Από τον αθεϊσμό στην Ορθόδοξη Πίστη: Η μεταστροφή του π. Seraphim Rose, ΗΠΑ (+1982)

http://atheismosapantiseis.blogspot.com

ΑΘΕΪΣΜΟΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Από τον αθεϊσμό στην Ορθόδοξη Πίστη:

Η μεταστροφή του π. Seraphim Rose, ΗΠΑ (+1982)

«Ἐπαναλαμβάνοντας τή γνωστή φράσι τοῦ Nietzsche, ὁ Εὐγένιος Rose [ὁ μετέπειτα π. Seraphim Rose] εἶπε στήν Alison ὅτι πίστευε πώς ὁ Θεός πέθανε (Ὁ Nietzsche ἔχει χρησιμοποιήσει αὐτή τή φράσι, ἀλλά ἡ ἀρχική πατρότητα ἀνήκει στόν ἀντι–ἐπαναστάτη ρωμαιοκαθολικό συγγραφέα Joseph de Maistre, ὁ ὁποῖος τήν ἀνέφερε ὅταν ξέσπασε ἡ Γαλλική Ἐπανάστασι)»(ΙΔ, 83).

«Ἐπαναστατώντας ἐναντίον διαφόρων μορφῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τίς ὁποῖες εἶχε ἔλθει προσωπικά σ᾽ ἐπαφή, ὁ νοῦς του προσπαθοῦσε νά πείση τήν καρδιά του ὅτι δέν πίστευε. Ἤ ὅπως εἰρωνικά θά τό ἔθετε ὁ Dostoyevsky: “Ἄν ἀνακάλυπτε ὅτι πίστευε στό Θεό τότε θά πίστευε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά ἐπειδή δέν γνώριζε ὅτι πίστευε σ᾽ Αὐτόν, γι’ αὐτό δέν πίστευε σ᾽ Αὐτόν”(Fiodor Dostoyevsky, The Possessed, μέρος 2, κεφ. 1, τμῆμα 5 παραφρασμένο).

Ἡ Alison ὑπῆρξε μάρτυρας σέ περιστατικά πού ἔδειχναν πώς ὁ Εὐγένιος “τρελλαινόταν” καί προσπαθοῦσε νά “σπάση τά δεσμά” χωρίς νά ξέρη πραγματικά πῶς νά τό καταφέρη. Θυμᾶται ἐκεῖνο τό βράδυ, ὅταν ἔφθασε στό ἀποκορύφωμά της ἡ διαμάχη τοῦ Εὐγένιου καί τοῦ John γιά τό Θεό. Ὁ John, ὁ Εὐγένιος, ἡ Alison καί μερικοί ἄλλοι εἶχαν πάει βόλτα στή βουνοκορφή Mount Boldy (ἦταν ἄλλο ἕνα μέρος συναντήσεως τῆς παρέας). Τότε, λοιπόν, ὅλοι μέθυσαν μέ κρασί, ἐκτός ἀπ᾽ τήν Alison. Θυμᾶται: “Ὁ John φώναζε καί κομπορρημονοῦσε, λέγοντας ὅτι ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψη τίς γυναῖκες γιά τό Θεό κι ὁ Εὐγένιος εἶχε ἀηδιάσει μέ ὅλη αὐτή τή σκηνή”.

Τότε συνέβη κάτι ἀναπάντεχο. Ὁ Εὐγένιος σηκώθηκε πάνω κι ἄρχισε νά οὐρλιάζη στό John.

—Δέν ὑπάρχει Θεός! Ὁ Θεός σου εἶναι μύθος! Ἄν ὑπῆρχε Θεός, δέν θά τυραννοῦσε τούς πιστούς του. Ἐσύ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεός διασκεδάζει μπήγοντας καρφίτσες στούς ἀνθρώπους. Τέτοιος Θεός δέν ὑπάρχει!

Μέσ’ στή μεθυσμένη ὀργή του, ὁ Εὐγένιος ἔχυσε λίγο κρασί στό κεφάλι τοῦ John, λέγοντας: “Εἶμαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής!”. Ἔπειτα σηκώνοντας τή γροθιά του στόν οὐρανό ἐκεῖ στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ, καταράσθηκε τό Θεό καί Τόν προκάλεσε νά τόν καταδικάση στήν κόλασι.

—Βλέπεις, τίποτε δέν ἔγινε!, οὔρλιαζε κοιτάζοντας μέ ἀγριεμένα μάτια τήν ἀναστατωμένη Alison. Οἱ ἄλλοι τό πέρασαν γι’ ἀστεῖο× ἡ Alison, ὅμως, μποροῦσε νά δῆ στά μάτια τοῦ Εὐγένιου τή φρικτή του πάλη μέ τό Θεό. Μέσ’ στήν ἀπελπισία του, ἔμοιαζε νά πιστεύη ὅτι ἄξιζε νά καταδικασθῆ γιά πάντα ἀπ’ τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νά μποροῦσε ἐμπειρικά νά βεβαιωθῆ ὅτι ὁ Θεός πράγματι ὑπῆρχε, ἀντί νά παραμένη σέ μιά στάσιμη κατάστασι ἀδιαφορίας. Ἄν ὁ Θεός τόν καταδίκαζε νά πάη στήν κόλασι, τότε γιά μιά τουλάχιστον εὐτυχισμένη στιγμή, θά ἔνοιωθε τό ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ καί θά γνώριζε μέ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος προσεγγίζεται.

Ἡ Alison ἔμελλε νά δῆ κι ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ πνευματικοῦ κενοῦ πού ταλάνιζε τόν Εὐγένιο. Λέει χαρακτηριστικά: “Ἔπινε ἀπό ἀπελπισία. Δέν ἤξερα ἄλλον πού θά μποροῦσε νά πιῆ τόσο πολύ. Ἔπινε μέχρι νά κάνη ἐμετό κι ἔπειτα ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητος”. Καί πάλι ἐκείνη ἦταν ἡ μόνη πού τό διέκρινε. Γιά τούς ὑπόλοιπους φίλους του, ὁ Εὐγένιος ἔπινε γιά “διασκέδασι”.

Μερικές φορές, ἐνῶ ἦταν μεθυσμένος διάβαζε τά λόγια τοῦ Nietzsche καί τότε ἔνοιωθε πιό δυνατός. Παραδόξως τά λόγια αὐτά εἶχαν ἀντίθετο τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀπ’ τό συγγραφέα, ἀποτέλεσμα. Ὁ Εὐγένιος ἔνοιωθε ὅτι ὁ Nietzsche —ὅπως κι ὁ ἴδιος— δέν ἀντιδροῦσε ἁπλῶς καί μόνο σέ μιά ἰδέα ἤ σ’ ἕνα παρωχημένο σύστημα πεποιθήσεων προορισμένο γιά τή “μάζα”. Ἡ ἐπανάστασί του ἦταν πολύ παθιασμένη, πολύ ριζοσπαστική καί πολύ προσωπική γιά κάτι τέτοιο. Ὁ Nietzsche πάλευε ἐνάντια σέ κάτι ἀληθινό, κάτι τό ὁποῖο οὔτε αὐτός ἀλλά οὔτε κι ὁ Εὐγένιος μποροῦσαν ν’ ἀποφύγουν.

Παρόλο πού ὁ Εὐγένιος ἦταν ὁ πιό “δηλωμένος” ἄθεος ἀπ’ ὅλους τούς συμφοιτητές της στήν Pomona, ἡ Alison τόν θεωροῦσε ὡς τόν πιό πνευματικό. Σχολιάζει: “Ἀκόμη κι ὡς ἄθεος, ἔδινε ὅλο του τό εἶναι”.

Μερικά χρόνια ἀργότερα ὁ Εὐγένιος ἔγραψε: “Ὁ ἀληθινά ‘ὑπαρξιακός’ ἀθεϊσμός, ὁ φλεγόμενος ἀπό μίσος γιά ἕνα φαινομενικά ἄδικο κι ἀνελέητο Θεό, εἶναι μιά πνευματική κατάστασι× εἶναι μιά πραγματική προσπάθεια ν’ ἀναμετρηθῆ κάποιος μέ τόν ἀληθινό Θεό, ἡ βουλή τοῦ ὁποίου εἶναι ἀκατάληπτη ἀκόμη καί γιά τούς πιό πιστούς× καί εἶναι γνωστό σέ παραπάνω ἀπό μιά περιπτώσεις, πώς ἔχει καταλήξει στήν ἐκθαμβωτική θέα Ἐκείνου τόν ὁποῖο ὁ ἀθεϊστής στήν πραγματικότητα ἀναζητεῖ. Εἶναι ὁ Χριστός πού ἐνεργεῖ μέσα σ᾽ αὐτές τίς ψυχές… Μέ τό ν’ ἀποκαλέση τόν ἑαυτό του Ἀντίχριστο, ὁ Nietzsche ἀπέδειξε τήν ἔντονη δίψα του γιά τό Χριστό..”(Philosophical Journal of Eugene Rose, 30/1/1961)»(ΙΔ, 86).

«Ὅπως θυμᾶται ἡ Alison: “Μεθοῦσε καί σωριαζόταν στό πάτωμα καί κτυποῦσε τή γροθιά του κάτω, οὐρλιάζοντας στό Θεό νά τόν ἀφήση ἥσυχο”.

Στό μυθιστόρημα τοῦ Dostoyevsky Οἱ Δαιμονισμένοι, ὑπάρχει ἕνας χαρακτήρας ὅμοιος μέ τό Nietzsche, ὀνόματι Κιρίλοφ, ὁ ὁποῖος κηρύσσει μόνος του τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ× ἕνας ἄλλος χαρακτήρας, ὁ Πιότρ Βερχοβένσκι, σχολιάζει σοφά ὅτι ὁ Κιρίλοφ, κυριευμένος ἀπ’ τό πάθος ν’ ἀποδείξη ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἀποδεικνύει ὅτι “πιστεύει ἴσως βαθύτερα κι ἀπό ὁποιοδήποτε ἱερέα”(Fiodor Dostoyevsky, The Possessed, μέρος 3, κεφ. 6, τμῆμα 2). Ὅταν σκεφθοῦμε τό νεαρό Εὐγένιο νά κτυπᾶ τή γροθιά του στό πάτωμα ἀπελπισμένος, τό ἴδιο σχόλιο ἔρχεται στό νοῦ. Ἰδού ἕνας ἄνθρωπος γιά τόν ὁποῖο τό ζήτημα τοῦ Θεοῦ ἦταν τελικά τό μόνο πού εἶχε σημασία: ἄν Ἐκεῖνος ὑπῆρχε ἤ ὄχι. Ὅσο κι ἄν τό μυαλό του εἶχε βρεῖ προσωρινό καταφύγιο σ’ ἕνα ἀπρόσωπο κι ὀρθολογικά ἐπινοημένο “Ἑαυτό”, ἡ καρδιά του, ὅμως, τοῦ ἔλεγε ὅτι χωρίς προσωπικό Θεό ἡ ζωή ἦταν στ’ ἀλήθεια μάταιη»(ΙΔ, 92).

Στή διάρκεια τῶν σπουδῶν του παρακολούθησε μαθήματα στήν Ἀκαδημία Ἀσιατικῶν Σπουδῶν, ὅπου κυριαρχοῦσε ὁ Alan Watts. «Στήν περιοχή τοῦ κόλπου τοῦ San Francisco τόν θεωροῦσαν τοπική διασημότητα. Ὅπως ἀνέφερε ἕνας ἐκ τῶν βιογράφων του: “Κανένας ἄλλος δέν μποροῦσε νά ἑρμηνεύη τά μυστήρια τῆς Ἀνατολῆς ἔτσι ὥστε νά φαίνωνται ἀκόμη πιό μυστηριώδη… κι ἐντούτοις νά κάνη τούς ἀνθρώπους νά πιστεύουν ὅτι εἶχαν πλησιάσει στήν κατανόησί τους —κανείς στόν κόσμο δέν μποροῦσε νά τό κάνη αὐτό καλύτερα ἀπ’ τόν Watts”(David Stuart, Alan Watts, Chilton Book Co. Radnor, Penn. 1976, σ. 148)»(ΙΔ, 95).

«Πολύ πρίν ἡ λέξι hippie περάση στό λεξιλόγιό μας, οἱ προοδευτικοί διανοούμενοι τοῦ San Francisco εἶχαν ἀπορρίψει τό ἀμερικανικό ὄνειρο, μαζί μέ τά ἰδανικά του, τῆς οἰκογενείας καί τῆς ἰουδαιοχριστιανικῆς θρησκείας. Ἐξέταζαν ὁτιδήποτε ἦταν διαφορετικό, ἐμπνεόμενοι κυρίως ἀπό ἀνατολικές θρησκεῖες. Ἀπορρίπτοντας τή δυτική ἠθική κι ἐπιλέγοντας μόνο ὅ,τι ἤθελαν ἀπ’ τήν ἀνατολική, ἦταν ἐλεύθεροι νά ἐξερευνήσουν διάφορες μορφές ἀκολασίας, παρακμῆς καί διαστροφῆς —μή ἀποδεκτές σέ ὁποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία— συνδυάζοντας τήν πολιτισμική ἐπίφασι, μ’ ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὁ Εὐγένιος ἀργότερα περιέγραψε ὡς “τό πνεῦμα τῆς ἀνομίας”. Ἀνάμεσα στούς ἰσχυροτέρους λαοπλάνους κήρυκες τῆς νέας αὐτῆς ἠθικῆς σχετικότητος, ἦταν ὁ Alan Watts. Μιλοῦσε συστηματικά πλέον ὡς πολέμιος τῆς δυτικῆς θρησκείας, ὑποστηρίζοντας μιά νέα “ἀπελευθέρωσι” ἀπ’ τό Θεό τῶν “εὐσεβιστῶν Χριστιανῶν καί Ἑβραίων”(Alan Watts, In Μy Own Way: An Autobiography 1915-1965, Random House, Vintage Books, New York 1972, σ. 326)× καί μέ αὐτό, ἐννοοῦσε πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ἀπελευθέρωσι ἀπ’ τή χριστιανική σεξουαλική ἠθική. Δηλωμένος ἡδονιστής ὁ Watts, ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ “ἐνοχή” τήν ὁποία ἐπέβαλε στούς ἀνθρώπους ἡ ἰουδαιοχριστιανική θρησκεία ἦταν μιά ἐξουθενωτική δύναμι καταστολῆς τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος κι ὅτι ἔπρεπε νά ἐκριζωθῆ ἀπ’ τή δυτική κοινωνία.

Ὁ Εὐγένιος, ἀπ’ τό πρῶτο του καλοκαίρι στήν Ἀκαδημία τοῦ San Francisco, ἀγκάλιασε τούς ἠθικούς κώδικες τῆς ἀντικουλτούρας τῆς διανοούμενης elite ἤ τήν ἔλλειψι αὐτῶν× κώδικες οἱ ὁποῖοι μέσα σέ 30 χρόνια ἔμελλε νά καθιερωθοῦν ὡς ἡ τυπική ἠθική μεγάλου μέρους τοῦ ἔθνους»(ΙΔ, 101).

«Ἄρχισε νά καταλαβαίνη ὅτι ὁ Nietzsche δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας φιλόσοφος πού ἐπεξεργαζόταν διάφορες ἰδέες. Ἦταν κάτι σάν ποιητής, ἀλλά ἡ ποίησί του διακατεχόταν ἀπό μιά δύναμι πού ἦταν παραπάνω ἀπό ἀνθρώπινη. Ἡ ἴδια ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου του Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρα, εἶχε κάτι τό ὑπερφυσικό μέσα της. Ἐνῶ περπατοῦσε στά βουνά τῆς Ἑλβετίας ὁ Nietzsche, κυριεύθηκε ἀπό μιά ἔμπνευσι πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, εἶχε νά ξαναφανῆ ἀπ’ τ’ ἀρχαῖα χρόνια. Ἄρχισε τότε νά γράφη μονομιᾶς καί γρήγορα, κείμενα τεράστια σ’ ἔκτασι πού ἔμοιαζαν σάν νά μήν προέρχωνται ἀπ’ τόν ἴδιο, ἀλλά σάν ἐκεῖνος ἁπλῶς νά τά κατέγραφε στό χαρτί. Ἀποκαλώντας τόν ἑαυτό του “φερέφωνο ἤ μέσο μιᾶς πανίσχυρης δυνάμεως”, ἔγραψε: “Ἀκούω —δέν ψάχνω× παίρνω —δέν ρωτῶ ποιός δίνει: μιά σκέψι ἀστράπτει ξαφνικά σάν ἀστραπή, ἔρχεται κι ἐπιβάλλεται σάν ἀναγκαιότητα, ἀδίστακτα —δέν εἶχα ποτέ καμμιά δυνατότητα ἐπιλογῆς στό θέμα αὐτό”(Nietzsche Friedrich, Thus Spoke Zaratustra, ἐκδ. Boni & Liveright, Inc., Νέα Ὑόρκη 1917, σ. 18).

Ὁ ἴδιος ὁ Εὐγένιος, μέσα στήν ἁμαρτία καί τήν ἀπελπισία του, εἶχε μιά παρόμοια ἐμπειρία μέσῳ τῆς ἀναγνώσεως καί μόνο τοῦ ἔργου Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρα. Κάποια μέρα, ἀφοῦ εἶχε περάσει ὧρες διαβάζοντάς το στό πρωτότυπο γερμανικό κείμενο, ἔκανε μιά βόλτα μέσ’ στήν πόλι. Ἦταν ἤδη σούρουπο κι ὁ οὐρανός εἶχε πάρει ἕνα αἱμάτινο χρῶμα. Φθάνοντας σέ κάποιο σημεῖο τοῦ δρόμου, ἄκουσε τήν ποίησι τοῦ Nietzsche ν’ ἀντηχῆ μέσα του. Αἰσθανόταν ὅτι ὁ “Ζαρατούστρα” εἶχε ἀληθινά ζωντανέψει καί τοῦ μιλοῦσε× ἐμφυσοῦσε λέξεις μέσα του. Ἔνοιωσε τή δύναμι αὐτῶν τῶν λέξεων, ὅπως κάποιος νιώθει νά τόν διαπερνᾶ ἠλεκτρισμός× καί τρομοκρατήθηκε.

Ἀρκετά ἀργότερα, ὁ Εὐγένιος κατάλαβε πλήρως ἀπό ποῦ προερχόταν ἡ “πνευματικότητα”, ἡ μυστηριώδης δύναμι κι ὁ ἐνθουσιασμός τῆς ποιήσεως τοῦ Nietzsche. Ὅσο εὐγενῆ κι ἄν ἦταν τ’ ἀρχικά ἰδανικά τοῦ Nietzsche, ἡ παθιασμένη του ἄρνησι τοῦ Θεοῦ, τόν ἔφερε σέ κατάστασι μερικοῦ δαιμονισμοῦ κι εἶχε πραγματικά μεταβληθῆ —ὅπως κατέληξε νά πιστεύη ἀργότερα ὁ Εὐγένιος— σέ “φερέφωνο” καταχθονίων δυνάμεων»(ΙΔ, 108).

Ἰδού, τώρα, πού γλυκοχαράζει ἡ πρώτη ἀγάπη πρός τό Χριστό: «“Ὁ Θεάνθρωπος, πού Μόνος Αὐτός ἀπ’ ὅλους ὑπέφερε ὡς ἕνας ἀπολύτως Ἀθῶος —γυρεύεις μιά ἐξήγησι ἀπ’ Αὐτόν; Ἡ ἐξήγησί Του εἶναι ἡ ζωή Του, δές την… Ὅλοι μας ἀξίζουμε ὅσα ὑποφέρουμε ἤ τουλάχιστον πρέπει νά τά δεχώμασθε εὐχαρίστως ὡς μιά εὐκαιρία νά ζήσουμε μιά πιό βαθειά ζωή καί νά προσεγγίσουμε περισσότερο τό συνάνθρωπό μας καί τό Θεό. Ὅμως, ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἄξιζε νά ὑποφέρη. Δέν ὑπῆρχε καμμιά αἰτία, διότι Ἐκεῖνος ἦταν ἀθῶος καί δέν εἶχε κάτι νά διδαχθῆ, κάτι νά κερδίση ἀπ’ τό μαρτύριο. Ἦταν μιά δωρεάν πρᾶξι χάριτος ἡ δική Του, τέτοια πού δέν μποροῦμε οὔτε νά τή φαντασθοῦμε× καί ὑπέφερε ἔτσι ὅπως δέν μποροῦμε νά τό ἀντιληφθοῦμε, διότι μόνο Ἐκεῖνος δέν προσπάθησε ν’ ἀποφύγη τή συμπόνια ἤ τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Δέν προσέφερε στόν Ἑαυτό Του καμμιά ψεύτικη παραμυθία, καμμιά εὔκολη διαφυγή, τίς ὁποῖες ἐμεῖς καθημερινά προσφέρουμε στόν ἑαυτό μας. Αὐτός μόνο ἔζησε στό ἔπακρο ὅλο τόν πόνο καί τή θλῖψι τήν ὁποία μπορεῖ νά ζήση ὁ ἄνθρωπος.

Κι ἔτσι Ἐκεῖνος γνωρίζει πῶς εἶναι ἡ ζωή μας… Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὕπαρξι εἶναι μαρτύριο× καί γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός μας μᾶς ἀγαπᾶ κι ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπέφερε περισσότερα κι ἀπό τόν ἐπιφανέστερο ἅγιο× τό γνωρίζουμε αὐτό καί, ὅμως, τολμᾶμε ν’ ‘ἀμφιβάλλουμε’, νά προσφέρουμε τά μικροπρεπῆ ἐρωτήματά μας γιά τό ‘νόημα’ τῆς ὑπάρξεως. Ὤ, ἄθλιε ἄνθρωπε! Δέξου το καί ὑπόφερε περισσότερο καί προσευχήσου στό Θεό× προσευχήσου ὄχι γιά κάποιο ἀντικείμενο ἤ γιά κάποιο σκοπό, ἀλλά μόνο δῶσε τίς ἐγκάρδιες προσευχές καί τά δάκρυά σου σ᾽ Αὐτόν. Αὐτός γνωρίζει τό ‘γιατί’. Γνωρίζει τά πάντα”(Εὐγένιος Rose, An Answer to Ivan Karamazov, σ. 33)»(ΙΔ, 179).

«Ἕνα δειλινό, καθώς ὁ Εὐγένιος περπατοῦσε σ’ ἕνα δρόμο τοῦ San Francisco, ἔφθασε ξαφνικά στό ἴδιο σημεῖο ὅπου κάποτε εἶχε αἰσθανθῆ τήν καταχθόνια δύναμι τῆς ποιήσεως τοῦ Nietzsche ν’ ἀντηχῆ ἐντός του κι εἶχε νοιώσει τή στιγμή ἐκείνη τή φρίκη τῆς κολάσεως. Τώρα, ὅπως καί τότε, ὁ ἥλιος ἔδυε στόν ὁρίζοντα. Αὐτή τή φορά, ὅμως, σκέφθηκε τό ὅτι ζοῦσε στή δύσι τοῦ Χριστιανισμοῦ καί πώς μέ τίς ἁμαρτίες του εἶχε κι ἐκεῖνος σταυρώσει τό Χριστό. Θαύμασε πού ὁ Θεός ἔδειξε τό ἔλεός Του κι ἀποκαλύφθηκε σέ κάποιο τόσο ἁμαρτωλό ὅσο αὐτός. Ὅσο πιό ταπεινός κι ἀχρεῖος ἔνοιωθε, τόσο τόν ἐξευγένιζε καί τόν ἀνύψωνε τό μεγαλεῖο καί τό κάλλος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τόν ἀγαποῦσε ἀκόμη.

Ὅταν παλαιότερα ὁ Εὐγένιος εἶχε σταθῆ σέ τοῦτο τό σημεῖο, εἶχε ἀκούσει τή φωνή τοῦ σατανικοῦ προφήτη Nietzsche, ὁ ὁποῖος ὡς ἀπάντησι στά μαρτύρια καί τή μοναξιά τοῦ κόσμου, εἶχε ὑψώσει τή γροθιά του πρός τό Θεό. Τώρα ὁ Εὐγένιος ἄκουγε μιά διαφορετική φωνή: αὐτή τοῦ Ρώσου προφήτου Dostoyevsky, ὁ ὁποῖος ὡς ἀπάντησι στά ἴδια μαρτύρια, εἶχε διδάξει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πέση καταγῆς μέ μετάνοια κι εὐγνωμοσύνη καί μέ δέος ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ, συνειδητοποιώντας ὅτι εἶναι οἱ ἴδιες οἱ ἁμαρτίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού αὐξάνουν τά βάσανα τοῦ κόσμου. Ὁ Εὐγένιος, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε ν’ ἀποβάλη τίς ἀμφιβολίες τοῦ Ivan, ἀκολούθησε τό παράδειγμα τοῦ ἄλλου ἀδελφοῦ Karamazov, τοῦ Ἀλιόσα. Προσκυνώντας τόν Κύριό του τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἐκεῖ στό δρόμο τοῦ San Francisco καθώς ἔπεφτε τό σκοτάδι, ἔκλαψε μέ συντριβή καί μετάνοια»(ΙΔ, 180).

«Στό παρελθόν [ἡ Νίνα, ἡ μητέρα τοῦ φίλου μου Γκλέμπ] εἶχε μάθει νά βλέπη τή ρωσική Ὀρθοδοξία σάν τήν ταπεινή “θρησκεία τῶν ὑπηρετριῶν καί τῶν μαγείρων”. Τώρα, ὅμως, θυμόταν ὅτι ὁ μάγειρος τῆς οἰκογενείας της στή Ρωσία, πήγαινε κατευθεῖαν στήν ἐκκλησία κάθε πρωΐ ἀφοῦ ἔβαζε τό φαγητό στό φοῦρνο. Ὅταν ἐπέστρεφε γιά νά σερβίρη τό φαγητό, διηγόταν ἡ Νίνα, ἀπέπνεε μιά βαθειά πνευματική εἰρήνη πού ἁπλωνόταν σάν ἀτμόσφαιρα καταλλαγῆς σ᾽ ὁλόκληρο τό σπιτικό: “Ἦταν σάν νά βρισκόσουν μπροστά σ’ ἕνα ἀληθινό ἅγιο… κι ὅμως, δέν ἦταν παρά ἕνας κοινός ἄνθρωπος —ἄνθρωποι σάν κι αὐτόν ἦταν συνηθισμένοι… Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἁγία Ρωσία!”, κατέληξε ἡ Νίνα»(ΙΔ, 429). Αὐτή τήν πίστι ἀκολούθησε καί ὁ Εὐγένιος.

Ἀπό τό βιβλίο:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, Ἐκδόσεις. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (6878461846), Ἀθήνα 2011

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s