π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ένας αγιασμένος ιερέας στον Πλάτανο Τρικάλων (+1975) – 29 Ιανουαρίου

http://orthodoxos-synaxaristis.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΚΕΛΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

& ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

CxlYQZ0UoAAVQ6D.jpg

gagastathis.jpg

277056-PAPADHMHTRHS GKAGKASTATHS.jpg

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης,

Πρεσβύτερος στόν Πλάτανο Τρικάλων (29/1, +1975) [Κοίμηση]

29 Ιανουαρίου

Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στον Πλάτανο Τρικάλων, χωριό που για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος «ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος». Και εκεί στις 29 Ιανουαρίου, 1975, «εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας το Φως της ζωής». Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, τα πρόβατα, άρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες. Γράφει ο ίδιος: “Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα τις συναναστροφές του κόσμου.

Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες (…) για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι”. Σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή. Πριν φύγει από το χωριό πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. “Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα”. Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης:

“Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να (…) πας εις το δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική. Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς”. Τότε άρχισε η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του παπα-Δημήτρη. Ως πατέρας (εννέα παιδιών μάλιστα), ιερεύς και ποιμένας, πονούσε με αγάπη ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ. Ήταν φιλάνθρωπος, ελεήμων, ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, έχοντας πάντοτε καραμέλες για τους μικρούς και μικροποσά για τους ενδεείς μεγάλους. Ενδιαφερόταν για βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές. Ήταν μέσα σ΄όλα, αλλά ουσιαστικά ζούσε έξω από όλα. Ήταν ασκητής στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άνεση, με τον Θεό, με τους Ταξιάρχες και τους Αγίους. Μια φορά όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν ένα πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε: “Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη”.

Ο Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σιμωνόπετρας, Αιμιλιανός, που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει: “Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού, τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών”.
Η πνευματικότητα, η πίστη του και η γενναιότητά του, φάνηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε τα άθεα πιστεύω τους.

Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε πολλές φορές. Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει: “Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.” Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος:

‘Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω. Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ. Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα. Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά). Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη.

Οι υπόλοιποι έμειναν ακίνητοι, ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα. Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου”.

Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Τον άκουγες να λέγει “Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό”. Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, μουρμούριζε: “υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ…”. Επισκεπτόταν μοναστήρια για πνευματική αναψυχή και δύναμη, είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο. Αν και ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος: “Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω”.
Όταν του διαγνώσθηκε καρκίνος, τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον Ευαγγελισμο. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του: “Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι.

Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει. Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα. Το βράδυ, που έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα”. Επέστρεψε ο πατήρ-Δημήτριος στο χωριό του, έχοντας υγεία πλέον, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του. Στις 29/1/1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. Πριν αναχωρήσει για τις σκηνές των δικαίων έλεγε: “Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχομαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;”

Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, Δασκάλος – Συγγραφέας

Πηγή:

http://aktines.blogspot.gr/2014/01/291-1975.html

Ακτίνες

Advertisements

A Ortodoxia – Em Fé Ortodoxa – Bispo Alexander ╰⊰¸¸.•¨* Portuguese

http://portugalofmyheart.wordpress.com

http://romancatholicsofmyheart.wordpress.com

http://latinamericaofmyheart.wordpress.com

PORTUGAL OF MY HEART

ROMAN CATHOLICS OF MY HEART

LATIN AMERICA OF MY HEART

portugal-rivers-lakes-mountains-trees-jungle-forest-pics-151753.jpg

A Ortodoxia

 Em Fé Ortodoxa – Bispo Alexander

Fonte:

http://www.fatheralexander.org

http://ww.fatheralexander.org/page23.htm

http://www.fatheralexander.org/booklets/portuguese/a_ortodoxia.htm

EM FÉ ORTODOXA – BISPO ALEXANDER

É a autêntica religião cristã pregada pelo Nosso Senhor Jesus Cristo, transmitida pelos Apóstolos aos seus sucessores e aos fiéis e preservada zelosamente na sua pureza pela Igreja Ortodoxa através dos séculos.

É a doutrina certa e justa, compreendida, sem reduções nem acréscimos, nas Sagradas Escrituras, na Tradição e nos Sete Concílios Ecuménicos.

É a doutrina ensinada e pregada pela Igreja Ortodoxa para glorificar a Deus e salvar as almas, segundo a vontade de Cristo.

Chama-se ORTODOXIA a doutrina que observa os ensinamentos de Nosso Senhor Jesus Cristo, reverenciados e transmitidos pela Igreja Ortodoxa.

Igreja Una, Santa, Católica e Apostólica

A Igreja Ortodoxa é a sociedade, baseada na fé dos doze Apóstolos, dos fiéis cristãos que obedecem aos pastores canónicos e vivem unidos pelos elos da Doutrina, das Leis de Deus, da Hierarquia divinamente instituída e da prática dos Sacramentos.

A Igreja Ortodoxa professa a Doutrina autêntica de Nosso Senhor Jesus Cristo, tal e qual nos foi revelada e exercida pelos Apóstolos no primeiro século da era cristã, na Palestina e nas cidades de Jerusalém, Damasco e Antioquia. Esta doutrina obedece aos mandamentos, procede de acordo com a vida da Graça que Cristo nos legou por Sua morte e edificou pelos sacramentos; crê na vida eterna, observa os ensinamentos dos Sete Concílios Ecuménicos e persiste estreitamente unida aos seus pastores, bispos e demais sacerdotes ortodoxos, continuadores em linha recta da obra dos Apóstolos. Reconhece como Chefe Único da Igreja, sem representantes ou legatários, Nosso Senhor Jesus Cristo, que nos dirige, ensina e eleva. É depositária da Doutrina de Nosso Senhor Jesus Cristo e prossegue em todo o mundo a Sua obra de amor e Salvação. Ensina as verdades nas quais devemos crer firmemente, os deveres que havemos de cumprir e os meios a aplicar para nos moralizar e santificar.

A Igreja Ortodoxa Oriental reúne as quatro características que distinguem a Verdadeira Igreja: Una, Santa, Católica e Apostólica. Durante vinte séculos, manteve inalteráveis os sacramentos, as próprias doutrinas e os mesmos pastores que são sucessores dos Apóstolos. A designação Ortodoxa procede do facto de ela crer e ensinar correctamente a doutrina do Cristo. Conservou-se exemplarmente na doutrina, desde a pregação de Nosso Senhor Jesus Cristo, até aos dias de hoje. A primazia de honra da Igreja é desempenhada pelo Patriarca Ecuménico de Constantinopla.

Deus prometeu à Sua Igreja a assistência do Espírito Santo e a Sua união com ela até a consumação dos séculos, a fim de não cair no erro nem falhar nos seus ensinamentos.

A Sagrada Escritura e a Santa Tradição

As fontes de onde se extrai a Fé Ortodoxa são: a Sagrada Escritura e a Santa Tradição.

A Sagrada Escritura é a Doutrina de Deus revelada ao género humano por intermédio dos patriarcas, dos profetas e dos apóstolos, e está consignada no Antigo e no Novo Testamentos.

Ao lermos a Sagrada Escritura, as palavras dos profetas e dos apóstolos penetram nos nossos corações como se fossem verdades proferidas pelos próprios lábios desses santos homens, apesar dos séculos e milénios decorridos desde a data do registro dessas obras divinas.

O mais antigo meio de divulgação da Revelação Divina foi a Santa Tradição. Desde os tempos do primeiro homem, Adão, até Moisés, não havia nenhuma Sagrada Escritura. Nosso Senhor Jesus Cristo, o próprio Salvador, transmitiu aos Apóstolos os seus divinos ensinamentos através de sermões e parábolas, e não por meio de livros. Assim, no começo, procederam os Santos Apóstolos que divulgaram, oralmente, as Verdades Divinas, edificando deste modo as bases da Santa Igreja. A razão do registro da Sagrada Escritura foi para conservar, de maneira precisa e inalterável, a Revelação Divina.

A Santa Tradição é o conjunto de verdades reveladas por Deus, mas não consignadas na Sagrada Escritura; são transmitidas oralmente de geração em geração. Hoje, encontramo-la divulgada, por escrito ou por símbolos, nos concílios, liturgias, costumes, monumentos, pinturas, leis eclesiásticas, bem como através de sentenças e epístolas ensinadas pelos Santos Pais da Igreja.

Em resumo, a Tradição Apostólica encontra-se manifestada:

a) nos Sete Concílios Ecuménicos;

b) nas Obras Cristãs dos Santos Pais da Igreja

c) no Símbolo dos Apóstolos;

d) no Símbolo Niceno-Constantinopolitano;

e) no Símbolo de Santo Anastácio;

f) na Liturgia da Igreja;

g) nos monumentos, pinturas e arqueologia cristãos;

h) nos livros simbólicos da Ortodoxia:

1 – a confissão ortodoxa de Pedro Moghila;
2 – a confissão ortodoxa de Dositeu, Patriarca de Jerusalém, 1672; e
3 – o catecismo de Filareto de Moscovo.
i) no magistério permanente da Igreja;

j) na legislação eclesiástica; e

l) nos costumes e usos cristãos.

Mesmo que tenhamos a Sagrada Escritura, devemos seguir a Santa Tradição, que está directamente ligada a ela e unida à Revelação Divina. A própria Sagrada Escritura no-lo ensina: “Então, irmãos, sede firmes e conservai as tradições que lhes foram ensinadas, seja por palavras, seja por epístolas” (Tes 2:15).

As diferenças Doutrinais entre a Igreja Ortodoxa e a Romana

A diferença fundamental é a questão da infalibilidade papal e a pretensa supremacia universal da jurisdição de Roma, que a Igreja Ortodoxa não admite, pois ferem frontalmente a Sagrada Escritura e a Santa Tradição.

Existem, ainda, outras distinções, abaixo relacionadas em dois grupos básicos:

a) diferenças gerais; e

b) diferenças especiais.

Para termos uma ideia dessas diferenças, vejamos o seguinte esquema, de cuja leitura se infere uma possibilidade de superação, quando pairar acima das paixões o espírito de fraternidade que anima o trabalho dos verdadeiros cristãos.

Diferenças Gerais:

São dogmáticas, litúrgicas e disciplinares.

-A Igreja Ortodoxa só admite sete Concílios, enquanto a Romana adopta vinte.
-A Igreja Ortodoxa discorda da procedência do Espírito Santo do Pai e do Filho; unicamente do Pai é que admite.
-A Sagrada Escritura e a Santa Tradição representam o mesmo valor como fonte de Revelação, segundo a Igreja Ortodoxa. A Romana, no entanto, considera a Tradição mais importante que a Sagrada Escritura.
-A consagração do pão e do vinho, durante a missa, no Corpo e no Sangue de Nosso Senhor Jesus Cristo, efectua-se pelo Prefácio, Palavra do Senhor e Epíclese, e não pelas expressões proferidas por Cristo na Última Ceia, como ensina a Igreja Romana.
-Em nenhuma circunstância, a Igreja Ortodoxa admite a infalibilidade do Bispo de Roma. Considera a infalibilidade uma prerrogativa de toda a Igreja e não de uma só pessoa.
-A Igreja Ortodoxa entende que as decisões de um Concílio Ecuménico são superiores às decisões do Papa de Roma ou de quaisquer hierarcas eclesiásticos.
-A Igreja Ortodoxa não concorda com a supremacia universal do direito do Bispo de Roma sobre toda a Igreja Cristã, pois considera todos os bispos iguais. Somente reconhece uma primazia de honra ou uma supremacia de facto (primus inter pares).
-A Virgem Maria, igual às demais criaturas, foi concebida em estado de pecado original. A Igreja Romana, por definição do papa Pio IX, no ano de 1854, proclamou como “dogma” de fé a Imaculada Concepção.
-A Igreja Ortodoxa rejeita a agregação do “Filioque,” aprovado pela Igreja de Roma, no Símbolo Niceno-Constantinopolitano.
-A Igreja Ortodoxa nega a existência do limbo e do purgatório.
-A Igreja Ortodoxa não admite a existência de um Juízo Particular para apreciar o destino das almas, logo após a morte, mas um só Juízo Universal.
-O Sacramento da Santa Unção pode ser ministrado várias vezes aos fiéis em caso de enfermidade corporal ou espiritual, e não somente nos momentos de agonia ou perigo de morte, como é praticado na Igreja Romana.
-Na Igreja Ortodoxa, o ministro habitual do Sacramento do Crisma é o Padre; na Igreja Romana, o Bispo, e só extraordinariamente, o Padre.
-A Igreja Ortodoxa não admite a existência de indulgências.
-No Sacramento do Matrimónio, o Ministro é o Padre e não os contraentes.
-Em casos excepcionais, ou por graves razões, a Igreja Ortodoxa acolhe a solução do divórcio.
-São distintas as concepções teológicas sobre religião, Igreja, Encarnação, Graça, imagens, escatologia, Sacramentos, culto dos Santos, infalibilidade, Estado religioso…

Diferenças especiais:

Além disso, subsistem algumas diferenças disciplinares ou litúrgicas que não transferem dogma à doutrina. São, nomeadamente, as seguintes:

1-Nos templos da Igreja Ortodoxa só se permitem ícones.
2-Os sacerdotes ortodoxos podem optar livremente entre o celibato e o casamento.
3-O baptismo é por imersão.
4-No Sacrifício Eucarístico, na Igreja Ortodoxa, usa-se pão com levedura; na Romana, sem levedura.
5-Os calendários ortodoxo e romano são diferentes, especialmente, quanto à Páscoa da Ressurreição.
6-A comunhão dos fiéis é efectuada com pão e vinho; na Romana, somente com pão.
7-Na Igreja Ortodoxa, não existem as devoções ao Sagrado Coração de Jesus, Corpus Christi, Via Crucis, Rosário, Cristo-Rei, Imaculado Coração de Maria e outras comemorações análogas.
😯 processo da canonização de um santo é diferente na Igreja Ortodoxa; nele, a maior parte do povo participa no reconhecimento do seu estado de santidade.
9-Existem, somente, três ordens menores na Igreja Ortodoxa: leitor, acólito e sub-diácono; na Romana, quatro: ostiário, leitor, exorcista e acólito.
10-O Santo Mirão e a Comunhão na Igreja Ortodoxa efectuam-se imediatamente após o Baptismo.
11-Na fórmula da absolvição dos pecados no Sacramento da Confissão, o sacerdote ortodoxo absolve não em seu próprio nome, mas em nome de Deus – “Deus te absolve de teus pecados”; na Romana, o sacerdote absolve em seu próprio nome, como representante de Deus – “Ego absolvo a peccatis tuis….”
12-A Ortodoxia não admite o poder temporal da Igreja; na Romana, é um dogma de fé tal doutrina.

Os Dez Mandamentos

A Santa Igreja Católica Apostólica Ortodoxa conservou os dez mandamentos da Lei de Deus na sua forma original, sem a menor alteração. O mesmo não sucedeu com o texto adoptado pela Igreja Católica Apostólica Romana, no qual os dez mandamentos foram arbitrariamente alterados, tendo sido totalmente eliminado o segundo mandamento e o último dividido em duas partes, formando dois mandamentos distintos. Esta alteração da Verdade constitui um dos maiores erros teológicos desde que a Igreja Romana cindiu a união da Santa Igreja Ortodoxa no século XI. Esta modificação nos dez mandamentos, introduzidos pelos papas romanos, foi motivada pelo Renascimento das artes. Os célebres escultores daquela época tiveram um amplo leque de actividades artísticas, originando obras de grande valor. Não obstante, as esculturas representando Deus, a Santíssima Virgem Maria, os santos e os anjos estavam em completo desacordo com o segundo mandamento de Deus. Havia, pois, duas alternativas, ou impedir a criação de estátuas ou suprimir o segundo mandamento. Os papas escolheram esta última solução, caindo em grave erro.

O que significa ser Ortodoxo

É ortodoxo quem pertence à sociedade dos fiéis cristãos que, unidos pela fé ortodoxa, seguem os ensinamentos e a doutrina da Igreja Ortodoxa e obedecem aos seus Pastores em tudo o que é concernente à Glória de Deus e à Salvação da alma.
É ortodoxo quem vive a fé e pratica as virtudes pregadas pela Igreja Ortodoxa, à qual passou a pertencer por meio do Baptismo ministrado por seus sacerdotes; quem assiste nas Igrejas Ortodoxas a todas as cerimónias, recebe os sacramentos, escuta a voz de Deus através dos pastores e empenha-se em viver do culto e da Graça derramada sobre todos os crentes.
É ortodoxo quem ama o Verdadeiro Deus e ama a Jesus Cristo e a Sua doutrina, conforme o ensina a Santa Igreja Católica Apostólica Ortodoxa.
Em outra ordem de considerações, é chamado ortodoxo aquele que crê rectamente (a palavra grega “ortodoxia” significa Doutrina Recta).

A fundação da Igreja Ortodoxa

Fundada por Cristo sobre a fé de seus doze Apóstolos, a Igreja Ortodoxa nasceu no ano 33 da era cristã, dia de Pentecostes, quando o Espírito Santo apareceu aos Apóstolos reunidos no Cenáculo como línguas de fogo. A Igreja Cristã Ortodoxa nasceu com Cristo e seus Apóstolos e não com Fócio no ano 858, nem com Miguel Cerulário, em 1054, como equivocada e erroneamente alguns propagam.

A Igreja Ortodoxa surgiu na Palestina com Jesus Cristo, expandiu-se com os Apóstolos e edificou-se sobre o sangue dos mártires. Não teve a sua origem na Grécia ou noutra região ou país que não seja a Palestina. Ela não morre, porque vive e descansa em Cristo e tem a promessa divina de que existirá até o fim dos séculos. Em vão os seus inimigos e todos os corifeus da impiedade tentaram destruí-la, negá-la, perseguí-la. À semelhança de seu Divino Mestre e fundador Nosso Senhor Jesus Cristo, a Igreja Ortodoxa, desde o seu nascimento, tem padecido e sofrido terríveis perseguições debaixo do jugo do Império romano, passando pelo muçulmano e turco, até nossos dias. O sangue de uma infinidade de mártires tem selado e provado ao mundo a sublimidade do seu amor, a perfeição e a veracidade da sua doutrina divina. Apesar de todas as campanhas, sempre subsistiu e triunfou. Vive e viverá eternamente em Cristo e, confiante, seguirá com Suas palavras: “Eu estarei convosco até a consumação dos séculos, e as portas do inferno não prevalecerão contra Ela.”

Foi na cidade de Antioquia onde os primeiros crentes em Jesus Cristo começaram a chamar-se, pela primeira vez, Cristãos, denominação que usamos até hoje (At XI,26). Logo após, a prédica cristã chegou até Roma, capital do Império Romano, onde o Apóstolo São Paulo formou a primeira comunidade cristã, constituída por várias famílias que ele enumera e saúda na sua Epístola aos Romanos, Capítulo XVI. Da cidade de Roma, o Evangelho foi propagado por todo o Ocidente e outras partes do mundo.

Os bispos exerciam a administração dos cristãos; aquele que mais autoridade tinha na sua região usava o título de Patriarca. Eram cinco os Patriarcas que o mundo cristão tinha nos primeiros séculos: o de Roma, o de Constantinopla, o de Alexandria, o de Antioquia e Jerusalém. Todos eles, com iguais direitos, eram independentes na administração das suas respectivas regiões e, iguais entre si, considerando-se o

primeiro entre iguais “primus inter pares,” o Patriarca de Roma, pela condição de ser a capital do Império (I Concílio Ecuménico, art. 6; II Concílio Ecuménico, art. 3; IV Concílio Ecuménico, art. 28; VI Concílio Ecuménico, art.36). A mais alta autoridade da Igreja Cristã era, e ainda continua a sê-lo, o Concílio Ecuménico, cujas decisões são obrigatórias para toda a Igreja.

O triunfo do Cristianismo teve lugar no terceiro século após a morte de Cristo, motivado pela paz decretada por Constantino, Imperador de Roma. Até então, o Cristianismo vivia nas catacumbas, locais onde eram celebrados todos os actos religiosos e se aprendia a religião de Cristo (Actos dos Apóstolos). Desde aquela era, a Igreja segue o seu caminho através do mundo, pregando a doutrina de Jesus Cristo.

A separação das Igrejas Ortodoxa e Romana

Em primeiro lugar devemos realçar que a Igreja Ortodoxa nunca se separou de nenhuma outra Igreja. Ela permanece em linha recta desde Nosso Senhor Jesus Cristo e seus Apóstolos. Jamais se afastou, através dos séculos, da autêntica e verdadeira doutrina ensinada pelo Divino Mestre. Dela separaram-se outras Igrejas, mas ela não se afastou nunca de ninguém ou da linha recta traçada por Jesus Cristo. A Igreja Ortodoxa é una, ontem, hoje e amanhã – é sempre a mesma. Cristo assinalou-lhe o caminho a seguir, e ela observou-o e cumpriu-o sem se afastar nunca do mandato de Cristo.

Triste e doloroso acontecimento na Igreja de Cristo foi a separação das Igrejas Ortodoxa e Romana, que por mil anos permaneceram unidas. São múltiplas e complexas as causas; psicológicas, políticas, culturais, disciplinares, litúrgicas e, até dogmáticas. Todavia, é bem certo e historicamente demonstrado que a separação definitiva não se processou com o Patriarca Fócio, no século IX, nem com o Patriarca Miguel Celurário, no século XI (1054). Apesar das divergências havidas entre ambas as Igrejas, principalmente a questão do Filioque e dos Búlgaros, a unidade foi mantida. Os Patriarcas Orientais e Ocidental permaneceram em comunhão, pelo menos parcial e, mesmo em Constantinopla, as Igrejas e mosteiros latinos continuaram a existir.

A divisão foi efectuada durante vários séculos. A origem desse facto histórico teve como verdadeira causa a pretensão de Carlos Magno (século VIII – ano 792) de contrair casamento com a Princesa Irene de Bizâncio e não conseguir seu objectivo. Ressentindo-se com a recusa, atacou os orientais, atribuindo-lhes erros que não tinham, nos livros chamados Carolinos, apoiado pelos teólogos da corte de Aix-la-Chapelle. Essa atitude prejudicou profundamente a vida entre ambas as Igrejas, não obstante haver o próprio Papa desaprovado a ocorrência.

A ruptura definitiva e verdadeira produziu-se na época das Cruzadas, que foram totalmente nefastas para as relações entre as duas partes da Cristandade. Os bispos orientais foram substituídos por latinos. O golpe de graça nos vestígios de unidade que ainda existiam foi dado, principalmente, pela famosa Quarta Cruzada, em 1198. A armada veneziana, que transportava os Cruzados para a Terra Santa, desviou-se até Constantinopla, e cercou a “Cidade Guardada por Deus.” Relíquias, museus, obras de arte, e tesouros bizantinos, saqueados pelos Cruzados para a Terra Santa, enriqueceram, inteiramente, todo o Ocidente. Até um patriarca veneziano, Tomás Marosini, se apossou do assento de Fócio, de acordo com o Papa Inocêncio III.

A mentalidade do século XX, mesmo no Ocidente, não pode deixar de recordar-se com profunda revolta e indignação, dos actos dos cruzados contra os fiéis da Ortodoxia neste infeliz Oriente, mormente em Constantinopla, no ano de 1204, quando lançaram o Imperador Alexe V do cume do Monte Touros, matando-o. Destituíram o Patriarca legalmente escolhido, João e, no seu lugar, colocaram um cidadão de nome Tomás Marosini. Em Antioquia, no ano de 1098, despojaram o Patriarca legítimo, João e, no seu lugar, colocaram um de nome Bernard. Em Jerusalém, compeliram o Patriarca legal, Simão, a afastar-se da Sé e substituíram-no por um chamado Dimper.

Os abusos dos cruzados devem ser considerados, no mínimo, actos de inimizade, além de violação do direito. Vieram ao Oriente, alegando a “salvação dos lugares santos das mãos dos muçulmanos árabes,” mas o objectivo era bem outro. Quando passaram por Constantinopla e a ocuparam na terça-feira, 13 de abril de 1204, depois de um cerco mortífero que durou sete meses, ficaram deslumbrados com sua civilização e riquezas, atacaram os seus habitantes, assaltaram os seus museus e lojas, roubaram os seus palácios e igrejas, destruíram a nobre cidade do Bósforo e incendiaram-na, depois de praticarem actos de rapina e pilhagem, não deixando nenhum objecto de valor ou utensílio de utilidade doméstica.

Os cruzados permaneceram em Constantinopla de 1204 a 1261, quando foram obrigados a evacuá-la, no dia 15 de agosto, festa da Assunção de Nossa Senhora, pelo General Alexe Estratigopolos, sob o governo do Imperador Miguel Paleólogos, que reconquistou a Capital. Depois, os cruzados foram definitivamente aniquilados na Palestina em 1291.

O cisma estava consumado e, apesar dos desejos e dos esforços conjugados nesse sentido, não houve nenhuma possibilidade de sanar a ruptura até ao dia de hoje. A esperança de união não conseguiu converter-se em feliz realidade, como todos apelavam. Essa ânsia motivou três concílios: de Bai, Apúlia, em 1098; de Leão, em 1274; e de Florença, entre 1438 e 1439. Infelizmente, porém, não se conseguiu, em nenhum deles, a ansiada união de todos os cristãos numa única Igreja, debaixo de uma só autoridade: Cristo. Somente Deus e as orações farão possível a união de ambas as Igrejas. Todos os esforços que se realizam actualmente em todo o mundo serão em vão e condenados ao fracasso se não se apoiarem na oração e no sacrifício. É necessário, inicialmente, que se eliminem e desapareçam totalmente os ataques, as pregações condenatórias e o tratamento de hereges e cismáticos prodigalizados, abundantemente, pela Igreja de Roma contra a Igreja Ortodoxa. (Após o último Concílio Ecuménico de Roma, cessaram os ataques contra a Igreja Ortodoxa e aos demais cristãos). É absolutamente imprescindível reconhecer que a Igreja Ortodoxa não é uma ovelha desgarrada que vive no erro e nas trevas. Pedimos a Deus para que as palavras de Cristo, “um só rebanho guiado por um só pastor,” sejam um dia, uma feliz realidade.

A Fidelidade Ortodoxa e a salvaguarda incólume da Fé

A Igreja Ortodoxa manteve sem acréscimos nem reduções a Lei que lhe foi confiada. Em três ocasiões, São Paulo recomendou ao discípulo Timóteo que mantivesse a fé, incólume e imaculada, tal como a recebera, dizendo-lhe:

“Eu te exorto diante de Deus… que guardes este mandamento sem mácula nem repreensão até a vinda de Nosso Senhor Jesus Cristo” (I: VI-13 e 14).
“Timóteo! Guarda o que te foi confiado, evitando conversas vãs e profanas e objecções da falsa ciência, a qual tendo alguns professado, se desviaram da fé” (I: VI-20 e 21).
“Conserva o modelo de sãs palavras que de mim ouviste na fé e no amor que há em Cristo Jesus. Guarda o bom depósito com o auxílio do Espírito Santo que habita em nós” (II: I-13 e 14).
Um comentador das Epístolas apresentou o seguinte conceito:

Quem recebe um depósito, cumpre restituí-lo à pessoa que lho confiou. Um depósito não é propriedade do depositário; este deve repô-lo, completo, sem reduções nem modificações. O depósito, que é a fé, é muito precioso por constituir o direito de Deus, revelado à humanidade. Cabe a todo crente e, especialmente, aos mestres, que sejam fiéis na guarda desse depósito e transmiti-lo incólume e sem alterações àqueles que lhes sucederão.

Timóteo, o discípulo dilecto do Apóstolo São Paulo que o sagrou Bispo de Éfeso, cidade situada no coração fervilhante da Anatólia, era igual aos primazes orientais, guardiães dos conselhos dos mestres, que os transmitiram aos sucessores sem nenhuma alteração. Os estudiosos da história do Oriente e os pesquisadores da verdade reconhecem que os homens do Oriente zelam com todo o rigor pelo que se lhes confia, mormente quando o objecto confiado é uma questão de fé, relacionada com o que representa as contas a serem prestadas no Dia do Julgamento.

Éfeso, que teve em Timóteo o seu primeiro bispo, permaneceu durante longo tempo como a vanguarda do cristianismo. Nela se realizou o VI Concílio Ecuménico. Os seus numerosos bispos contribuíram para a grandeza da Igreja, que deles se orgulha através dos séculos. O Bispo Marcos, um dos seus sábios prelados, de atitudes nobres e corajosas na defesa do cristianismo, compareceu ao Concílio de Florença, em 1439, batendo-se quase sozinho, sem medo e sem vacilação, com a maioria constituída de antagonistas, em defesa da fé confiada pelos seus antecessores.

O bispo Marcos não era, no Oriente, o único prelado íntegro e leal, zeloso pela pureza da fé; Como ele existiram numerosas e nobres personalidades. Assim, todas as deliberações dos Concílios Ecuménicos, arquivadas pela Igreja Ortodoxa, sem acréscimos ou reduções, foram a maior prova e o mais santo testemunho da conservação da fé, sã e intacta, na Igreja do Oriente.

Missionary Leaflet #

Holy Protection Russian Orthodox Church

2049 Argyle Ave. Los Angeles, California 90068

Editor: Bishop Alexander (Mileant)

Link: Ortodossia – Sacro Monastero Pantocratore, Melissochori, Grecia ╰⊰¸¸.•¨* Italian

http://italyofmyheart.wordpress.com

ITALY OF MY HEART

italian-lakes-40604602-1484052537-ImageGalleryLightboxLarge.jpg

http://www.impantokratoros.gr/root.it.aspx

Ortodossia

Sacro Monastero Pantocratore,

Melissochori, Grecia

╰⊰¸¸.•¨*

Cari fratelli e sorelle, siate sempre nella Gioia

Un cordiale benvenuto nella pagina web del Sacro Monastero Pantocratore situato in Melissochori.in Grecia.

La sua presenza in Internet è un umile ministero della nostra confraternita nel diffondere la parola di Dio attraverso i mezzi che ci forniscono le attuali tecnologie.

In mezzo alla moltitudine delle ideologie e al volume sempre cres- cente delle informazioni che circolano nel web; l’ortodossia dà una costante testimonianza della sua fede in Gesù Cristo, nostro Signore. Professa la Sua Pace e invita chi è interessato ad un dialogo proficuo e disinteressato. In una ricerca non condizionata, la Santa Ortodossia spinge a conoscere e sperimentare la Verità.

Ci auguriamo che le nostre pubbli- cazioni possano essere di beneficio spirituale per un numero sempre maggiore di persone nel mondo.

Augurandovi ogni benedizione e l’amore in Cristo, l’abbate del Monastero

† Archimandrita Cirillo

Πορεία επιστροφής & επανευαγγελισμού – Αρχιμ. Αθανασίου Αναστασίου, Προηγούμενου Ι. Μονής Μεγάλου Μετεώρου

http://holyconfessionofyourheart.wordpress.com

HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

0de9014902ebf7c03753303fc57901f3.jpg

«Πορεία ἐπιστροφῆς καί ἐπανευαγγελισμοῦ»

τοῦ

Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου,
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

στὴν ἐκδήλωση γιά τήν εὐλογία τῆς βασιλόπιτας τοῦ Συλλόγου «Μετώρων Λιθόπολις» στὴν αἴθουσα «Νίτσα Λιάπη» τὴν Κυριακή 15 Ἰανουαρίου 2017.

Χριστός ἐτέχθη! … Καλή καί εὐλογημένη χρονιά!

Χρόνια πολλά, εὐλογημένα, χαρούμενα, εἰρηνικά, καρποφόρα, πνευματικά, ἀγωνιστικά. Εὐχόμαστε ὁ Χριστός μας νά σᾶς εὐλογεῖ, νά σᾶς ἐνισχύει, νά σᾶς στηρίζει καί νά σᾶς ἐνδυναμώνει, ὥστε νά ἀνταποκρίνεστε καί νά ἀντιμετωπίζετε τούς ποικίλους πειρασμούς καί τίς τεράστιες δοκιμασίες πού ἀντιμετωπίζουμε, τόσο σέ προσωπικό καί οἰκογενειακό, ὅσο καί σέ ἐπαγγελματικό, συλλογικό, κοινωνικό καί ἐθνικό ἐπίπεδο. Εἰδικά δέ αὐτές τίς τόσο δύσκολες καί κρίσιμες μέρες γιά τήν πατρίδα μας, πού εἶναι ἀντιμέτωπη μέ πλεῖστες ὅσες πιέσεις καί ἀπειλές, ὄχι μόνο οἰκονομικοῦ πνιγμοῦ, ἀλλά καί ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς ἀλλοίωσης καί καταστροφῆς.

Ἀλλά ζῆ Κύριος ὁ Θεός!

Σήμερα θά θέ­λα­με νά μοι­ρα­σθοῦ­με μα­ζί σας κά­ποι­ες αὐ­θόρ­μη­τες καί πη­γαῖ­ες σκέ­ψεις μας, πού προέρχονται ἀπό τήν πνευματική καί ἐξομολογητική πείρα μας καί ὄχι νά ἐκφωνήσουμε μία καθιερωμένη ὁμιλία. Ἐ­πι­θυ­μοῦμε νά μιλήσουμε ἁπλά, τα­πει­νά, καλογερικά, ὡς πνευματικός πατέρας πρός ἀγαπητά μας πνευματικά παιδιά, ἀδελφούς καί φίλους. Ἐπιθυμοῦμε νά κεντρίσουμε τό φιλότιμό μας καί νά παρακινήσουμε τόν ἑαυτό μας —σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν τῆς Κυ­ρί­ας μας Θε­ο­τό­κου καί τῶν Ἁ­γί­ων μας— γιά μία ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ ἐν­θέ­ου ζή­λου μας, γιά μιά νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, γιά μία ἐπανεκκίνηση στήν κατά Χριστόν ζωή μας.

Μέ ἀ­φορ­μή τίς λα­τρευ­τι­κές εὐ­και­ρί­ες τῶν Ἁ­γί­ων ἡ­με­ρῶν, μιά πη­γαί­α δο­ξο­λο­γί­α καί εὐ­χα­ρι­στί­α καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη μᾶς συ­νε­παίρ­νει πρός τόν Παν­τευ­ερ­γέ­τη Τρι­α­δι­κό Θε­ό μας, πού μέ­σα στό ἄ­πει­ρο ἔ­λε­ός Του καί τήν ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη φι­λαν­θρω­πί­α Του καί στορ­γή Του, βρί­σκε­ται πάν­τα Πα­ρών μέ­σα στήν κι­βω­τό τῆς σω­τη­ρί­ας μας, τήν Μία Ἁ­γί­α Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκ­κλη­σί­α μας, διά τῆς ὁ­ποί­ας κα­τερ­γά­ζε­ται τή σω­τη­ρί­α καί τόν ἁ­για­σμό μας, μέ τή σώ­ζου­σα Ἀ­λή­θεια, τήν ὁ­ποί­α δι­α­φυ­λάσ­σει ἀ­κραιφ­νή καί ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­νά τούς αἰ­ῶ­νες, μέ τά ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί τό πλῆ­θος τῶν ἁ­γι­α­στι­κῶν πρά­ξε­ων καί τε­λε­τῶν.

Ἡ Ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι ἡ κα­λή καί σο­φή καί διακριτική καί στορ­γι­κή μας Μά­να. Μέ­σα σ’ αὐ­τήν ἀ­να­γεν­νώ­με­θα πνευ­μα­τι­κά, στήν ἀγ­κα­λιά της γα­λου­χού­με­θα καί ἀν­δρω­νόμαστε. Στούς κόλ­πους της ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ἁ­γι­α­ζό­μα­στε καί προ­γευ­ό­μα­στε τή μέλ­λου­σα εὐ­φρο­σύ­νη τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν καί μέ­σα σ’ αὐ­τή, τε­λι­κά, σω­ζό­μα­στε καί γευ­ό­μα­στε ὀν­το­λο­γι­κά τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί τήν ἄ­κτι­στη δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ μας.

Γι’ αὐτό ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μέ ἀπαράμιλλη γλαφυρότητα καί θέρμη, μᾶς προτρέπει: «μή ἀπέχου ἐκκλησίας‧ οὐδέν γάρ ἐκκλησίας ἰσχυρότερον‧ ἡ ἐλπίς σου ἡ ἐκκλησία‧ τοῦ οὐρανοῦ ὑψηλοτέρα ἐστί, τῆς γῆς πλατυτέρα ἐστίν‧ οὐδέποτε γηρᾷ, ἀεί δέ ἀκμάζει‧ διά τοῦτο τό στεῤῥόν αὐτῆς καί ἀσάλευτον δηλοῦσα ἡ γραφή, ὄρος αὐτήν καλεῖ…… Ἐκκλησίαν δέ λέγω, οὐ τόπον μόνον, ἀλλά καί τρόπον· οὐ τοίχους ἐκκλησίας, ἀλλά νόμους ἐκκλησίας· ὅταν καταφεύγῃς ἐν Ἐκκλησίᾳ, μή τόπῳ καταφύγῃς ἀλλά τῇ γνώμῃ‧ ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος‧…ἐκκλησίας γάρ οὐδέν ἴσον» (Τά ὑπέρ Χριστοῦ παθήματα καί κατορθώματα, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὀρθ. Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 236-237). Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α, λοι­πόν, εἶ­ναι κα­τά κύ­ριο λό­γο νο­σο­κο­μεῖ­ο ψυ­χῶν καί θε­ρα­πευ­τή­ριο πα­θῶν. Εἶ­ναι ἡ μό­νη πού μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει, διά τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, τήν ἄ­φε­ση τῶν ὅ­ποι­ων καί ὅ­σων ἁ­μαρ­τι­ῶν μας καί τήν εἰρήνη τῶν καρδιῶν μας.

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ Κιβωτός τῆς σω­τη­ρί­ας μας!

Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τὴ —δι­ὰ τῆς σταυ­ρι­κῆς θυ­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ἐν­δό­ξου Ἀ­να­στά­σε­ώς Του, δι­ὰ τοῦ Τι­μί­ου καὶ Πα­να­γί­ου καὶ Ζω­ο­ποι­οῦ Αἵ­μα­τός Του— μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει στὸν ἄν­θρω­πο τὴν ἄ­φε­ση τοῦ πλήθους τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει λη­στές, φο­νιά­δες καὶ ἐγ­κλη­μα­τί­ες· ἔκ­φυ­λους, πόρ­νους καὶ μοι­χούς· φι­λάρ­γυ­ρους, φί­λαυ­τους καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νους· καὶ νὰ τοὺς με­τα­πλά­θει σὲ δι­καί­ους καὶ ἁ­γί­ους. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ παίρ­νει σκι­ὲς ἀν­θρώ­πων, συν­τρίμ­μα­τα ψυ­χῶν· νὰ παίρ­νει λά­σπη καὶ βοῦρ­κο καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ ὑ­λι­κὰ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ καλ­λι­τε­χνή­μα­τα, ἀν­θρώ­πι­να πρό­τυ­πα. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει βα­ρυ­ποι­νί­τες ἀ­πὸ τὰ κά­τερ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ νὰ τοὺς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἀ­σκη­τὲς καὶ ὁ­σί­ους, μάρ­τυ­ρες καὶ ὁ­μο­λο­γη­τές. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ θαυ­μά­σια μὲ μο­να­δι­κὸ ἀν­τί­τι­μο ἕ­να δά­κρυ· ἕ­ναν λό­γο, «ἁ­μάρ­τη­σα, Κύ­ρι­ε»· ἕ­να «Θε­έ μου, ἐ­λέ­η­σέ με καὶ συγ­χώ­ρη­σέ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λό»· ἕ­να τα­πει­νὸ γο­νά­τι­σμα καὶ μί­α τα­πει­νὴ, εἰλικρινή καί ἐκ βάθους ψυχῆς ὁ­μο­λο­γί­α ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ πε­τρα­χήλι τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ.

Κι ὅ­μως αὐ­τή τή Μά­να, μέ τίς ἄ­πει­ρες εὐ­ερ­γε­σί­ες, ὄ­χι μό­νο δέν τήν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καί δέν τήν εὐ­γνω­μο­νοῦ­με, ὅσο θά τῆς ἄξιζε, ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές καί τήν ἀ­γνο­οῦ­με καί τή λη­σμο­νοῦ­με καί τήν πι­κραί­νου­με. Ἀ­δι­κοῦ­με πραγ­μα­τι­κά τούς ἴ­διους τούς ἑ­αυ­τούς μας, ὅ­ταν ἀρ­νού­μα­στε τήν μη­τρι­κή ἀγ­κα­λιά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἤ με­τέ­χου­με σ’ Αὐ­τή μέ ἕ­να ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νο κοσμικό καί ὀρθολογιστικό τρό­πο, χω­ρίς οὐ­σι­α­στι­κό βί­ω­μα, χω­ρίς συνειδητή συμ­με­το­χή στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ριά Της, χω­ρίς ἀ­πο­δο­χή καί τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ στήν ζω­ή μας.

Ἀ­γνο­ών­τας, ὅμως, καί λη­σμο­νών­τας τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­γνο­οῦ­με καί λη­σμο­νοῦ­με τόν ἴ­διο τό Χρι­στό, ἀ­φοῦ Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, Αὐ­τός ἐ­νερ­γεῖ μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, Αὐ­τός μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς σώ­ζει καί μᾶς ἁ­γιά­ζει καί μᾶς δοξάζει καί τελικά μᾶς θεώνει διά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Κι ἐ­νῶ ὁ Κύ­ριος καί Θεός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού τα­πει­νώ­θη­κε, σαρ­κώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε, ἀ­να­στή­θη­κε καί ἀ­να­λή­φθη­κε γιά νά θε­ώ­σει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μας, εἶ­ναι τό κέν­τρο τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, τό κέν­τρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί τῆς Πί­στε­ώς μας, τό κέν­τρο τῶν Θεί­ων Γρα­φῶν καί τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας, δυ­στυ­χῶς, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πάντοτε καί τό κέν­τρο τῆς ψυ­χῆς μας, τῆς δι­α­νοί­ας μας, τῆς καρ­διᾶς μας, τό κέν­τρο τοῦ εἶ­ναι μας. Δέν γίνεται ὁ κύριος σκο­πός τῆς ζω­ῆς μας, τό ἀ­γαλ­λί­α­μά μας, ὁ πό­θος μας καί ἡ λα­χτά­ρα μας. Πολλές φορές ἐκ­θρο­νί­ζου­με στήν πρά­ξη τόν Χρι­στό ἀ­πό τή ζω­ή μας, ἀ­πό τίς συ­να­να­στρο­φές μας, τίς συ­ζη­τή­σεις μας καί τίς ἀ­να­ζη­τή­σεις μας, ἀ­πό τή σκέ­ψη μας καί τή γλώσ­σα μας, ἀ­κό­μα κι ἀ­π’ τήν προ­σευ­χή μας. Ἡ πρώ­τη ἐν­το­λή Του, τό «ἀ­γα­πή­σεις Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου ἐξ ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου καί ἐξ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου» (Μάρκ. ιβ´, 30) δέν δονεῖ τό εἶναι μας, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κύ­ρια μέ­ρι­μνά μας, τήν πεμ­πτου­σί­α τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ μας ἀ­γώ­να.

Ἀλ­λά, πα­ρά τή δι­κή μας ἀ­μέ­λεια, τή ρα­θυ­μί­α, τή χλι­α­ρό­τη­τα καί τήν πε­ρί τά πνευ­μα­τι­κά νω­θρό­τη­τά μας, ὁ ἐ­ρά­σμιος Νυμ­φί­ος τῶν ψυ­χῶν μας, ὁ γλυ­κύ­τα­τος Κύριός μας Ἰησοῦς Χρι­στός, δέν παύ­ει νά κρού­ει τή θύ­ρα τῆς ψυ­χῆς μας καί νά μᾶς ἀ­πευ­θύ­νει στορ­γι­κά, ἐ­πί­μο­να, ἀλ­λά καί δι­α­κρι­τι­κά τόν πα­ρή­γο­ρο λό­γο Του ζητώντας τήν ἐπιστροφή μας στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας.

Ἀ­λή­θεια, πό­σο ἀ­γνώ­μο­νες, πό­σο ἄ­σο­φοι ἀ­πο­δει­κνυ­ό­μα­στε, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Δη­μι­ουρ­γός τοῦ Παν­τός, ὁ Βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­όν­των καί Κύ­ριος τῶν κυ­ρι­ευ­όν­των, ὁ ἀ­νεν­δε­ής καί Παν­το­δύ­να­μος Κύ­ριος, ὁ φο­βε­ρός Θε­ός, «Ὅν φρίσ­σει καί τρέ­μει τά Χε­ρου­βείμ», ὁ Πλά­στης καί Θε­ός μας, ἔρ­χε­ται τό­σο κον­τά μας! Γί­νε­ται ὁ πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνος Πα­τέ­ρας μας, ὁ ἀ­δελ­φός μας καί ὁ πι­στός φί­λος μας, ἕ­τοι­μος νά μᾶς προ­σφέ­ρει τά πάν­τα, θυ­σι­ά­ζον­τας τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό Του! Ἔρ­χε­ται νά μᾶς ὑ­πη­ρε­τή­σει «ὡς ὁ δι­α­κο­νῶν», νά μᾶς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πό τά βά­ρη καί τίς θλί­ψεις, νά μᾶς χα­ρί­σει τά πα­ρόν­τα καί τά μέλ­λον­τα ἀ­γα­θά Του! Κι ἐ­μεῖς —ὤ τῆς παραφροσύνης!— τολ­μοῦ­με πολλάκις νά Τόν ἀγνοοῦμε, νά τόν πε­ρι­φρο­νοῦ­με, δυστυχῶς, ἀκόμη καί νά Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν βλασφημοῦμε, κατόπιν βέβαια τῆς ὑποκινήσεως τοῦ διαβόλου! Ὤ τῆς μεγάλης σου εὐσπλαχνίας Κύριε!

Ἀ­δελ­φοί, «ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δοὺ νῦν (τώ­ρα, σή­με­ρα, ὄ­χι αὔ­ριο) ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας», μᾶς παραγγέλλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Β´ Κο­ρ. ϛ´, 2). Τώ­ρα νά μετανοήσουμε, σ’ αὐ­τή τή ζω­ή μόνο ὑ­πάρ­χει τό ἔ­λε­ος καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ θά­να­τος κα­ρα­δο­κεῖ ἀ­νά πᾶ­σα στιγ­μή, ἡ αὐ­λαί­α πέ­φτει ὁ­σο­νού­πω, ἡ Κρί­σις ἐγγύς, ἀ­κρι­βο­δί­και­η καί ἀ­δέ­κα­στη.

Ἀ­δελ­φοί μας ἀ­γα­πη­τοί καί πε­ρι­πό­θη­τοι!

«Στῶ­μεν κα­λῶς, στῶ­μεν με­τὰ φό­βου»! Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ὥ­ρα τῆς Κρί­σε­ως καί ἡ κό­λα­ση ἡ με­γα­λύ­τε­ρη συμ­φο­ρά, τό φο­βε­ρώ­τε­ρο κα­κό. Τά δει­νά τῆς κο­λά­σε­ως δέν ἔ­χουν καμ­μί­α σύγ­κρι­ση μέ τίς συμ­φο­ρές τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς. Ἄς εὐ­χό­μα­στε κα­νείς ἄν­θρω­πος στόν κό­σμο νά μήν δο­κι­μά­σει τήν ἄ­φα­τη ὀ­δύ­νη της. Ἄς μή παί­ζου­με «ἐν οὐ παι­κτοῖς». Τό δι­α­κυ­βευ­ό­με­νο εἶ­ναι ἡ ἀ­θά­να­τη ψυ­χή μας καί τό αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας. Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί χριστιανοί, δέν πιστεύουν ἤ ἀμφιβάλλουν γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Παράδεισος καί Κόλαση. Εἶναι πραγματικά φοβερό! Στήν μέλλουσα κρίση τά σώματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων θά ἀναστηθοῦν καί θά ἐπανασυνδεθοῦν τό καθένα μέ τήν ψυχή του καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀνακαινισμένος καί ἀφθαρτοποιημένος.

Στήν ἄλλη ζωή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦμε τόν Θεό, θά δοῦμε τήν ἄκτιστη δόξα, τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό ἔνδοξο φῶς καί τήν ἄκτιστη δόξα πού εἶδαν οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας. Τό ἄκτιστο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο, αἰώνιο, καί πληροῖ τόν ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά. Ὅσοι, ὅμως, δέν θά εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι ἀπό αὐτή τήν ζωή, μᾶς τονίζουν οἱ Πατέρες, αὐτοί θά δοῦν αὐτή τήν δόξα, αὐτό τό φῶς ὡς πῦρ καταναλίσκον, δηλαδή ὡς πνευματική φωτιά πού κατακαίει. Εἶναι ἕνα θέμα τεράστιο, δύσκολο, ἀλλά κεφαλαιώδους καί μοναδικῆς σημασίας, γιά τό ὁποῖο ταπεινά προτείνουμε, ὁ Σύλλογός σας, κύριε Πρόεδρε, νά διοργανώσει σύντομα μία εἰδική ὁμιλία ἤ μᾶλλον ἡμερίδα στήν ὁποία θά μποροῦν νά ὑποβληθοῦν καί ἐρωτήσεις.

Κα­λό θά ἦ­ταν, λοιπόν, καί στίς εὐ­χές μας, σέ γι­ορ­τές ἤ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες πε­ρι­στά­σεις, νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται κι ἀ­πό τούς λα­ϊ­κούς ἀ­δελ­φούς μας, ἡ εὐ­χή τῶν Μο­να­χῶν: «Κα­λή με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο» καί νά μήν κτυποῦμε ξύλο, ὅταν ἀκοῦμε τήν λέξη θάνατος, ἀφοῦ αὐτός εἶναι τό πιό βέβαιο γεγονός πού θά μᾶς συμβεῖ. Ἄλλωστε, δέν εἴμαστε μόνιμοι κάτοικοι αὐτῆς τῆς γῆς, ἀλλά πάροικοι, ἔνοικοι τῆς γῆς. Εἴμαστε ὁδίτες καί ὄχι πολίτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ δρό­μος γιά τόν Πα­ρά­δει­σο, ἀ­δελ­φοί, εἶ­ναι ἕ­νας. Εἶ­ναι ὁ δρό­μος πού βά­δι­σαν ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι: ὁ δρό­μος τῆς με­τα­νοί­ας, τῆς θεογνωσίας, τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στό σπί­τι τοῦ Πα­τέ­ρα μας. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας καί στήν Ἁ­γί­α Πα­ρά­δο­σή της.

Ἡ σύγχρονη κοινωνία ἔχει περιέλθει σέ ἀφάνταστο βαθμό καταπτώσεως καί ἀποστασίας. Γι’ αὐτό καί πρέπει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με στήν πα­λιά εὐ­σέ­βεια, στό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, στήν ἁ­γί­α ἁ­πλό­τη­τα. Νά ἐ­πα­νέλ­θου­με ὅ­λοι, Κλη­ρι­κοί, Μο­να­χοί καί λα­ϊ­κοί, στήν πρα­ό­τη­τα, στήν τα­πεί­νω­ση, στήν ἀ­κα­κί­α, στήν ἀ­φε­λό­τη­τα τῆς καρ­δί­ας, στήν κα­τά Θε­όν γνώ­ση καί σο­φί­α. Καί ν’ ἀρ­χί­σου­με ἀ­πό ἁ­πλά, μι­κρά καί ἴ­σως τυ­πι­κά, κα­τά τό φαι­νό­με­νο, πράγ­μα­τα· ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­λύ σπου­δαῖ­α καί οὐ­σι­α­στι­κά.

Καί ἄν ἡ μετάνοια καί ἡ πνευματική ἐγρήγορση εἶναι ἀπαραίτητη γιά κάθε περίοδο τῆς ζωῆς μας, εἶναι πολύ περισσότερο ἀπαραίτητες σήμερα, πού τό κύμα τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀντιθεΐας, τοῦ νεοπαγανισμοῦ, τῆς εἰδωλολατρείας, τῆς σύγχυσης, τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ, τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας τῆς Νέας Ἐποχῆς μᾶς κατακλύζει καί σάν πνευματικός λίβας μαραίνει καί κατακαίει τά ἄνθη καί τούς καρπούς τῆς πατροπαράδοτης εὐλάβειας, τῆς παράδοσης, τῶν ἀξιῶν καί τῶν ἰδανικῶν τοῦ λαοῦ μας.

Ἐ­δῶ βρί­σκε­ται, πι­στεύ­ου­με, ἡ βα­σι­κή αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­πα­ξί­ας καί πα­ρακ­μῆς, πού βι­ώ­νου­με ὡς λα­ός καί ὡς χώ­ρα. Ἀ­πεμ­πο­λή­σα­με ἀρ­χές καί ἀ­ξί­ες, ἀλ­λά­ξα­με ἤ­θη, ἔθιμα καί συμ­πε­ρι­φο­ρές, θέ­σα­με ἄλ­λους στό­χους καί προ­τε­ραι­ό­τη­τες, νο­θεύ­σα­με τά μέ­σα καί τίς δι­α­δι­κα­σί­ες, ἀ­πω­λέ­σα­με τό μέ­τρο, ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τήν χαρ­μο­λύ­πη. Βγά­λα­με τόν Θε­ό ἀ­πό τήν ζω­ή μας καί θεοποιήσαμε τούς ἑαυτούς μας, τήν λογική μας, τήν ἀτομική μας κρίση, τίς ἀτομικές μας δεξιότητες, τό ἀτομικό μας θέλημα, τό ὑπερτροφικό καί θεοποιημένο ΕΓΩ μας. Κι ὅ­λα αὐ­τά μέ τί­μη­μα τήν ἀ­πώ­λεια τοῦ ἴ­διου τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, τῆς ψυ­χι­κῆς μας ἠ­ρε­μί­ας καί ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τῆς προ­σω­πι­κῆς, οἰ­κο­γε­νεια­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς μας γα­λή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας.

Καί εἶναι πραγματικά ὀξύμωρο τό γεγονός, ὅτι ἐνῶ ἡ σύχρονη ἐποχή τῆς συνεχοῦς ροῆς πληροφοριῶν καί εἰδήσεων μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα νά κατέχουμε σέ καθημερινή βάση ἀμέτρητες γνώσεις γιά κάθε τί πού συμβαίνει σέ κάθε γωνιά τοῦ πλανήτη μας, νά μένουμε ἀδαεῖς καί ἀπληροφόρητοι γιά τά καίρια καί σωτηριολογικῆς καί αἰώνιας σημασίας ζητήματα τῆς ζωῆς μας, λόγῳ τῆς πολυμέριμνας καί τῶν ἀπαιτήσεων τῆς καθημερινότητας, πού συνεχῶς αὐξάνουν. Αὐτή ἡ καθημερινότητα μᾶς ἀπορροφᾶ καί καταλήγουμε νά ταυτιζόμαστε μαζί της σέ βαθμό, πού εἶναι πλέον δύσκολο νά ἀπεγκλωβιστοῦμε καί μάλιστα ὅταν ἔχουν περάσει καί τά χρόνια, καθώς δύσκολα ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος σέ μεγάλη ἡλικία. Ζῶντας ἔτσι, οὐσιαστικά δέν προλαβαίνουμε νά γνωρίσουμε καί νά μάθουμε γιατί ζοῦμε, ποιός εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας, ἄν ὑπάρχει ἄλλη ζωή καί τί θά συναντήσουμε σ’ αὐτή, τί εἶναι ἡ ψυχή μας καί ποιά εἶναι τά γνωρίσματά της, τί εἶναι ἡ Κόλαση καί τί ὁ Παράδεισος.

Γι’ αὐτό καί εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη:

Α´. Νά πά­ρου­με καί πά­λι στά χέ­ρια μας τόν Συ­να­ξα­ρι­στή, τούς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων μας, πού κατά τόν Ἅγιο Ἰουστῖνο τόν Πόποβιτς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐγκυκλοπαίδεια, τόν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, τά Γε­ρον­τι­κά, τήν Ἁ­μαρ­τω­λῶν Σω­τη­ρί­α, τόν Ἅ­γιο Νι­κό­δη­μο, τόν Ἀββᾶ Δωρόθεο, τόν Ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό, τόν Παπουλάκο… Καί κυ­ρί­ως καί πρω­τί­στως νά ἀρ­χί­σου­με νά με­λε­τᾶ­με τα­κτι­κά καί εὐ­λα­βι­κά τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη, καί τά πα­τε­ρι­κά κεί­με­να, πού ἑρ­μη­νεύ­ουν καί ἀ­να­λύ­ουν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή.

Β´. Νά ἔ­χου­με εὐ­πρε­πι­σμέ­νο εἰ­κο­νο­στά­σι στό σπίτι μας —ὄ­χι στό σα­λό­νι γιά ἐ­πί­δει­ξη—, ἀλ­λά σέ ἰ­δι­αί­τε­ρο χῶ­ρο, ἄν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­τό­τη­τα, ὅ­που θά μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­συρ­θοῦ­με γιά προ­σευ­χή. Εἰ­κο­νο­στά­σι μέ εἰ­κό­νες τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν ὁ­ποί­ων φέ­ρου­με τά ὀ­νό­μα­τα, μέ Σταυ­ρό, μέ ἀ­ναμ­μέ­νη καν­δή­λα, μέ τή Σύ­νο­ψη, τό Συ­νέκ­δη­μο, τά Προ­σευ­χη­τά­ρια. Εἰ­κο­νο­στά­σι, ὅ­που, ὅ­πως οἱ πα­λι­ές εὐ­λα­βεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες, θά φυ­λάσ­σου­με καί ὅ­λα τά ἁ­γι­α­στι­κά (τά βά­για, τόν βα­σι­λι­κό, λά­δι ἤ μῦ­ρο ἀ­πό προ­σκυ­νή­μα­τα, τό Με­γά­λο ἁ­για­σμό κ.λπ.). Τό ἀναμμένο καντήλι, ὅπως λένε οἱ γεροντάδες, δείχνει τήν ζωντάνη μας σχέση μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

Γ´. Νά μάθουμε νά λέμε τήν ἁγιασμένη, πολύ θεολογική καί περιεκτική μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Νά τήν λέμε μέ πόθο καί λαχτάρα, ἐπικαλούμενοι τό γλυκύτατο Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν εἰρήνευση καί τήν προκοπή τήν δική μας, τῆς οἰκογενείας μας, γιά τήν ὑγεία καί τήν πρόοδο τῶν παιδιῶν μας, γιά τήν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, γιά τήν ἀνάπαυση καί τήν σωτηρία τῶν κεκοιμημένων μας, γιά τήν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων καί δυσκολιῶν μας, γιά τήν σωτηρία τῆς πατρίδος μας καί τήν εἰρήνη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου.

Ἄς προσπαθοῦμε νά διατηροῦμε τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τό Πανάγιο Ὄνομά Του στό νοῦ καί τήν καρδιά μας, ἀκόμη καί μέσα στίς μέριμνες, ἀκόμη καί μέσα στήν πίεση καί τήν κόπωση τῆς καθημερινότητος, ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε καί ὅσο μποροῦμε. Ὁ χαριτωμένος ἅγιος Γέροντας Ἐφραίμ Καντουνακιώτης μᾶς προέτρεπε: «Νὰ λέγῃς παιδί μου τὴν εὐχή, “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”, ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρῃ ὅλα. Ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα, περικλείει τὰ πάντα, αἴτησι, παράκλησι, πίστι, ὁμολογία, θεολογία κλπ. Ἡ εὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπή. Ἡ εὐχὴ θὰ φέρῃ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα».

Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει μέ γλαφυρότητα γιά τήν μονολόγιστη εὐχή: «Μέγα γάρ ὅπλον εὐχή, θησαυρός ἀνελλιπής, πλοῦτος μηδέποτε δαπανώμενος, λιμήν ἀκύμαντος, γαλήνης ὑπόθεσις, καί μυρίων ἀγαθῶν ῥίζα καί πηγή καί μήτηρ ἐστίν ἡ εὐχή, καί αὐτῆς τῆς βασιλείας δυνατωτέρα. Εὐχή χειμαζομένων λιμήν, κλυδωνιζομένων ἄγκυρα, σαλευομένων βακτηρία, πενήτων θησαυρός, πλουτούντων ἀσφάλεια, νοσημάτων ἀναίρεσις, ὑγιείας φυλακή· εὐχή καί τά ἀγαθά ἡμῖν ἀκίνητα διατηρεῖ, καί τά κακά μεταβάλλει ταχέως· κᾄν πειρασμός ἐπέλθῃ, ῥᾳδίως ἀποκρούεται· κᾄν ζημία χρημάτων, κᾄν ὁτιοῦν ἕτερον τῶν λυπούντων ἡμῶν τήν ψυχήν, ἅπαντα ἀπελαύνει ταχέως· εὐχή λύπης ἁπάσης φυγαδευτήριον, εὐθυμίας ὑπόθεσις, διηνεκοῦς ἡδονῆς ἀφορμή, φιλοσοφίας μήτηρ· ὁ δυνάμενος εὔχεσθαι μετά ἀκριβείας, κᾄν ἁπάντων πενέστερος ᾖ [κι ἄν εἶναι φτωχότερος ὅλων], πάντων ἐστί πλουσιώτερος· ὥσπερ ὁ τῆς εὐχῆς πάλιν ἐστερημένος, κᾄν ἐν αὐτῷ καθέζηται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ πάντων ἐστί πενέστερος [ἔτσι, αὐτός πού δέν κάνει τήν εὐχή, ἀκόμη κι ἄν κάθεται σέ βασιλικό θρόνο, εἶναι φτωχότερος ἀπό ὅλους]».

Ἀδελφοί, σᾶς βεβαιώνω ὅτι τά προβλήματά μας καί τά θέματά μας τά λύνει ὁ Χριστός μας, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας, καί ὄχι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴτε κληρικοί εἴτε μοναχοί εἴτε λαϊκοί. Εἶναι κατεπείγουσα ἀνάγκη νά μάθουμε νά προσευχόμαστε καί γιά τά δικά μας προβλήματα καί γιά αὐτά τῶν συγγενῶν καί φίλων μας. Ἡ ἔμπονη καί ἐπίμονη προσευχή εἶναι αὐτή πού θά δώσει τίς, κατά Θεόν καί συμφέρουσες γιά μᾶς, λύσεις σέ ὅλα τά ζητήματά μας, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι καί μεῖς, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, δέν θά παύουμε νά βοηθοῦμε καί νά συμπαραστεκόμαστε στούς συνανθρώπους μας. Δέν θά ἀντικαθιστοῦμε, ὅμως, τόν Πάνσοφο καί Πανελεήμονα Κύριό μας καί Θεό μας.

Δ´. Νά μά­θου­με νά ἐκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, τακτικότατα -ὄχι μόνο στίς κηδεῖες, τούς γάμους καί τίς βαπτίσεις- καί μέ προ­σο­χή στά τε­λού­με­να. Νά μήν ἀπουσιάζουμε ἀπό τίς θεῖες Λειτουργίες τῶν Κυριακῶν καί τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἐπικαλούμενοι ἄτοπες δικαιολογίες. Νά προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη ἡ­μέ­ρα, μέ σω­μα­τι­κή καί ψυ­χι­κή κα­θα­ρ­ό­τη­τα καί προ­ε­τοι­μα­σί­α, μέ πε­ρι­συλ­λο­γή, μέ ἀ­νά­παυ­ση, μέ προ­σευ­χή καί με­λέ­τη τῶν βί­ων τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Εὐ­αγ­γε­λι­κῶν καί Ἀ­πο­στο­λι­κῶν Ἀ­να­γνω­σμά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σων τῶν με­γά­λων Ἑ­ορ­τῶν.

Ε´. Νά τε­λοῦ­με, κα­τά δι­α­στή­μα­τα, τόν Μι­κρό Ἁ­για­σμό καί –μιά φορά τουλάχιστον τόν χρόνο– τό Μυ­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Εὐ­χε­λαί­ου στά σπί­τια μας γιά νά ἀποτρέπουμε μέ αὐτά, ὡς θεῖα ἀλεξικέραυνα, τήν ἐπήρεια καί τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων ἀπό τήν οἰκογένειά μας καί τό σπίτι μας, καθώς καί τήν βασκανία, τήν ζηλοφθονία καί τήν βοή τῶν πονηρῶν καί κακοποιῶν ἀνθρώπων. Ἐ­πι­ση­μαί­νου­με στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό καί ἐ­πι­μέ­νου­με ἰ­δι­αι­τέ­ρως: ὅ­τι ὁ Χρι­στια­νός δέν πρέ­πει πο­τέ, σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, νά κα­τα­φεύ­γει γιά τήν ἐ­πί­λυ­ση προ­βλη­μά­των (ἀρ­ρώ­στι­ες παι­δι­ῶν, συγ­γε­νῶν, ἀ­πο­κα­τά­στα­ση κ.λπ.) σέ μά­γους, φω­τι­σμέ­νους, φω­τι­σμέ­νες ἀ­στρο­λό­γους, χαρ­το­ρί­χτρες, μέν­τιουμ κ.λπ.). Εἶναι μεγίστη ἁμαρτία καί μέγας κίνδυνος, τό νά προστρέχουμε σέ τέτοια πρόσωπα τοῦ Σατανᾶ. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τό θεωρεῖ μάλιστα «ξεβάπτισμα». Εἶ­ναι προ­τι­μώ­τε­ρο νά πε­θά­νει τό παι­δί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, μᾶς λέ­γει ὁ ἴδιος ἅγιος, νά μήν παν­τρευ­τεῖ τό παι­δί, πα­ρά νά ζή­σει ἤ νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Σα­τα­νᾶ —κι αὐ­τό, βε­βαί­ως, ἀμ­φί­βο­λο— πα­ρά νά χά­σει τήν ψυ­χή του. Οἱ ἐξαρτημένοι, ἄλλωστε, ἀπό τήν μαγεία καί τόν σατανισμό, ἄν δέν ἀπελευθερωθοῦν μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τήν ἐξάρτηση αὐτή, καταλήγουν τελικά καί ψυχασθενεῖς.

Νά μήν πα­ρα­λεί­που­με τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ —καί μά­λι­στα σω­στά— καί τήν προ­σευ­χή πρίν καί με­τά τό φα­γη­τό. Δέν εἶ­ναι κα­θό­λου μιά τυ­πι­κή συ­νή­θεια αὐ­τό· εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α ἀ­πό κά­θε ἐ­πή­ρεια δαι­μο­νι­κή καί βα­σκα­νί­α (πολ­λές φο­ρές φα­γη­τά ἤ γλυ­κί­σμα­τα, πού μᾶς προ­σφέρ­θη­καν, ἦ­ταν μο­λυ­σμέ­να ἀ­πό μα­γι­κά)… Ἀλ­λά ἀποτελεῖ καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη καί εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τόν δω­ρε­ο­δό­τη καί τρο­φο­δό­τη Κύ­ριό μας καί Θε­ό μας.

Νά κά­νου­με πολ­λές φο­ρές κα­τά τή διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας καί σω­στά τό ση­μεῖ­ο τοῦ Τι­μί­ου καί Ζω­ο­ποι­οῦ Σταυ­ροῦ —εἶ­ναι ὁ­μο­λο­γί­α αὐ­τό καί πο­λύ δυ­να­τή προ­σευ­χή—, κα­τά τήν εἴ­σο­δο καί ἔ­ξο­δο ἀ­πό τό σπί­τι μας, ἀ­πό τό χῶ­ρο τῆς ἐρ­γα­σί­ας μας, ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­τό μας, σέ στιγ­μές δύ­σκο­λες πού χρει­α­ζό­μα­στε πε­ρισ­σό­τε­ρο τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Μήν κυ­κλο­φο­ροῦ­με πο­τέ χω­ρίς τόν ἐ­πι­στή­θιο σταυ­ρό ἐ­πά­νω μας.
. Νά μά­θου­με νά βα­δί­ζου­με τόν ἴ­σιο δρό­μο καί μέ τό σταυ­ρό στό χέ­ρι καί νά εἴ­μα­στε σί­γου­ροι —πα­ρά τά λε­γό­με­να πε­ρί τοῦ ἀν­τι­θέ­του— ὅ­τι θά ἔ­χου­με σ’ αὐ­τή τή ζω­ή τή δια­ρκή εὐ­λο­γί­α καί προ­στα­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί στήν ἄλ­λη ζω­ή θά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει ὁ Θε­ός τῶν ἐ­που­ρα­νί­ων Του ἀ­γα­θῶν.

ΣΤ´. Νά ἀρ­χί­σουν οἱ νοι­κο­κυ­ρές, ὅ­σες δέν τό κά­νουν, νά ζυ­μώ­νουν πρό­σφο­ρα μέ εὐ­λά­βεια καί μέ εἰ­δι­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α, νά προ­σφέ­ρουν τό νᾶ­μα, τό κα­θα­ρό κε­ρί καί τό θυ­μί­α­μα γιά τήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, μα­ζί μέ τά ὀ­νό­μα­τα, ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων, ση­μει­ώ­νον­τας καί ὑπογραμμίζοντας τό ὄ­νο­μα μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­νάγ­κη (κα­λό θά ἦ­ταν καί μέ τό αἴ­τη­μά του). Ἡ μνη­μό­νευ­ση τῶν ὀ­νο­μά­των καί ἡ προ­σφο­ρά τῶν δώ­ρων γιά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀ­πο­δί­δουν τή με­γα­λύ­τε­ρη ὠ­φέ­λεια σέ ζῶν­τες καί κε­κοι­μη­μέ­νους, ὅ­ση ὠ­φέ­λεια δέν μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρει καμ­μί­α ἄλ­λη προ­σευ­χή ἐ­πί τῆς γῆς. Ἰ­δί­ως γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας, πού δέν ἔ­χουν πλέ­ον τή δυ­να­τό­τη­τα νά βο­η­θή­σουν τόν ἑ­αυ­τό τους καί πε­ρι­μέ­νουν μό­νον ἀ­πό ἐ­μᾶς. Κα­λές οἱ δω­ρε­ές καί τά στε­φά­νια, ἀλ­λά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α γιά τούς ἀν­θρώ­πους μας εἶ­ναι ἡ ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη ἀ­νακούφιση καί παρηγοριά τους.

Πο­λύ ὠ­φέ­λι­μο θά ἦ­ταν νά τε­λοῦ­με καί Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες (ν’ ἀ­νοί­γου­με τίς Ἐκ­κλη­σι­ές, ὅ­πως συ­νη­θί­ζει νά τό λέ­ει ὁ λα­ός μας) ὑ­πέρ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν μας, τῶν συγ­γε­νῶν μας, τῶν φί­λων μας καί τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων μας, μή πα­ρα­λεί­πον­τας καί ὅ­λα τά δι­α­τε­ταγ­μέ­να (κόλ­λυ­βα καί ὑ­ψώ­μα­τα γιά τούς Ἁ­γί­ους μας, ἀρ­το­κλα­σί­ες, μνη­μό­συ­να, τρι­σά­για καί κόλ­λυ­βα γιά τούς κε­κοι­μη­μέ­νους μας).

Ζ´. Νά ἀ­φή­νου­με στόν Θε­ό μέ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί ἐλ­πί­δα τόν ἑ­αυ­τό μας, τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν πραγ­μά­των καί τῶν ὑ­πο­θέ­σε­ών μας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν ὀρ­θο­λο­γι­στι­κή ὀρ­γά­νω­ση καί ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς καί οἰ­κο­γε­νεια­κῆς ζω­ῆς.

Νά δι­δά­ξου­με στά παι­διά μας ἀ­πό μι­κρά τό φό­βο τοῦ Θε­οῦ, τίς Ἀ­λή­θει­ες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τό σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, τό ἐ­φή­με­ρο τῶν ἐγ­κο­σμί­ων, τή με­τα­φυ­σι­κή-ὑ­περ­βα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ἀ­γά­πη στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στά Ἱ­ε­ρά Μυ­στή­ρια καί στήν προ­σευ­χή. Μα­ζί μέ τή μόρ­φω­ση τοῦ ἐγ­κε­φά­λου καί τῶν σω­μα­τι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των, πού θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα πα­νά­κεια, νά μορ­φώ­σου­με συγ­χρό­νως καί τίς ψυ­χές τῶν παι­δι­ῶν μας, τόν νοῦ τους καί τήν καρδιά τους, γιά νά δι­α­πλά­σου­με ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες καί νά τούς δώ­σου­με τά ση­μαν­τι­κώ­τε­ρα ἐ­φό­δια.

Νά τά μά­θου­με ἀ­πό μι­κρά νά εἶ­ναι τα­πει­νά, ὄχι ἐγωκεντρικά καί φίλαυτα, νά ἔ­χουν σε­βα­σμό στούς γο­νεῖς καί στούς με­γα­λυ­τέ­ρους, γε­νι­κώ­τε­ρα. Εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό ἀπό μικρά νά μά­θουν νά φι­λοῦν τό χέ­ρι τῶν γο­νέ­ων καί τῶν παπούδων, ἄν ὑπάρχουν, κά­θε βρά­δυ καί νά ζη­τοῦν συγ­χώ­ρη­ση γιά τυχόν ἀταξίες, ὅπως καί νά δίνουν πρόθυμα συγχώρεση στά ἀδέλφια τους, ἀλλά καί στούς γονεῖς τους γιά τυχόν παραλείψεις, αὐστηρότητες καί προστριβές. Ἔχει μεγάλη σημασία, ἀδελφοί, νά γνωρίζουν τά παιδιά ὅτι παντοῦ καί μέσα στήν οἰκογένεια ὑπάρχει τάξη καί ἱεραρχία καί ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι, μετά τόν Θεό καί τούς Ἁγίους, τά πιό σεβαστά καἱ ἱερά πρόσωπα. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά ἀντιδροῦμε μέ ἀσέβεια πρός τούς γονεῖς μας, ἤ νά τούς ὑβρίζουμε καί νά τούς ἀπειλοῦμε ἤ καί τό πιό φοβερό νά «σηκώσουμε χέρι» ἐπάνω τους, ὅσο ἁμαρτωλοί καί ἄν εἶναι. Τά πρόσωπα τῶν γονέων μας εἶναι κάτω ἀπό τά εἰκονίσματα τῶν Ἁγίων μας. «Εὐχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα».

Θά θέλαμε νά ἐπιμείνουμε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στό ζήτημα τῆς συγχωρήσεως, καθώς καί τῆς φιλοτιμίας, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἀνοικτοκαρδίας. Οἱ δύο αὐτές ἀρετές, ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συγχώρηση, μᾶς κάνουν νά ὁμοιάζουμε μέ τόν Θεό μας, ὁ Ὁποῖος εἶναι, κυρίως, φιλάνθρωπος καί συγχωρητικός. Ὅσοι διαθέτουν αὐτές τίς δύο ἀρετές ποτέ δέν θά τούς ἀφήσει ὁ Θεός νά φύγουν ἀμετανόητοι ἀπό αὐτή τήν γῆ. Ἡ ἀγάπη Του θά τούς συντροφεύει καί σέ αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη ζωή.

Νά μι­λοῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο στόν Θε­ό γιά τά παι­διά μας, πα­ρά στά παι­διά μας γιά τόν Θε­ό. Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πε­ρι­ου­σί­α πού θά τούς ἀ­φή­σου­με εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πί­στη καί ζω­ή, ἡ ἐλ­πί­δα τους στόν Θε­ό καί ἡ βα­θειά συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει προ­κο­πή καί εὐ­τυ­χί­α.

Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κή μέ­ρι­μνα νά ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με τό μέλ­λον τῶν παι­δι­ῶν μας μέ ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ροῦ­με χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα κ.λπ. ὄ­χι μό­νο δέν συμ­βα­δί­ζει μέ τό γνή­σιο χρι­στι­α­νι­κό φρό­νη­μα, ἀλ­λά συσ­σω­ρεύ­ει στούς μέν γο­νεῖς ἄγ­χος, ὑ­περ­προ­στα­σί­α, ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α, ὑ­περ­κό­πω­ση, συ­χνά καί ἀ­προ­θυ­μί­α στή φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λά καί στά παι­διά καλ­λι­ερ­γεῖ τή φι­λο­κτη­μο­σύ­νη, τήν φιλαργυρία, τήν ὀ­κνη­ρί­α, τήν πο­νη­ρί­α, τήν ἀ­χα­ρι­στί­α, τίς δια­ρκεῖς ἀ­παι­τή­σεις, ἀλ­λά καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α νά ἐ­κτι­μή­σουν τούς κό­πους τῶν γο­νέ­ων τους καί γι᾿ αὐ­τό συ­χνά ὁ­δη­γοῦν­ται στήν κα­τα­σπα­τά­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν πού κλη­ρο­νο­μοῦν καί ὄν­τας ἀ­νί­κα­να νά στα­θοῦν στή ζω­ή ἐ­ξα­θλι­ώ­νον­ται.

Μή ζη­τᾶ­με εὐ­τυ­χί­α κο­σμι­κοῦ τύ­που, πολ­λά χρή­μα­τα, κτή­μα­τα, οἰ­κή­μα­τα καί ἐ­πι­τυ­χί­ες. Εἶ­ναι πλά­νη φο­βε­ρή νά ἐκ­ζη­τοῦ­με ἄ­λυ­πο, ἄ­κο­πο καί ἀ­ναί­μα­κτο βί­ο. «Οὐ­δείς ἀ­νέ­βη εἰς τόν Οὐ­ρα­νόν με­τ’ ἀ­νέ­σε­ως», μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος.

Νά ἐ­πι­μεί­νου­με στίς Ἑ­ορ­τές τῶν Ἁ­γί­ων μας· μή κα­τα­λύ­ον­τας, τι­μών­τας τόν Ἅ­γιο, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα φέρουμε, καί τήν νη­στεί­α, ὅ­ταν εἶ­ναι ἡ­μέ­ρα νη­στεί­ας. Νά κα­ταρ­γή­σου­με τά πάρ­τι καί τά γε­νέ­θλια, τά ἐκ τῆς Δύ­σε­ως προ­ερ­χό­με­να καί γιά λό­γους ἐμ­πο­ρι­κούς προ­βαλ­λό­με­να καί ἐ­πι­βαλ­λό­με­να, ἀλ­λά καί γιά λό­γους οἰ­κο­γε­νεια­κῆς προ­βο­λῆς προ­τι­μώ­με­να…

Η´. Φο­βε­ρές πλη­γές γιά τίς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μη καί τίς χρι­στι­α­νι­κές, εἶ­ναι ἡ πα­νούρ­γα καί πλα­νε­ρή μό­δα, τό ἀ­κρι­βό ντύ­σι­μο, πού κρύ­βει κο­σμι­κό­τη­τα, φι­λα­ρέ­σκεια, ἐνίοτε καί ἀνηθικότητα, τό πο­λυ­τε­λές σπί­τι καί αὐ­το­κί­νη­το, τά ἄ­φθο­να καί ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­να ξε­νι­κά φα­γη­τά καί πο­τά, ἡ κο­σμι­κή ζω­ή καί δι­α­σκέ­δα­ση, ἡ ἄ­σκο­πη ἐ­να­σχό­λη­ση μέ θέ­μα­τα ἀ­νού­σια καί συ­χνά ἐ­πι­βλα­βῆ (χόμ­πυ, πο­λυ­έ­ξο­δα παι­χνί­δια κ.λπ.), ἡ σπα­τά­λη χρη­μά­των καί χρό­νου, πού ἀ­φαι­ρεῖ­ται πάν­το­τε ἀ­πό τό χρό­νο πού ἀ­νή­κει στήν ψυ­χή μας, ἄν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος χρό­νος, καί πολ­λά ἄλ­λα. Ὅ­λα αὐ­τά, ἀλ­λό­τρια τῆς εὐ­λα­βεί­ας καί τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ τρό­που ζω­ῆς, πέ­ραν τοῦ ὅ­τι μᾶς ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν, κα­θη­λώ­νον­τάς μας σέ φθη­νά καί ἀ­νά­ξια λό­γου γή­ϊ­να πράγ­μα­τα, γί­νον­ται πολ­λές φο­ρές αἰ­τί­ες τρα­γω­δι­ῶν μέ­σα στίς οἰ­κο­γέ­νει­ες: γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θοῦν ἀ­παι­τή­σεις προ­τι­μᾶ­ται τό εὔ­κο­λο κέρ­δος διά τῆς πλα­γί­ας ὁ­δοῦ, κλο­πές, χρη­μα­τι­στή­ρια, συ­ζυ­γι­κές ἀ­πι­στί­ες, δι­α­ζύ­για, κ.λπ.

Γνώ­μη μας εἶ­ναι —θά φα­νεῖ ἴ­σως σκλη­ρή καί γιά πολ­λούς ἀ­νε­φάρ­μο­στη- ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά βγεῖ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­πό τό σπί­τι ἤ ἔστω νά ἐλέγχεται πολύ αὐστηρά ἡ χρήση της. Εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό μέ­σα στό ἴ­διο μας τό σπί­τι, στό ἴ­διο μας τό δω­μά­τιο, πού εἶ­ναι τό ἱ­ε­ρό καί τό ἄ­συ­λό μας. Πό­σο δι­ο­ρα­τι­κός καί προ­φη­τι­κός εἶ­ναι ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός! Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς ὁ δι­ά­βο­λος μές στό κου­τί μέ τά κέ­ρα­τά του στίς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν μας· εἶ­ναι λε­γε­ῶ­νες δι­α­βό­λων μέ­σα στά σπί­τια μας καί μέ τή θέ­λη­σή μας καί μέ τήν πλη­ρω­μή μας. Εἶ­ναι σχο­λεῖ­ο τοῦ κα­κοῦ, τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς κά­θε εἴ­δους δι­α­στρο­φῆς, τοῦ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κου τρό­που σκέ­ψε­ως καί ζω­ῆς, τοῦ σα­τα­νι­σμοῦ…. Εἶ­ναι φο­βε­ρή ἡ ἀλ­λοί­ω­ση ἀ­πό τήν τη­λε­ό­ρα­ση, ὄ­χι μό­νο στά παι­διά καί στούς νέ­ους, ἀλ­λά καί στούς ἐ­νη­λί­κους καί στούς γέ­ρους.

Τά ἴδια, βεβαίως, ἰσχύουν καί γιά τά κινητά τηλέφωνα καί τό internet καί κυρίως γιά τά λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ὅπως τό facebook (φέισμπουκ) κ.ἄ. πού ἀποτελοῦν μία ἀνοικτή πληγή καί μία συνεχή ἀπειλή γιά τά παιδιά, ἀλλά πολλές φορές καί γιά τούς ἐνήλικες.

Ἡ τηλεόραση, τό internet, τά κινητά τηλέφωνα (ρόζ τηλέφωνα κ.λπ.) ἀποτελοῦν τά σύγχρονα διαφθορεῖα πού ἀναπαράγουν καί προβάλλουν ὅλες τίς ἔκφυλες καί διεστραμμένες καταστάσεις, τήν ὁμοφυλοφιλία, τούς γκέι γάμους, τίς ἐλεύθερες σχέσεις, τά σύμφωνα συμβίωσης καί τόσα ἄλλα.

Εἶ­ναι, ἐ­πί­σης, τρα­γι­κό αὐ­τό πού συμ­βαί­νει καί γιά τό ὁ­ποῖ­ο κα­τά μέ­γα μέ­ρος εὐ­θύ­νον­ται ἡ τη­λε­ό­ρα­ση, τό internet καί τά κινητά τηλέφωνα: ἡ ἔλ­λει­ψη ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καί δι­α­λό­γου με­τα­ξύ τῶν με­λῶν τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας καί κυ­ρί­ως με­τα­ξύ τῶν συ­ζύ­γων. Ἡ ὑ­πε­ρα­πα­σχό­λη­ση, ἡ ὑ­πε­ρερ­γα­σί­α πού συμ­πλη­ρώ­νε­ται μέ τήν ἐ­πί ὧ­ρες κα­θή­λω­ση μπρο­στά στήν τη­λε­ό­ρα­ση, στό κινητό ἤ τόν ὑπολογιστή, μέ­χρι καί τίς με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες ὧ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­φαι­ροῦν καί τόν ἐ­λά­χι­στο ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο ἀ­πό τούς συ­ζύ­γους καί τά παι­διά, δη­μι­ουρ­γοῦν συ­νε­χή ἐ­κνευ­ρι­σμό, κό­πω­ση, ἀ­πο­ξέ­νω­ση καί μύ­ρια ὅ­σα δει­νά. Γιά νά εἴ­μα­στε, ὅ­μως, εἰ­λι­κρι­νεῖς, τήν ἀ­πο­μό­νω­ση, τόν ἐ­κνευ­ρι­σμό, τίς ἀ­τέ­λει­ω­τες λο­γο­μα­χί­ες καί τόν τραυ­μα­τι­σμό τῆς ψυ­χῆς τῶν παι­δι­ῶν τά δη­μι­ουρ­γοῦν καί τά καλ­λι­ερ­γοῦν κυ­ρί­ως ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός τῶν γο­νέ­ων, ἡ φι­λαυ­τί­α τους καί ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­σή τους, ἡ ὁ­ποί­α δέν γνω­ρί­ζει ἀ­γά­πη, δέν γνω­ρί­ζει συγ­χώ­ρη­ση, δέν γνω­ρί­ζει σι­ω­πή καί ὑ­πο­μο­νή. Σπί­τι χω­ρίς συγ­γνώ­μη τό ἐ­πι­σκέ­πτε­ται συ­χνά ἤ μᾶλ­λον κα­τοι­κεῖ μο­νί­μως μέ­σα σ᾿ αὐ­τό ὁ σα­τα­νᾶς.

Νά ἔ­χου­με συ­ναί­σθη­ση τῆς μη­δα­μι­νό­τη­τός μας. Ἀ­κό­μη κι ἄν εἴ­χα­με τη­ρή­σει ὅ­λο τό Νό­μο —πρᾶγ­μα δύ­σκο­λο γιά τόν ἄν­θρω­πο— καί πά­λι ἀ­χρεῖ­οι δοῦ­λοι θά εἴ­μα­σταν, κα­τά τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου. Σα­φέ­στα­τα καί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώ­τα­τα μᾶς τό βε­βαι­ώ­νει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης: «ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι ἁ­μαρ­τί­αν οὐκ ἔ­χο­μεν, ἑ­αυ­τοὺς πλα­νῶ­μεν καὶ ἡ ἀ­λή­θεια οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν… ἐ­ὰν εἴ­πω­μεν ὅ­τι οὐχ ἡ­μαρ­τή­κα­μεν, ψεύ­στην ποι­οῦ­μεν αὐ­τόν (τὸν Θε­ὸν), καὶ ὁ λό­γος αὐ­τοῦ οὐκ ἔ­στιν ἐν ἡ­μῖν» (Α´ Ἰ­ω­άν. 1, 8-10). Ἔ­τσι καλ­λι­ερ­γοῦ­με τήν πραγ­μα­τι­κή τα­πεί­νω­ση, στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­παύ­ε­ται ὁ Θε­ός καί ὄ­χι τήν τα­πει­νο­λο­γί­α καί τήν τα­πει­νο­σχη­μί­α. Κα­τά τό πα­τε­ρι­κό λό­γιο, ὁ Θε­ός εὐ­λο­γεῖ ὅ­λο τόν κό­σμο κά­θε μέ­ρα μέ τό ἕ­να Του χέ­ρι, τόν τα­πει­νό, ὅ­μως, τόν εὐ­λο­γεῖ μέ τά δυ­ό Του χέ­ρια. Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται αὐ­τό πού τό­νιζε συ­χνά-πυ­κνά ὁ Γέ­ρον­τας Γερ­μα­νός, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­γα­πᾶ καί σώ­ζει τόν τα­πει­νό ἁ­μαρ­τω­λό καί ἀ­πο­στρέ­φε­ται τόν ἀ­σε­βή καί ὑ­πε­ρή­φα­νο δίκαιο. Γι’ αὐτό καί νά μήν κάνουμε φίλους αὐτούς πού νομίζουν καί ὑποστηρίζουν ὅτι δέν ἔχουν ἁμαρτίες. Εἶναι ψεύτες, ἀνόητοι καί ἀλαζόνες.

Θ´. Ἀ­φή­σα­με τε­λευ­ταῖ­ο τό σπου­δαι­ό­τα­το ζή­τη­μα τῆς τα­κτι­κῆς, εἰ­λι­κρι­νοῦς καί ἐν με­τα­νοί­ᾳ Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, χω­ρίς τήν ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κή ζω­ή καί, κα­τά συ­νέ­πειαν, σω­τη­ρί­α καί ἁ­για­σμό, καί μετοχή στήν Θεί­α Κοι­νω­νί­α, στήν ὁ­ποί­α πρέ­πει νά προ­σερ­χό­μα­στε τα­κτι­κά κι ἐ­μεῖς καί τά παι­διά μας, μέ τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο, πού θά τό ἀνοίξουμε, ὅμως, σέ μιά ἄλλη εὐκαιρία.

Προσφιλέστατοι ἀ­δελ­φοί μας,

Ὅ­λα αὐ­τά τά ἐ­πι­ση­μαί­νου­με ὄ­χι γιά νά σᾶς ἀ­πελ­πί­σου­με, ἀλ­λά γιά νά βά­λου­με νέ­α ἀρ­χή με­τα­νοί­ας, σύν Θε­ῷ, διά πρε­σβει­ῶν καί δι’ εὐ­χῶν. Κι ἄν ἀ­κό­μη δέν μπο­ροῦ­με νά τά ἐ­πι­τύ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά, τοὐ­λά­χι­στον νά ἔ­χου­με τήν αἴ­σθη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας πε­νί­ας, τῶν πολ­λῶν μας ἐλ­λεί­ψε­ων, τή συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τός μας καί νά ζητοῦμε διαρκῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ καλός Θεός, βλέποντας τήν συναίσθηση αὐτή, θά ἀναπληρώσει τά ἐλλείποντα, ἀρκεῖ νά δεῖ καί τόν δικό μας συνεχή καί φιλότιμο ἀγώνα.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί καί φίλοι,

Καλή ἀρχή στόν ἀγώνα μας, μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας μας καί τῶν Ἁγίων μας. Κα­λή καί Εὐλογημένη Χρο­νιά, κα­λή Με­τά­νοι­α, κα­λόν Πα­ρά­δει­σο. Εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἐγκάρδια ἀγάπη σας καί τήν θυσιαστική παρουσία σας.

Πηγές:

http://kalabakacity.gr

https://christianvivliografia.wordpress.com/2017/01/16/πορεία-ἐπιστροφῆς-καί-ἐπανευαγγελι/

Pure & absolute Confession – Saint Joseph the Hesychast of Holy Mount Athos, Greece (+1959) – August 15

http://saintsofmyheart.wordpress.com

http://holyconfessionofyourheart.wordpress.com

HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

SAINTS OF MY HEART

晚霞.jpg

Agios-Iosif-Isihasthis.jpg

Saint Joseph the Hesychast

of Holy Mount Athos, Greece (+1959)

August 15

unnamed-8.jpg

Pure and absolute Confession

Take great care to clean yourself with pure and absolute Confession. Do not leave any sin inside of you, so the enemy cannot find a way to throw you down again.

—Saint Joseph the Hesychast

Holy Mount Athos, Greece (+1959)

Source:

http://www.orthodoxpath.org

http://www.orthodoxpath.org/saints-and-elders-counsels/this-is-where-the-king-is/

ORTHDOX PATH

Link: Ορθόδοξη Κελτική και Αγγλοσαξονική Εκκλησία – Orthodoxy-Rainbow

http://orthodoxy-rainbow.blogspot.com

Ορθόδοξη Κελτική και Αγγλοσαξονική Εκκλησία

Orthodox Rainbow

╰⊰¸¸.•¨*

“Η Εκκλησία στις Βρετανικές Νήσους θα αρχίσει να μεγαλώνει,

μόνο όταν αρχίσει να τιμά τους δικούς της Αγίους”

—Άγιος Αρσένιος της Πάρου (+1877)

Essex, England: A Journey from Western Christianity via Hinduism to Orthodoxy

http://greatbritainofmyheart.wordpress.com

GREAT BRITAIN OF MY HEART

1.jpg

Essex, England:

A Journey from Western Christianity via Hinduism to Orthodoxy

Source:

http://journeytoorthodoxy.comSEE VIDEO HERE

JOURNEY TO ORTHODOXY

Fr. Nikon of New Skete [Mount Athos, Greece] remembers an Englishman who was troubled by his Church and went to India, Calcutta, in search of a genuine spiritual experience. He studied at the Hindu Faculty for four years, but still he did not find what he was looking for…

“And the principal of the Faculty of Theology, of that foreign religion in Calcutta, tells him: ‘If you want something deeper, then go to the Orthodox’. And this was told to him by one of another religion.”

And then he found that the Monastery across the street from his house is actually the Essex Monastery…

“He was excited, he was a catechumen at the time when he told us this, and now he is waiting to be baptized.”

Transcript (adapted after the Romanian version provided by Elena Dinu):

A few years ago I housed in my cell someone who lived next to an Orthodox monastery outside London, famous for its founder and its abbot, Monastery of Saint John the Forerunner in Essex.
An Englishman lived across the street from the monastery. But being troubled by his Mother Church, he wanted something more spiritual, deeper…

He went to India, Calcutta. He studied at this college for four years… When he finished his studies, he wanted to thank the school principal.

“Thank you! I have learned a lot. I wouldn’t believe that your religion has such a spiritual depth…”

… And the man thanked the school principal and the latter asked him: “Are you satisfied? Did you find what you were looking for?”

He answers:

“To tell you the truth, no, I’m not. I still want something more. I do not know, I have an inner dissatisfaction.”

And the principal of the Faculty of Theology, of that foreign religion in Calcutta, tells him:

“If you want something deeper, then go to” be attentive! “the Orthodox. Not to the Catholics. They are not serious. ”

And this was told to him by one of another religion. And he returns to England, to the monastery in front of his house and he says for the first time, “Let’s go to the monastery and see.”

“For so many years”, the abbot laughed when he said this, “we were across the street from his house. He saw so many people coming in and out of this place.”

He never thought to go across the street… He had to go to Calcutta and from there to send him back across the street of his house, where the monastery was… He was very excited.

“That was what I was looking for,” he said, “and I did not know where it is.”

In a monastery situated in front of him…

He was excited, he was a catechumen at the time when he told us this, and now he is waiting to be baptized.

Orthodox Hymn of Patriarch Anatolios, Vespers of Christmas Eve

http://orthodox-heart.blogspot.com

ORTHODOX HEART

2016 - 1.jpg

nativity-header.jpg

“What shall we present unto Thee, O Christ,
For Thy coming to earth for us men?
Each of Thy creatures brings Thee a thank-offering:
The angels — singing; the heavens — a star;
The Wise Men — treasures; the shepherds devotion;
The earth — a cave; the desert — a manger;
But we offer Thee the Virgin-Mother. O Eternal God, have mercy upon us.”

—Orthodox Hymn (Stichera) of Patriarch Anatolios, Vespers of Christmas Eve

Ερωτήσεις & Απαντήσεις από τους Αγίους Πατέρες της Ερήμου – Γεροντικό της Ερήμου

http://saintsofmyheart.wordpress.com

http://heartquestionsandanswers.wordpress.com

http://africaofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

HEART QUESTIONS & ANSWERS

AFRICA OF MY HEART

1027718__desert-flowers_p.jpg

Ερωτήσεις & Απαντήσεις

από τους Αγίους Πατέρες της Ερήμου

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Ερώτηση: Πώς πρέπει να είναι ο μοναχός στο κελί;
Απόκριση: Να απέχει από τη γνώση των πολλών πραγμάτων, ώστε, καθώς ο λογισμός μένει ελεύθερος από τα διάφορα, να κατοικήσει η γνώση του Κυρίου.

Ερώτηση: Τι είναι ο μοναχός;
Απόκριση: Ο μοναχός είναι σαν την περιστερά. Όπως η περιστερά βγαίνει στον αέρα την κατάλληλη στιγμή να τινάξει τα φτερά της, κι αν καθυστερήσει έξω από τη φωλιά, δέχεται χτυπήματα από τα άγρια πουλιά και χάνει την ομορφιά της, έτσι και ο μοναχός, βγαίνει την ώρα της σύναξης να ξετινάξει τους λογισμούς του, κι αν αργοπορήσει έξω απ΄ το κελί, ραπίζεται από τους δαίμονες και σκοτεινιάζουν οι λογισμοί του.

Ερ.: Με ποιο λογισμό ο διάβολος βγάζει έξω από το κελί τον μοναχό;
Απ.: Ο διάβολος είναι σαν τον γητευτή των φιδιών. Όπως ο γητευτής με μαγευτικά λόγια κάνει το φίδι να βγει από τη φωλιά και αφού το πιάσει, το πάει και το ρίχνει στις πλατείες της πόλης και το αφήνει εκεί να το περιπαίζουν οι άνθρωποι, κι όταν γεράσει πολύ μαζί του, ύστερα ή το θανατώνει στη φωτιά ή το πνίγει στη θάλασσα, έτσι και ο μοναχός τα ίδια παθαίνει, όταν παρασύρεται απ΄ τους λογισμούς και εγκαταλείπει το κελί του.

Ερ.: Πώς πρέπει να γίνεται το έργο της ψαλμωδίας και ποιο να είναι το μέτρο της νηστείας;
Απ.: Τίποτε παραπάνω απ΄ αυτό που έχει ορισθεί. Γιατί πολλοί θέλοντας το παραπάνω, ύστερα ούτε το λίγο μπόρεσαν να εκτελέσουν.

Ερ.: Αν με σκανδαλίσει ο αδελφός, με συμβουλεύεις να του βάλω μετάνοια;
Απ.: Βάλε του μετάνοια και ξέκοψε απ΄ αυτόν. Έχουμε τον αββά Αρσένιο πού λέει: Με όλους να έχεις αγάπη κι απ΄ όλους να βρίσκεσαι σε απόσταση.

Ερ.: Τι σημασία έχει για τον άνθρωπο το να προσφέρει ευχαριστήριο δώρο στην εκκλησία;
Απ.: Αυτό το πράγμα είναι θησαυρός φυλαγμένος μπροστά στον Θεό. Ό,τι βάζεις εδώ, αμέσως πηγαίνει επάνω.

Ερ.: Έχω επιθυμία να μαρτυρήσω για τον Θεό.
Απ.: Αν σε ώρα δύσκολη υπομείνει κανείς τον πλησίον, αυτό είναι ίσο με το καμίνι των τριών Παίδων.

Ερ.: Γιατί η πορνεία ενοχλεί τον άνθρωπο;
Απ.: Επειδή ο διάβολος γνωρίζει ότι η πορνεία μας αποξενώνει από το Πνεύμα το Άγιο, καθώς ακούει τον Κύριο που λέει:

«Δεν θα παραμείνει το Πνεύμα μου σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι σάρκες».

(Ερώτηση ενός νέου σε κάποιο Θηβαίο Γέροντα για το πώς πρέπει να κάνει την πνευματική εργασία στο κελί).

Ερ.: Πώς πρέπει να «ησυχάζει» κανείς στο κελί;
Απ.: Όταν κάνει την άσκηση στο κελί, διόλου να μη θυμάται άνθρωπο.

Ερ.: Ποια εργασία οφείλει η καρδιά να κάνει, για να είναι στραμμένος ο μοναχός στον εαυτό του;
Απ.: Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε στραμμένη την προσοχή στον Θεό χωρίς να περισπάται ο νους.

Ερ.: Πώς οφείλει να διώχνει ο νους τους πονηρούς λογισμούς;
Απ.: Είναι εντελώς αδύνατον από μόνος του να το κάνει αυτό ούτε έχει τέτοια δύναμη. Αλλά κι αν η ψυχή πέσει σε λογισμούς, αμέσως οφείλει να καταφύγει σ΄ αυτόν πού την έπλασε ικετεύοντας τον, και κείνος τους διαλύει σαν κερί. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει.

Ερ.: Λοιπόν, με ποια τέχνη καταφεύγει ο λογισμός στον Θεό;
Απ.: Αν σου έρθει λογισμός πορνείας, αμέσως τράβηξε από κει τον νου και φέρτον ψηλά με βιασύνη. Μην αργοπορήσεις, γιατί η αργοπορία ισοδυναμεί με συγκατάθεση.

Ερ.: Αν έρθει λογισμός κενοδοξίας ότι κατόρθωσες αρετή, δεν οφείλει να τον αντικρούσει ο λογισμός;
Απ.: Οποιαδήποτε ώρα κανείς αντιλέγει στον λογισμό, αμέσως ο λογισμός γίνεται πιο ισχυρός και πιο ορμητικός, εκείνος με την αντιλογία του βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Επιπλέον το Πνεύμα το Άγιο δεν σε βοηθάει και τόσο, γιατί παρουσιάζεσαι σαν να καυχιέσαι, ότι δηλαδή μπορώ εγώ να τα βγάλω πέρα με τα πάθη.

Όπως εκείνος που έχει πνευματικό πατέρα, στον πατέρα τα αναθέτει και είναι αμέριμνος για όλα και ούτε νοιάζεται πια τι λόγο θα δώσει και στον Θεό, έτσι κι εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του στον Θεό δεν πρέπει να έχει καθόλου φροντίδα για τον λογισμό ή να αντιπαραταχθεί στον λογισμό ή γενικά να μην τον αφήσει να μπει μέσα του.

Αν γίνει και μπει, σύρε τον πάνω στον Πατέρα σου και πες στο λογισμό:

«Εγώ δεν έχω τίποτε με σένα, να ο Πατέρας μου, αυτός ξέρει». Κι επίμονα τράβα τον επάνω, οπότε σ΄ αφήνει στα μισά του δρόμου και φεύγει, γιατί δεν μπορεί να ΄ρθει μαζί σου σε Εκείνον ούτε να σταθεί μπροστά Του. Απ΄ αυτή την εργασία ανώτερη και πιο αμέριμνη δεν υπάρχει σ΄ όλη την Εκκλησία.

Ερ.: Πώς μπορεί κανείς πάντοτε να προσεύχεται; Γιατί το σώμα παρουσιάζει αδυναμία προκειμένου να προσευχηθεί.
Απ.: Προσευχή δεν λέγεται μόνο το να στέκεται κανείς την συγκεκριμένη ώρα προσευχής και να προσεύχεται, αλλά το να προσεύχεται πάντοτε.

Ερ.: Πώς πάντοτε;
Απ.: Είτε τρως είτε πίνεις είτε περπατάς σε δρόμο είτε κάποιο έργο κάνεις, να μην αφήνεις την προσευχή.

Ερ.: Αν ένας συνομιλεί με κάποιον, πώς μπορεί να πραγματοποιήσει το να προσεύχεται πάντοτε;
Απ.: Γι αυτό είπε ο απόστολος, με κάθε προσευχή και δέηση. Έτσι, όταν δεν είσαι ελεύθερος να προσευχηθείς, καθώς συναναστρέφεσαι με άλλον, να προσεύχεσαι με δέηση.

Ερ.: Με ποια προσευχή οφείλει να προσεύχεται κανείς;
Απ.: Να λέει το Πάτερ ημών ο έν τοίς ουρανοίς κ.λ.π.

Ερ.: Πόσο μέτρο οφείλει να έχει η προσευχή;
Απ.: Δεν όρισε μέτρο. Εφόσον είπε πάντοτε και χωρίς διακοπή να προσεύχεστε, δεν έχει μέτρο.

Έλεγε ακόμη κι αυτό, ότι εκείνος που θέλει να τα κατορθώσει αυτά, οφείλει όλους τους ανθρώπους να τους βλέπει ως έναν και να μην καταλαλεί.

Preparing for Confession – Fr. Alexander Elchaninov, Russia (+1934)

http://russiaofmyheart.wordpress.com

http://holyconfessionofyourheart.wordpress.com

HOLY CONFESSION OF YOUR HEART

RUSSIA OF MY HEART

b1bdb8bd9e50cf2be475d0aec4783f73.jpg

Preparing for Confession

Fr. Alexander Elchaninov, Russia (+1934)

“This day is good, it is the day of purification.” This is a time when we can set aside the heavy days of sin, break the chains of iniquity: “to raise the tabernacle that is fallen, and close up the breaches thereof” within our souls, and see it renewed and bright. But the path to this blessed purification is not easy.

We have not yet approached confession, and our soul already hears voices of temptation: “Should I wait instead? Am I well-enough prepared, don’t I partake of Communion too often?” We must firmly reject such doubts. “If you aspire to serve the Lord, prepare yourself for an ordeal” (Ecclesiasticus/Sirach 2:1). If you have decided to make confession and partake of Communion, many obstacles will arise, internal and external: but they will vanish as soon as you express firmness in your intention.

In particular, the question of making confession too frequently: One must make confession much more often than is customary; at least once during each of the Lenten periods. We who are possessed by “dreams of sloth” and clumsy in our repentance, must time and time again learn to repent. Secondly: it is necessary to draw a thread from one confession to the next, so that the period in between is filled with a spiritual struggle, with efforts fed by the impressions of our last Communion and inspired by the expectation of our next confession.

Another concern is about our father-confessor: to whom should we go? Should we go to the same one, time and again, no matter what? Can I go to a different priest? If so, under what circumstances? Priests experienced in spiritual matters will say that one should not change priests, even if it is only your spiritual guide, but not your spiritual father, the guide of your conscience. At times, it is true, after a wonderful confession made to a certain priest, the subsequent ones with the same priest are less inspiring, and not as heartfelt, and then one might think to change father-confessors. But this is an insufficient reason for a switch. Setting aside even the fact that our personal sensations during confession do not touch upon the essence of this Mystery—spiritual inspiration during confession is often a sign of our own spiritual ailment. Fr John of Kronstadt said the following: “Repentance must be utterly free and completely unforced by the father-confessor.”

For a person who truly suffers the pain of his sin does not care whom he confesses it through; he just wants to confess it as soon as possible and receive relief. Another problem is when we set aside the essence of the Mystery of repentance and go to confession for a simple chat. It is important to discern between confession and a spiritual discussion, which can take place outside of the Mystery, and it is better to take place separately, since a discussion, even on a spiritual matter, can distract a person, dishearten him from repentance, lead to a theological debate, to weaken the desire of the penitent to confess.

Confession is not an admission of your faults, your doubts, but is the revealing of yourself to your father-confessor, and not simply a “pious custom.” Confession is the fervent repentance of the heart, the expression of thirst for cleansing, stemming from the sense of sanctity, of dying to sin and coming alive in holiness. Full repentance is already a level of holiness, while disinterest, disbelief, is outside of holiness, alienated from God.

Let us make sense of what our attitude should be towards the Mystery of repentance, what is required of the one making confession, how one should prepare, what the most important moment is (the part of the Mystery which touches the penitent).

Of course, the first act must be to test the heart. The preceding days of preparation are customary. “To see ones sins in their multitude and all their foulness is truly a gift from God,” said Fr John of Kronstadt. Usually, people inexperienced in the spiritual life do not see the multitude of their sins, nor their foulness. “Nothing unusual,” “Like everybody else,” “Just little sins,” “I didn’t steal or kill,” is how many people begin their confession. Meanwhile, self-love, rejection of criticism, hardness of heart, flattery, weakness in faith and love, cowardice, spiritual sloth—are these not all important sins? Can we honestly declare that we love God enough, that our faith is vigorous and fervent? That we love every person as a brother in Christ? That we have achieved meekness, tenderness, humility?

If not, then wherein lies our Christianity? How are we to explain our self-confidence during confession, how are we to avoid hard insensitivity if not through a dead heart, deadened soul, which foreshadow physical death? Why do the Holy Fathers, handing down prayers of repentance to us, deem themselves the chiefs among sinners, with earnest conviction crying out to Jesus the Most-Sweet: “None from the ages has sinned as have I, the condemned and wayward, sinned!” Yet we are convinced that everything is alright in our lives! But the brighter the light of Christ shines upon our hearts, the clearer all of our failings, our ulcerations and sores become. And conversely, people immersed in the darkness of sin see nothing inside their own hearts: and if they do, they have no fear, since they have nothing to compare it to.

The straightforward path to knowing one’s own sin is approaching the light and prayer for this light, which is the condemnation and all that is temporal within ourselves (John 3:19). So far as there is no proximity to Christ, during which we are in a perpetual state of repentance, therefore we must test our conscience as we approach confession, according to the commandments, certain prayers (for instance, the 3rd evening prayer, the fourth prayer before Communion), specific passages in the Gospel (for instance, Romans 12, Ephesians 4, James, especially 3).

In tending to our spiritual life, we must try to discern our fundamental sins from those that flow out of them, symptoms from their root causes. For instance, very important are inattentiveness during prayer, daydreaming and wandering thoughts during church services, a lack of interest in what is read from Holy Scripture; but do not these sins stem from lack of believe and a feeble love for God? We must notice within ourselves our self-will, our disobedience, self-justification, impatience with criticism, intransigence and stubbornness; but it is more important to reveal their connection with self-love and pride. If we notice within ourselves the urge for company, talkativeness, mockery, excessive care for our own appearance and that of others, how others dress and how they live, we must carefully consider if these are merely forms of conceit. If we too closely take earthly failures to heart, if we cannot bear the burden of separation, if we grieve too much for those who have departed from us, then doesn’t this reveal within us a lack of faith in Divine Providence?

There is another method of helping to lead us to knowledge of our own sinfulness: we must remember what others often accuse us of, especially our neighbors, our loved ones: their accusations, their criticism and attacks almost always have some foundation.

We must also ask forgiveness of all whom we have wronged before going to confession, so as to approach this Mystery with a clear conscience.

While investigating our hearts in this way, we must take care not to fall into extreme suspicion and petty nitpicking for every movement of the heart; embarking upon this path, we could lose a sense of what is important and what is unimportant, we can become mired in trifles. In such cases one must temporarily set aside examining your soul, and, taking up a “spiritual” diet, simplify and clarify our souls with prayer and good deeds.

Preparing for confession does not mean fully remembering and recording every sin, but to attain the state of concentration, seriousness and prayer, which will reveal our sins when exposed to light. There is no need to bring to your father-confessor a list of sins, but the devotion to repentance, not a detailed dissertation, but a humble heart.

But to simply know one’s sins does not mean to repent of them. True, the Lord accepts confession—earnest, open-hearted confession—when it is not accompanied by a powerful feeling of repentance (if we courageously confess even this sin—that of being hard of heart). Yet a humble heart, sorrow for our sins, is the greatest thing we can bring to confession. But what are we to do if our hearts, “parched from the fires of sin,” is not sprinkled by the invigorating moisture of tears? What if an “unwilling spirit and weak flesh” are so powerful that we are unable to bring genuine repentance? This is still no reason to delay confession—God can touch our hearts even during confession itself: the act of confession, the listing of our sins alone can soften our hearts, sharpen our spiritual vision, heighten our sense of repentance.

Most effective of all in overcoming our spiritual feebleness are preparation for confession, fasting—which weakens our body, disrupting our bodily well-being and placidity—prayer, nightly thoughts of death, the reading of the Gospel, the Lives of Saints, the works of the Holy Fathers, increased struggle against our desires, exercises in good deeds. Our numbness during confession is usually rooted in the lack of fear of God and our hidden disbelief. All of our efforts must be aimed in this direction. That is why tears are so important during confession. They soften our hard hearts, they shake us from head to toe, they simplify everything, they grant us a blessed abandonment of ourselves, they reject the main obstacle to repentance, our “ego.” The proud and self-loving never weep. Once you cry, it means you have softened, melted, humbled yourself. That is why after such tears we experience meekness, calm, softness, kindheartedness, spiritual peace, we are granted by the Lord to weep with joy. One should not be ashamed of tears during confession, one must allow them to flow freely, washing away our iniquities. “Grant me clouds of tears, o Christ, that I may weep and wash away the filth of my desire for sweet things and appear before you as one who is clean” (matins on the First Monday of Great Lent).

The third element of confession is the verbal confession of sin. One must not wait for questions, one must make the effort; confession is a podvig and an act of forcing oneself. One must speak concisely, not obscuring the ugliness of sin with general expressions (for instance, “guilty of violating the 7th commandment”). It is very difficult while confessing to avoid the habit of self-justification, to attempt to explain to the father-confessor the “mitigating circumstances,” references to third parties who may have led us astray. Any such attempts are evidence of self-love, the lack of profound repentance, the continued contact with sin. Sometimes during confession, people blame a bad memory, which prevents them from remembering their sins. Indeed, at times it happens that we forget our fall into sin; but is this because of a poor memory? For events that hurt our self-love, or on the other hand, which flatter our vainglory, our successes, praises we earn we remember for many years. Everything that has a profound effect on us we remember clearly for a long time, yet if we forget our sins, doesn’t this mean that we don’t think them very important?

A sign of true repentance is a lightness of heart, of purity, of unspeakable happiness, when sin seems to us as burdensome and impossible as this happiness seemed not long before.

Our repentance will not be complete if, when we make confession, we do not resolve not to return to the same repented sins. But, one might ask, how is this possible? How can I promise to myself and to my father-confessor that I will not repeat this sin? For through experience, we all know that after some time, we will always return to the same sins; as we observe ourselves year after year, we see no improvement, “we jump up, and fall right back down.” It would be horrible if it were so. But fortunately that’s not the case. It doesn’t happen that when someone makes confession with a willing heart and partakes of the Holy Gifts, some good changes do not occur in the soul. But the problem is, first and foremost, that we are not our own judges; a man cannot properly judge himself, whether he has become better or not, since he would be both the judge and the one standing trial. A greater strictness towards oneself, a better view of ones soul, heightened fear of sin may give the illusion that one’s sins have increased and strengthened: they may even have weakened, but we had not noticed them as much before.

Also, God, by His Divine Providence, often closes our eyes to our successes in order to protect us from worse sins—those of vainglory and pride. It often happens that the sin remains, but frequent confession and partaking of the Holy Gifts could shake and weaken their roots. The very battle with sin, suffering from one’s sins—is that not a victory?

“Fear not,” said St John of the Ladder, “though you fall every day, yet strayed not from the path of God; stand courageously, and the Angel protecting you will honor your patience.”

If there is no sense of relief, of rebirth, one must have the strength to return once again to confession, to rid oneself finally of the impurity, to wash its darkness and filth away with tears. Whoever strives for this will find what they seek.

Let us not ascribe to ourselves our successes, relying on our own powers, hope for our own efforts. This would mean the destruction of all that was achieved. “Gather my scattered mind, O Lord, and purify my hardened heart; like Peter, grant me repentance, like the tax-collector, grant me lamentation, like the harlot, grant me tears.”

Source:

Diary Russian Priest Alexander Elchaninov