόν παντός εκ προσώπου πάν δάκρυον αφηρηκότα, παρθένε, Χριστόν κυήσασα.

Χαράς μου την καρδίαν πλήρωσον, παρθένε, η τής χαράς δεξαμένη τό πλήρωμα, τής αμαρτίας την λύπην εξαφανίσασα.

Λιμήν και προστασία των σοί προσφευγόντων, γενού Παρθένε και τείχος ακράδαντον, καταφυγή τε και σκέπη και αγαλλίαμα.

Φωτός σου ταίς ακτίσι λάμπρυνον, παρθένε, τό ζοφερόν τής αγνοίας διώκουσα, τους ευσεβώς Θεοτόκον σέ καταγγέλλοντας.

Κακώσεως εν τόπω τώ τής ασθενείας, ταπεινωθέντα, παρθένε, θεράπευσον, εξ αρρωστίας εις ρώσιν μετασκευάζουσα.

Και ευθύς.

Άξιόν εστιν ώς αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Μεγαλυνάρια.

Την υψηλοτέραν των ουρανών και καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών, την λυτρωσαμένην ημάς εκ τής κατάρας, την δέσποιναν του κόσμου ύμνοις τιμήσωμεν.

Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί τό σώμα, ασθενεί μου και η ψυχή, πρός σέ καταφεύγω, την κεχαριτωμένην, ελπίς απηλπισμένων, σύ μοι βοήθησον.

Δέσποινα και μήτηρ του λυτρωτου, δέξαι παρακλήσεις αναξίων σών ικετων, ίνα μεσιτεύσης πρός τόν εκ σού τεχθέντα, Ώ δέσποινα του κόσμου, γενού μεσίτρια.

Ψάλλομεν προθύμως σοι την ωδήν νυν τή πανυμνήτω Θεοτόκω χαρμονικώς, μετά του Προδρόμου και πάντων των Αγίων, δυσώπει Θεοτόκε, του οικτειρήσαι ημάς.

Άλαλα τά χείλη των ασεβών, των μή προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν υπό του αποστόλου Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, αποστόλων η δωδεκάς, οι άγιοι πάντες, μετά τής Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις τό σωθήναι ημάς.

Τρισάγιον. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σου εστίν.

Τροπάρια. Ήχος πλ. β’.

Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς, πάσης γάρ απολογίας απορούντες, ταύτην σοι την ικεσίαν ώς Δεσπότη οι αμαρτωλοί προσφέρομεν, ελεήσον ημάς.

Δόξα.

Κύριε, ελέησον ημάς, επί σοί γάρ πεποίθαμεν, μή οργισθής ημίν σφόδρα, μηδέ μνησθής των ανομιών ημών, αλλ’ επίβλεψον και νυν ώς εύσπλαγχνος και λύτρωσαι ημάς εκ των εχθρών ημών, σύ γάρ εί Θεός ημών και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών σου και τό όνομά σου επικεκλήμεθα.

Και νυν.

Τής ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε. Ελπίζοντες εις σέ, μή αστοχήσωμεν, ρυσθείημεν διά σού των περιστάσεων, σύ γάρ εί η σωτηρία του γένους των χριστιανών.

Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν.

Πάντων προστατεύεις, αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τή κραταιά σου χειρί, άλλην γάρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί πρός Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών, μήτερ του Θεού του υψίστου, όθεν σοι προσπίπτομεν, ρύσαι πάσης περιστάσεως τους δούλους σου.

Πάντων θλιβομένων η χαρά και αδικουμένων προστάτις και πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός, μήτερ του Θεού του υψίστου, σύ υπάρχεις, άχραντε, σπεύσον, δυσωπούμεν, ρύσασθαι τους δούλους σου.

Ήχος πλ. δ’.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τάς δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Ήχος β’.

Την πάσαν ελπίδα μου εις σέ ανατίθημι, μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών.

Το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” για Κληρικούς και λαϊκούς – π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

http://athensofmyheart.wordpress.com

ATHENS OF MY HEART

a85f4c0c815ac8d136f0c4fc7c255c35.jpg

Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με»

για κληρικούς και λαϊκούς

Πηγή:

https://paterstefanos.gr

https://paterstefanos.gr/2014/01/12/το-κυριε-ιησου-χριστε-ελεησον-με-για/

ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Κάποτε, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είχε μία συζήτηση με έναν σεβάσμιο Γέροντα, ονόματι Ιώβ.

Ο Άγιος υπεστήριζε ότι όλοι: νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, μοναχοί και λαϊκοί, μικροί και μεγάλοι, μπορούν να προσεύχωνται αδιαλείπτως, επικαλούμενοι μέσα από την καρδιά τους τον Ιησού και μάλιστα με την καρδιακή λεγομένη Νοερά προσευχή.

Ο μοναχός Ιώβ είχε επίμονα τις αντιρρήσεις του και επέμενε ότι αυτό είναι έργο μόνο των μοναχών και ασκητών της ‘ερήμου’.

Μετά την συνομιλία τους ανεχώρησε ο καθένας στο κελλάκι του. Και θέλησε ο Ιώβ να προσευχηθεί και μάλιστα νοερά. Και να, πως ο Θεός εδικαίωσε τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Στέλνει, λίαν φιλανθρώπως και με άπειρον αγάπη, ουρανόθεν Άγγελο, για να τον διδάξει, ως αμαθή και πείσμονα, εκείνα που δεν γνώριζε, εκείνα που δεν του απεκαλύφθησαν και εκείνα που δεν πίστεψε από το στόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Τι άραγε, να του είπε;

Όλος ανέσπερο φως ο θείος Άγγελος είπε στο μοναχό Ιώβ:

-Μην αμφιβάλλεις ουδόλως, ω πρεσβύτα Ιώβ, για όλα εκείνα που σου απεκάλυψε ο ιερός Γρηγόριος. Η καρδιακή προσευχή ανήκει σε όλους και από του νυν ούτω θα φρονείς και ούτω θα ομολογείς.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που συστηματοποίησε την Νοερά προσευχή και άθληση και την πρόσφερε πλέον ως διδασκαλία πνευματικά μεστωμένη, υπεστήριζε ότι πρέπει πρώτα να μάθουν όλοι οι ιερείς να εργάζωνται αυτήν την νοερά εργασία, αρχίζοντας από την προφορική Ευχή, και ύστερα να την προσφέρουν στο ποίμνιό τους και ειδικώτερα στα παιδιά.

Μάλιστα, συνιστούσε ο Άγιος η διδασκαλία να αρχίζει από τα σχολεία. Για τις ημέρες μας όμως αυτό είναι όχι μόνο χίμαιρα, αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος και εξωφρενικό.

Ποιος δάσκαλος σήμερα θα τολμούσε να μιλήσει στα παιδιά για την Νοερά προσευχή;

Κάποιος όμως νεαρός δάσκαλος το τόλμησε πριν από δέκα περίπου χρόνια, σε κάποιο Δημοτικό σχολείο του Κερατσινίου. Συνιστούσε στα παιδιά για ένα λεπτό να λένε όλα μαζί «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Το έλεγαν και κατέβαινε σύννεφο θείας Χάριτος και όλα τα παιδιά ήσαν ήσυχα! Και παρέμεναν ήρεμα μέχρι το τέλος των μαθημάτων. Και αυτήν την ‘Παλαμική’ υπόδειξη την συνέχισε για αρκετά χρόνια, με τα ίδια πάντοτε αποτελέσματα.

Στο βιβλίο ‘Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού’ βλέπουμε στο πρόσωπο του Προσκυνητού να αναζωπυρώνεται ο πόθος για την εφαρμογή του θεόπνευστου ρήματος του Αποστόλου Παύλου: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αυτό το αποστολικό παράγγελμα ήτο που του άναψε τον θεϊκό ζήλο και η λαχτάρα του γι’ αυτό, τον έκανε να ρωτά παντού και να παρακαλεί τον Θεό να του στείλει διδάσκαλο ικανό και απλανή.

Αναφέρεται στο βιβλίο ότι: «Την εσωτερική προσευχή μπορεί να την αποχτήσει και να την κάνει μέσο επικοινωνίας με τον Ιησού ο καθένας. Δεν κοστίζει τίποτα, παρά την προσπάθεια να βυθιστούμε στην σιωπή και στα βάθη της καρδίας μας, καθώς και στη φροντίδα για την όσο το δυνατόν συχνότερη επίκληση του γλυκυτάτου Ονόματος του Ιησού, που γεμίζει τον άνθρωπο με αγαλίαση».

Για να προχωρήσει όμως η νοερά αυτή εσωτερική εργασία, είναι απαραίτητη η παρουσία εμπείρου και απλανούς οδηγού, όπως στην συνέχεια αναφέρει και ο Προσκυνητής: «Ο Πνευματικός οδηγός μου με άφησε να φύγω, δίδοντάς μου την ευλογία του και λέγοντάς μου ότι κατά το διάστημα, που θα έκανα εξάσκηση για την προσευχή, θα έπρεπε συχνά να τον επισκέπτωμαι και να του λέγω με λεπτομέρεια κάθε απορία και δυσκολία, που θα συναντούσα, επειδή η εσωτερική προσευχή δεν μπορεί να προχωρήσει καλά και με επιτυχία, χωρίς την καθοδήγηση του πνευματικού διδασκάλου…

…Βέβαια εις την αρχή τα πράγματα επήγαν καλά, μα έπειτα η προσπάθεια μ’ εκούραζε πολύ. Αισθανόμουν οκνηρία και στενοχώρια. Μ’ εκυρίευε η νύστα και σύννεφα από σκέψεις όλων των ειδών με περικυκλώσανε.

Επήγα με θλίψη εις τον οδηγό μου να εξομολογηθώ την κατάστασή μου. Παιδί μου, μου είπε, ήρθε επάνω σου η επίθεση του κόσμου του σκότους, επειδή ο κόσμος εκείνος τίποτε άλλο δεν έχει χειρότερο από την ιδική μας εγκάρδια προσευχή. Ο κόσμος αυτός του σκότους προσπαθεί με κάθε τρόπο να σ’ εμποδίσει και να σε απομακρύνει από την προσευχή της καρδίας. (Γιατί; Γιατί σε φθονεί, σε ζηλεύει. Γιατί αν κερδίσεις, του πήρες τη θέση. Ποια θέση; Εκείνη, από την οποία εξέπεσε και την οποία έχασε τότε, υπερηφανευθείς και σκεφθείς ισοθεΐαν). Όμως μη φοβείσαι. Ο Θεός ουδέποτε επιτρέπει τον πειρασμό να είναι για τον άνθρωπο μεγαλύτερος από ό,τι χρειάζεται. Φαίνεται πως πρέπει η ταπείνωσή σου να δοκιμαστεί ακόμα, γιατί, παρά τον περίσσιο σου ζήλο (και την προθυμία) είναι ίσως πολύ νωρίςνα πλησιάσεις την υψηλότερη είσοδο της καρδιάς (να εισέλθει, δηλαδή, κάπως βαθύτερα στον χώρο της καρδιάς). Υπάρχει φόβος να πέσεις σε πνευματικό χάος».

Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εμείς, πριν αρχίσουμε την Νοερά προσευχή, καλό θα είναι να επαναλαμβάνουμε το: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» την νοερά και μυστική αυτή προσευχή των αγίων Σου Πατέρων. Και ο Κύριος με κάποιον πιστό δούλο Του, αγαθό και απλανή οδηγό, θα μας διδάξει τον τρόπο, ώστε να μπορούμε κι εμείς να ανοίγουμε και να εκχέουμε την καρδιά μας μπροστά σ’ Εκείνον, τον Θεό και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο και ωραιότερο και ωφελιμότερο από την πνευματική επικοινωνία με τον Χριστό! Προκειμένου λοιπόν να γκρινιάζουμε ή να μουρμουρίζουμε ή να λέμε οτιδήποτε άλλο, άσκοπο ή αμαρτωλό, ας επαναλαμβάνουμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» και μέσα στο ναό ακόμα. Σκύψιμο της κεφαλής και «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με».

Γλυκάθηκε ο νους; Ε, δεν ξεκολλά από την Ευχή.
«Ηυφράνθη η καρδία»; Σκλαβώθηκε για πάντα από την θεία αγάπη, από τον θείο έρωτα. Άραγε, δεν το έχετε νοιώσει ποτέ αυτό;…
Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει όλους εμάς, που ζούμε μέσα στον κόσμο, τον φοβερά αμαρτωλό και ξεδιάντροπο, είναι να λέμε την Ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», κατ’ αρχάς και για αρκετό καιρό προφορικά, φωναχτά ή ψιθυριστά με το κομποσχοίνι, και ύστερα από μέσα μας, παντού και πάντοτε. Όσο περισσότερο θα λέγεται η Ευχή, με υπομονή και με θέρμη ψυχής, τόσο γρηγορώτερα θα γίνει κτήμα μας ένας νέος τρόπος ζωής. Τότε, εφ’ όσον θα έχουν προηγηθεί αρκετές προσπάθειες και πολλοί πειρασμοί, θα αισθανώμεθα και θα βιώνουμε την προσευχή μέσα μας. Θα πυρπολούμεθα από την Ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», θα γεμίζουμε, θα πληρούμεθα από την χάρι της Ευχής, της Νοεράς προσευχής, και θα καθιστάμεθα ολόκληροι μια προσευχή!…

Και τότε η θεία Χάρις θα λάμπει στο πρόσωπό μας. Μέσα στους πειρασμούς θα έχουμε ειρήνη στην καρδιά. Μέσα στους διωγμούς και στα μαρτύρια, θα έχουμε την χάρι της υπομονής και της ησυχίας από την καλή μαρτυρία της συνειδήσεώς μας. Θα μας θλίβει ο ένας, θα μας κατατρέχει ο άλλος, αλλά μέσα μας θα βασιλεύει μια παράδοξη και ανείπωτη γλυκύτητα.

Αποσπάσμα από το βιβλίο “Η Ευχή μέσα στον κόσμο” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Video – Πώς να φτιάξετε ένα Ορθόδοξο Κομποσχοίνι – Andrey Pichugin

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

DBMZtKMXYAAOujP

Πώς να φτιάξετε ένα Ορθόδοξο Κομποσχοίνι

Andrey Pichugin

Κατα προτίμηση χρησιμοποιείστε νήμα πλεξιματος 100% μαλλινο για βέλονα νούμερο 9.

Για εξάσκηση μέχρι να το μάθετε σωστά χρησιμοποιείστε χοντρό σπάγκο για να ξελύνεται εύκολα σε τυχόν λάθος.