Robert Arakaki, Hawaii, USA: From Unchurched Hawaiian to Local Orthodox

http://usaofmyheart.wordpress.com

http://nativeamericansofmyheart.wordpress.com

http://hawaiiofmyheart.wordpress.com

USA OF MY HEART

NATIVE AMERICANS OF MY HEART

HAWAII OF MY HEART

napali-coast.jpg

5149_1172858526329_8284474_n-150x150.jpg

Robert Arakaki, Hawaii, USA:

From Unchurched Hawaiian to Local Orthodox

http://journeytoorthodoxy.comHERE

JOURNEY TO ORTHODOXY

I grew up unchurched. I became a Christian in high school through reading the Living Bible. I was active in InterVarsity Christian Fellowship at the University of Hawaii. My home church was Kalihi Union Church (KUC), a fine evangelical congregation that was part of the United Church of Christ (UCC).

I was deeply troubled by the UCC’s liberal theology and wanted to help it return to its biblical roots. This led me to study at Gordon-Conwell Theological Seminary for the purpose of preparing to become an evangelical seminary professor in the liberal United Church of Christ to help the UCC return to its biblical roots.

However, in a surprising turn of events, I became Orthodox!

It was my first week at seminary. As I walked down the hallway of Main Dorm I saw on the door of one of the student’s room an icon of Christ. I thought to myself,

“An icon in a Calvinist seminary!?!”

This was to be the first of many encounters with Eastern Orthodoxy.

After receiving my M.A. in Church History, I did doctoral studies at the Graduate Theological Union in Berkeley, California. While there I attended Saints Kyril and Methodios Bulgarian Orthodox Church. I was drawn to the deep mystical worship of liturgical worship that was rooted in the historic Christian Faith. I also felt comfortable with its all-English services and a congregation that was made up mostly of converts. Orthodox worship presents a stark contrast to the emotionally driven entertainment that passes for contemporary Evangelical worship.

My journey to Orthodoxy began when little questions about Protestant theology turned into big questions, and the big questions turned into a theological crisis. Protestant theology holds up so long as one accepts certain premises but becomes problematic when considered from the standpoint of church history and the early Church Fathers. As a church history major I became painfully aware that much of what passes for Evangelicalism: the altar call, the symbolic understanding of the Lord’s Supper, the inductive bible study method, minimalist creed, the rapture, all have their origins in the 1800s.

This means that Evangelicalism is a modern innovation as is Liberalism.

But more troubling was my investigation of classical Reformation theology, e.g., Martin Luther and John Calvin. Two foundational tenets of Protestantism: sola fide (faith alone) and sola scriptura (Bible alone), were not part of the early Church and rely upon reading the Bible in a certain way. Moreover, these two tenets originated out of the theological debates of Medieval Scholasticism. In other words, the Protestant Reformation marks not a return to the historic Christian Faith, but rather a late innovation.

What makes Orthodoxy so daunting to an Evangelical is its understanding that to have the true Faith means belonging to the one, holy catholic and apostolic Church. If the Orthodox Church is the true Church, then that meant that I needed to resign my membership from Kalihi Union Church and become Orthodox. I was received into the Orthodox Church on the Sunday of Orthodoxy in 1999 at Sts. Constantine and Helen Greek Orthodox Church in Honolulu. I am very grateful for what I have learned from Evangelicalism but there is so much more to Christianity. Orthodoxy is the fulfillment of Evangelical theology and worship.

Robert Arakaki, Hawaii, USA

Advertisements

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ερημίτης στη Θηβαΐδα Αιγύπτου, πατέρας του Μοναχικού βίου & Καθηγητης της Ερήμου, από Koma Αιγύπτου (+356) [κοιμήθηκε 105 ετών] – 17 Ιανουαρίου

http://saintsofmyheart.wordpress.com

http://africaofmyheart.wordpress.com

AFRICA OF MY HEART

SAINTS OF MY HEART

15-Day-Honeymoon-in-Egypt-Cairo-Sahara-Desert-Nile-River.jpg

0001.jpg

Άγιος Αντώνιος ο Μέγας,

όσιος ερημίτης ατη Θηβαΐδα Αιγύπτου

(σημ. Dayr Mari της Ερυθράς Θάλασσας της Αἰγύπτου),

πατέρας τοῦ Μοναχικοῦ βίου καί Καθηγητῆς τῆς ἐρήμου,

από Koma (κοντά al-Minya, Heptanomis) Αιγύπτου (+356)

[κοίμήθηκε 105 ἐτῶν]

17 Ιανουαρίου

Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του.

Την βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση “Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε”. Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρης που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ΄ αυτού “Παράδεισον”. Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.

Ο Άγιος Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 (έτος σνά) στην πόλη Κομά της Kάτω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια ένεκα των οποίων και δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου “να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας”, ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα.. Όταν σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.

Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Άγιος Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: “πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι” (Ματθ. 19, 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία 300 εύφορων κτημάτων του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ’ έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ΄ ένα κελί που έκτισε ο ίδιος σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διαφόρων κοινωνικών συμπεριφορών. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους όπου ως “σοφή μέλισσα” επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το “πνευματικό νέκταρ” της ηθικής και της αρετής. Ασκούμενος έτσι στην αγρυπνία και την προσευχή και εξ ανάγκης στη νηστεία, τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του Ηλίου, ή κάθε δύο μέρες ή και τέσσερις, μόνο άρτο και αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα επιβίωσης, τρώγοντας ελάχιστα κάθε μέρα, ενώ τα επίλοιπα συνέχιζε να τα χαρίζει σε πτωχούς. Έτσι σ΄ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ΄ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθη αλλά ούτε και φιλονίκησε ή λύπησε κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ΄όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες όπου ο Άγιος Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν αποκαλύπτοντάς τους ότι “Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε”.

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε με τους λογισμούς να πλανήσει τον Άγιο Αντώνιο εμφανίσθηκε μπροστά του ως “μέλαν παιδίον” λέγοντάς του: “Πολλούς επλάνησα, και πολλούς κατέβαλον και ενίκησα, αλλά σε πολεμών ησθένησα”. Στην ερώτηση του Οσίου ποιος είσαι εσύ, εκείνο απάντησε: “Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες”. Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε στη συνέχεια το πνεύμα λέγοντάς του “Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον αδύνατος και ευκαταφρόνητος.” Μετά απ΄ αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει. Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν΄ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.
Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως “όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν τότε ενδυναμώνει η ψυχή”, επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου “Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι”.

Η βιογραφία του Αγίου που φέρεται με εξαιρετική διδαχή ασκητικής περιλαμβάνει πλήθος ιστοριών σχετικής άθλησης με σημαντικότερα σημεία τα ακόλουθα:

Τακτικά ο Όσιος Αντώνιος, προκειμένου να αποφύγει σκανδαλισμούς, κατέφευγε σε μνήματα λίγο μακράν της πόλης όπου εντός αυτών συνέχιζε την άθληση επί μέρες, εκεί γνωστός του υπηρέτης του έφερνε φαγητό. Κάποια νύκτα δέχθηκε άγρια επίθεση από πλήθος δαιμόνων αφήνοντάς τον ημιθανή. Την επομένη “Θεία Πρόνοια” όταν τον επισκέφθηκε ο δούλος του τον εξέλαβε ως νεκρό και τον μετέφερε στην πόλη στο Κυριακό. Όταν όμως συνήλθε επέστρεψε στον πρότερο τάφο.
Εκεί επαναλήφθηκε νέα επίθεση των δαιμόνων υπό μορφή άγριων ζώων και ερπετών, λέων να βρυχάται, σκορπιός προσπαθώντας να τον κεντρίζει, ταύρος να τον κερατίζει κ.ά. παραμένοντας όμως ο Όσιος ατάραχος τους είπε: “Εάν είχατε δύναμη ένας και μόνο έφθανε”, “Εάν ελάβετε κατ΄ εμού εξουσίαν άνωθεν, μη αμελήτε, ει δε και δεν ελάβετε τι μάτην ταράσσεσθε;” Κατόπιν αυτών οι δαίμονες εμπαιζόμενοι εγκατέλειψαν τον Όσιο τρίζοντας τους οδόντες τους.

Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα. Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία “εγγύς ετών πέντε και εκατόν”. Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ’ όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.

Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα. Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Πηγή:

Wikipedia

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994), η διψασμένη οχιά και τα άλλα ζώα

http://animalsofmyheart.wordpress.com

ANIMALS OF MY HEART

CpnnbF9UEAEkO7k.jpg

Scan.jpg

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994)

01.jpg

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994),

η διψασμένη οχιά και τα άλλα ζώα

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

Ο Άγιος Παίσιος ο Αγιορείτης (+1994) εξημέρευε εξίσου τους ανθρώπους και τα ζώα. Πολλοί ταραγμένοι άνθρωποι έβρισκαν κοντά του γαλήνη. Αλλά και τα ζώα επίσης τον αγάπουσαν καθώς ακτινοβολούσε την αγνή άδολη αγάπη προς όλη τη κτίση.

Διηγείται ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης:

Μια φορά, τότε που ήμουν με την κήλη, κάποιοι εργάτες κουβαλούσαν ξύλα με τα ζώα εκεί στην περιοχή του Καλυβιού.

Βλέπω σε μία στιγμή ένα ζώο να πέφτη, το καημένο, κάτω και το σαμάρι με τα ξύλα να πέφτει πάνω του.

Δίπλωσαν τα πόδια του και δεν μπορούσε να τα ισιώση.

Εγώ ξέχασα ότι είχα κήλη, ξέχασα ότι δυσκολευόμουν ακόμη και να περπατήσω.

Τρέχω πετάω τα ξύλα. Πάω να σηκώσω το σαμάρι, δεν μπορούσα. Δίνω μία τραβάω τα σχοινιά και ελευθερώσα το ζώο.

Οπότε ένα Πατέρας που ήταν εκεί κοντά φώναξε: “Πρόσεξε, έχεις κήλη, θα πάθεις καμμία ζημιά!”.

Τότε θυμήθηκα ότι είχα κήλη.

“Καλά”, του λέω, “εγώ έχω κήλη. Εσύ που δεν έχεις κήλη γιατί δεν έτρεξες;”.

“Φοβήθηκα μη με κλωτσήσει”, μου λέει.

Ευλογημένε, του λέω το ζώο και λύκος να είναι, όταν το καημένο βρίσκεται σε ανάγκη, ζητάει βοήθεια και δεν κάνει κακό στον άνθρωπο.

Αλλά ακόμη και αν διψούν τα ζώα, στον άνθρωπο καταφεύγουν, γιατί ο άνθρωπος είναι το αφεντικό τους.

Θυμάμαι μία φορά, στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, ένα καλοκαίρι, μία οχιά κατέβηκε από την λαμαρίνα της σκεπής και κουλουριάστηκε μπροστά μου. Σήκωνε το κεφάλι της ψηλά,
έβγαζε τη γλώσσα της και σφύριζε. Διψούσε πολύ —Είχε καεί από τον πολύ καύσωνα— και με απειλούσε. Ζητούσε νερό, αλλά με επιτακτικό τρόπο, λες και ήμουν υποχρεωμένος να της φέρω νερό.

“Βρε”, της λέω, “εσύ, έτσι που κάνεις, δεν συγκινείς τον άλλον”.

Της έβαλα μετά νεράκι και ήπιε.

Τα τσακάλια πολύ με συγκινούν, γιατί, όταν πεινούν κλαίνε σαν μωρά παιδιά.

Να δείτε τί έχω πάθει με τα γατάκια τώρα στο Καλύβι.

Πρόσεξαν πως κάθε φορά που χτυπούσε το καμπανάκι, έβγαινα έξω, και πότε-πότε τους έριχνα κάτι για να φάνε.

Όταν λοιπόν πεινούν, τραβούν το σκοινί και χτυπάει το καμπανάκι. Βγαίνω και βλέπω να χτυπούν αυτά το καμπανάκι και τα ταίζω. Πως τα έχει κάνει όλα ο Θεός!

Πηγή:

Γέροντος Παισίου Αγιορείτου

Πάθη και Αρετές

Λόγοι Ε´

εκδ. Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος,

Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Saints & the animals that served them – PDF

http://animalsofmyheart.wordpress.com

ANIMALS OF MY HEART

80a308e70a7881501d3ba9caa6037c38.jpg

https://www.archdiocese.ca/rescs/_files//saints-animals.pdf

Saints & the animals that served them – PDF

╰⊰¸¸.•¨*

Saint Artemon of Laodicea, Syria

Saint Brendan of Ireland

Saint Elijah the Prophet

Saints Florus & Laurus, Martyrs in Illyria, Croatia

Saint Gerasimus of Jordan Desert

Saint Kevin of Ireland

Saint Mamas of Caesarea, Cappadocia, Asia Minor

Saint Menas, Great Martyr of Egypt

Saint Seraphim of Sarov, Russia

Saint Sergius of Radonezh, Russia

Saint Tryphon of Campsada, Apamea, Syria

2016-0201-saints-animals.jpg

The 2 Calendars of the Eastern Orthodox Church – A letter to an American friend

http://americaofmyheart.wordpress.com

http://schismaticsreturntochurch.wordpress.com

SCHISMATICS RETURN TO CHURCH

AMERICA OF MY HEART

blue-sea.jpg

Dear friend,

The Eastern Orthodox Church have 2 calendars. The New Calendar and the Old Calendar.

Some Orthodox countries have the new calendar and some the old calendar.

The Orthodox Church of Serbia, Russia, Mount Athos in Greece, Poland, Holy Land-Jerusalem and Sinai have the Old Calendar and the have Christmas on January 7.

The Orthodox Church of Greece, Romania, Asia Minor etc. have the New Calendar and the have Christmas on December 25.

But all these are local Churches are One Church: Eastern Orthodox Church.

But be careful!

There is a team who founded in Greece on 1924 that is a SCHISMATIC TEAM. They called “Genuine Orthodox Christians” but is out of Church.

If you have a “Genuine Orthodox Christian” near you don’t go there, because is out of Church!

Here in Greece the Old Calendarists are schismatics.

Only the Mount Athos Monasteries have the Old Calendar but they are in the Church like Russians, Serbians etc.

Only the Monastery of Esfigmenou in Mount Athos is a schismatic monastery that is “Genuite Orthodox Christian” monastery, now.

Here you find a Canonical Orthodox parish in North America:

https://oca.org/parishes

https://oca.org/directories/na-churches

Saint Nectarios of Aigina Island in Greece who died on 1920 prophesied the schism of old calendar of Greece!

St. Nectarios of Aegina (+1920) saind to the Nuns of his Monastery in Aegina Island, Greece:

“After my death will take place a great schism. You will follow the Main-Executive Church” (St. Nektarios of Aegina – Written in the Proceedings of the Monastery of Saint Nectarios).

With love in Christ,

Abel Gkiouzelis

gkiouz.abel@gmail.com

http://gkiouzelis.wordpress.com

Video: Ανεξικακία – Το Χαμόγελο του Θεού στο Δίστομο – Μαρτυρία του Σουηδού Sture Linnér

http://orthodoxyislove.wordpress.com

ORTHODOXY IS LOVE

Ανεξικακία – Το Χαμόγελο του Θεού στο Δίστομο

Μαρτυρία του Σουηδού Sture Linnér

Pourquoi la femme pleure-t-elle? ╰⊰¸¸.•¨* French

http://franceofmyheart.wordpress.com

FRANCE OF MY HEART

woman-crying_1_orig.jpg

Pourquoi la femme pleure-t-elle?

Un petit garçon demanda à sa mère:
“Pourquoi pleures-tu?”.
“Parce que je suis une femme”, lui répondit-elle.
“Je ne comprends pas”, dit-il.
Sa mère le prit dans ses bras et lui dit :
“Et jamais tu ne comprendras”.

Plus tard le petit garçon demanda à son père: “Pourquoi maman pleure-t-elle? Je ne comprends pas!”.

“Toutes les femmes pleurent sans raison”, fut tout ce que son père put lui dire.

Devenu adulte, il demanda à Dieu: “Seigneur, pourquoi les femmes pleurent-elles aussi facilement?”.

Et Dieu répondit:

“Quand j’ai fait la femme, elle devait être spéciale.
J’ai fait ses épaules assez fortes pour porter le poids du monde ;
et assez douces pour être confortables.
Je lui ai donné la force de donner la vie,
et celle d’accepter le rejet qui vient souvent de ses enfants.

Je lui ai donné la force pour lui permettre de continuer quand tout le monde abandonne,
et celle de prendre soin de sa famille en dépit de la maladie et de la fatigue.
Je lui ai donne la sensibilité pour aimer ses enfants d’un amour inconditionnel,
même quand ces derniers l’ont blessée durement.

Je lui ai donné la force de supporter son mari dans ses défauts
et de demeurer à ses côtés sans faiblir.
Et finalement je lui ai donné des larmes à verser quand elle en ressent le besoin.

Tu vois mon fils, la beauté d’une femme n’est pas dans les vêtements qu’elle porte,
ni dans son visage, ou dans la façon de se coiffer les cheveux.
La beauté d’une femme réside dans ses yeux.
car c’est la porte d’entrée de son coeur – le lieu où réside l’amour.
Et c’est souvent par ses larmes que tu vois passer son coeur.

Toutes les femmes sont belles,
et nous devons les encourager à s’aimer telles qu’elles sont
et à avoir une juste estime d’elles-mêmes”.

Anonyme

Why do we venerate Constantine the Great as a Saint?

http://saintsofmyheart.wordpress.com

http://heartquestionsandanswers.wordpress.com

HEART QUESTIONS & ANSWERS

SAINTS OF MY HEART

Morants_Curve_without_a_train.jpg

concursul-de-spiritualitate-crestina-la-focsani.jpg

Why do we venerate Constantine the Great as a Saint?

The very name of Constantine is enough to move the heart of any Christian. It moves us because the first to bear the name Constantine I, the Great, was not merely one of the greatest men in world history, but he was something more besides: a saint.

And when they hear the word “saint”, the trumpeters of atheism and unbelief start to sound off. Is he a saint? General, yes. King and Emperor, yes. Great, yes. But saint? No, he’s not a saint, they say. Because, they say, Constantine the Great committed crimes: he killed his son Crispus; he killed his second wife Fausta; and so shouldn’t be considered a saint*.

What can we say in response to those who are against Constantine the Great for no other reason than that he was a Christian? Had he not been a Christian, but an idolater like Julian the Apostate, who betrayed the Church, then they would be praising him. But, no. Constantine, who supported the Orthodox faith and established firm foundations, is slandered and hated by the enemies of Christ.

We would answer: they either forget or do not know that, in our faith, there is a great thing called repentance. One tear from a sinner, whatever act they’ve committed, one tear at the sacrament of confession, redeems any fault. Were there no repentance, paradise would be empty, we wouldn’t have a calendar of feasts nor any saints, because there isn’t a saint who hasn’t cried and hasn’t repented sins. There’s no other way to Paradise, beloved, than the door of repentance. Constantine wasn’t born a saint, he became one. He made mistakes, but he repented. Let’s not forget that he was brought up in the inhuman surroundings of the courts of Diocletian and Galerius, yet he disagreed with people like them.

He’s a saint because his presence in the world is the light of Christ. This light is also shown in his call, which is remarkably like that of Saint Paul and which is why it is mentioned in his dismissal hymn. Saint Paul was called by Christ in a vision when he was walking along the road to Damascus; he saw a shining light and heard a voice saying: “Saul, Saul, why are you persecuting me?” In the same way, Saint Constantine was called in a vision. A historic vision which is reported by contemporary historians[2]. What was the vision? When he arrived outside Rome on 28 October, in the year 312 A. D., the army of his rival was three times larger and defeat stared him in the face. As he sat there pondering, in broad daylight, he saw a great sign: the stars in the heavens formed a cross and below the cross he saw the words: “In this conquer” (In hoc vinca). And from that moment on, he was convinced that the future of humanity rested with Christ. He then adopted the banner which proceeded his troops and, with this sign, “In this conquer”, he defeated Maxentius, entered Rome and proclaimed to the whole city that this victory did not belong to his legions but to the Honourable Cross.

His edicts are light. The first edict, in February, 313, was for the persecutions to cease. Just imagine. The persecution of Christians had lasted 300 years. It was forbidden to be Christian. The very word “Christian” was cause enough for conviction, nothing else needed to be investigated: “Are you Christian?”. That was it. Possessions confiscated, incredible sufferings, horrifying tortures. How many martyrs? 12 million. For 300 years, Christians begged: “Lord, give us peace”. And He did. Peace came into the world through the chosen vessel of divine providence[3], Constantine the Great.

How, then, can we not honour him? We ought to do so if for nothing other than that edict which he signed with his holy hands. His nobility of soul and forgiving nature were also light. They say that some idolater enemies once decapitated a statue of him. When the news was brought to him he raised his hands, took hold of his head and said: “This is my head here. There’s nothing missing. Don’t punish them”. On another occasion he said that if he saw a cleric sinning, he would cover him with his robes, so as to prevent other people seeing his sins. This showed his intense concern that the Church should not be subjected to scandals.

He abolished the worship of the Roman emperors, who were considered gods on earth.

His legislation was also light. For the first time, Christian legislation was introduced. His vision was rare. What vision? To make a Christian state, on a global scale, and offer it to Christ for sanctification and deification. This is why he’s depicted holding an orb. And just as the Patriarch Abraham heard the voice of God telling him to leave his homeland and settle in a land that God would show him (Gen. 12, 1), so, too, Saint Constantine left Old Rome, the city stained with the blood of innocent Christians criminally killed, and built a New Rome on the Bosphorus, which, after his repose, was quite rightly called Constantinople. And from here he took measures aimed at raising the spiritual state and sanctity of the people.

What measures? He closed all the night-time places of corrupt pleasure. There were places of entertainment where women gathered under the protection of disgusting divinities, Aphrodite centres, Bacchus centres and he closed them all. He closed the oracles and got rid of the magicians who were exploiting people and deceiving them. He forbade blasphemy. He said he would forgive anything, except blasphemy. If anyone blasphemed the name of Christ, they were immediately arrested and exiled.

He honoured Sunday by edict. He declared it a great and splendid day and forbade any shops to open. Horse races, places of relaxation, everything closed.

He supported small land-holders and workers and took measures against usury and every of other form of injustice. He was the first to support human rights, he protected widows and orphans, and showed particular concern for social welfare.

He protected the Orthodox faith. When Arius, the leader of the heresy named after him, came along and opened his dirty mouth against our Lord, Jesus Christ, and said that He was not really God and of the same substance as the Father, Constantine convened the First Ecumenical Synod in Nicaea, Bithynia, to write the Creed. He himself went to the convention, not as emperor and ruler of the planet, but in humility and kissed the hands of the holy bishops, many of whom still had the marks of their mistreatment fresh on their bodies. Not being a theologian, when he was asked for his opinion, he replied: “I respect what I do not know”.

He supported missionary work. It was during his time as emperor that the Armenians and Georgians became Christians, and the light of Christ reached as far as India.

It was at his command that the Honourable Cross was found an d the first churches were built in Jerusalem. He was the initiator and founder of a Christian Empire that lasted one thousand one hundred years.

Finally, beloved, when he realized that his earthly end was approaching, he surrounded himself with bishops and confessed his sins and wept. He was then baptized, at the age of about 63, and never again put on the royal robes, the splendid imperial vestments, but wore only his white baptismal robes, telling people that he now really did feel like an emperor. He took communion, the Body and Blood of Christ, and, pure and clean, rejoicing and praying, departed for the heavenly kingdom.

Beloved, even if we ignore all the above, there are two criteria for the Church regarding his sanctity: a) the vision of God and the grace which the saint enjoyed, as we have mentioned; b) his miracles after death.

After his departure from this life, his sacred relics were buried with imperial honours in the narthex of the church of the Holy Apostles, where they gave off a powerful aroma and myrrh and performed many miracles[4]. It may be that some people wonder whether what the Christians say is really the truth. Beloved, even if some people don’t believe, there are two criteria for his sanctity and only two. It is with the seal of God that Constantine is a saint and Equal to the Apostles. History has shown him to be great and the Church to be a saint.

[1] Words attributed to Konstantinos XI Palaiologos in a poem about the capture of Constantinople (trans. note).

  • The truth of the matter is as follows: when Constantine the Great was Caesar in the West, Rome proclaimed the cruel, anti-Christian, Maxentius, as emperor, who wishing to cover his back in the west, since he feared Constantine, forced him to divorce his wife, Minervina and marry Fausta, a very ambitious and cunning woman who was also Maxentius’ sister, in order to control him. When she saw Constantine’s eldest son, Crispus, distinguishing himself in battles and being groomed for the succession, she wanted to destroy him at all costs, in order to promote her own three sons to positions of power. So she slandered Crispus by saying that he had tried to rape her and kill his father in order to seize power, like a new Absalom. Unfortunately, Fausta’s plot was so convincing and her lies so persuasive that Constantine and the generals fell into the demonic trap. And they allowed Crispus to be put to death, in accordance with the law. When the queen mother, (Saint) Helen, who was many miles away, learned what had happened she rebuked her son severely for his decision. Constantine instituted exhaustive enquiries, from which it became clear that he was the victim of a criminal conspiracy on the part of his wife, Fausta, and her supporters. So he ordered that she, too, be put to death. These two murders of people of his own family greatly distressed Constantine, who regretted them bitterly to the end of his days and sought God’s forgiveness. And I order to show his repentance publicly he had a statue erected to Crispus, with the inscription “To my much-wronged son”.

[2] Lactantius (De Mortibus Persecutorum, 44), Eusebius (Eccl. Hist. IX, 9.1-11, Socrates (Eccl. Hist. I, 2.5-10), Sozomenos (Eccl. Hist. I 1) et al.

[3] In his book “The Ecumenical Synods”, Saint Nektarios writes that Saints Constantine and Helen were the hands of divine providence.

[4] See the calendar of the Church.

by Meletios Stathis

Why do women cry?

http://paintingleaves.blogspot.com

PAINTING LEAVES

nuocmat

Why do women cry?

A little boy asked his mother, “Why are you crying?” 

“Because I’m a woman,” she told him.

“I don’t understand,” he said.

His Mom just hugged him and said, “And you never will.”

Later the little boy asked his father, “Why does mother seem to cry for no reason?”

“All women cry for no reason,” was all his dad could say.

The little boy grew up and became a man, still wondering why women cry.

Finally he put in a call to God. When God got on the phone, he asked, “God, why do women cry so easily?”

God said:

“When I made the woman she had to be special.

I made her shoulders strong enough to carry the weight of the world, yet gentle enough to give comfort.

I gave her an inner strength to endure childbirth and the rejection that many times comes from her children.

I gave her a hardness that allows her to keep going when everyone else gives up, and take care of her family through sickness and fatigue without complaining.

I gave her the sensitivity to love her children under any and all circumstances, even when her child has hurt her very badly.

I gave her strength to carry her husband through his faults and fashioned her from his rib to protect his heart.

I gave her wisdom to know that a good husband never hurts his wife, but sometimes tests her strengths and her resolve to stand beside him unfalteringly.

And finally, I gave her a tear to shed. This is hers exclusively to use whenever it is needed.”

“You see my son,” said God, “the beauty of a woman is not in the clothes she wears, the figure that she carries, or the way she combs her hair. The beauty of a woman must be seen in her eyes, because that is the doorway to her heart – the place where love resides.”

Anonymous

Γιατί κλαίνε οι γυναίκες;

http://heartquestionsandanswers.wordpress.com

HEART QUESTIONS & ANSWERS

o-JAPANESE-WOMAN-CRYING-facebook.jpg

Γιατί κλαίνε οι γυναίκες;

Ένα μικρό αγόρι ρώτησε τη μαμά του: “Γιατί κλαις μαμά;”
”Γιατί είμαι γυναίκα” του είπε.
”Δεν καταλαβαίνω” είπε το μικρό.
Η μαμά του απλά το αγκάλιασε και είπε “και ούτε ποτέ θα καταλάβεις….”
Αργότερα το μικρό αγόρι ρώτησε τον μπαμπά του: “Γιατί η μαμά κλαίει χωρίς λόγο;”
”Όλες οι γυναίκες κλαίνε χωρίς λόγο!” ήταν το μόνο που μπορούσε να πει ο μπαμπάς του.
Το αγοράκι μεγάλωσε και έγινε άντρας, έχοντας ακόμα την απορία για ποιό λόγο κλαίνε οι γυναίκες.
Κάποια στιγμή είχε μια συζήτηση με τον Θεό.

Τότε Τον ρώτησε:
“Θεέ μου, γιατί οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;”

Και τότε ο Θεός του είπε:

“Όταν δημιούργησα την γυναίκα έπρεπε να είναι ξεχωριστή. Έφτιαξα τους ώμους της δυνατούς αρκετά ώστε να σηκώνουν τα βάρη του κόσμου και απαλά για να προσφέρουν ανακούφιση.
Της έδωσα εσωτερική δύναμη για να μπορεί να υπομένει τις γεννήσεις και την απόρριψη που καμιά φορά προέρχεται από τα παιδιά της. Της έδωσα σκληράδα που της επιτρέπει να συνεχίζει όταν οι υπόλοιποι τα έχουν παρατήσει, και να φροντίζει την οικογένεια της μέσω αρρώστιας και κούρασης χωρίς να παραπονιέται.

Της έδωσα ευαισθησία ώστε να αγαπάει τα παιδιά της κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και όταν αυτά την πληγώνουν. Της έδωσα δύναμη ώστε να αντέχει τον άντρα της με τα ελαττώματα του και την έπλασα από το πλευρό του για να προστατεύσω την καρδιά του.

Της έδωσα σοφία να γνωρίζει ότι ένας σύζυγος ποτέ δεν πληγώνει την γυναίκα του, απλά ελέγχει τις δυνάμεις της και την αποφασιστικότητα της να παραμείνει δίπλα του χωρίς αμφιβολίες.

Βλέπεις γιέ μου ’είπε ο Θεός‘, η ομορφιά της γυναίκας δεν είναι στα ρούχα που φοράει, στη μορφή που έχει ,ούτε στον τρόπο που φτιάχνει τα μαλλιά της…

Η ομορφιά της γυναίκας είναι στα μάτια της… γιατί τα μάτια είναι οι πύλες της καρδιάς… το μέρος που η αγάπη κατοικεί”.

Ανώνυμος