WHEN THE APPLE FALLS JUST BELOW THE APPLE TREE – PARENTS & CHILDREN LIKE TWO DROPS OF WATER

http://lettersfromanex2x2.blogspot.com

LETTERS FROM AN EX 2×2

parents_and_their_kids_02-620x363

When the apple falls just below the apple tree

Parents and children like two drops of water

parents_and_their_kids_09-620x394

parents_and_their_kids_13-620x429

parents_and_their_kids_06-620x562

parents_and_their_kids_04-620x455

parents_and_their_kids_15-620x465

parents_and_their_kids_03-620x543

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

parents_and_their_kids_24-620x406

parents_and_their_kids_18-620x640

parents_and_their_kids_36-620x430

parents_and_their_kids_23-620x376

Source:

CYtoda

ΟΤΑΝ ΤΟ ΜΗΛΟ ΠΕΦΤΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΗΛΙΑ – ΓΟΝΕΙΣ & ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΝ ΔΥΟ ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΝΕΡΟ

http://paintingleaves.blogspot.com

PAINTING LEAVES

parents_and_their_kids_13-620x429

Όταν το μήλο πέφτει ακριβώς κάτω από τη μηλιά

Γονείς και παιδιά σαν δυο σταγόνες νερό

parents_and_their_kids_02-620x363

parents_and_their_kids_09-620x394

parents_and_their_kids_06-620x562

parents_and_their_kids_04-620x455

parents_and_their_kids_15-620x465

parents_and_their_kids_03-620x543

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

parents_and_their_kids_24-620x406

parents_and_their_kids_18-620x640

parents_and_their_kids_36-620x430

parents_and_their_kids_23-620x376

Πηγή:

CYtoda

ΕΚ ΧΟΟΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

http://creationlifetruth.blogspot.com

http://earthage10000yearsold.wordpress.com

http://creationtruthorthodoxy.wordpress.com

CREATION TRUTH ORTHODOXY

sd

ΕΚ ΧΟΟΣ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο

τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΕΚ ΧΟΟΣ

Πρό τῶν πηλῶν.

Power and powder (Δύναμι καί σκόνη).

Οἱ ἐξ ἡμῶν φιλοεξελικτικοί, κάνοντας lastex τή Βίβλο, ἰσχυρίζονται ὅτι τό «ἐκ χοός» τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει: «ἐκ προϋπάρχοντος ζώου». Ἄς δοῦμε, ὅμως, τί λέει στήν πραγματικότητα ἡ Βίβλος. Μήπως δέν κυριολεκτεῖ; Κάθε ἄλλο! Αὐτό θά φανῆ  ξεκάθαρα ἀπό τά παρακάτω χωρία καί ἀπό τήν ἁπλῆ λογική.

«Καί ἄνθρωποι πάντες ἀπό  ἐδάφους, καί ἐκ γῆς ἐκτίσθη Ἀδάμ»(ΣΣειρ 33, 10). Ὑπάρχει τίποτε πιό ξεκάθαρο;

«Τά πάντα ἐγένετο ἀπό τοῦ χοός, καί τά πάντα ἐπιστρέψει εἰς τόν χοῦν»(Ἐκκλ 3, 20).    Δέν λέει ἐπιστρέφει σέ ζῶο, ἄν τό «ἀπό τοῦ χοός» σημαίνει ἀπό προγενέστερο ζῶο   .  Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό: «… ἀποστρέψαι σε εἰς τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»(Γεν 3, 19) τοῦ Κυρίου· καί γιά τό: Γεν 3, 23:  «ἐργάζεσθαι τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη»: ὄχι ἀπό ζῶα· δέν θά καλλιεργοῦσε τά ζῶα· καί γιά τό: «Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1· βλ. καί: 32).

«Εἰμί μέν κἀγώ θνητός ἄνθρωπος ἴσος ἅπασι καί γηγενοῦς ἀπόγονος πρωτοπλάστου»(ΣΣολ 7, 1).

«Καί κακόμοχθος θεόν μάταιον ἐκ τοῦ αὐτοῦ πλάσσει πηλοῦ, ὅς πρό μικροῦ γῆς γεννηθείς μετ᾿ ὀλίγον πορεύεται ἐξ ἧς ἐλήφθη, τό τῆς ψυχῆς ἀπαιτηθείς χρέος»(ΣΣολ 15, 8).

  • Γῆ =χῶμα: «Καί διέρρηξεν Ἰωνάθαν τά ἱμάτια αὐτοῦ καί ἐπέθετο γῆν ἐπί τήν κεφαλήν αὐτοῦ καί προσηύξατο»(Α´ Μακ 11, 71).

«Ἐπίταξον ἀναλαβεῖν τό πνεῦμά μου, ὅπως ἀπολυθῶ καί γένωμαι γῆ  »(Τωβ 3, 6).

«Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς ἄνθρωπον καί πάλιν ἀπέστρεψεν αὐτόν εἰς αὐτήν»(ΣΣειρ 17, 1).

Ἐλιφάζ: Ἀπό πηλό (δέν τόν διορθώνει ὁ Θεός): «Τούς δέ κατοικοῦντας οἰκίας πηλίνας, ἐξ ὧν καί αὐτοί ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦ ἐσμεν…»(Ἰώβ 4, 19).

Ὁ Ἐλιούς ἰσχυρίζεται στόν Ἰώβ, χωρίς ὁ Θεός νά τόν διορθώνη γι᾽ αὐτό: «Ἐκ   πηλοῦ διήρτισαι (: εἶσαι πλασμένος) σύ ὡς καί ἐγώ»(Ἰώβ 33, 6).

«Ποῖον βέλτιον κατεσκεύασα ὡς πηλόν κεραμέως;… μή ἐρεῖ ὁ πηλός τῷ κεραμεῖ· τί ποιεῖς, ὅτι οὐκ ἐργάζῃ οὐδέ ἔχεις χεῖρας;»(Ἡσ 45, 9).

Διαβάζουμε στόν Ἡσαΐα: «Καί νῦν, Κύριε, πατήρ ἡμῶν σύ, ἡμεῖς δέ  πηλός, ἔργα τῶν χειρῶν σου πάντες»(Ἡσ 64, 8).

Ἐξάλλου ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διδάσκει: «Ἦ σύ λαβών γῆν  πηλόν ἔπλασας ζῷον καί λαλητόν  αὐτόν [Προσοχή! Δέν λέει: αὐτό δηλ. ζῶο] ἔθου ἐπί γῆς;»(Ἰώβ 38, 14· βλ. καί: ΝΚ, 274).

Μέ τό ἴδιο πνεῦμα συνεχίζει ὁ Ἐλιούς: «Τελευτήσει πᾶσα σάρξ ὁμοθυμαδόν, πᾶς δέ βροτός εἰς γῆν ἀπελεύσεται, ὅθεν καί ἐπλάσθη»(Ἰώβ 34, 15).

Ἀναφέρει καί ὁ Ἰώβ: «Μνήσθητι ὅτι πηλόν με ἔπλασας, εἰς δέ γῆν με πάλιν ἀποστρέφεις»(Ἰώβ 10, 9).

Ἀκόμα: «Ἀποβήσεται δέ ὑμῶν τό γαυρίαμα ἴσα σποδῷ (: ἡ καύχησι ἰσοδύναμη μέ τή στάκτη), τό δέ σῶμα    πήλινον»(Ἰώβ 13, 12).

Καί ἡ «ἐξελιγμένη» (σέ σχέσι μέ τήν Παλαιά) Καινή Διαθήκη λέει ἀπό χοός, ὅπου χοῦς=χῶμα:    «Καί ἄλλο ἔπεσεν ἐπί τό πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καί εὐθέως ἐξανέτειλε διά τό μή ἔχειν βάθος γῆς… καί ἄλλο ἔπεσεν εἰς τήν γῆν τήν καλήν καί ἐδίδου καρπόν ἀναβαίνοντα καί αὐξάνοντα, καί ἔφερεν ἐν τριάκοντα καί ἐν ἑξήκοντα καί ἐν ἑκατόν… καί οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπί τήν γῆν τήν καλήν σπαρέντες, οἵτινες ἀκούουσι τόν λόγον καί παραδέχονται, καί καρποφοροῦσιν ἐν τριάκοντα καί ἐν ἑξήκοντα καί ἐν ἑκατόν… Καί ἔλεγεν· οὕτως ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄν ἄνθρωπος βάλῃ τόν σπόρον ἐπί τῆς γῆς»(Μρ 4, 5, 8, 20, 26).

«Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ»(Α´ Κορ 15, 47).

  • Ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἰλύ, ἀφοῦ ἡ πηγή πότιζε ὅλη τή γῆ (Γεν 2, 6).
  • Τί θά τόν ἐμπόδιζε νά πῆ: «ἀπό προγενέστερα ζῶα»;

***

Στή συνέχεια ἄς δοῦμε τί λένε οἱ Πατέρες καί οἱ Ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς.

Γράφει ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος: «Τόν ἄνθρωπο τόν ἔπλασε μέ ἔργο, καθώς λέγει ἡ Γραφή· “Καί ἔλαβε Κύριος χοῦν ἀπό τῆς γῆς καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπον”(Γεν 2, 7). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἔπτυσε στή γῆ καί ἔκανε πηλό καί τόν ἐπέχρισε στά μάτια του (Ἰω 9, 6), δείχνοντας πῶς ἔγινε ἡ παλιά πλάσι καί φανερώνοντας σέ αὐτούς, πού μποροῦν νά καταλάβουν, τό χέρι του Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο πλάσθηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό πηλό. Τά μάτια, δηλαδή, τοῦ τυφλοῦ, τά ὁποῖα παρέλειψε ὁ Δημιουργός Λόγος νά πλάση στήν κοιλιά τῆς μητέρας, αὐτά τά συμπλήρωσε στά φανερά, γιά νά φανερωθοῦν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν»(ΑΕ, 386).

° Ἀκόμα: «Γ´, 21, 10 Ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ ἔλαβε τήν ὕπαρξί του ἀπό τήν ἀκατέργαστη γῆ, πού ἦταν μέχρι τότε παρθένος (“οὐ γάρ ἔβρεξεν ὁ Θεός, καί ἄνθρωπος οὐκ ἦν ἐργάζεσθαι τήν γῆν”(Γεν 2, 5)) καί πλάσθηκε μέ τό χέρι τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, μέ τόν Λόγο Του (“πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἐγένετο”(Ἰω 1, 3)), καί ἔλαβε ὁ Κύριος χῶμα ἀπό τή γῆ καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπο (Γεν 2, 7). Ἔτσι Αὐτός πού εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀνακεφαλαιώνοντας στόν ἑαυτό Του (Ἐφ 1, 10) τόν Ἀδάμ, ὀρθῶς πῆρε τή γέννησι, πού ἀνακεφαλαίωσε τόν Ἀδάμ, ἀπό τή Μαρία, ἡ ὁποία μέχρι τότε ἦταν παρθένος* [ὑπ.: Ἐάν, λοιπόν, ὁ πρῶτος Ἀδάμ εἶχε πατέρα ἄνθρωπο καί γεννήθηκε ἀπό σπέρμα ἀνδρός, φυσικό ἦταν νά πῆ ὅτι καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ γεννήθηκε ἀπό τόν Ἰωσήφ. Ἄν, ὅμως, ἐκεῖνος ἐλήφθη ἀπό τή γῆ καί τόν ἔπλασε ὁ Θεός, ἔπρεπε καί Αὐτός, ὁ Ὁποῖος τόν ἀνακεφαλαίωσε ἐν Ἑαυτῷ, πλασμένος ὡς ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, νά ἔχη τήν ἴδια ἀκριβῶς ὁμοιότητα μέ ἐκεῖνον ὡς πρός τή γέννησί του. Γιατί, ἄλλωστε, ὁ Θεός δέν πῆρε χῶμα, ἀλλά ἐνήργησε ἔτσι, ὥστε ἡ πλάσι νά γίνη ἀπό τή Μαρία; Γιά νά μή γίνη ἄλλη πλάσι οὔτε νά εἶναι ἄλλο αὐτό τό ὁποῖο σώζεται, ἀλλά νά ἀνακεφαλαιωθῆ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, διατηρουμένης τῆς ὁμοιότητος.]{Θεοδώρητος, Ἐρανιστής, Διάλογος Α´ (ΡG 83, 84)}»(ΑΕ, 252· βλ. καί: Ε2, 239).

  • Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων γράφει: «Τί θά ποῦμε ἀκόμη γιά τόν ἴδιο τόν Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ σχηματίσθηκε ἀπό τή λάσπη τῆς γῆς, γέννησε βέβαια υἱούς πού μετεῖχαν στή δική του φύσι, κοινωνούς τοῦ γένους του, κληρονόμους τῆς διαδοχῆς;»(ΑΜ).
  • Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος σημειώνει: «Ὁ Θεός ἔπλασε  μόνο τόν ἄνδρα ἀπ᾽ τή λάσπη, ἐνῶ ἀπέσπασε τή γυναῖκα ἀπ᾽ τόν ἄνδρα»(ΙΑ, 271).

° Ἀκόμα: «Ἕνας ἄνθρωπος δέν γεννᾶται ἀπό ἄλλον ἄνθρωπο, κατά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπ᾽ τό χῶμα. Τό χῶμα χρησίμευσε ὡς ὕλη γιά νά διαπλασθῆ ὁ ἄνθρωπος ἐνῶ ἕνας ἄνθρωπος, πού φέρνει στόν κόσμο ἕναν ἄλλο εἶναι ὁ πατέρας του. Ὥστε ἡ σάρκα δέν ἔχει τήν ἴδια φύσι μέ τό χῶμα ἄν καί ἀποσπάσθηκε ἀπ᾽ αὐτό, ἐνῶ ἕνα παιδί δέν ἔχει διαφορετική φύσι ἀπ᾽ αὐτή τοῦ πατέρα του»(Ι, 3).

° Ἐπίσης: «Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ἀπ᾽ τό χῶμα τῆς γῆς, αὐτή, ὅμως, ἡ γῆ πλάσθηκε ἐκ τοῦ μηδενός, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου»(Ι, 63).

  • Διαβάζουμε: «Ὄχι παίροντας τό καλύτερο τμῆμα τῆς γῆς διέπλασε ἀπό αὐτό τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἀλλά τό περιττό καί ἄχρηστο κι αὐτό πού ἔμοιαζε μέ κονιορτό, ὥστε νά φαίνεται ὅτι χρησιμοποίησε μέν μέ τή θέλησί Του ὁ Θεός τή γῆ, τό συνολικό, ὅμως, ἀποτέλεσμα ὀφειλόταν στή δική Του δύναμι καί σοφία»(P, 139).
  • Γράφει ὁ Τερτυλλιανός: «Μήπως καί ἡ ἴδια ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου δέν πραγματοποιήθηκε μέ τήν πρόσμιξι νεροῦ (Γεν 2, 7);  Ἀπό τή γῆ πάρθηκε τό χῶμα,  ἀλλά αὐτό δέν θά χρησίμευε σέ τίποτε, ἐάν δέν ἐμβαπτιζόταν καί δέν ὑγραινόταν μέ τά ὕδατα πού εἶχαν συναχθῆ πρίν ἀπό τήν τέταρτη ἡμέρα στούς φυσικούς τους χώρους καί διετηρεῖτο ἀκόμη στήν ἐπιφάνεια  ὑγρός πηλός»(ΤΒ, 52· βλ. καί: ΣΤ, 70). Ἄς σημειώσουμε, παρεμπιπτόντως, ὅτι στό χωρίο αὐτό ὁ Τερτυλλιανός δέχεται σύντομο χρόνο γιά τή δημιουργία.

° Ἀκόμα: Ὁ Θεός «ἔπλασε ἀπό πηλό τόν ἄνθρωπο —εἶναι δηλαδή ὁ πραγματικός Προμηθεύς»(ΦΙ, 63).

° Ἐπίσης: «Ἡ γῆ ἦταν παρθένος [ σύντομος χρόνος τῆς δημιουργίας  ]· δέν εἶχε ἀκόμη ὑποστῆ ἐπεξεργασία ἤ βιασθῆ ἀπ’ τή σπορά: ἀπ’ αὐτή δέ τή γῆ πληροφορούμεθα ὅτι ὁ ἄνθρωπος μεταποιήθηκε σέ ψυχή ζῶσα»(ΤΣ, 93).

  • Ἰδού κάτι πού ἀποδίδεται στό Μ. Ἀθανάσιο: «Γεννᾶται ἐκ Παρθένου, γιά νά διορθώση τόν ἀπό   παρθένο γῆ χωματοπλασμένο πρωτόπλαστο Ἀδάμ»(ΒΕΠ 36, 218).
  • Ἐπισημαίνει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν οἱ ἐχθροί τῆς ἀληθείας ἐπιμένουν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά προέλθη κάτι ἀπ᾽ τό μηδέν, ἄς τούς ρωτήσουμε: Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό χῶμα ἤ ἀπό τίποτε ἄλλο; Θά ποῦν, ὁπωσδήποτε, καί θά συνομολογήσουν ὅτι πλάσθηκε ἀπό χῶμα. Ἄς μᾶς ποῦν, λοιπόν, πῶς προῆλθε ἡ ὑλική φύσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾽ τό χῶμα. Διότι ἀπ᾽ τό χῶμα θά μποροῦσε νά προέλθη πηλός καί πλίνθος καί κεραμίδι καί ὄστρακο. Πῶς, λοιπόν, δημιουργήθηκε ἡ φύσι τῆς σάρκας; Πῶς ἔγιναν ὀστᾶ καί νεῦρα καί ἀρτηρίες καί λίπος καί δέρμα καί νύχια καί τρίχες ἀπό μία ὑποκείμενη ὕλη;»(PG 53, 30).

° Ἀκόμα: «“Ἔπλασε”, λέει, “ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπ᾽ τή γῆ”(Γεν 2, 7). Τί λές; Ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπ᾽ τή γῆ ἔπλασε τόν ἄνθρωπο; Ναί, λέει, καί δέν εἶπε ἁπλῶς γῆ, ἀλλά χῶμα, σάν νά πῆ κανείς, αὐτῆς τῆς γῆς τό λεπτότερο καί μικρότερης ἀξίας. Σοῦ φαίνεται αὐτό πού εἰπώθηκε μεγάλο καί παράδοξο. Ὅμως, ἐάν κατανοήσης ποιός εἶναι ὁ Δημιουργός, δέν θά ἀπιστήσης πλέον στό γεγονός, ἀλλά καί θά θαυμάσης καί θά προσκυνήσης τή δύναμί Του. Ἄν δέ πρόκηται νά ἐξετάζης αὐτά σύμφωνα μέ τήν ἀσθένεια τῶν συλλογισμῶν σου, εἶναι φυσικό νά ὁδηγηθῆς στή σκέψι, ὅτι δέν θά μποροῦσε νά γίνη σῶμα ἀπ᾽ τή γῆ, ἀλλά πλίνθος, ἤ ὄστρακο, δέν θά μποροῦσε, ὅμως, νά γίνη τέτοιο σῶμα. Βλέπεις, ὅτι ἄν δέν λάβουμε ὑπόψιν μας τή δύναμι τοῦ δημιουργοῦντος καί δέν κατευνάσουμε τίς σκέψεις μας, πού ἔχουν πολλή ἀδυναμία, δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε τό ὕψος τῶν λεγομένων;»(PG 53, 102· βλ. καί: 54, 584· 51, 44· 52, 451).

° Τό ἀκόλουθο ἀποδίδεται στή γραφίδα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού παληά ἀπό παρθένα γῆ ἔπλασε τόν Ἀδάμ»(PG 56, 389).

° Καί τό ἀκόλουθο: «Παρατήρησε τό ἑξῆς παράδοξο· οἱ μέν γυναῖκες πρῶτα γεννοῦν τά παιδιά τους καί στή συνέχεια τά τρέφουν· διότι ἄν δέν γεννηθῆ τό βρέφος παραμένει ἄκαρπος ὁ μαστός· ἡ γῆ, ὅμως, πρίν ἀκόμα ἔλθη στήν ὕπαρξι ὁ Ἀδάμ, παρήγαγε τροφή. Πρίν ἀπό τόν ἐρχομό στή ζωή εἶχε στρωθῆ τράπεζα γιά τό “παιδί”, τόν πρωτόπλαστο. Διότι εἶπε ὁ Θεός: ἄς βλαστήση ἡ γῆ βοτάνη· καί τότε ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ἀπό χῶμα· ὄχι χωρίς νόημα, ἀλλά προερχόμενος ἀπό τή γῆ καί περπατώντας σ᾽ αὐτήν καί ἀποκαλώντας την μητέρα, καί βλέποντάς την, νά μήν ὑπερηφανεύεται, ἀλλά νά προφέρη στό Θεό τήν Ἀβραμιαία ἐκείνη φωνή: ”Ἐγώ εἰμί γῆ καί σποδός”(πρβλ. Γεν 18, 27)»(ΡG 60, 715).

  • Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει: «Νιόπηχτης κομμάτι γῆς ἐπῆρε στά χέρια του τ᾽ ἀθάνατα καί πλάθει τή μορφή μου»(ΒΕΠ 61, 63· μτφρ Ἰγν. Σακκαλῆ).

Διδάσκει, ἀκόμα, τό ἀπό πηλό (ΒΕΠ 61, 30).

  • Ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων σημειώνει: «Λέει πάλι ὁ Κύριος: “Ἤ μήπως ἐσύ πῆρες   πηλό ἀπό τή γῆ καί ἔπλασες ζωντανό [καί τόν ἔβαλες ὁμιλοῦντα στή γῆ];”(Ἰώβ 38, 14). Καί στή συνέχεια: “Σοῦ ἀνοίγονται μέ φόβο οἱ πύλες τοῦ θανάτου [καί οἱ θυρωροί τοῦ Ἅδη βλέποντάς σε φοβήθηκαν;]”(Ἰώβ 38, 17), δηλώνοντας ὅτι Αὐτός πού ἀπό φιλανθρωπία κατέβηκε στόν Ἅδη, Αὐτός κατά τήν ἀρχή κατασκεύασε τόν ἄνθρωπο ἀπό   πηλό»(ΒΕΠ 39, 137).
  • Διαβάζουμε: «[Στρατηγός Βασίλειος:] “Ἄφησέ με τουλάχιστον… νά φτιάξω τό ἐκκλησάκι τοῦ μοναστηριοῦ πολύ μεγάλο καί ὡραιότατο, διότι δέν ἀνέχομαι νά τό βλέπω νά εἶναι φτιαγμένο ἀπό πηλό”. Καί ὁ Πατήρ [ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Καλαβρός] τοῦ λέγει· “Καιρός εἶναι νά μήν ἀνέχεσαι σύ νά βλέπης οὔτε κι ἐμένα, μιά καί εἶμαι κι ἐγώ φτιαγμένος ἀπό πηλό»(Ο, 243).
  • Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος γράφει: «Δέσποτα, ξέρεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος τόν ὁποῖο ἔπλασες δημιουργήθηκε ἀπό   πηλό»(Ε5, 53).
  • Διδάσκει καί ὁ Ἅγιος Λεονάρδος: «Θεέ Παντοδύναμε, Σύ ἀπ᾽ τόν  πηλό τῆς γῆς ἔπλασες τόν Ἀδάμ»(ΙΦ, 37).
  • Ὁ Ἅγ. Φώτιος σημειώνει: «Δέχεσαι τόν Ἀδάμ πλασμένο ἀπό  πηλό καί παραχθέντα χωρίς γέννησι; Δέχεσαι τήν Εὔα χωρίς σαρκική συνάφεια καί δημιούργημα πλευρᾶς;»(PG 102, 552· βλ. καί: 101, 101).

° Ἀκόμα: «Ὅπως ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό   παρθένα γῆ [σύντομος χρόνος δημιουργίας τοῦ Σύμπαντος], ἔτσι μέ παρθένα μήτρα πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνάπλασι»(PG 102, 560).

  • Ὁ Προκόπιος ὁ Γαζαῖος γράφει: «Ἄδαμα. Τοῦτο σημαίνει τήν παρθενική γῆ, ἀπ᾽ τήν ὁποία πλάσθηκε ὁ Ἀδάμ»(PG 87Β´, 2101).
  • Ὁ Ἀββᾶς Σεραπίων τονίζει: «Ὁ πρῶτος [ἄνθρωπος] πλάσθηκε ἀπ᾽ τή   νεοδημιουργημένη καί παρθενική γῆ. Ὁ Δεύτερος γεννήθηκε ἀπ᾽ τήν Παρθένο Μαρία»(στό: Κ, 300).
  • Διαβάζουμε: «Ἡ κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου ἀφενός μέν εἶναι πηλός καί σκόνη, ἀφετέρου δέ ἐξεικονίζει τήν παντοκρατορική καί δεσποτική φύσι τῶν ὅλων»(PG 101, 116).

Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἐπισημαίνει:  «… Ὁ Ἱεράρχης Κοσμᾶς μελουργῶν ἐδῶ λέγει, ὅτι ὁ Προπάτωρ Ἀδάμ ὁ χοϊκός πλασθείς: ἤτοι ἐκ τοῦ χοός, ὁ ὁποῖος ἦτον τό πλέον λεπτότερον καί καθαρώτερον καί εὐγενέστερον χῶμα τῆς γῆς, καθώς ὁ Ζωναρᾶς ἑρμηνεύων τό Τροπάριον “Ὁ χερσίν ἀχράντοις ἐκ χοός” λέγει “Τό μέν σῶμα τοῦ ἀνθρώπου χερσί διαπλάττει· καί οὐδέ ἀπό τῆς γῆς ἁπλῶς ὡς τά θηρία, ἀλλ᾽ ἀπό χοός τοῦ λεπτοτάτου δηλονότι καί καθαρωτάτου τῆς γῆς”»(Ε1, 160· βλ. καί: Ε2, 238· καί: Ε3, 299).

° Ἑρμηνεύοντας τό: «Ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν»(Ψ 102, 14) γράφει: «Ἐπλάσθημεν ἀπό τό χῶμα, ἤτοι ἀπό τόν λεπτόν κονιορτόν τῆς γῆς»(Ζ, 29· βλ. καί: Ε2, 74).

° Ἐπίσης: «Ἡ Ἁγία Τριάς μέ κοινήν συμβουλήν ἔπλασε τόν πρῶτον ἄνθρωπον τόν Ἀδάμ ἀπό τήν ἀδάμαν: ἤτοι ἀπό τήν παρθένον γῆν (τοῦτο γάρ δηλοῖ ἑβραϊκῶς τό τοῦ Ἀδάμ ὄνομα)»(Ε1, 400· βλ. καί: Ε2, 239).

  • Διαβάζουμε: «Ἐπειδή οἱ ἀγνώμονες Ἑβραῖοι τόν ἔλεγαν ἀντίθεο, καί παράνομο, καί δαιμονισμένο, καί Αὐτός θέλοντας νά δείξη, ὅτι εἶναι Θεός ἀληθινός, καί ὅτι αὐτός ἐκεῖνος εἶναι, ὁποῦ ἔπλασε τόν Ἀδάμ ἀπό τῆς γῆς τό χῶμα, διά τοῦτο μέ τό χῶμα τῆς γῆς τόν ἰατρεύει· ἔπειτα δέν ἔβαλε νερόν νά κάμη πηλόν, ἀμή μέ τό πτύσμα Του, ἕνα μέν διά νά φανῆ, πῶς ἡ ἐνέργεια εἶναι τοῦ πτύσματός Του, ἄλλο δέ νά ἀποδείξη, ὅτι αὐτός εἶναι ὁποῦ ἐφύσησεν εἰς τό πρόσωπο τοῦ πρώτου Ἀδάμ, καί ἀνέζησε»(Θ, 482).
  • «Ψυχωθείς πηλός»(ΒΙ, 32).
  • Ὁ Ἅγ. Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος σημειώνει: «Ἀξιοθαύμαστος εἶναι καί ὁ τρόπος πλάσεως, ὅτι ἀπό ἕνα εἶδος χώματος διέπλασε πλεῖστα, σάρκα, ὀστά, νεῦρα, δέρμα, νύχια, τρίχες καί τήν ἐσωτερική ποικιλόμορφη ἀπόκρυφη διαρρύθμισι»(ΝΕ, 85).
  • Ὁ Ἅγ. Νεῖλος γράφει: «Πές μου τόν τρόπο τῆς θείας τέχνης, πῶς ἀπό τή μονοειδῆ φύσι, ἐννοῶ τό χῶμα, ὁ ἄνθρωπος πλαστουργήθηκε ζῶο λογικό, συγκείμενος ἀπό τόσα μέρη καί μέλη, ἄν βεβαίως θές νά μάθης, τά νεῦρα, τά ὀστά, τίς τρίχες, τά νύχια, τή σάρκα, τό μυελό, τίς φλέβες, καί τήν ἄλλη ποικιλία καί διαρρύθμισι τοῦ σώματος»(PG 79, 572).

° Ἀκόμα: «Συνθέτει τόν πρωτόπλαστο ὄχι ἀπό σκληρή ὕλη, ἀλλά τόν μορφοποιεῖ ἀπό τό λεπτό χῶμα τοῦ ἐδάφους»(στό: Ἅγ. Φώτιος Κων/λεως, PG 104, 249).

  • Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ ὁμολογητής σημειώνει: «Ὁ παλαιός Ἀδάμ καί ἡ Εὔα δημιουργήθηκαν   χωρίς σπορά»(PG 91, 60).
  • Πρίν μπῆ στήν Ἔδεσσα ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος ζήτησε ἀπό τό Θεό νά τοῦ φανερώση κάποιον πού θά τόν βοηθοῦσε πνευματικά. «Τόν συνάντησε μιά γυναῖκα πόρνη. Αὐτό πάντως ἦταν θέλημα Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατά τρόπο μυστικό καί ἀκατάληπτο, τακτοποιεῖ πολλές φορές μέ τά ἐνάντια, τά ἀντίθετα.

Ὁ ἱερός λοιπόν Ἐφραίμ, ὅταν χωρίς νά τό περιμένη συνάντησε τήν πόρνη, στάθηκε ἀπέναντί της ἔκπληκτος καί τήν κοίταζε κατάματα μή ξέροντας τί νά κάνη. Ἡ ψυχή του ἦταν βαθειά ταραγμένη, γιατί ὄχι μόνον δέν ἦρθε, ὅπως ἤθελε, αὐτό τό ὁποῖο ζήτησε στήν προσευχή του, ἀλλά συνέβη ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ἐκείνη πάλι, πού τόν εἶδε νά τήν κοιτάζη ἔτσι, στυλώνει πάνω του διαπεραστικό τό βλέμμα της. Κι ἀφοῦ γιά πολλή ὥρα κοιτάζονταν ἔτσι, θέλησε κάποια στιγμή νά τήν κάνη νά ντραπῆ καί νά τήν φέρη στό φιλότιμο, ὅπως ἁρμόζει στίς γυναῖκες. Τότε τῆς λέει ὁ Μεγάλος Ἐφραίμ:

—Πῶς δέν κοκκινίζεις γυναῖκα, πού ἔμπηξες ἔτσι τά μάτια σου πάνω μου καί κοιτάζεις;

Κι ἐκείνη ἀπάντησε:

—Μά ἐγώ, ἁρμόζει νά σέ κοιτάζω ἔτσι, γιατί ἐγώ ἀπό σένα κι ἀπ᾽ τή δική σου πλευρά πάρθηκα. Σύ, ὅμως δέν πρέπει νά κοιτάζης σέ μένα, ἀλλά μᾶλλον πρός τή γῆ ἀπό τήν ὁποία πάρθηκες.

Ὅταν, χωρίς καθόλου νά τό περιμένη, ἄκουσε αὐτά τά λόγια ὁ Ἐφραίμ, εὐχαρίστησε μέ εὐγνωμοσύνη τή γυναῖκα γιά τή μεγάλη ὠφέλεια τήν ὁποία τοῦ προξένησε, ἀλλά καί τό Θεό δοξολογοῦσε πού μπορεῖ πολλές φορές νά κάνη πάρα πολύ καλύτερα μέ ἐκεῖνα, στά ὁποῖα δέν ἐλπίζουν καθόλου οἱ ἄνθρωποι»(ΜΑ, 34).

  • Κήρυσσε ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Τό σῶμα ἀπό τήν λάσπην»(Ε, 171).

Καί κάτι ἀπό τό μακαριστό π. Παΐσιο: «Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80, ἐξ ἀφορμῆς κάποιων εὑρημάτων, ἀλλά καί λόγῳ συμπληρώσεως ἑκατονταετίας ἀπ᾽ τό θάνατο τοῦ Καρόλου Δαρβίνου (1882), τοῦ πρώτου συστηματικοῦ ὑποστηρικτοῦ τῆς θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως, ἐπανῆλθε στό προσκήνιο καί στή δημοσιότητα.

Στόν Ἑλλαδικό χῶρο τήν προπαγάνδιζε δυστυχῶς κάποιος κληρικός, ὁ ὁποίος, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἔφθανε νά ὑποστηρίζη τήν ἀπό τόν πίθηκο δι’ ἐξελίξεως καταγωγή τοῦ ἀνθρώπου! Προσπάθησε μάλιστα, γιά ν᾽ ἀποφύγη τίς ἀποδοκιμασίες τῶν πιστῶν καί τήν ἐνδεχομένη ἐπίπληξι ἤ καί καταδίκη του ἀπ᾽ τήν Ἐκκλησία, μέ (παρ)ἑρμηνευτικά τεχνάσματα νά συμβιβάση τίς πεποιθήσεις του μέ τή διήγησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος πόνεσε πολύ μέ τό ὀλίσθημά του, ἀλλά καί διότι, λόγῳ τῆς ἰδιότητός του καί τῆς σοφιστικῆς ἱκανότητός του, κινδύνευαν νά ὁδηγηθοῦν στήν πλάνη ἀστήρικτες ψυχές. Ἀντέδρασε ἀπαντώντας καί ἀνασκευάζοντας τίς παρερμηνεῖες, ἀλλά καί προτρέποντας καί ἄλλους ἁρμοδίους —κληρικούς, θεολόγους— νά λάβουν θέσι, ὥστε νά προφυλαχθοῦν οἱ πιστοί. Εἶχε μάλιστα καί σέ φωτοτυπίες συγκεντρωμένα κατάλληλα ἀποσπάσματα ἀπ᾽ τήν Παλαιά Διαθήκη ἤ ἀπό σχετικές Πατερικές ἑρμηνεῖες καί τά ἔδιδε στούς προσερχομένους γιά νά ὑποβοηθοῦνται καί νά μήν παρασύρωνται. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἐν λόγῳ κληρικός παρέμενε ἀμετανόητος, χρησιμοποίησε πολύ αὐστηρή γλῶσσα καί προειδοποίησε ὅτι, ἄν συνεχίση, θά δεχθῆ τήν παιδαγωγική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ.

Ἀκολούθως θά παρατεθοῦν ἐνδεικτικῶς λίγες περιπτώσεις τίς ὁποῖες διασώσαμε στή μνήμη μας, γιά νά φανῆ πιό συγκεκριμένα ἡ στάσι τοῦ Γέροντος.

α. Πῆγε νά συνεορτάση τή νύκτα τῆς Ἀναστάσεως (μᾶλλον τό ἔτος 1983 ἤ 1984) μέ γνωστούς του πατέρες σέ κελλί πού πανηγύριζε. Πρίν ἀρχίση ἡ ἀνάγνωσι τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἀναφέρθηκε ἐκτενῶς καί μέ ἔντονο τρόπο στό ἐν λόγῳ θέμα πού ἦταν τότε πρόσφατον.

Ὑπογράμμισε ἰδιαιτέρως τό ἑξῆς εὐστοχότατο γιά τήν περίστασι ἀπόσπασμα ἀπ᾽ τήν πρό διημέρου ἀναγνωσθεῖσα, κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς μεγάλης Πέμπτης, περικοπή ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, τό ὁποῖο, παρά τήν ἐπικαιρότητά του, εἶχε διαφύγει τῆς προσοχῆς ὅλων τῶν παρευρισκομένων: “ἦ σύ λαβών γῆν πηλόν ἔπλασας ζῶον καί λαλητόν αὐτόν ἔθου ἐπί γῆς;”(Ἰώβ 38, 14). Τόνισε κυρίως τά ἑξῆς δύο σημεῖα: “γῆν πηλόν” καί “ζῶον… αὐτόν” (ἀρσενικοῦ γένους), διά τῶν ὁποίων σαφέστατα ἐμφαίνεται ἡ ἀπ’εὐθείας ἐκ “γῆς πηλοῦ” δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου.

β. Τοῦ μεταφέρθηκε ἀπό κάποιον τό ἀκόλουθο προβαλλόμενο σοφιστικό ἐπιχείρημα:

“Ἡ ἀπό τόν πίθηκο προέλευσι τοῦ ἀνθρώπου δέν ἀντιτίθεται στή διήγησι τῆς Γενέσεως, ἀφοῦ μποροῦμε στό σχετικό χωρίο “καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς”(Γεν 2, 7) νά ἐννοήσουμε ὅτι ὁ “χοῦς ἀπό τῆς γῆς”, τόν ὁποῖο χρησιμοποίησε ὁ Θεός γιά τήν πλάσι τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ πίθηκος (!).

Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε ἀμέσως, ἀποστομωτικά καί μέ ἱερή ἀγανάκτησι μέ τά ἑξής τρία ἐπιχειρήματα:

  1. Δέν εἶχε ἀνάγκη ὁ Θεός ἀπό ἀνταλλακτικά!
  2. Ἄλλωστε ὁ τρόπος δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου —“ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν…”(Γεν 1, 26) καί “ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον”(Γεν 2, 7)— διαφέρει κατά πολύ ἀπ᾽ τόν τρόπο δημιουργίας τῶν ζώων —“Καί εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τά ὔδατα ἑρπετά… ἐξαγαγέτω ἡ γῆ… τετράποδα…”(Γεν 1, 20-25)— καί ἡ διαφορά αὐτή δείχνει τήν ἰδιαίτερη μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιά τό πλάσμα Του (τόν ἄνθρωπον).
  3. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅταν σαρκώθηκε, ἔλαβε σάρκα ἀνθρώπου καί ὄχι σάρκα πιθήκου!!!

Πέραν τούτων, ὁ Γέροντας, προορώντας καί τίς ἐπιπτώσεις ἀπ᾽ τήν ἀποδοχή τοῦ ἀνωτέρω πονηροῦ σοφίσματος, λίγες μέρες μετά ἀπ᾽ αὐτή τή συζήτησι, μέ ἱερή ἀγανάκτησι ἐπεξήγησε σέ δύο Πατέρες:

—Τώρα στήν ἀρχή, γιά νά μήν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, λένε: “Δέν ἀρνούμαστε τό Θεό, οὔτε τήν Ἁγία Γραφή. Ἁπλά, γιά νά μή φαίνεται ὅτι πᾶμε ἀντίθετα σ᾽ ὅσα λένε μεγάλοι ἐπιστήμονες, παίρνουμε συμβολικά τόν ‘χοῦν’ καί λέμε ὅτι ὁ Θεός πῆρε πίθηκο γιά σῶμα καί τοῦ ‘ἐνεφύσησε’ τήν ψυχή”.

Νά δῆτε ὅμως, στή συνέχεια, ὅταν τό δεχθοῦν αὐτό πολλοί χριστιανοί, πού τά ἑρμηνεύουν μέ τό μυαλό, μετά θά μᾶς ποῦν: “Αἴ, καλά τώρα… Ἑνεφύσησε ψυχή… Γιά ἕνα ‘φού’, γιά ἀέρα θά συζητᾶμε; Εἶναι σοβαρά πράγματα αὐτά; Ἀφοῦ ὁ πίθηκος ἦταν ζωντανός! Εἶχε ‘πνοή ζωῆς’. Αὐτή εἶναι ἡ ψυχή. Ἡ ζωή”(!!!).

Καί μετά μερικά χρόνια, ἀφοῦ τό δεχθοῦν κι αὐτό {οἱ ‘χριστιανοί’}, θά μᾶς ποῦν: “Ποιός Θεός τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας;… Ἐντάξει· δέν λέμε ὅτι γίνανε ὅλα ἀπό μόνα τους. Ὑπάρχει μία ἀνωτέρα Δύναμις. Ἡ Φύσις”(!!!).

Δηλαδή τελικά ἐκεῖ πέρα θά τό πᾶνε: ‘Οὔτε ψυχή, οὔτε Θεός!!!

γ. Γνωστός του θεολόγος εἶχε τιτλοφορήσει ἕνα βιβλίο του ἀναφερόμενο στόν ἄνθρωπο μέ τίτλο Ζῶον Θεούμενον. Ὁ Γέροντας εἶχε στενοχωρηθῆ πολύ καί εἶχε ἐκφράσει τήν ἀντίθεσί του. Οἱ δύο λέξεις, φυσικά, προέρχονται ἀπό σχετικό χωρίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἀλλά εἶναι ἀποσπασματικά παρμένες ἀπ᾽ αὐτό. Ὁ πατήρ Παΐσιος ἐξήγησε σχετικά ὅτι, ὅπως εἶναι ξεκομμένες οἱ λέξεις ἀπ᾽ τό χωρίο καί ἑνωμένες μεταξύ τους, “μπορεῖ νά τίς ἐκμεταλευθοῦν γιά νά ὑποστηρίξουν αὐτές τίς χαμένες θεωρίες, τίς ὁποῖες διαδίδουν στίς μέρες μας”. Καί πρόσθεσε: “Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἄν ζοῦσε σήμερα, ἀλλοιῶς θά ἐκφραζόταν” (ἐνν: γιά νά μή δώση ἀφορμή γιά παρερμηνεῖες).

δ. Κάποιος νεαρός μοναχός εἶχε διαβάσει μερικές ὀρθολογιστικές ἀπόψεις, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἁγιογραφική διήγησι περί δημιουργίας, οἱ ὁποῖες ἐμμέσως ἔθεταν ἐν ἀμφιβόλῳ τή θεοπνευστία της. Συγκεκριμένα, ὑποστηριζόταν ὅτι ὁ προφήτης Μωυσῆς χρησιμοποίησε διάφορες παλαιότερες προφορικές παραδόσεις καί τίς γνώσεις τῆς ἐποχῆς του, γιά νά καταγράψη τήν ἐν λόγῳ διήγησι.Ἐπειδή ὁ συγγραφεύς ἦταν κληρικός, ὁ ὁποῖος φημιζόταν γιά τίς κατά τά ἄλλα, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ὀρθόδοξες καί παραδοσιακές θέσεις του, ὁ μοναχός ἐπηρεάσθηκε. Σέ σχετική συζήτησι ἀνέφερε στόν πατέρα Παΐσιο αὐτές τίς ἀπόψεις. Ὁ Γέροντας ἐμφανῶς στενοχωρημένος ἀπάντησε:

—Βρέ παιδάκι μου!… “Θείῳ καλυφθείς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ…!!!” Καλά, ἀπορῶ! τά ψέλνετε {σημειωτέον ὅτι ἦταν ἡμέρες Πεντηκοστῆς, ὁπότε ψαλλόταν ἡ ἀνωτέρω καταβασία} καί δέν προσέχετε τί ψέλνετε!

ε. Ἄλλοτε, περιπαίζοντας μέ εὔθυμο, ἀλλά καί εὐφυέστατο, τρόπο τίς σχετικές θεωρίες περί δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς αὐτομάτου αὐτοεξελίξεως τῶν ὀργανισμῶν ἀπ᾽ τούς ἀτελεστέρους σέ τελειοτέρους, ἀνέφερε: “Ἄν ἡ δεκαοχτούρα πῆ δεκαεννιά, θά τῆς βάλω εἴκοσι (ἄριστα)”· προφανῶς ὑπογραμμίζοντας τή διαφορά μεταξύ ἀλόγων ζώων καί λογικοῦ ἀνθρώπου. {Ἐνῶ, δηλαδή, ἡ δεκαοχτούρα —ὅπως καί ὅλα τά ἄλογα ζῶα— ἀπό τή δημιουργία της ἀπ᾽ τό Θεό μέχρι σήμερα δέν μπόρεσε νά προοδεύση καί ἐξελιχθῆ ἔστω καί ἐλάχιστα (ἀπ᾽ τό 18, πού ἔλεγε, νά πῆ 19), ἐν ἀντιθέσει ὁ λογικός ἄνθρωπος ἔλαβε ἀπ᾽ τό Θεό τή δυνατότητα νά προοδεύη καί ἐξελίσσεται διαρκῶς}»(ΖΝ, 114).


Ὁ Γέροντας Ἰωσήφ σημειώνει: «Ἀφοῦ πῆρε πηλό ἔπλασε ἄνθρωπο. Ἄψυχο, ἄνου, ἕνα πήλινο ἄνθρωπο»(Γ, 65· βλ. καί: 67, 319).

° Διαβάζουμε, ἀκόμα: «Μιά φορά, ὅταν ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής βρισκόταν ἀκόμα στόν Ἅγ. Βασίλειο, βγῆκε ἔξω καί πῆγε μέχρι πάνω στό Κυριακό, στόν παπα-Γεράσιμο. Ἐκεῖ ἦταν κάποιος κοσμικός. Ὁ Γέροντας τόν πλησίασε καί τοῦ λέει:

—Κάποιο λάθος ἔχετε πάνω σας, τό ὁποῖο εἶναι σοβαρό.

Λέει ὁ κοσμικός:

—Τί λάθος ἔχω;

—Δέν τό γνωρίζω, ἀπαντᾶ ὁ Γέροντας, πάντως ἔχετε ἕνα λάθος πολύ σοβαρό.

—Καί δέν μποροῦμε νά τό βροῦμε;

—Τώρα τήν ἡμέρα δέν μποροῦμε νά τό βροῦμε. Ἄν θέλης, ἔλα κάτω στό σπίτι τή νύκτα.

—Μέτά τά μεσάνυκτα θά ἔλθω, Γέροντα.

Τά μεσάνυκτα πῆγε ὄντως ὁ κοσμικός ἐκεῖ. Ἄρχισαν τή συζήτησι καί στό τέλος, τί φανερώθηκε; Ὁ κοσμικός, ἐνῶ ἦταν πτυχιοῦχος τῆς θεολογίας, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίο ὑπέρ τῆς Δαρβινείου θεωρίας, τῆς ἐξελίξεως τῶν εἰδῶν!

Καί ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε:

—Καλά, ὅταν ἐκθέτης μιά θεωρία, μιά ἀντίληψι, γιατί δέν παίρνεις Ὀρθοδόξους θεολόγους, Ἁγ. Πατέρες, ἀλλά παίρνεις ἀπ’ τούς ἄλλους, τούς ξένους, τούς Προτεστάντες, τούς Ἑβραίους, τούς Μασώνους…, αὐτοί δέν εἶναι χριστιανοί! Γιατί δέν παίρνεις τούς Ἁγ. Πατέρες; Τότε κατοχυρώνεται μιά θεωρία ἤ μιά ἄποψι ὅταν βεβαιώνεται εἴτε ἀπ’ τήν Ἁγ. Γραφή εἴτε ἀπ’ τούς ἁγίους θεοφόρους Πατέρες.

Ὁ θεολόγος παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι λάθος τοποθετημένος σ’ αὐτή τή θεωρία καί ζήτησε ἀπ’ τό Γέροντα νά τοῦ πῆ ἀπό ποῦ τό κατάλαβε.

Τοῦ λέει τότε ὁ Γέροντας:

—Χθές ὅταν σέ πλησίασα, μία ἀποφορά, μία βρώμα βγῆκε ἀπό πάνω σου καί ἀπ’ αὐτό κατάλαβα ὅτι κάποιο λάθος ἔχεις πάνω σου»(ΕΦ, 245).

  • Διαβάζουμε: «Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο κατά τή δική Του εἰκόνα, ὄχι κατά τήν εἰκόνα τῶν ζώων. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι θά εἶχαν τά ἴδια γνωρίσματα μέ τό Δημιουργό τους, ὅπως γιά παράδειγμα τήν ἱκανότητα νά νοιώθουν καί νά ἐκδηλώνουν ἀλτρουϊστική ἀγάπη, νά ἔχουν ἠθική κρίσι καί πνευματική ἀντίληψι. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος θά ἐξουσίαζε τά ζῶα.

Στό Γεν 2 βρίσκουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιά τή διαδικασία τῆς δημιουργίας καί βλέπουμε ὅτι τόν Ἀδάμ τόν εἶχε πλάσει ὁ Θεός ἀπ᾽ τό χῶμα τῆς γῆς (Γεν 2, 7). Ὅταν ὁ Θεός ἀπήγγειλε τήν καταδικαστική Του ἀπόφασι γιά τό ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ, ἐπιβεβαίωσε ὅτι ὁ Ἀδάμ εἶχε πλασθῆ ἀπ᾽ τό χῶμα:

“Μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θά τρῶς τό ψωμί σου, ὥσπου νά ξαναγυρίσης στή γῆ ἀπ᾽ τήν ὁποία προῆλθες, γιατί χῶμα εἶσαι καί στό χῶμα θά ἐπιστρέψης”(Γεν 3, 19)»(D, 11).

  • Γράφει ὁ Ἀπ. Μακράκης: «Σκέψου κάποιο πλαστουργό πού ἔχει μπροστά του ὕλη πηλοῦ, ὅση θά ἤθελε, καί θέλει νά διαπλάση ἐξ αὐτοῦ μόνο τόσα τίμια σκεύη, ὅσα ἐπαρκοῦν γιά νά διακοσμήση τήν οἰκία τήν ὁποία ἔχει. Ἀκόμη φέρε στό μυαλό σου κάποιο ἐχθρό του πού ἀποπειρᾶται νά ματαιώση τήν πρόθεσι, πού νά μήν μπορῆ ὅμως νά κάνη κάτι ἄλλο παρά νά λυμαίνεται τόν πηλό ἐπιχέοντας πάνω σ᾽ αὐτόν κάποιο ρευστό, πού ἔχει τή δύναμι νά καταστήση ἄχρηστο τόν πηλό πρός διάπλασι. ῾Ο πηλός αὐτός εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα πού διά τοῦ νόμου τῆς γενέσεως εἰσέρχεται στόν κόσμο, πλαστουργός εἶναι ὁ Θεός, ὁ διάβολος εἶναι ἐκεῖνος πού λυμαίνεται τόν πηλό μέ τόν ἰό τῆς ἁμαρτίας, “ὁ τρώγων γῆν πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ”. ῾Ο διάβολος τόν ἐρχόμενο στόν κόσμο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι δύναμι προαιρετική, ἀποπειρᾶται νά τόν διαμορφώση κατά τό νόμο τῆς δικῆς του ἐνεργείας, δηλαδή, νά τόν κάνη νά ἐνεργῆ ἄσκοπα καί ἄτακτα, καί ὄχι κατά τόν ὀρθό λόγο, νά παραμείνη τυφλός χωρίς νά ξέρη ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει· ὁ Θεός, ἀντί τοῦ σκότους αὐτοῦ, ἐπιχέει στόν ἄνθρωπο, ὡς φῶς, πνεῦμα συνειδήσεως, διά τοῦ ὁποίου δείχνει σ᾽ αὐτόν τήν ἀμορφία του καί τήν ἀκοσμία του, καί ἐρωτᾶ ποικιλοτρόπως, ἄν θέλη νά μορφωθῆ καί νά διακοσμηθῆ σύμφωνα μέ ἄλλο τύπο ὡραῖο καί τέλειο· ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἄν ἀγαπήση τόν ἑαυτό του σ᾽ αὐτή τήν ἄκοσμη κατάστασι, καί δέν προτιμήση τήν ἄνωθεν γέννησι, μένει, ὡς ἔχει, ἄμορφος καί ἄκοσμος, ἐνεργώντας κατά τό νόμο τοῦ κακοῦ, δηλαδή ἀλόγως· τοὐναντίον, ἐάν συγχρόνως μέ τή συνειδητοποίησι τῆς ἀμορφίας καί ἀκοσμίας του μισήση τόν ἑαυτό του, καί ἐκζητήση τήν ἀνάπλασι καί ἀναγέννησί του ἀπό τό Δημιουργό πού τήν ὑπόσχεται, εἰσάγεται στό ἐργαστήριο τῆς ἀναπλάσεως, στό ὁποῖο ἀφοῦ ἀναγεννηθῆ μπορεῖ ἔπειτα νά βλέπη τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τό δικό του κάλλος, διασώζοντας μόνο ἀνάμνησι τῆς προηγουμένης ἀσχημίας του. Συνθήκη, λοιπόν, ἀπαραίτητη γιά τή διάπλασι τοῦ πηλοῦ, συνθήκη ἀπαραίτητη γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ ἀνθρωπίνου προορισμοῦ, εἶναι νά συνειδητοποιήση ὁ πηλός τήν ἀκοσμία του, καί νά ζητήση νά διακοσμηθῆ ἀπό ἐκεῖνο τό χέρι, πού ἐκόσμησε τόν οὐρανό καί τή γῆ. Πραγματικά ἡ πεῖρα δείχνει ἀνθρώπους πού καλοῦνται φίλαυτοι, πλήρεις κακιῶν καί ἐλαττωμάτων, οἱ ὁποῖοι τόσο ἀγαποῦν τά χαρακτηριστικά τους, ὥστε ὄχι μόνο δέν προτιμοῦν τή μεταβολή, ἀλλά καί θέλουν νά πηγαίνουν τά πάντα ἀνάλογα μέ τόν ἑαυτό τους, νομίζοντας τόν ἑαυτό τους μέτρο πάντων. Καί ἀντίθετα πάλι, βλέπουμε ἀνθρώπους νά μέμφωνται τούς ἑαυτούς τους, γι᾽ αὐτό τό ὁποῖο εἶναι, καί νά ζητοῦν παντοιοτρόπως νά ἀποκτήσουν καλύτερα προσόντα, τά ὁποῖα στεροῦνται, καί αὐτούς ἀποκαλοῦμε ταπεινούς καί μετριόφρονες. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ νόμος τῆς γεννήσεως μπορεῖ νά εἰσάγη στόν κόσμο ὕλη, ὅση θά ἤθελε ὁ πλαστουργός· καί ἡ ὕλη νά περιέχη τά ἀπαιτούμενα γιά τή διάπλασι στοιχεῖα, ἡ δέ περί αὐτήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου νά καταλήγη σέ ἀντίθετο ἀπό τήν πρόθεσί του ἀποτέλεσμα, εἶναι θαῦμα νά βλέπη κανείς τά τίμια σκεύη τῆς οἰκίας, ὅσα ἐπαρκοῦν, ἀναμφιβόλως θά κατασκευάζωνται καλά λίαν. ῎Επειτα τό ἐργοστάσιο, καί οἱ κακοί ἐργάτες πού βρίσκονται σ᾽ αὐτό, καί ὁ ἄμορφος πηλός πού ἀπέμεινε, ὅλα τά ἄχρηστα θά ὑποστοῦν μεγάλη πτῶσι, καί θά βληθοῦν στή γέενα καί στό ἄσβεστο πῦρ»(Π, 97).
  • Σημειώνει ὁ Χριστοφόρος Γεροντίδης:

«—Ποιά θαρρεῖς πῶς εἶσαι;

Ὁ ἄνδρας πλάσθηκε πηλός

κι ἐσύ πηλοῦ τό ταίρι!

—Μέ τοῦ Θεοῦ τό χέρι!»(Χ, 112).

  • Ὁ Γ. Σουρῆς γράφει: «Φύσις διπλή, μετέχουσα τῆς γῆς καί τοῦ ἀπείρου»(ΓΣ, 43).
  • Κατεβάζουν χρονικά τή συγγραφή τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἦσαν πιό ἐξελιγμένοι ἄρα θά καταλάβαιναν τίς ἀσάφειες τῆς Γενέσεως. Ὅμως καί ὁ Σολομών καί ὁ Ἰώβ μιλᾶνε γιά πηλό τῆς γῆς!
  • Ἐνῶ ἡ Γραφή δέν ἔχει λάθη, δέν μπαίνει σέ λεπτομέρειες γιά τό σῶμα κτλ. ἀφήνοντας ἐλεύθερη τήν ἐπιστήμη, οἱ Ἀνατολικές θρησκεῖες, γεμάτες λάθη, λεπτολογοῦν τά τοῦ σώματος (ἑπτά σώματα κτλ.) καί εἶναι ὅλα λάθη.
  • Ὁ Τ. Watson γράφει: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς καί ὁ ἄνθρωπος κάνει θεούς ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς!»(W, 132).

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙ

Περί Ἐξελίξεως 2

ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Σταμάτα 2014

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Email: truthtarget@gmail.com

ΚΑΤΑ ΓΕΝΟΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

http://creationlifetruth.blogspot.com

http://earthage10000yearsold.wordpress.com

http://creationtruthorthodoxy.wordpress.com

CREATION TRUTH ORTHODOXY

16 - 1

ΚΑΤΑ ΓΕΝΟΣ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο

τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΚΑΤΑ ΓΕΝΟΣ

Στό Κεφάλαιο αὐτό θά ποῦμε μερικά πράγματα γιά τά ζῶα καί ὄχι μόνο. Στή Βίβλο ἀναφέρεται ὅτι πλάσθηκαν «κατά γένος»(Γεν 1, 21, 24, 25). Τό «κατά γένος» ἔχει τή χροιά τοῦ σημερινοῦ εἴδους, διότι μόνο τά τοῦ ἰδίου εἴδους συνέρχονται μεταξύ των: «Πᾶν ζῷον ἀγαπᾷ τό ὅμοιον αὐτῷ καί πᾶς ἄνθρωπος τόν πλησίον αὐτοῦ· πᾶσα σάρξ κατά γένος συνάγεται, καί τῷ ὁμοίῳ αὐτοῦ προσκολληθήσεται ἀνήρ»(ΣΣειρ 13, 15, 16).

«Πετεινά πρός τά ὅμοια αὐτοῖς καταλύσει»(Σειρ 27, 9).

«Ὅλη γάρ ἡ κτίσις ἐν ἰδίῳ γένει [τό καθετί κατά τό εἶδος του] πάλιν  ἄνωθεν [ἀπό τήν κοσμοποιΐα] διετυποῦτο (: διαμορφωνόταν) ὑπηρετοῦσα ταῖς Σαῖς ἐπιταγαῖς»(ΣΣολ 19, 6).

«Καί τόν γύπα καί τόν ἴκτινον καί τά ὅμοια αὐτῷ καί πάντα κόρακα καί τά ὅμοια αὐτῷ… καί καταράκτην καί ἱέρακα καί τά ὅμοια αὐτῷ καί ἔποπα καί νυκτικόρακα καί πελεκᾶνα καί χαραδριόν καί τά ὅμοια αὐτῷ καί πορφυρίωνα καί νυκτερίδα»(Δευτ 14, 13, 14, 17, 18).

«Πάλιν ὁμοία ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τήν θάλασσαν καί ἐκ παντός γένους συναγαγούσῃ»(Μθ 13, 47).

  • Γράφει καί ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας: «Kάθε γένος ἀπ᾽ ὅσα ὑπάρχουν στή γῆ γεννᾶ μέ τό ὁμόγενό του καί ὄχι μέ κάποιο ἄλλου γένους εἴτε εἶναι θηρίο εἴτε ἑρπετό εἴτε πτηνό. Γι᾽ αὐτό τά ἔφερε ὁ Θεός ὅλα ἐμπρός στόν Ἀδάμ γιά νά δῆ ἄν ὑπάρχη κάποιο πού νά τοῦ μοιάζη, καί δέν βρέθηκε κανένα διότι δέν ἦταν ἀπό τήν ἴδια φύσι»(Η, 131).
  • Ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος σημειώνει: «Μέ νόμο προδιαγεγραμμένο γιά τό μέλλον, κατά τό γένος καί τήν ὁμοιότητα ὅλα διαδέχονται μεταξύ τους τό ἕνα τό ἄλλο, ὥστε   λέων νά γεννᾶ λέοντα, τίγρις τίγριν, βοῦς βοῦν, κύκνος κύκνον, ἀετός ἀετόν.

Μιά φορά δόθηκε ἡ ἐντολή, διά παντός ἔμεινε ἔμφυτη στή φύσι. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο δέν παύει ἡ γῆ νά παρέχη τή χάρι τῆς ὑπηρεσίας της, ὥστε, μέ τή διαδοχή τήν ἀναπαραγόμενη, οἱ  ἀρχαῖες μορφές νά ἀναπαράγωνται σέ νέες ἡλικίες»(Α, 243).

° Ἀκόμα: «“Καί γε οὐ μακράν ἀπό ἑνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ᾽ ὑμᾶς”, εἶπε, “εἰρήκασι· τοῦ γάρ καί  γένος ἐσμέν”(Πρξ 17, 27-28).

Σύμφωνα μέ αὐτό τό γένος ἄς σπείρουμε σπέρμα ὄχι ἐν σαρκί, ἀλλά ἐν πνεύματι. Διότι πρέπει νά σπείρουμε ὄχι σαρκικά, ἀλλά πνευματικά ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι θέλουμε νά φθάσουμε στήν αἰώνιο ζωή. Ποιά δέ εἶναι ἡ “ὁμοιότητα”, δέν ἀγνοεῖς ἐσύ ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκες κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωσι Θεοῦ. Ἡ βοτάνη ἀνταποκρίνεται στό γένος αὐτῆς, σύ δέν ἀνταποκρίνεσαι στό γένος σου. Τοῦ σίτου ὁ κόκκος σπαρμένος στή γῆ ἀποδίδει τή δωρεά τοῦ γένους του, καί σύ ἐκφυλίζεσαι. Οἱ καρποί δέν νοθεύουν τή γνησιότητα τοῦ σπέρματός τους, σύ νοθεύεις τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς, τήν ἀκμή τῆς διανοίας, τοῦ σώματος τήν ἁγνότητα»(Α, 97).

  • Ἡ Γραφή εἶναι κατηγορηματική: Πλάσθηκαν  ὅλα τά ζῶα ταυτόχρονα, ἀμετάβλητα καί χωριστά μεταξύ των: «Ἐν κρίσει Κυρίου τά ἔργα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς, καί  ἀπό ποιήσεως αὐτῶν διέστειλε μερίδας αὐτῶν· ἐκόσμησεν εἰς αἰῶνα τά ἔργα αὐτοῦ καί τάς ἀρχάς αὐτῶν εἰς γενεάς αὐτῶν· οὔτε ἐπείνασαν οὔτε ἐκοπίασαν καί οὐκ ἐξέλιπον ἀπό τῶν ἔργων αὐτῶν»(ΣΣειρ 16, 26, 27). Τό χωρίο αὐτό εἶναι σαφέστατο!

«Ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτά ἔσται εἰς τόν αἰῶνα· ἐπ᾿ αὐτῷ   οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καί ἀπ᾿ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν»(Ἐκκλ 3, 14).

«Ἀπό πάντων τῶν ὀρνέων τῶν πετεινῶν κατά γένος, καί ἀπό πάντων τῶν κτηνῶν κατά γένος καί ἀπό πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς  κατά γένος αὐτῶν…»(Γεν 6, 20).

«Πάντα τά θηρία κατά γένος  καί πάντα τά κτήνη κατά γένος  καί πᾶν ἑρπετόν κινούμενον ἐπί τῆς γῆς  κατά γένος καί πᾶν ὄρνεον πετεινόν κατά γένος  αὐτοῦ…»(Γεν 7, 14).

«Καί ὁ τρόμος καί ὁ φόβος ὑμῶν ἔσται ἐπί  πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ἐπί  πάντα τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί ἐπί  πάντα τά κινούμενα ἐπί τῆς γῆς καί ἐπί  πάντας τούς ἰχθύας τῆς θαλάσσης· ὑπό χεῖρας ὑμῖν δέδωκα… καί πάσῃ ψυχῇ ζώσῃ μεθ᾿ ὑμῶν, ἀπό ὀρνέων καί ἀπό κτηνῶν, καί πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ὅσα ἐστί μεθ᾿ ὑμῶν ἀπό πάντων τῶν ἐξελθόντων ἐκ τῆς κιβωτοῦ»(Γεν 9, 2, 10).

«Ψυχήν παντός ζῴου ἐκάλυψε τό πρόσωπον αὐτῆς, καί εἰς αὐτήν ἡ ἀποστροφή αὐτῶν»(ΣΣειρ 16, 30).

«Πᾶσα γάρ φύσις θηρίων τε καί πετεινῶν ἑρπετῶν τε καί ἐναλίων δαμάζεται καί  δεδάμασται [ἀπό τήν ἀρχή] τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπίνῃ»(Ἰακ 3, 7).

«Οὐ πᾶσα σάρξ ἡ αὐτή σάρξ, ἀλλά ἄλλη μέν ἀνθρώπων, ἄλλη δέ σάρξ κτηνῶν, ἄλλη δέ ἰχθύων, ἄλλη δέ πετεινῶν»(Α´ Κορ 15, 39).

«Μή δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαίας ποιῆσαι ἤ ἄμπελος σῦκα; οὕτως οὐδεμία πηγή ἁλυκόν καί γλυκύ ποιῆσαι ὕδωρ»(Ἰακ 3, 12).

  • Νά σημειώσουμε ὅτι, δεδομένης τῆς παγκοσμιότητος τοῦ ἐπί Νῶε Κατακλυσμοῦ (Βλ. τό ἀντίστοιχο Κεφάλαιό μας), τά χρονικά περιθώρια ἀλλαγῶν τῶν εἰδῶν, τά ἀπαιτούμενα ἀπό τή ΘτΕ, σφίγγουν ἀσφυκτικά: ὁ Νῶε ἔζησε λίγες ἑκατοντάδες χρόνια π.Χ.. Πῶς θά ἐξελίσσονταν τά εἴδη;
  • Ὁ Δίδυμος Ἀλεξανδρηνός σημειώνει: «Αὐτός πού μετέβαλε στήν Αἴγυπτο τό χῶμα σέ ζῶα (Ἐξ 8, 13) ἔδειξε τήν ἀρχική δημιουργία τῶν ζώων»(ΒΕΠ 44, 240).
  • Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς σημειώνει: «Ἡ ζωολογία εὑρίσκεται κάτω ἀπό τά πόδια τῆς ἀνθρωπολογίας»(ΖΕ, 67).
  • Ὁ Σεβηριανός Γαβάλων θεολογεῖ: «Τά βότανα τά δένδρα καί τό χορτάρι γεννοῦν ὅμοια καί ὁ Δημιουργός γέννησε ἀνόμοιο; Καί ὅταν πάλι δημιουργήθηκαν τά τετράποδα καί τά ἑρπετά καί τά πτηνά, λέει ὁ Θεός: “Ἄς βγάλουν τά νερά ἑρπετά ζωντανῶν ὑπάρξεων καί πτηνά πού θά πετοῦν πάνω στήν ξηρά κατά γένος”(Γεν 1, 20). Τά θηρία, τά ἑρπετά, τά πτηνά, τά κολυμβῶντα, τά βότανα, τό χορτάρι, τά δένδρα γεννοῦν κατά γένος καί καθ᾽ ὁμοιότητα καί μόνο ὁ Θεός γέννησε ἀνόμοιο; Κι ὅταν μᾶς δημιουργοῦσε ὁ Θεός, εἶπε: “Ἄς κάνουμε ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα καί τήν ὁμο… ίωσί μας”(Γεν 1, 26). Τό ἔργο εἶναι ὅμοιο καί ὁ τεχνίτης ἀνόμοιος;»(PG 56, 448).
  • Ὁ Duane Gish σημειώνει: «Εἶναι τά νύχια στά φτερά ἀπόδειξι τῆς μεταβάσεως ἀπό τά ἑρπετά στά πτηνά; Σήμερα ζοῦν τουλάχιστον τρία πτηνά πού ἔχουν νύχια στά φτερά. Τό hoatzin, ἕνα πουλί πού ζῆ στή Νότια Ἀμερική, ἔχει νύχια στά φτερά του κατά τή νεανική του ἡλικία. Αὐτό ἀληθεύει καί γιά τό touraco, ἕνα πουλί πού ζῆ στήν Ἀφρική. Ἡ στρουθοκάμηλος ἔχει τρία νύχια στά φτερά της, ὅμως κανείς δέν θά τολμοῦσε νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ὁποιοδήποτε ἀπό αὐτά τά πουλιά εἶναι ἐνδιάμεσες μορφές μεταξύ ἑρπετῶν καί πτηνῶν, καθώς εἶναι ζωντανά καί ὑγιῆ σήμερα»(G, 60).
  • Γράφει καί ἡ Linda Gamlin: «Ἡ Ἀρχαιοπτέρυγα εἶχε στίς φτεροῦγες της ὑπολείμματα ἀπό τρία δάκτυλα, πού θά πρέπη νά τή βοηθοῦσαν νά σκαρφαλώνη στά δένδρα.

Ὁρισμένοι νεοσσοί συγχρόνων πουλιῶν ἔχουν παρόμοια “ἄγκιστρα”. Ἡ νερόκοτα τά χρησιμοποιεῖ, γιά νά σκαρφαλώνη στή φωλιά της, πού βρίσκεται κοντά στό νερό»(L, 45 λεζ.).

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙ

Περί Ἐξελίξεως 2

ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Σταμάτα 2014

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Email: truthtarget@gmail.com

Frohes neues Jahr 2015 ein Lächeln in Ihr Herz! – GERMAN

Heidelberg-Germany-1-1600x1200

Meine liebe freunde Ich wünsche Ihnen glückliches neues Jahr 2015 mit den besten wünschen!

Frohes neues Jahr 2015 ein Lächeln in Ihr Herz!

Frohes neues Jahr 2015 mit einem Lächeln im Gesicht!!!!

Frohes neues Jahr 2015 mit einem Lächeln in deiner Seele!

Frohes neues Jahr 2015 mit einem Lächeln in den Augen!

Frohes neues Jahr 2015 mit Segen Gottes für Sie und Ihre ganze Familie!

GERMANY

快乐新的一年2015年微笑在你的心脏! – Chinese

2015 - 1

我可爱的朋友,我希望你快乐新的一年2015年的良好祝愿!
快乐新的一年2015年微笑在你的心脏!
快乐新的一年2015微笑在你的脸上!
快乐新的一年2015年微笑在你的灵魂!
快乐新的一年2015年的微笑在你眼中!
快乐新的一年2015年的祝福上帝对你和你的家人!

CHINA – TAIWAN – HONG KONG

ΜΗ ΜΙΛΑΣ ΑΛΛΟ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ, Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ – ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ – MUSIC OF MY HEART

http://heartmusicheart.wordpress.com

https://orthodoxsaintvalentine.wordpress.com

ORTHODOX SAINT VALENTINE

HEART MUSIC HEART

11 (1).10.14. - 1

Μη μιλάς άλλο για αγάπη, η αγάπη είναι παντού…!

Διονύσης Σαββόπουλος

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ – ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ – MUSIC OF MY HEART

http://heartmusicheart.wordpress.com

HEART MUSIC HEART

375093_393087894139936_1441583189_n

Ο Καραγκιόζης – Διονύσης Σαββόπουλος

VIDEO: Η ΝΗΣΤΕΙΑ – ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΟΥ Π. ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΑΓ. ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

http://edelweissofmyheart.wordpress.com

EDELWEISS OF MY HEART

bb

Η ΝΗΣΤΕΙΑ

Ομιλία του πρώην Ρωμαιοκαθολικού π. Παϊσίου από την Γερμανία

ο οποίος είναι ιερομόναχος της Ι. Μονής Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου Χαλκιδικής

29.11.2013

MY NEW SITE: Q&A – HEART QUESTIONS & ANSWERS – FAITH & REASON – THE TRAIN OF LOGIC IN GOD’S RAILS

 2014-11-17

https://heartquestionsandanswers.wordpress.com

My new site

Q&A – Heart Questions & Answers

Faith & Reason – The train of logic in God’s rails

stillwaiti_qqfqdqy3

ΟΛΛΑΝΔΙΑ & INDIANAPOLIS ΤΩΝ ΗΠΑ: ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ – ΕΑΥΤΟΝ ΑΝΕΝΕΓΚΑΣ (ΕΒΡ 7, 27) – 2 ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ

http://americaofmyheart.wordpress.com

AMERICA & EDELWEISS OF MY HEART

http://edelweissofmyheart.wordpress.com

ndc_1209_72px_hdr1

Πάνω: Ὁλλανδία

Κάτω: Indiana, Indianapolis, ΗΠΑ

indianapolisSkyline

Ὁλλανδία & Indianapolis τῶν ΗΠΑ: Πρόσφερε τόν ἑαυτό σου

Κυριακάτικο κήρυγμα τοῦ π. Ἰωάννου Κωστώφ

ΕΑΥΤΟΝ ΑΝΕΝΕΓΚΑΣ (ΕΒΡ 7, 27)

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου 13/11 & 27/1

Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου 25/1

Ὁ Ἀπ. Παῦλος στό σημερινό ἀνάγνωσμα τονίζει γιά τό Χριστό: «ἑαυτόν ἀνενέγκας»=πρόσφερε τόν ἑαυτό Του. Καί σάν μυστική σπορά ἡ προσφορά αὐτή τοῦ Κυρίου προκαλεῖ καί ἐνισχύει μικρές πράξεις προσφορᾶς ἐκ μέρους τῶν συνανθρώπων μας πρός μεγίστην ἱκανοποίησί Του.

«Πρίν χρόνια, σ᾽ ἕνα μικρό ψαράδικο χωριό τῆς Ὁλλανδίας, ἕνα νεαρό ἀγόρι ἀπέδειξε στόν κόσμο πόσο ἀνταμείβεται ὁ ἀλτρουϊσμός. Ἐπειδή ὅλο τό χωριό ζοῦσε ἀπό τό ψάρεμα, χρειαζόταν μιά ἐθελοντική ὁμάδα διασώσεως γιά ἐπείγουσες ἀνάγκες. Ἕνα βράδυ, ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί μιά τρομακτική θύελλα παγίδευσε ἕνα ψαροκάικο στή μέση τῆς θάλασσας. Τό πλήρωμα ἐγκλωβισμένο κι ἀνίκανο ν᾽ ἀντιμετωπίση τόν κίνδυνο, ἔστειλε ἀμέσως S.Ο.S.. Ὁ ἀρχηγός τῆς ὁμάδος διασώσεως σήμανε συναγερμό κι ὅλοι οἱ χωρικοί συναθροίσθηκαν στήν πλατεία πού ἔβλεπε στόν κόλπο. Ἐνῶ ἡ ὁμάδα διασώσεως ἔρριχνε στή θάλασσα τή βάρκα μέ τά κουπιά κι ἄρχισε νά παλεύη μέ τά ἀγριεμένα κύματα, οἱ ὑπόλοιποι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ περίμεναν ἀνυπόμονα στήν παραλία μέ ἀναμμένους φανούς θυέλλης στά χέρια, σάν φάροι πού θά καθοδηγοῦσαν τό πλήρωμα πρός τήν ἀκτή.

Μετά ἀπό μιά ὥρα, ἡ βάρκα ἐμφανίσθηκε μέσα ἀπό τήν πυκνή ὀμίχλη καί οἱ χωρικοί ἔτρεξαν νά τήν προϋπαντήσουν ζητωκραυγάζοντας. Οἱ ἐθελοντές σύρθηκαν ἐξουθενωμένοι ἔξω στήν ἀμμουδιά καί ἀνήγγειλαν πώς ἐπειδή ἡ βάρκα δέν χωροῦσε ἄλλους ἐπιβάτες, εἶχαν ἀναγκασθῆ ν᾽ ἀφήσουν πίσω ἕναν ἄνδρα. Ἄν τόν ἔπαιρναν, ἡ βάρκα σίγουρα θ᾽ ἀνατρεπόταν καί θά χάνονταν ὅλοι.

Ὁ ἀρχηγός ἔκανε ἔκκλησι νά σχηματισθῆ μιά δεύτερη ὁμάδα διασώσεως γιά νά πάη νά φέρη τό μοναδικό ἐπιζῶντα πού εἶχε μείνει πίσω. Ὁ δεκαεξάχρονος Hans ἔκανε ἀμέσως ἕνα βῆμα μπροστά. Ἡ μητέρα του, ὅμως, τόν ἔπιασε ἀπό τό μπράτσο καί τόν ἱκέτευσε:

—Σέ παρακαλῶ, μήν πᾶς. Ὁ πατέρας σου πέθανε σέ ἕνα ναυάγιο πρίν δέκα χρόνια κι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός σου, ὁ Paul, χάθηκε πρίν ἀπό τρεῖς ἑβδομάδες στή θάλασσα. Μόνο ἐσύ μοῦ ἔχεις ἀπομείνει Hans.

Ὁ Hans τῆς ἀπάντησε:

—Μητέρα, πρέπει νά πάω. Τί θά γίνη ἄν ὅλοι ποῦν, ἐγώ δέν μπορῶ νά πάω, ἄς πάη κάποιος ἄλλος; Μητέρα, αὐτή τή φορά πρέπει νά κάνω τό καθῆκον μου. Ὅταν μᾶς καλῆ τό καθῆκον, πρέπει ὅλοι νά ἀναλαμβάνουμε τίς εὐθύνες μας καί νά κάνουμε ἀποφασιστικά αὐτό πού μᾶς ἀναλογεῖ.

Ὁ Hans φίλησε τή μητέρα του, ἑνώθηκε μέ τήν ὁμάδα κι ἐξαφανίσθηκε μές στή νύχτα.

Πέρασε ἄλλη μιά ὥρα, πού φάνηκε ὁλάκερη αἰωνιότητα στή μητέρα τοῦ Hans. Κάποια στιγμή ἡ βάρκα ξεπρόβαλε μέσα ἀπό τήν ὀμίχλη κι εἶδαν τόν Hans νά στέκεται στήν πρύμνη. Ὁ ἀρχηγός, κάνοντας χωνί τά χέρια του, ρώτησε:

—Τόν βρήκατε;

Ὁ Hans ἀπάντησε μέ ἀκράτητη χαρά:

—Ναί, τόν βρήκαμε. Πεῖτε στή μητέρα μου πώς εἶναι ὁ μεγάλος μου ἀδελφός, ὁ Paul!».

Στό ἀεροπορικό ταξίδι, ἀναφέρει ὁ Ηanoch ΜcCarty, «βολεύτηκα ὅσο καλύτερα μποροῦσα κι ἄκουγα ὑποταγμένος τό συνεπιβάτη μου νά δίνη διάλεξι γιά τήν τραγική κατάστασι πού ἐπικρατεῖ στόν κόσμο, ξεκινώντας μέ τή στερεότυπη φράσι, “Τά σημερινά παιδιά εἶναι, ξέρετε…”. Συνέχισε ἔτσι ἐκφράζοντας ἀόριστες ἀπόψεις γιά τή φρικτή κατάστασι τῶν ἐφήβων καί τῶν νεαρῶν ἐνηλίκων, ἀπόψεις πού βασίζονται σέ μιά κοντόφθαλμη κι ἐπιλεκτική παρακολούθησι τῶν εἰδήσεων.

Ὅταν ἀποβιβάσθηκα ἐπιτέλους ἀπό αὐτό τό ἀεροπλάνο κι ἔφθασα στό ξενοδοχεῖο μου, στήν Indianapolis (Πολιτεία Indiana, ΗΠΑ), ἀγόρασα τήν τοπική ἐφημερίδα καί τήν πῆρα μαζί μου στήν τραπεζαρία ὅπου σκόπευα νά δειπνήσω. Σέ μιά ἀπό τίς ἐσωτερικές σελίδες ἀνακάλυψα ἕνα ἄρθρο τό ὁποῖο θά ᾽πρεπε, κατά τή γνώμη μου, νά εἶχε γίνει πρωτοσέλιδο.

Σέ μιά μικρή πόλη τῆς Indiana, ζοῦσε ἕνας 15χρονος μέ ὄγκο στόν ἐγκέφαλο. Ὑποβαλλόταν σέ ἀκτινοβολίες καί χημειοθεραπεία, μέ ἀποτελέσμα νά χάση ὅλα του τά μαλλιά. Δέν ξέρω τί λέτε ἐσεῖς, ἀλλά ἐγώ φαντάζομαι πῶς θά ἔνοιωθα ἄν μοῦ εἶχε συμβεῖ κάτι παρόμοιο σ᾽ αὐτή τήν ἡλικία —θά ντρεπόμουν φρικτά!

Οἱ συμμαθητές αὐτοῦ τοῦ νεαροῦ βρῆκαν τελείως αὐθόρμητα τή λύσι τοῦ προβλήματος: ὅλα τά ἀγόρια τῆς τάξεώς του, ζητοῦσαν ἀπό τίς μητέρες τους νά τούς ξυρίσουν τά κεφάλια γιά νά μήν εἶναι ὁ Brian τό μοναδικό φαλακρό ἀγόρι τοῦ σχολείου. Ἐκεῖ, στό κέντρο τῆς σελίδος, φιγουράριζε ἡ φωτογραφία μιᾶς μητέρας πού ξύριζε τό κεφάλι τοῦ γιοῦ της κάτω ἀπό τά ἐπιδοκιμαστικά βλέμματα τῆς ὑπόλοιπης οἱκογενείας. Καί στό βάθος μιά ὁμάδα φαλακρῶν νεαρῶν.

Ὄχι, δέν ἀπελπίζομαι μέ τά σημερινά παιδιά».

Μακάρι νά συμπαραταχθοῦμε κι ἐμεῖς στό μυστικό αὐτό στρατό.

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

http://creationlifetruth.blogspot.com

http://earthage10000yearsold.wordpress.com

http://creationtruthorthodoxy.wordpress.com

CREATION TRUTH ORTHODOXY

starsFebruary232219

ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο

τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ

Ἡ Χιονάτη καί οἱ Λευκοί Νάνοι.

Στό Κεφάλαιο αὐτό θά δοῦμε μερικά θαυμαστά πράγματα πού ἀφοροῦν τά οὐράνια σώματα.

Σύμφωνα μέ τή Βίβλο, τήν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας δημιουργήθηκε τό φῶς, ἐνῶ τά ἀστρικά σώματα δημιουργήθηκαν κατά τήν τετάρτη.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ Βίβλος διαχωρίζει τό φῶς ἀπό τά ἀστρικά σώματα. «Εὐλογεῖτε, ἥλιος καί σελήνη τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας. Εὐλογεῖτε, ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας… Εὐλογεῖτε, φῶς καί σκότος τόν Κύριον· ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε αὐτόν εἰς τούς αἰῶνας»(Προσευχή Ἀζαρία, 39, 40, 47).

«Ἕως οὗ μή σκοτισθῇ ὁ ἥλιος καί τό φῶς καί ἡ σελήνη καί οἱ ἀστέρες»(Ἐκκλ 12, 2).

Ὁ ἐν λόγῳ διαχωρισμός, μιᾶς καί δέν ὑπάρχει σήμερα τό πρωτόκτιστο φῶς, ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Θεός ἔκανε ἀπό αὐτό, τήν τέταρτη μέρα, τά ἀστρικά σώματα ἤ τό ἀπέθεσε σ᾽ αὐτά κατά τήν τέταρτη μέρα. Ἀπομένει στήν ἐπιστήμη νά βρῆ τί ἀπό τά δύο συνέβη.

Νύξι: Οἱ φάσεις τῆς σελήνης δείχνουν ὅτι ἄλλο τό φῶς (αὐξομειοῦται) καί ἄλλο τό σῶμα (ἀναλλοίωτο).

Ἄλλες νύξεις ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς:

Γράφει ὁ Θεοδώρητος Κύρου: «Χωρίζοντας, ὅπως ἤθελε, ἐκεῖνο τό φῶς, κατασκεύασε τούς μεγάλους καί τούς μικρούς φωστῆρες»(Θεοδώρητος Κύρου, PG 80, 96), «τό φῶς διανεμήθηκε στούς φωστῆρες»(PG 80, 1988· βλ. καί: PG 80, 96).

  • Καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Στούς φωστῆρες αὐτούς ἐναπέθεσε ὁ Δημιουργός τό πρωτόκτιστο φῶς, ὄχι διότι ἀδυνατοῦσε γιά ἄλλο φῶς, ἀλλά γιά νά μή μείνη ἀργό ἐκεῖνο τό φῶς. (Τό ἀστρικό σῶμα) εἶναι φωστήρας· ὄχι τό ἴδιο τό φῶς, ἀλλά δοχεῖο τοῦ φωτός»(PG 94, 888).
  • Ὁ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς σημειώνει: «Τό φῶς πού δημιουργήθηκε στήν ἀρχή, τό ὁποῖο προηγουμένως ἁπλωνόταν ἐλεύθερα, ὕστερα, κατά τήν τετάρτη ἡμέρα, ἀφοῦ τό μάζεψε ὁ Θεός ἔκανε ἀπό αὐτό τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί τούς ὑπολοίπους ἀστέρες»(ΒΕΠ 45, 11· βλ. καί: P, 54).
  • Διδάσκει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Νύσσης: Κατά τήν τέταρτη ἡμέρα «ἀθροίσθηκε ἡ φωτιστική ἰδιότητα γύρω ἀπό τό φυσικό της κατάλληλο στοιχεῖο»(ΒΕΠ 65, 561).
  • Καί ὁ Μ. Βασίλειος: «Τότε μέν δημιουργήθηκε ἡ ἴδια ἡ φύσι τοῦ φωτός, ἐνῶ τώρα κατασκευάσθηκε τό ἡλιακό αὐτό σῶμα, γιά νά εἶναι ὄχημα τοῦ πρωταρχικοῦ ἐκείνου φωτός. Ὅπως ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τό φῶς καί ἄλλο τό λυχνάρι, καί τό μέν ἕνα ἔχει τή δύναμι νά φωτίζη τό δέ ἄλλο κατασκευάσθηκε γιά νά βοηθᾶ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη νά βλέπουν. Ἔτσι ἔγινε καί γιά τό καθαρότατο ἐκεῖνο καί γνήσιο καί ἄυλο φῶς: κατασκευάσθηκαν τώρα σάν ὀχήματά του οἱ φωστῆρες»(ΒΕΠ 51, 234).
  • Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σημειώνει: «Ὁ Θεός δημιούργησε μέν πρῶτα τό πρωτόγονο φῶς τό ὁποῖο ἦταν σκορπισμένο παντοῦ· ὕστερα ἀφοῦ δημιούργησε τό δίσκο τοῦ ἡλίου, σύναξε ὅλο ἐκεῖνο τό φῶς καί τό ἔβαλε σ᾽ αὐτόν»(ΚΧ, 216).
  • Γράφει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις: «Οἱ φωστῆρες ἐκεῖνοι οἱ ἐγκόσμιοι δέν εἶναι τό πρωτόγονο φῶς, ἀλλά ἔγιναν σάν κάποια σκεύη πού δέχτηκαν τό πρωτόγονο φῶς»(ΕΒ, 88).

Πολλοί ἐπιστήμονες διδάσκουν ὅτι ἀπό τόν ἥλιο, κατά τήν περιστροφή του, ἀποσπάσθηκαν οἱ διάφοροι πλανῆτες, ὅπως ἀπό τούς τελευταίους, οἱ δορυφόροι τους. Σέ μιά τέτοια, ὅμως, περίπτωσι θά ἔπρεπε οἱ πλανῆτες καί οἱ δορυφόροι νά εἶναι τῆς ἴδιας φορᾶς περιστροφῆς, πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει. Τό ἴδιο ἀφορᾶ καί στή σύστασί τους καί σέ ἄλλα χαρακτηριστικά των. Ἄν εἶχαν ἀποκοπῆ, δέν θά μποροῦσαν νά ἔχουν ἀνάδρομη φορά ἤ διαφορά στά χαρακτηριστικά τους:

Γράφει ὁ ἀστρονόμος Διονύσης Σιμόπουλος: «Ἡ περιφορά τοῦ Πλούτωνα γύρω ἀπ᾽ τόν Ἥλιο εἶναι ἀντίθετη ἀπ᾽ αὐτή τῶν ἄλλων πλανητῶν καί διαρκεῖ 248.54 χρόνια»(ΔΣ, 99).

° Ἀκόμα: «Ἡ τροχιά του [τοῦ δορυφόρου τοῦ Ποσειδῶνος Τρίτωνος] εἶναι ἀνάδρομη, μέ μέση ἀπόστασι 330.000km ἀπ᾽ τά νέφη τοῦ πλανήτη»(ΔΣ, 95).

  • Οἱ Mary Baumann, Will Hopkins, Coralee Nolletti καί Michael Soluri ἀποκαλύπτουν: «Αὐτό πού κάνει τόν Τρίτωνα ἀσυνήθιστο εἶναι ἡ περιστροφή του. Ὅπως καί ἡ Φοίβη τοῦ Κρόνου, ἔτσι κι ὁ Τρίτων περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν πλανήτη του, μέ μία ἀνάδρομη τροχιά —περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν Ποσειδῶνα ἀντίστροφα πρός τήν κίνησι αὐτοῦ»(CN, 140).
  • Ὁ Pierre Thomas σημειώνει: «Τό μεγάλο μάθημα τό ὁποῖο παίρνουμε ἀπ᾽ τήν ἐξερεύνησι τοῦ ἡλιακοῦ συστήματος εἶναι ἕνα μάθημα μετριοπαθείας καί σεμνότητος, ἀφοῦ ἡ φύσι ἀποδεικνύεται πολύ πιό πολύπλοκη ἀπ’ ὅ,τι προβλέπουν οἱ θεωρητικοί. Οἱ ἀποστολές Voyager ὁδήγησαν στήν ἀνακάλυψι τριῶν συστημάτων δορυφόρων (τοῦ Δία, τοῦ Κρόνου καί τοῦ Οὐρανοῦ). Μέ ἐξαίρεσι τήν Ἰώ, κανένας δορυφόρος δέν συμπεριφέρεται ὅπως “προβλεπόταν” θεωρητικά, καί συχνά τά δεδομένα ξεπερνοῦν τίς δυνατότητες ἐξηγήσεως τίς ὁποῖες ἔχουμε. Αὐτό δείχνει ὅτι οὔτε οἱ πιό ἐκλεπτυσμένες θεωρίες, οὔτε οἱ πιό ἀπαιτητικές προσομοιώσεις στούς καλύτερους Η/Υ, δέν καταφέρνουν νά προσεγγίσουν τήν πραγματικότητα. Αὐτό εἶναι κάτι τό ὁποῖο δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅταν μάλιστα ἔχουμε ἀκόμα νά μελετήσουμε τήν ἐπιφάνεια δεκαπέντε περίπου σωμάτων μέ διάμετρο μεγαλύτερη ἀπό 250 km!»(στό: περ. Πε, τεῦχ. 107, 93).
  • Διαβάζουμε: «Καί οἱ 11 νέοι δορυφόροι τοῦ Δία θεωροῦνται ἀνώμαλοι, καθώς ἔχουν ἀνάδρομες τροχιές, κινοῦνται δηλαδή γύρω ἀπ’ τό Δία μέ φορά ἀντίθετη ἀπό ἐκείνη τοῦ πλανήτη»(περ. Πε, τεῦχ. 262, Ἰν 2002, 9).
  • Γράφει ἡ Sobel Dava: «Ἡ Ἀφροδίτη περιστρέφεται γύρω ἀπ’ τόν ἄξονά της κατά τήν ἀνάδρομη φορά (δεξιόστροφα, ἤ κατά τήν φορά τῶν δεικτῶν τοῦ ρολογιοῦ), καθώς ἐκτελεῖ μαζί μέ ὅλους τούς πλανῆτες ἀριστερόστροφη περιφορά γύρω ἀπ’ τόν Ἥλιο»(DS, 69).
  • Ὁ ἀστρονόμος Δ. Κωτσάκης σημειώνει: «Ὁ Κρόνος ἔχει 10 δορυφόρους … Ὅλοι περιφέρονται κατά τήν ὀρθή φορά γύρω ἀπό αὐτόν, ἐκτός ἀπό τόν πλέον ἀπομεμακρυσμένο, τή Φοίβη, ἡ ὁποία κινεῖται κατά τήν ἀνάδρομη»(ΚΔ, 106).
  • Γράφει ὁ Διονύσης Σιμόπουλος: «Πολλά εἶναι τά μυστήρια πού περιβάλλουν τό μεγαλύτερο ἀπό τούς δορυφόρους τοῦ Δία [τό Γανυμήδη]. Μία ἀπ᾽ τίς μεγαλύτερες ἐκπλήξεις πού μᾶς ἐπιφύλασσε εἶναι ἡ ἀνακάλυψι τοῦ μαγνητικοῦ του πεδίου —μιά ἀποκλειστικότητα γιά δορυφόρο τοῦ Ἡλιακοῦ μας Συστήματος»(στό: περ. Γα, Ν-Δ 2003, 110 λεζ.).
  • Ὁ ἀστρονόμος Πέτρος Ροβίθης σημειώνει: «Ἐνῶ ὅλοι οἱ δακτύλιοι [τοῦ Κρόνου] φαίνονται νά εἶναι κυκλικοί καί ὁμόκεντροι, δύο ἀπ᾽ αὐτούς, σέ πεῖσμα τῆς γενικότητος, εἶναι ἔκκεντροι, πρᾶγμα πού τούς ξεχωρίζει ἀπ᾽ τούς ἄλλους κι ἀποτελεῖ πρόκλησι γιά τήν ἑρμηνεία τους. Κι ἐνῶ σύμφωνα μέ ὅλες τίς θεωρίες σχηματισμοῦ τῶν δακτυλίων θά ἔπρεπε τά ἀνεξάρτητα μικρά στερεά σώματα πού τούς ἀποτελοῦν νά εἶναι κατανεμημένα ὁμοιόμορφα σ᾽ ὁλόκληρο τό μῆκος καί τό πλάτος τους, διαπιστώθηκε ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις παρατηροῦνται συγκεντρώσεις σωμάτων, κατά κανόνα πολύ μικρῶν διαστάσεων, οἱ ὁποῖες διατηροῦνται ἐπί πολλές ὧρες. Ποιές δυνάμεις συγκεντρώνουν τά σώματα αὐτά σέ ὁμάδες καί τά συγκρατοῦν ἐκεῖ; Νά ἕνα ἐρώτημα πού δέν ἔχει ἀπαντηθῆ ἀκόμη. Ἀλλά τό πιό ἀπροσδόκητο εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ λεπτή μορφή ἑνός ἐπιμέρους δακτυλίου δέν εἶναι καθόλου ἁπλῆ, ἀλλά μπορεῖ νά παρομοιασθῆ μ᾽ ἕνα πολύκλωνο σχοινί, οἱ κλῶνοι τοῦ ὁποίου περιελίσσονται ὁ ἕνας γύρω ἀπ᾽ τούς ἄλλους. Ἡ ἔκπληξι τήν ὁποία προκάλεσε ὁ “πλεγμένος” αὐτός δακτύλιος εἶναι τόση, ὥστε ἔκανε τούς ἁρμοδίους νά ποῦν χαρακτηριστικά: “Ὁ δακτύλιος αὐτός ἀποτελεῖ μεγάλο πονοκέφαλο γιά μᾶς”»(στό: περ. Πε, τεῦχ. 35, Ν 1980, 60).

Γιά τό μέγεθος τοῦ Σύμπαντος ἡ Γραφή εἶναι ἀποκαλυπτική, ἔστω καί μέ νύξεις: εἶναι τεράστιο:

«Ὁ ἀριθμῶν πλήθη ἄστρων, καί πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν»(Ψ 146, 4) ἀναφέρεται σέ πολυαριθμότατο πλῆθος, ἀλλιῶς ἡ ἀρίθμησι θά ἦταν κάτι ἀνάξιο τοῦ Θεοῦ. Τό δεύτερο ἡμιστίχιο δείχνει τήν κυριότητα τοῦ Θεοῦ στό Σύμπαν.

  • «Ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανός ἀπό τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπό τῶν ὁδῶν ὑμῶν καί τά διανοήματα ὑμῶν ἀπό τῆς διανοίας μου»(Ἡσ 55, 9). Ἀντιστρέφοντας τή σειρά (ὡς, οὕτως) βλέπουμε νά ἐμφαίνεται ἡ ἀπειρότητα τοῦ Σύμπαντος.
  • «Ὅτι κατά τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπό τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τό ἔλεος αὐτοῦ ἐπί τούς φοβουμένους αὐτόν»(Ψ 102, 11). Πάλι ἡ ἀντιστροφή μᾶς ἀνοίγει τά μάτια στήν ἀπέραντη ἔκτασι τοῦ ἀστρικοῦ κόσμου.
  • Τό ἴδιο ὑποφαίνεται καί ἐδῶ: «Κύριος ὁ Ὕψιστος, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν τόν αἰῶνα»(Ἡσ 57, 15).
  • Ὁμοίως: «Τό μέν γάρ οἰκητήριόν σου οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ ἀνέφικτος ἀνθρώποις ἐστίν»(Γ´ Μακ 2, 15).
  • Ἀκόμα: «Εἰ ἀληθῶς κατοικήσει ὁ Θεός μετά ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς; εἰ ὁ οὐρανός καί ὁ οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ οὐκ ἀρκέσουσί σοι, πλήν καί ὁ οἶκος οὗτος, ὅν ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου;»(Γ´ Βασ 8, 27).
  • Τέλος: «Τήν γῆν ὡς οὐδέν ἐποίησεν»(Ἡσ 40, 23).
  • Ἄπειρο σύμπαν: «Ὦ Ἰσραήλ, ὡς μέγας ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ καί ἐπιμήκης (: ἀχανής) ὁ τόπος τῆς κτήσεως Αὐτοῦ (: τῆς κυριαρχίας Του)»(Βαρ 3, 24).
  • Τόνιζε καί ὁ Μ. Ἀντώνιος: «Ἡ γῆ ὁλόκληρη εἶναι ἐλαχιστοτάτη σέ σύγκρισι μ᾽ ὅλο τόν οὐρανό»(ΒΕΠ 33, 21).
  • Ἀναφέρει καί ὁ μακαριστός π. Παΐσιος: «Μέ ρώτησε ἕνας λαϊκός στό Καλύβι: “καλά, τί κάνεις ἐσύ ἐδῶ; Μέρα-νύχτα τί κάνεις;”. Ἦταν γύρω ἀνθισμένες οἱ σουσοῦρες, ὅλη ἡ πλαγιά γεμάτη λουλούδια. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος! “Τί τραβάω”, τοῦ λέω, “ὅλη τήν ἡμέρα νά ποτίσω καί νά περιποιηθῶ ὅλα αὐτά τά ὁποῖα βλέπεις! Καί στόν οὐρανό βλέπεις τή νύχτα πόσα κανδήλια ἀνάβω! Δέν προλαβαίνω νά τά ἀνάψω ὅλα!”. Μέ κοίταζε! “Τή νύχτα”, λέω, “δέν βλέπεις κανδήλια ἐπάνω; Ἐγώ τ᾽ ἀνάβω!!! Προλαβαίνω; Δέν εἶναι ἁπλό σέ τόσα κανδήλια νά βάζης κανδηλῆθρες, λάδι!!”. Τά ᾽χασε ὁ καημένος»(ΠΑ, 140).

Ὁ Κύριός μας σέ δύο παράξενα χωρία, ἀντί τοῦ ὅρου Θεός χρησιμοποιεῖ τήν κατοικία Του, τόν οὐρανό: «Τό βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν [ἐκ τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ, ἐννοεῖται] ἤ ἐξ ἀνθρώπων; ἀποκρίθητέ μοι. Καί ἐλογίζοντο πρός ἑαυτούς λέγοντες· ἐάν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;»(Μρ 11, 30-31) καί «Ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καί ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ»(Μθ 23, 22).

Γιατί τά ἀναφέρουμε τά χωρία αὐτά; Μά ἁπλούστατα γιά νά κατοχυρώσουμε τά Βιβλία τῶν Μακκαβαίων ὡς Κανονικά, ἐφόσον κι αὐτά χρησιμοποιοῦν τόν ἐν λόγῳ ὅρο γιά τό Θεό. Ὁ Χριστός δηλ. μέ τήν αὐθεντία Του τά ἀναγνωρίζει σ᾽ ἕνα κεφαλαιῶδες ζήτημα, ἐκεῖνο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τόπου Του.

Ἄς δοῦμε μερικά χωρία: «Ὅτι οὐκ ἐν πλήθει δυνάμεως νίκη πολέμου ἐστίν, ἀλλ᾿ ἤ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἰσχύς… ὡς δ᾿ ἄν ᾖ θέλημα ἐν οὐρανῷ, οὕτω ποιήσει»(Α´ Μακ 3, 19, 60).

«Καί νῦν βοήσωμεν εἰς τόν οὐρανόν, εἴ πως ἐλεήσει ἡμᾶς καί μνησθήσεται διαθήκης πατέρων ἡμῶν καί συντρίψει τήν παρεμβολήν ταύτην κατά πρόσωπον ἡμῶν σήμερον»(Α´ Μακ 4, 10).

«Καί ἐπιστραφέντες ὕμνουν καί εὐλόγουν εἰς οὐρανόν ὅτι καλόν, ὅτι εἰς τόν αἰῶνα τό ἔλεος αὐτοῦ… καί ἔπεσον πᾶς ὁ λαός ἐπί πρόσωπον καί προσεκύνησαν καί εὐλόγησαν εἰς οὐρανόν τόν εὐοδώσαντα αὐτοῖς»(Α´ Μακ 4, 24, 55).

«Νῦν οὖν κεκράξατε εἰς οὐρανόν, ὅπως διασωθῆτε ἐκ χειρός ἐχθρῶν ὑμῶν»(Α´ Μακ 9, 46).

«Ἔχομεν γάρ τήν ἐξ οὐρανοῦ βοήθειαν βοηθοῦσαν ἡμῖν καί ἐρρύσθημεν ἀπό τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, καί ἐταπεινώθησαν οἱ ἐχθροί ἡμῶν»(Α´ Μακ 12, 15).

«Ἡ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ βοήθεια ἔστω μεθ᾿ ὑμῶν»(Α´ Μακ 16, 3).

«Ἐπεκαλοῦντο εἰς οὐρανόν»(Β´ Μακ 3, 15).

«Πᾶσαι δέ προτείνουσαι τάς χεῖρας εἰς τόν οὐρανόν ἐποιοῦντο τήν λιτανείαν (: τήν ἱκεσία)»(Β´ Μακ 3, 20).

«Τοῦτο δέ ἦν ἐνέργεια τῆς τοῦ βοηθοῦντος τοῖς ᾿Ιουδαίοις ἐξ οὐρανοῦ προνοίας ἀνικήτου»(Γ´ Μακ 4, 21).

«Τούτων μέν οὖν ἐκτενῶς ἡ λιτανεία (: ἡ αἴτησι) ἀνέβαινεν εἰς οὐρανόν… οὐ μήν δέ ἀλλά καί τάς ἔμπροσθεν αὐτῶν γεγενημένας ἀντιλήψεις ἐξ οὐρανοῦ συνιδόντες, πρηνεῖς ὁμοθυμαδόν ρίψαντες ἑαυτούς καί τά νήπια χωρίσαντες τῶν μαστῶν…»(Γ´ Μακ 5, 9, 50).

«Καί θεωρήσαντες οἱ ᾿Ιουδαῖοι μέγα εἰς οὐρανόν ἀνέκραξαν»(Γ´ Μακ 6, 17).

Νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι οἱ Μακκαβαῖοι ἦσαν εὐλαβέστατοι Ἰουδαῖοι καί δέν θά ταύτιζαν πανθεϊστικά τόν οὐρανό μέ τό Θεό. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι τό μοναδικό χωρίο τό ὁποῖο διδάσκει ρητῶς τήν ἐκ τοῦ μηδενός δημιουργία τοῦ Σύμπαντος, ἄρα καί τοῦ οὐρανοῦ εἶναι ἀπό τά βιβλία τῶν Μακκαβαίων (Β´ 7, 28): «ἀξιῶ σε, τέκνον, ἀναβλέψαντα εἰς τόν οὐρανόν καί τήν γῆν καί τά ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτά ὁ Θεός».


Τά ἄστρα δέν εἶναι σέ κρεμάστρα.

Πολλοί προσάπτουν στή Βίβλο τήν πλάνη ὅτι αὐτή διδάσκει πώς τά ἀστρικά σώματα εἶναι καρφωμένα στόν οὐρανό. Τίποτε ἀναληθέστερο αὐτοῦ!

«Ἐξ οὐρανοῦ παρετάξαντο οἱ ἀστέρες, ἐκ τρίβων αὐτῶν παρετάξαντο μετά Σισάρα»(Κρτ 5, 20).

Στήν ἑνότητα αὐτή ἀνήκουν καί τά χωρία τά ὁποῖα μιλοῦν γιά τόν οὐρανό ὡς χῶρο καί τά «ἐντός αὐτοῦ» ἀντικείμενα (ἀστρικά σώματα). Γιά νά εἶναι ἐντός αὐτοῦ, δέν εἶναι καρφωμένα σ᾽ αὐτόν:

«Οἱ δέ ἀκούσαντες ὁμοθυμαδόν ἦραν φωνήν πρός τόν Θεόν καί εἶπον· Δέσποτα, σύ ὁ ποιήσας τόν οὐρανόν καί τήν γῆν καί τήν θάλασσαν καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς»(Πρξ 4, 24). Ἄς σημειώσουμε ὅτι οὔτε τά ἐν τῇ γῇ καί τῇ θαλάσσῃ εἶναι καρφωμένα σ᾽ αὐτές.

«Πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ, ἐν ταῖς θαλάσσαις καί ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις»(Ψ 134, 6).

«Τόν ποιήσαντα τόν οὐρανόν καί τήν γῆν, τήν θάλασσαν καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς· τόν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τόν αἰῶνα»(Ψ 145, 6).

«… ἐπί τόν Θεόν τόν ζῶντα, ὅς ἐποίησε τόν οὐρανόν καί τήν γῆν καί τήν θάλασσαν καί πάντα τά ἐν αὐτοῖς»(Πρξ 14, 15).

«Ἀξιῶσε, τέκνον, ἀναβλέψαντα εἰς τόν οὐρανόν καί τήν γῆν καί τά ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτά ὁ Θεός καί τό τῶν ἀνθρώπων γένος οὕτως γεγένηται»(Β´ Μακ 7, 28).

«Οὗ αἱ χεῖρες ἔκτισαν πᾶσαν τήν στρατιάν τοῦ οὐρανοῦ»(Ὡσ 13, 4). Διαφορά οὐρανοῦ ἀπό στρατιά.


Μιά ἄλλη πλάνη τῶν φιλοεξελικτικῶν εἶναι ἡ ὑποχώρησί τους μπροστά στή ΘτΕ, διαστρεβλώνοντας τή Βίβλο: Ἐνῶ αὐτή λέει ὅτι τά οὐράνια σώματα δημιουργήθηκαν (ἔγιναν-«γενηθήτωσαν») τήν τέταρτη μέρα, αὐτοί διατείνονται ὅτι δημιουργήθηκαν τήν πρώτη μέρα καί ἁπλῶς λόγῳ νεφώσεως τῆς ἀτμοσφαίρας δέν φαίνονταν.

Ὅμως ἡ ἀτμόσφαιρα δημιουργήθηκε τή δεύτερη μέρα.

Ἐξάλλου —ὄχι μονά-ζυγά δικά τους—, ἄν ὁ ἥλιος ὑπῆρχε τήν πρώτη ἡμέρα, ἀναιρεῖται τό ἐπιχείρημά τους γιά τίς τρεῖς πρῶτες μέρες ὅτι δέν ἦταν ἡλιακές, ἄρα 24ωρες.

Ἀκόμα: Ἄν ὑπῆρχε κατά τήν πρώτη μέρα καί τόν σκίαζαν τά νέφη, τότε ἡ Γραφή δέν θά εἶχε λόγο νά μήν τό ἀναφέρη. Τό ἴδιο κάνει π.χ. στήν Κ. Διαθήκη: «… μήτε δέ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων [λόγῳ κακοκαιρίας καί νεφῶν] ἐπί πλείονας ἡμέρας…»(Πρξ 27, 20).

Ἐπίσης: Γιατί στήν περίπτωσι αὐτή νά μήν πῆ ὅτι τά ἀστρικά σώματα ἦταν ἀόρατα, ὅπως τό κάνει γιά τή γῆ; (Γεν 1, 2)

Καί κάτι ἄλλο: Ἄν τά οὐράνια σώματα δέν δημιουργήθηκαν τήν τέταρτη μέρα, τότε, κατ᾽ αὐτήν, ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε. Εἶχε repos!!!

  • Ἄν τό «γενηθήτωσαν φωστῆρες» (Γεν 1, 14) δέν σημαίνει ὅτι τούς κατεσκεύασε τήν τέταρτη μέρα, ἀλλά τό ὅτι τότε ἐμφανίσθηκαν, τότε καί τό «γενηθήτω φῶς»(Γεν 1, 3) σημαίνει ὅτι τότε ἐμφανίσθηκε. Ποῦ εἶναι τότε ἡ δημιουργία του;
  • Ἐξάλλου, λέει ρητά ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος: «Τήν πρώτη ἤδη ἡμέρα τήν περάσαμε χωρίς ἥλιο· τή δεύτερη χωρίς ἥλιο τή διανύσαμε· τήν τρίτη χωρίς ἥλιο τή συμπληρώσαμε· τήν τετάρτη ἡμέρα διατάσσει ὁ Θεός νά γίνουν οἱ φωστῆρες, ὁ ἥλιος, καί ἡ σελήνη, καί τά ἄστρα»(Α, 131).

Στήν ἑνότητα αὐτή, ἔχοντας ἤδη δεῖ, ἀπό τίς προηγούμενες σελίδες, τά διαμαντάκια τῆς Βίβλου (: κανένα λάθος), θά ἀντιπαραβάλουμε μερικά ἐπιστημονικά λάθη τῶν ἀρχαίων:

Γράφει ἡ Μ. Wright: «Ὁ Ἀναξίμανδρος, ὁ πρῶτος φιλόσοφος πού ἐπιχείρησε νά διατυπώση μία πιό ἔλλογη θεώρησι, περιέγραψε τόν ἥλιο, τή σελήνη καί τά ἄστρα ὡς δακτυλίους ἤ στεφάνια ἀπό τροχούς ἅρματος, πού περιβάλλουν λοξά τό σπόνδυλο τῆς γῆς. Τά μεγέθη καί οἱ ἀποστάσεις τῶν τροχῶν τοῦ ἡλίου, τῆς σελήνης καί τῶν ἄστρων ἀπ᾽ τή γῆ δίνονται μέ μαθηματική ἀναλογία, ἄν καί ὑπάρχη ὁ ἁπλός λόγος τοῦ 27, 18, καί 9 (ὁ τροχός τῶν ἄστρων λανθασμένα χαρακτηρίζεται ὡς ὁ ἐγγύτερος). Οἱ τροχοί θεωροῦντο ὅτι εἶναι φτιαγμένοι ἀπό φωτιά καί περιβάλλονταν ἀπό ἀέρα, ὁ ὁποῖος ἔκρυβε τή φωτιά (ὅπως στόν Ὅμηρο, ἕνας θεός μπορεῖ νά κάνη κάποιον ἀόρατο περιβάλλοντάς τον μέ ὀμίχλη), ἐκτός ἀπό ἕνα ἄνοιγμα “σάν τό ἀκροστόμιο ἑνός φυσεροῦ”, ἕνα ἄνοιγμα γιά τούς δακτυλίους τοῦ ἡλίου καί τῆς σελήνης κι ἀρκετά ἀνοίγματα γιά τούς ἀνάλογους δακτυλίους τῶν ἄστρων (Ἱππόλυτος 1.6.4-5· Ἀέτιος 2.20.1 καί 21.1). Οἱ ἐκλείψεις καί οἱ φάσεις τῆς σελήνης μποροῦσαν ἔτσι νά ἑρμηνευθοῦν μέ τό ἄνοιγμα πού κλείνει μερικῶς ἤ πλήρως.

Ὁ Ἀναξιμένης, ὁ διάδοχος τοῦ Ἀναξίμανδρου, ἀπέρριψε αὐτό τό σχέδιο μέ τούς τροχούς καί τά “ἀκροστόμια”. Στόν Ὅμηρο, ὁ θόλος τοῦ οὐρανοῦ περιγραφόταν ὡς μεταλλικός, ἀπό σίδηρο ἤ μπροῦντζο, ἐνῶ ὁ Ἀναξιμένης τόν ἀποκάλεσε “κρυστάλλινο” (κρυσταλλοειδής, δηλ. “σάν πάγος”), μέ σκληρή ὑφή, καθαρό κι ἄχρωμο. Ὑπέθεσε ὅτι τά σταθερά ἄστρα ἦταν στερεωμένα ἐπάνω του “σάν καρφιά” κι ὅτι ὅλο τό ἠμισφαίριο μαζί μέ τά ἄστρα περιστρέφεται “σάν σκοῦφος, γύρω ἀπ᾽ τό κεφάλι”. Ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί οἱ πλανῆτες, ὄντας πλατιοί κι ἐπίπεδοι, αἰωροῦνταν στόν ἀέρα “σάν φύλλα”, ἀλλά κι αὐτά περιστρέφονταν ὅπως καί ὁ θόλος μέ τά ἄστρα. Δέν βυθίζονταν κάτω ἀπ᾽ τή γῆ ἀλλά πίσω ἀπό βουνά στό βορρά, πού τά ἔκρυβαν. Ὅταν ὁ Ἀναξιμένης μιλᾶ γιά καρφιά, φύλλα καί σκοῦφο, βελτιώνει κατά κάποιο τρόπο τή θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου μέ τούς τροχούς καί τά ἀκροστόμια, μέ τήν ἔννοια ὅτι τά οὐράνια σώματα εἶναι τώρα στή σωστή σειρά καί οἱ κινήσεις τους εἶναι περισσότερο κατανοητές, ἀλλά ἡ σύλληψί του γιά μία ἐπίπεδη γῆ “σάν ἕνα σκέπαστρο” (sic) εἶναι ἀπογοητευτική μετά τή θεωρία τοῦ Ἀναξίμανδρου γιά “τό σπόνδυλο ἀπό κίονα”. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ γλώσσα εἶναι ἀφελής, ἀλλά ἀποτέλεσε τό ἐρέθισμα γιά νά ξεκινήση ἡ κοσμολογία νά χρησιμοποιῆ ἐπί μακρόν πρότυπα στήν ἀναπαράστασι κι ἐξερεύνησι τῶν φαινομένων»(MW, 54· βλ. καί: ΘΣ, 59, 69, 73, 85, 92, 98, 99, 102, 123· KC, 82, 115).

° Ἀκόμα: «Στό τέλος τῆς Πολιτείας, στό Μύθο τοῦ Ἡρός, ὁ Πλάτων χρειάσθηκε νά δώση μία ἀναπαράστασι τοῦ σύμπαντος ὡς τοῦ σκηνικοῦ, στό ὁποῖο ταξιδεύει ἡ ψυχή μετά τό θάνατο τοῦ σώματος, καί χρησιμοποίησε γι᾽ αὐτό τό σκοπό τεχνητά ἀντικείμενα —ἕνα κίονα, μία τριήρη κι ἕναν ἄξονα. Στό μύθο, ὁ Ἥρ ἐξηγεῖ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο οἱ ψυχές φθάνουν σ᾽ ἕνα χῶρο κρίσεως σ᾽ ἕνα λιβάδι πάνω στήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς καί μετά ἀπό ταξίδι διαρκείας χιλίων χρόνων, για τίς καλές ψυχές στόν οὐρανό καί γιά τίς μοχθηρές ψυχές κάτω ἀπ᾽ τή γῆ, κινοῦνται ἐκ νέου:

“Καί τήν τετάρτη ἡμέρα ἔφθασαν σ᾽ ἕνα μέρος, ἀπ᾽ τό ὁποῖο μποροῦσαν νά δοῦν ἕνα φῶς πού διέσχιζε εὐθύ (sic) ἀπό πάνω ὁλόκληρο τόν οὐρανό καί τῆ γῆ σάν κίονας κι ἔμοιαζε πάρα πολύ μέ τήν Ἴριδα, ὄντας, ὅμως, λαμπρότερο καί καθαρότερο ἀπ᾽ αὐτήν. Σ᾽ αὐτό ἔφθασαν, ὅπως ἔλεγε, ὅταν εἶχαν προχωρήσει μιᾶς ἡμέρας δρόμο καί στό μέρος αὐτό, στή μέση τοῦ φωτός, εἶδαν νά εἶναι σφικτοτεντωμένες ἀπ᾽ τόν οὐρανό οἱ ἄκρες τῶν δεσμῶν πού τόν συνέχουν. Γιατί αὐτό τό φῶς ἀποτελεῖ τό συνδετικό δεσμό τοῦ οὐρανοῦ καί σάν τά ζώσματα πού ἀγκαλιάζουν τίς τριήρεις συγκρατεῖ ὁλόκληρο τόν περιστρεφόμενο οὐρανό. Στίς ἄκρες αὐτοῦ τοῦ δεσμοῦ εἶναι σφικτά στερεωμένο τό ἀδράχτι τῆς Ἀνάγκης, τό ὁποῖο κρατᾶ τίς τροχιές σέ κίνησι. Τοῦ ἀδραχτιοῦ αὐτοῦ τό στέλεχος καί τό ἀγκίστρι εἶναι ἀπό ἀδάμαντα. Τό σφοντύλι του εἶναι φτιαγμένο ἀπ᾽ τήν ἀνάμιξι ἀδάμαντα μέ ἄλλα ὑλικά”(Πολιτεία 616b-c)»(MW, 59· βλ. καί: DD, 146).

  • Διαβάζουμε: «“Ὁ Ἀναξιμένης (ὑποστήριζε) ὅτι τά ἄστρα περιφέρονται καθώς τά ὠθεῖ ὁ ἀέρας”(Ἀέτ. II, 20, 2 (D. 348), 22, 1 (D. 352) καί 23, 1 (D. 352))»(ΘΣ, 136).
  • «Ὁ Ἐμπεδοκλῆς λέει ὅτι οἱ ἀπλανεῖς ἀστέρες εἶναι συνδεδεμένοι μέ τόν κρυσταλλοειδῆ οὐρανό* [ὑπ.: Συγκρίνατε αὐτό μέ τό Κεφάλαιό μας Τό Στερέωμα,], οἱ δέ πλανῆτες ὑψώνονται ψηλά»(Ἀέτιος ΙΙ, 13, 11 στό: DW, 571).
  • Γράφει ὁ John D. Βernal: «Στήν ἀρχή, ὁ ἐπουράνιος κόσμος εἰκονιζόταν ὅμοιος μέ τό δικό μας. Οἱ Αἰγύπτιοι τόν φαντάζονταν σάν ἕνα ἐπίπεδο κάλυμμα στηριγμένο στούς λόφους, ὅπου ἔρρεε ὁ οὐράνιος Νεῖλος —ὁ Γαλαξίας. Οἱ Βαβυλώνιοι τόν φαντάζονταν στήν ἀρχή σάν τό ἐσωτερικό μιᾶς ἀπέραντης τετράγωνης σκηνῆς, ἀπ᾽ ὅπου κρέμονταν τά ἀστέρια σάν λάμπες»(BJ, 152).
  • Ἐπισημαίνει ὁ Κ. Σιαμάκης: «Δέν πρέπει νά παραλείψω κάτι τό ὁποῖο μέ ἐντυπωσιάζει· οἱ ἀστρονομικές ἀνακαλύψεις τοῦ Ἀριστοτέλους καί τοῦ Ἀριστάρχου, πού, καθώς φαίνεται, ἔγιναν γνωστές στό λαό, φαίνονται καί στήν Καινή Διαθήκη, στήν Ἐπιστολή τοῦ Ἰούδα (στίχ. 13), ὅπου λέγεται ὡς ἀντικείμενο παρομοιώσεως ἡ φράσι “ἀστέρες πλανῆται οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τόν αἰῶνα τετήρηται” (=ἀστέρες πλανῆτες πού εἶναι αἰωνίως σκοτεινοί)»(περ. Μλ, τεῦχ. 2, 110).

Ἰδού ἄλλο ἕνα διαμαντάκι ἀπό τή Βίβλο: Γράφει ὁ Henry Morris: «Τό πρῶτο τμῆμα τοῦ Ἰώβ 26, 7 [«ἐκτείνων βορέαν ἐπ᾽ οὐδέν»] ἔχει ἑρμηνευθῆ ποικίλως. Πολλοί τό ἔχουν ἐκλάβει ὅτι ἐννοεῖ πώς ὑπάρχει μία περιοχή στό βόρειο οὐρανό πού εἶναι κενή ἀπό ἀστέρια. Στήν πραγματικότητα, μπορεῖ πράγματι νά ὑπάρχη ἕνα τέτοιο κενό.

“Ἡ πρόσφατα ἀνακοινωθεῖσα ῾Τρύπα στό Διάστημα᾽, ἕνα χάσμα 300 ἑκατομμυρίων ἐτῶν φωτός στήν κατανομή τῶν γαλαξιῶν, ἔχει προκαλέσει ἔκπληξι στούς κοσμολόγους… Ἀλλά τρία πολύ βαθειά στόν πυρῆνα δείγματα στό Βόρειο ἡμισφαίριο, πού βρίσκονται στή γενική κατεύθυνσι τοῦ ἀστερισμοῦ Βοώτης, ἔδειξαν ἀσυνήθιστα κενά στήν κατανομή τῆς ἐρυθρᾶς μετατοπίσεως. Σέ κάθε περίπτωσι, τά κενά ἐκτείνονταν χονδρικά ἀπό 360 ἑκατομμύρια μέχρι 540 ἑκατομμύρια ἔτη φωτός˙ ἐπιπλέον, κάθε μία ἔδειξε μία ἐμφανῆ αὔξησι γαλαξιῶν στά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά ὅρια τοῦ κενοῦ”(M. Mitchell Waldrop, Delving the Hole in Space, Science 214 (27 N 1981), 1016).

Αὐτό τό κενό δέν θά μποροῦσε νά ἀνιχνευθῆ μέ γυμνό μάτι, ἄρα ὁ Ἰώβ δέν θά μποροῦσε νά ἤξερε γι᾽ αὐτό ἀπό παρατήρησι»(MH, 246).

  • Ὁ Κ. Σιαμάκης σχολιάζει: «Ὁ Γαλαξίας ἀναφέρεται γιά πρώτη φορά στό Ἆσμα (6, 4· 6, 10) τῆς Π. Διαθήκης ὡς Τεταγμέναι (ἔτσι σέ πληθυντικό, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν Πλειάδες, Ὑάδες, Ζώδια, Δίδυμοι), ἐπειδή οἱ δύο σπεῖρες του, τούς ὁποίους βλέπουμε ἀπ’ τή Γῆ [ὄχι, βέβαια, μέ γυμνό ὀφθαλμό· θεοπνευστία τοῦ Ἄσματος], μοιάζουν μέ δύο ἀντιμέτωπες παρατάξεις μάχης ἕτοιμες γιά τή σύρραξι. Χρησιμοποιώντας τον ὁ ποιητής ὡς ἀντικείμενο παρομοιώσεως, λέει ἔτσι τήν ἐκθαμβωτική (θάμβος) ὀμορφιά τῆς κοπέλλας, τήν ὁποία φλερτάρει ὁ ἄνδρας τοῦ ποιήματος»(ΣΚ, 171).

Διάφορα

Ὁ E. Maunder γράφει: «Τό πιό παλαιό εἰκονογραφημένο βιβλίο, τό ὁποῖο ἔχουμε στήν κατοχή μας, εἶναι ὁ νυκτερινός οὐρανός»(στό: PC, 91).

  • Σημειώνει ὁ Ralph Waldo Emerson: «Ὁ Οὐρανός εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἔκθεσι τέχνης ἀκριβῶς ἀπό πάνω μας»(στό: PC, 91).
  • Τά ἀστρικά σώματα ὑπακούουν στό Θεό: «Ἥλιος μέν γάρ καί σελήνη καί ἄστρα ὄντα λαμπρά καί ἀποστελλόμενα [ἐδῶ ἐννοεῖ τό φῶς τους] ἐπί χρείας εὐήκοά εἰσιν»(Ἐπιστολή Ἱερ 59). Αὐτό συνέβη κατά τήν τέταρτη μέρα τῆς δημιουργίας: Ἕνωσε ἀμέσως τό φῶς τῶν ἀστρικῶν σωμάτων μέ τή γῆ γιά νά τή φωτίζη ἀπό τήν ἀρχή.

° «Ὁ ἀποστέλλων τό φῶς, καί πορεύεται, ἐκάλεσεν αὐτό, καί ὑπήκουσεν αὐτῷ τρόμῳ»(Βαρ 3, 33).

  • Ὁ Κ. Σιαμάκης μᾶς παρέχει μιά ἐνδιαφέρουσα ἄποψι: «Ἡ Σελήνη εἶναι γιά τή Γῆ πραγματικός δορυφόρος, μέ τήν κυριολεκτική σημασία τῆς λέξεως. Εἶναι ὁ πλησιέστερος σωματοφύλακάς της· καί ὁ μασέρ γιά τήν καλή της φυσική κατάστασι. α´) Καθώς περιφέρεται γύρω της τόσο συχνά, 13,37 φορές τό χρόνο, και εἶναι στό ἔξω μέρος τῆς νοητῆς σφαίρας, ἡ ὁποία ἔχει κέντρο τή Γῆ καί ἀντικείμενο ἐπιφανείας τή Σελήνη, ὅπου αὐτή περιπολεῖ, τήν προστατεύει, τελευταία καί κοντυνότερη αὐτή, ἀπ’ τούς πυροβολισμούς τοῦ διαστήματος, τά πλήγματα τῶν μετεωριτῶν σοβαροῦ βάρους, δεχόμενη τά τραύματα (κρατῆρες) ἡ ἴδια στό κορμί της ἀντ’ αὐτῆς. Καθώς ἡ Γῆ περιοδεύει γύρω ἀπ’ τόν Ἥλιο, ἡ Σελήνη πού τήν ἀκολουθεῖ τριγυρίζοντάς την, γράφει γύρω ἀπ’ τήν τροχιά τῆς Γῆς μιά τανυσμένη σούστα μέ 13,5 περιελίξεις σέ κάθε γύρο, κι αὐτό γιά τή Γῆ εἶναι μεγάλη ἀσφάλεια. β´) Μέ τήν ἕλξι της ἡ Σελήνη προκαλεῖ στή Γῆ τίς παλίρροιες· στή μέν θάλασσα ἀναμοχλεύει τό νερό, κάτι πολύ εὐνοϊκό γιά τή θαλάσσια ζωή, καί μέ τήν ἐναλλαγή βάρους ἐλέγχει τήν ἀντοχή τοῦ ὑποθαλασσίου φλοιοῦ τῆς Γῆς, καί τόν “γυμνάζει”, στό δέ στερεό καί τό συνολικό φλοιό τῆς κάνει συνεχές μασάζ προκαλώντας συχνούς σεισμούς, δύο στό λεπτό, ὥστε αὐτοί νά εἶναι ἤπιοι. Ἄν οἱ σεισμοί ἦταν ἀραιοί, λ.χ. ἕνας τήν ἡμέρα, θά ἦταν πολύ ἰσχυρότεροι καί καταστρεπτικότεροι. Ἡ Σελήνη —μαζί καί μέ τήν περιστροφή τῆς Γῆς— τακτοποιεῖ δύο φορές τό λεπτό τίς τεκτονικές πλάκες τῆς Γῆς, ὥστε νά μήν αἰφνιδιασθοῦμε οἱ ἄνθρωποι ἀπό μιά ἀβάστακτη καταστροφή. Ἡ Σελήνη συνεχῶς σιδερώνει τό φλοιό τῆς Γῆς καί κάνει μασάζ στό κορμί της ἀκατάπαυστα»(ΣΚ, 125).
  • Σημειώνει ὁ Ρaul Janet: «Ἀγνοῶ ποιός εἶπε “οἱ οὐρανοί ἔπαψαν νά διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ· διηγοῦνται ἁπλῶς δόξαν Νεύτωνος καί Laplace”· ὁ Βüchner εὐχαρίστως θά παραδεχόταν τό ἀξίωμα αὐτό»(στό: ΣΕ, 171). Πολύ μεγάλη σημασία δίνει ὁ Janet στό Βüchner.
  • Ὑποδηλώνει, μήπως, ἡ Γραφή τήν ὕπαρξι καί ἄλλων ἀστρικῶν σωμάτων; Τό μέλλον θά δείξη: «… τόν ἥλιον καί τήν σελήνην καί πρός πάντας τούς ἀστέρας καί πρός πᾶσαν τήν στρατιάν τοῦ οὐρανοῦ»(Ἱερ 8, 2).
  • Ἰδού τρία πατερικά κείμενα:

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «“Τή σελήνη καί τούς ἀστέρας τά ὁποῖα Σύ ἐθεμελίωσες”(Ψ 8, 4). Μέ τό νά πῆ θεμελίωσες σήμανε τό πάγιο καί ἀμετάβλητο τῆς τάξεως καί τοῦ εἱρμοῦ, τά ὁποῖα προσέδωσε σ᾽ αὐτά»(PG 94, 889).

° Ἑρμηνεύει καί ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Σύ δημιούργησες τόν ἥλιο καί τή σελήνη (Γεν 1, 16· Ψ 73, 16) καί ἔθεσες τό νόμο διηνεκῆ σ᾽ αὐτά· αὐτό νομίζω σημαίνει τό “τά θεμελίωσες”(Ψ 8, 4)»(PG 69, 760).

° Ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης σημειώνει: «Τί σημαίνει, λές, αὐτό πού εἰπώθηκε γιά τούς οὐράνιους φωστῆρες “τούς ὁποίους ἀπένειμε Κύριος ὁ Θεός σου σ᾽ ὅλα τά ἔθνη”;(Δευτ 4, 19). Ἄκου, λοιπόν: τούς ἀπένειμε γιά διδασκαλία, γιά ἐκπαίδευσι, γιά γνῶσι, οὕτως ὥστε ἀπό τό μέγεθος καί τήν καλλονή τῶν κτισμάτων νά κατανοῆται ὁ δημιουργός μιᾶς καί εἶναι ἀόρατος (Ρμ 1, 20). Αὐτό δέ τό εἶπε, ἐπειδή στούς Ἑβραίους μαζύ μέ τή κτίσι δόθηκε καί ἡ διδασκαλία τοῦ Νόμου, πού ἀνακηρύσσει τό δημιουργό καί πλάστη»(PG 78, 1032).

  • Ὁ Σεβηριανός Γαβάλων τονίζει: «Γιατί διακόσμησε προγενέστερα τή γῆ ἀπό τόν οὐρανό; Λόγῳ τῆς μελλούσης πολυθέου πλάνης γύρω ἀπό τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί τά ἄστρα»(PG 56, 448). Ὑπονοεῖ ὅτι ἡ γῆ δέν εἶχε ἀνάγκη τῶν ἀστρικῶν σωμάτων τότε.
  • Πῶς νά σκεφθοῦν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι ἀκίνητος ἀφοῦ καί ἡ σελήνη (πού κινεῖται γύρω ἀπό τή γῆ) καί ὁ ἥλιος τό ἴδιο φαίνονται νά κινοῦνται γύρω ἀπό τή γῆ;
  • Ἄν ἡ ἐπιστήμη ἀποδείξη χωρίς ἀμφιβολίες ὅτι τό σύμπαν διαστέλλεται, μποροῦμε τήν ἄποψι αὐτή νά τή συσχετίσουμε μέ τά χωρία πού μιλοῦν γιά τήν ἔκτασι (τό ἐκτείνεσθαι) τοῦ οὐρανοῦ:

«Ὁ τανύσας τόν οὐρανόν μόνος»(Ἰώβ 9, 8).

«Ἐκτείνων τόν οὐρανόν ὡσεί δέρριν»(Ψ 103, 2).

«Ὁ στήσας ὡς καμάραν τόν οὐρανόν καί διατείνας ὡς σκηνήν κατοικεῖν»(Ἡσ 40, 22).

«Ἐξέτεινα τόν οὐρανόν μόνος»(Ἡσ 44, 24).

«Κύριος ἐκτείνων οὐρανόν»(Ζαχ 12, 1).

Περί ἡλίου

Γράφει ὁ Ν. Βασιλειάδης: «Ὁ Γαλιλαῖος… ἑρμηνεύει ὡς ἀκολούθως τούς στίχους 6 καί 8 τοῦ 18ου Ψαλμοῦ: “… Ὁ ἥλιος ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ, ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν ὁδόν αὐτοῦ”. Τό “ὁ ἥλιος ὡς νυμφίος ἐκπορεύεται ἐκ παστοῦ αὐτοῦ” σημαίνει, κατά τό Γαλιλαῖο, ὅτι ὁ ἥλιος ἐκπέμπει ἀκτῖνες· ἡ ἀκτινοβολία του ἁπλώνεται καθ’ ὅλο τόν κόσμο καί ὀνομάζεται “νυμφίος”, γιατί μέ τή δύναμί της γονιμοποιεῖ τήν κτίσι. Τό “ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν ὁδόν αὐτοῦ” ἀναφέρεται στήν ἡλιακή ἐνέργεια, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς μία κίνησι, σάν μιά ἐκτίναξι καί ἀναπήδησι· ἀναφέρεται  ἐπίσης στή μεγάλη ταχύτητα τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων, τή δύναμι καί τήν ἱκανότητά τους νά διεισδύουν παντοῦ, σέ ὅλα τά ἀντικείμενα. Τό “ἐκπορεύεται ἐκ παστοῦ αὐτοῦ “ δέν σημαίνει, πάντοτε κατά τό Γαλιλαῖο, τόν ἥλιο· δέν ὑπονοεῖται ἐδῶ τό ἡλιακό σῶμα, ἀλλά τό ἡλιακό φῶς, τοῦ ὁποίου ὁ ἥλιος εἶναι ἀποθήκη…”(Ἐπιστολή Γαλιλαίου πρός τόν Piero Dini, 23/3/1615, στό: R. Hooykaas, Religion and the Rise of Modern Science, σ. 125-126)»(ΒΝ, 148).

  • Ἀκτῖνες ἡλίου: «Οὔπω δέ ἡλίου βολαί κατεσπείροντο…»(Γ´ Μακ 5, 26).
  • Ἰδού καί κάτι πού ἀποδίδεται στόν ἱ. Χρυσόστομο: «Θέλεις νά δῆς μέ ποιό τρόπο κοιτάζει ὁ εὐσεβής καί θαυμάζει τό κάλλος καί κρατάει τήν προσκύνησι γιά τόν Κτίστη; Λέει κάποιος ἀπό τούς σοφούς, ἐννοῶ τούς σοφούς κατά τήν εὐσέβεια· “Ἥλιος ἐκλάμπων ἐν ὑψίστοις Κυρίου, σκεῦος θαυμαστόν, ἔργον ἰσχυρόν· ἀκτῖνας πυροειδεῖς ἐκφυσῶν (: ἐκπέμπων), καταλάμπων τόν οὐρανόν”(πρβλ. ΣΣειρ 50, 7). Καί τί συνάπτει; “Μέγας ὁ Κύριος ὁ ποιήσας αὐτόν”(πρβλ. ΣΣειρ 43, 5). Καί τό κάλλος ἐκήρυξε καί τόν τεχνίτη δέν ἔκρυψε»(ΡG 59, 630).
  • Γράφει ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος: «“Συναχθήτω τό ὕδωρ εἰς συναγωγήν μίαν καί ὀφθήτω ἡ ξηρά”(Γεν 1, 9). «Συγχρόνως παρατηρήθηκε (γιά νά μή φαίνεται ὅτι μᾶλλον ἀπό τόν ἥλιο, παρά ἀπό τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ξηράνθηκε) ὅτι ἡ ξηρά δημιουργήθηκε πρίν δημιουργηθῆ ὁ ἥλιος»(Α, 87).

° Ἀκόμα: «Πρίν δημιουργηθῆ ὁ φωστήρας τοῦ ἡλίου, ἄς γεννηθῆ ἡ χλόη… Νεώτερος εἶναι ἀπό τή χλόη, νεώτερος ἀπό τό χόρτο»(Α, 94).

  • «Ἐκ στόματος νηπίων»:

«—Πότε ἄρχισε ὁ ἥλιος;

—Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νά ζοῦν.

—Ποιός τόν ἔφτιαξε;

—Ὁ Θεός (Συνομιλία μέ τό γυιό μου, 1985).

Ἔκανα αὐτές τίς ἐρωτήσεις στό μικρό μου γυιό μία ἑβδομάδα πρίν τά πέμπτα του γενέθλια»(R, 21).

  • Ἰδού καί μιά ἀφελότητα: «Ὁ Humboldt παραθέτει ἕνα ἀνέκδοτο, στό ὁποῖο ἕνας ἄνδρας κατώτερης κοινωνικῆς τάξεως, ἀκούγοντας μιά συζήτησι φοιτητῶν τῆς ἀστρονομίας γιά τά ἀστέρια, ἔθεσε τήν ἐρώτησι: “Καταλαβαίνω, ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάφερε μέ τή βοήθεια ὅλων τῶν δυνατῶν μηχανημάτων νά μετρήση τήν ἀπόστασι τῆς γῆς ἀπ’ τά μακρυνότερα ἀστέρια καί νά ἐξακριβώση τή θέσι τους καί τήν κίνησί τους. Ἀλλά θά ἤθελα νά ξέρω, πῶς ἔμαθαν τά ὀνόματα τῶν ἀστεριῶν;”. Πίστευε ὅτι τά ὀνόματα τῶν ἀστεριῶν μαθαίνονται μόνο ἀπό αὐτά τά ἴδια»(V, 375).

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙ

Περί Ἐξελίξεως 2

ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Σταμάτα 2014

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Email: truthtarget@gmail.com

ΑΠΑΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΟ ΤΡΑΧΩΝΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ – ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΨΕΥΔΟΘΑΥΜΑΤΑ & ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

10525772_794046710645564_8263926357417245073_n

Απάτη Μεγάλη τα Σημεία στο Τραχώνι της Κύπρου

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΨΕΥΔΟΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

Exof_oKairosEggysΕλένης Σταμούλου,

Θεολόγου

Μετά από ενδελεχή έρευνα του Προέδρου μας π. Μαξίμου Μοναχού Αγιορείτου δια τα “ΣΗΜΕΙΑ” του Τραχωνίου και το τελικό του συμπέρασμα ότι όλα αυτά ήταν μια ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΑΤΗ, σύμφωνα και με την ανακοίνωση της Αρχιεπισκοπής της Κύπρου,(όρα πιο κάτω στο Πειστήριο Α’) ο π. Μάξιμος, κατήγγειλε και αποκάλυψε όλα τα ανωτέρω, τον Μάϊο και Ιούνιο του 1999 εις την Τηλεοπτικήν του Εκπομπή “Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ” από την ΤΗΛΕΤΩΡΑ .
Στην συνέχεια στο Τεύχος “Απρίλιος-Ιούνιος 1999” του Περιοδικού μας “Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ” δημοσιεύσαμε σχετικό άρθρο δια τα “ΣΗΜΕΙΑ” του Τραχωνίου γράφοντας με μεγάλα και κεφαλαία γράμματα ότι είναι: “ΑΠΑΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟ ΤΡΑΧΩΝΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ” λέγοντας χαρακτηριστικά:
“…Τα σημάδια αυτά είναι δυστυχώς μια απάτη, μια μεγάλη και καλοστημένη απάτη από τον ιδιοκτήτη της οικίας τον κ. Ιωάννου και άλλων ίσως συνεργατών του, που σκοπό είχε, απ’ ότι φάνηκε, την σύνδεση και αναγωγή των “Σημείων” εις το πρόσωπόν του, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ, άκουσον-άκουσον !!!, πιστεύει ότι είναι “ο… ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ο εκ Πενίας, ο οποίος θα πάρει την Κωνσταντινούπολιν και θα οδηγήσει τον Λαόν του Θεού, στα χρόνια του Αντιχρίστου εις την Γη της Επαγγελίας, τα όρη και τά βουνά, όπως τό πάλαι ο Προφήτης Μωϋσής τον Ισραήλ”.
ΘΕΕ και ΚΥΡΙΕ !!! Φύλαξόν μας από τέτοιου είδους Οίηση και “εκ δεξιών Πλάνες”. Αυτά πλέον ξεπερνούν και την πιο αρρωστημένη φαντασία, και τις πιο εωσφορικές και υπερήφανες επιθυμίες και σκέψεις.

Op_oKairoseggys

Μάλιστα έχει κυκλοφορήσει, ΔΥΣΤΥΧΩΣ και σχετικό βιβλιαράκι με “Ερμηνείες-Προφητείες” των σημείων αυτών από την “ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ”, όπου μπορεί να διαβάσει κανείς αθεολόγητες απόψεις και θέσεις, αυθαίρετες γνώμες, καθώς και πρωτοποριακές αμπελοφιλοσοφίες και σοφιστείες “ευσεβών πόθων και επιθυμιών” του ανωτέρου συντάκτου.

Μία απάτη λοιπόν και τίποτα περισσότερο, όπως ανακοίνωσε και από την εκπομπή “Η Φωνή του Πατροκοσμά” πρώτος ο π. Μάξιμος εις την Τηλετώρα.
Όσοι δε έχουν ίσως ακόμη κάποιους ενδοιασμούς και αμφιβολίες, ας περιμένουν μέχρι τις 9 Ιουλίου 1999 ή αν θέλουν και λίγο μετά, διά να διαπιστώσουν ότι τίποτε απ’ ότι έχουν πει και έχουν γράψει, όλοι αυτοί οι κύριοι, δεν πρόκειται να συμβεί.
Περισσότερες όμως λεπτομέρειες για όλη αυτή τη Φοβερή και καλοστημένη Απάτη-Ιεροσυλία, θα μπορέσετε να διαβάσετε εις το επόμενο τεύχος μας, όπου θα δίδονται όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες οι διευκρινίσεις επί του προκειμένου θέματος αφού θα αφιερώσουμε ολόκληρο άρθρο, προς ενημέρωση, αλλά και καθησυχασμό των αγαπητών φίλων, αδελφών, μελών και αναγνωστών μας”. Αυτά λοιπόν γράφαμε σε προηγούμενο τεύχος μας. Ας δούμε λοιπόν, τώρα ορισμένα από τα πολλά στοιχεία και Ντοκουμέντα, που έχομεν εις τας χείρας μας.

ΠΕΙΣΤΗΡΙΟ Α’
Ως γνωστόν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου εδιόρισε τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τούς, π. Επιφάνιο Ρούσο, Πρόεδρο και μέλη τούς πρωτοπρεσβύτερους π. Ευάγγελο Γιαλουρίδη και π. Σάββα Μιχαηλίδη.
Η Επιτροπή εξέτασε με σύνεση και προσοχή επί μακρόν το όλον θέμα και μετά από σχετική έρευνα κατέληξε εις το συμπέρασμα της. Ότι, όλα αυτά τα κακότεχνα σχέδια, τα γράμματα και οι ημερομηνίες στην πιο πάνω οικία είναι “ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΠΑΤΗΣ”: “Ως προς την πραγματικήν αιτίαν και προέλευσιν των σχεδίων αυτών, αποφαινόμεθα κατηγορηματικώς, ότι είναι ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΠΑΤΗΣ, δι’ ανθρωπίνης χειρός” και μάλιστα “ασυνάρτητον συνονθύλευμα φαντασιών πασχούσης και απατώσης προσωπικότητος”.
Η Επιτροπή στις 6/7/99 κατέθεσε το Πόρισμα της, εις την Ι. Σύνοδο, η οποία στην συνέχεια εξέδωσε την κάτωθι ανακοίνωσιν.

ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΚΥΠΡΟΣ 7/7/99

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
Η Ιερά Σύνοδος έχοντας υπόψη τις απόψεις μελών της που εκφράστηκαν από καιρό, καθώς και την έκθεση της Επιτροπής, που ορίστηκε για εξέταση της εμφάνισης “σημείων”, σε οικία στο Τραχώνι, αποδέχεται χωρίς καμμιά επιφύλαξη το πόρισμα της Επιτροπής ότι τα κακότεχνα σχεδιάσματα, τα γράμματα και οι ημερομηνίες στην πιο πάνω οικία είναι “ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΠΑΤΗΣ” και “ασυνάρτητον συνονθύλευμα φαντασιών πασχούσης και απατώσης προσωπικότητος”.
Η Ιερά Σύνοδος καλεί το λαό να επιδείξει νηφαλιότητα, ακράδαντη πίστη στο Θεό και εμμονή στη διδασκαλία του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας, χωρίς να παρασύρεται από ανθρώπους που πλανώνται και από άλλες αφελείς διαδόσεις, οράματα και προφητείες.
Η αστάθεια και η ακαταστασία των καιρών μας, η αβεβαιότητα για το μέλλον και η ανατροπή των αξιών στη σύγχρονη κοινωνία είναι φυσικό να ωθούν πολλούς σε αναζήτηση νοήματος ζωής. Δεν θα πρέπει όμως αυτοί να παγιδεύονται σε διδασκαλίες και πράξεις ανθρώπων, που δρουν για το δικό τους προσωπικό συμφέρον, διδασκαλίες που είναι ξένες προς την ορθόδοξη πίστη μας. Αντίθετα θα πρέπει περισσότερον να στρέφονται προς την Εκκλησία και την αυθεντική διδασκαλία Της.
Αναφορικά με τις διάφορες “προφητείες” που διαδίδονται για συντέλεια του κόσμου, η διδασκαλία του Χριστού είναι ξεκάθαρη. “Περί της ημέρας εκείνης και της ώρας ουδείς οίδεν…” (Ματθ. ΚΔ’ , 36). Εξ ίσου σαφής ήταν και η σύστασή Του προς αυτούς τούς ίδιους τούς Αποστόλους: “Ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους η καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν ιδία εξουσία” (Πράξ. Α’ ,6-7).
Η Ιερά Σύνοδος καλεί τούς πιστούς να μην παρασύρονται από όσους, είτε εσκεμμένα είτε από άγνοια η αφέλεια επιχειρούν να τούς παραπλανήσουν. Ας εντείνουμε όλοι τις προσπάθειές μας για μια συνειδητή χριστιανική ζωη μέσα στην Εκκλησία και τα Μυστήριά της, κι ας μην ξεχνούμε ότι: “ Θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστιν Ιησούς Χριστός”. (Α’ Κορ. Γ’ 11)
(ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ 8/9/99 ΕΙΣ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
(Σ. Σ. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας)
ΠΕΙΣΤΗΡΙΟ Β’
Κατωτέρω παραθέτουμε αυτούσιο ένα κείμενο που κυκλοφόρησε σε φυλλάδιο ο ίδιος ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου (= ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ) από τον Μαϊο του 1999 σε χιλιάδες αντίγραφα, δια να ιδείτε ιδίοις όμμασι του λόγου το αληθές και την ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΑΝΗ του κυρίου.

Η ερχομένη οξεία και δίστομος ρομφαία και η Αναλαμπή της Ορθοδοξίας
Ενώ απομένουν μονάχα ελάχιστοι μήνες για να εισέλθουμε στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία,(Σχόλιο του Περιοδικού: Σκεφθείτε, Προφήτης και άγιος του Θεού και να μην ξέρει ότι δεν εισέρχεται το 2000 η 3η Χιλιετία, αλλά το 2001 !!!) βλέπουμε το ανθρώπινο γένος να οδεύει κυριολεκτικά από το κακό στο χειρότερο. Η προφητεία του Οσίου Νείλου του Μυροβλήτη επιβεβαιώνεται πλήρως : “Όταν πλησιάση ο καιρός της ελεύσεως του Αντιχρίστου θα σκοτισθή η διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη της σαρκός και θα πληθυνθή σφόδρα η ασέβεια και η ανομία… Τότε αιφνιδίως θέλει έλθει η δίστομος ρομφαία και θα θανατώσει τον πλάνον και τούς οπαδούς αυτού. ”
Δυστυχώς στις μέρες μας βλέπουμε ότι πολλοί βαπτισμένοι Χριστιανοί είναι απλώς κατ’ όνομα Χριστιανοί. Πολλοί είναι οι κλητοί αλλά λίγοι οι εκλεκτοί. Βλέπουμε τα δήθεν χριστιανικά και ισχυρά έθνη της Δύσης να βρίσκονται κυριολεκτικά εκτός του πνεύματος και της αλήθειας του Ευαγγελίου, αφού οι κυβερνήτες τους είναι άνθρωποι ασεβείς και αντίχριστοι, όργανα δουλικά του διαβόλου, σφαγείς των λαών… Η διαβολική εικόνα της σημερινής παγκόσμιας κοινωνίας είχε προφητευθεί και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Επίσης πολλοί Άγιοι Πατέρες της Ορθοδοξίας έχουν προφητεύσει για τα αναμενόμενα παγκόσμια γεγονότα των ημερών μας,…
Προ διετίας περίπου, γίναμε μάρτυρες μιας έξαρσης θαυμαστών φαινομένων. Πολλές εικόνες σε εκκλησίες και μοναστήρια δακρυρροούσαν και μυρόβλυζαν. Το μήνυμα ήταν σαφές. Αυτή η χαρμολύπη των Αγίων της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας μας προειδοποιούσε για την επερχόμενη οξεία και δίστομο ρομφαία της δικαιοσύνης του Θεού. Ο δίκαιος Θεός θα πατάξει και θα συντρίψει τα ισχυρά έθνη, που αντιπροσωπεύουν την ανομία του διαβόλου και θα επιβάλει την Ορθοδοξία, δια του προφητευόμενου εκλεκτού και εκ πενίας ερχομένου Βασιλέα Ιωάννη, ο οποίος θα αποκαλυφθεί και θα αναδειχθεί με όλη του τη δόξα επί των ημερών μας (σ.σ. !!!)

Η εικονιζόμενη προφητεία στο χωριό Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού ήταν ο επίλογος των προφητικών και προειδοποιητικών μηνυμάτων του Θεού, που μας καλούν σε αφύπνηση, σε μετάνοια και προσευχή, ενώ παράλληλα στέλλουν και το ανεκλάλητης χαράς προφητικό μήνυμα της εθνικής και πνευματικής ανάστασης της Κυπρου μας και τη συντριβή της Τουρκίας. Η Εικονιζόμενη Προφητεία στο Τραχώνι, μιλά πεντακάθαρα για όλα αυτά. Καλύπτει τα γεγονότα της εικοσιπενταετίας 1999 – 2024, κατά την οποία θα δράσει ο Άγιος Βασιλέας Ιωάννης και θα επιβληθεί η Ορθοδοξία παγκοσμίως. Λιγο μετά την ανάδειξη του Αγίου Βασιλέα Ιωάννη θα εμφανιστεί και ο Αντίχριστος, ο οποίος θα δράσει για τριάμισυ χρόνια, αλλά θ’ αντιμετωπιστεί και θα συντριβεί. Η πορεία προς την Αναλαμπή θα διαρκέσει μέχρι το 2024, οπότε θ’ αρχίσει κι η Επίγειος Βασιλεία. Τοτε δεν θα υπάρχει, ούτε αδικών, ούτε αδικούμενος. Θα επικρατήσει η ειρήνη και η δικαιοσύνη του Θεού.

Ο προφητευόμενος Άγιος Βασιλέας Ιωάννης είναι Έλληνας Κύπριος και ζει στην Κύπρο επί των ημερών μας, χωρίς ακόμα να αποκαλυφθεί.
Παραθέτουμε πάρα κάτω τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του και τον τρόπο ανάδειξής του:
(Σ.Σ. Και τώρα αρχίζει να παραθέτει τα 18(!!!) χαρακτηριστικά γνωρίσματά του “Αγίου Βασιλέα Ιωάννη”, δηλαδή του… ΙΔΙΟΥ !!! Προσέξτε τα ένα προς ένα)
1) Ο Κύπριος στην καταγωγή Άγιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης, εμφανίστηκε αρκετές φορές στον κ. Ιωάννη Ιωάννου, τον ιδιοκτήτη του σπιτιού με την Εικονιζόμενη Προφητεία στο Τραχώνι. Σε μία από αυτές του δώρισε ένα Ευαγγέλιο, το οποίο ανήκε στον π. Θεόφιλο, αδελφό του προπάππου του Αγίου Βασιλέα Ιωάννη.
2) Ο Άγιος Βασιλέας Ιωάννης είναι Έλληνας Κυπριος, ζει δε στις μέρες μας ανάμεσά μας. Γνωρίζει ότι είναι ο Άγιος Βασιλέας, αλλά δεν το αποκαλύπτει, μέχρι να τον αναδείξει ο Θεός. (σ.σ. ο Γιαννάκης είναι Κυπριος)
3) Θα είναι μεταξύ 30-40 ετών, όταν θα τον αναδείξει ο Θεός με όλη του τη δόξα. (σ.σ. ο Γιαννάκης είναι μεταξύ 30 και 40 ετών, γεννήθηκε το 1965)
4) Θα τον αναδείξει ο Θεός μέρα Παρασκευή, στις 9.00 π.μ.
5) Θα φανεί πορφυρός σταυρός στον ουρανό. Από το κάτω μέρος της κάθετης δοκού του θα ανακλασθεί μία δέσμη φωτός, η οποία θα καταλήξει πάνω από τη φτωχή “καλύβη” του εκλεκτού και Άγιου Βασιλέα Ιωάννη.
6) Είναι ο καθήμενος επί ίππου λευκού, που αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (Κεφ. Στ, 2 και ΙΘ, 11-16).
7) Θα του χρίσει τα χέρια με λάδι και το κεφάλι με άκτιστο φως.
8) Είναι μετρίου αναστήματος και δεν είναι λίγο φαλακρός, όπως νομίζουν μερικοί.
9) Ένα από τα δάκτυλα των χεριών του θα φέρει σχήμα δρεπάνου.
10) Όταν θα τον αναδείξει ο Θεός, θα έχει το πιο σπάνιο ύφος του κόσμου. Θα είναι ο μοναδικός άνθρωπος, που έζησε ποτέ στη γη, με πολύ πολύ πράο και ταυτόχρονα πολύ αυστηρό βλέμμα. Αυτό το βλέμμα μόνο ο Ιησούς Χριστός το είχε.
11) Ο Παράκλητος (το Άγιο Πνεύμα) θα κατοικεί μέσα στον Άγιο Βασιλέα.
12) Θα έχει 18 χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία θα χρησιμοποιεί επικαλούμενος πάντοτε την Αγία Τριάδα. Τιποτα δεν θα κάνει χωρίς την επίκληση της Αγίας Τριάδος.
13) Θα είναι πολύ πολύ υπομονετικός, αλλά και αυστηρός.
14) Θα έχει τη χάρη του Θεού να ελεεί αμέσως και να θεραπεύει αμέσως. Δεν θα τιμωρεί άμεσα. Η τιμωρία θα εκδηλώνεται σιγά σιγά.
15) Το νύχι του πρώτου δάκτυλου του δεξιού του ποδιού θα φέρει τύλωμα (εξόγκωμα).
16) Δεν είναι ρασοφόρος αλλά λαϊκός.
17) Τον έχουν διώξει οι άνθρωποι απ’ την οικία του και τον έχει ήδη σημαδέψει ο Θεός.
18) Στα χέρια του θα έχει σειρά από άρματα και πορφυρούς σταυρούς. (σ.σ. ο Γιαννάκης στα χέρια του έχει χαραγμένους σταυρούς).
Γιαννάκης Μ. Ιωάννου
Λεμεσός Τραχώνι – Μάιος του 1999
(Και ακολουθεί χειρόγραφος υπογραφή και μονογραφή του)
(Σ.Σ. Δηλαδή με λίγα λόγια με όλα τα ανωτέρω περιγράφει τον ΕΑΥΤΟΝ του. Τα σχόλια νομίζω είναι περιττά)
ΠΕΙΣΤΗΡΙΟ Γ’
Ας δούμε και την έκθεσιν της τοπικής Αστυνομίας σχετικά με το θέμα.
“ 1) … α) …Σχετικά με τα τεκμήρια 6, 7, 8, ο Ανώτ. Υπαστ. Φ. Ακάμας μετά από εξέταση, διαπίστωσε ότι η φωτογραφία του Αγ. Γεωργίου Χοζεβίτη λήφθηκε από την εικόνα του Αγ. Γεωργίου Χοζεβίτου (τεκμ.8).
(Σ.Σ. ο Γιαννάκης έλεγε ότι του παρουσιαζόταν συχνά πυκνά ο άγιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης και συνομιλούσαν δια διάφορα θέματα!!! κάποια λοιπόν στιγμή ενώ ήτο μπροστά του ο Άγιος τον φωτογράφησε!!! και στην συνέχεια παρουσίαζε ως απόδειξη των εμφανίσεων του Αγίου Γεωργίου αυτή την φωτογραφία, η οποία όμως σύμφωνα με την αστυνομία δεν είναι αληθινή….)
2) Όσον αφορά τις φωτογραφίες κειμένων στούς τοίχους της οικίας η αμφισβητούμενη γραφή εξετάστηκε από τον Εμπειρογνώμονα γραφολόγο με σύγκριση δειγμάτων γραφής που αποδίδονται στούς Γιαννάκη Ιωάννου, Γεώργιο Πετούση, Πετρο Κομπο και Γεώργιο Καπάταη και σε έκθεση του αναφέρει : “….τα δείγματα που αποδίδονται στον Πετρο Κομπο παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες που μου δημιουργούν την απλή υποψία ότι δυνατό να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο…”
3) Το τεκμήριο λείψανο δεν εξετάστηκε από τον Δρα Καρυόλου του Ινστιτούτου Γενετικής αφού για την εξέταση D.N.A. θα κατεστρέφετο ολόκληρο και ο Γ. Ιωάννου δεν συγκατατίθετο στην καταστροφή του και το ήθελε να του επιστραφεί αυτούσιο ως τούτο παρελήφθη.
Υπαστυνόμος
Α. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Υπεύθυνος Συμπλέγματος Επισκοπής
ΠΕΙΣΤΗΡΙΟ Δ’
Ο “ Άγιος Ιωάννης ο Βασιλεύς” δηλαδή ο Γιαννάκης όπως του αρέσει να τον φωνάζουν, κυκλοφορεί πολλά έντυπα με διάφορα ψευδώνυμα και σε χιλιάδες αντίγραφα. Σε κάποιο απ’ όλα αυτά διαβάζουμε τα εξής ωραία και χαριτωμένα, που βέβαια πάντα έχουν σχέσιν με την ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ του ότι είναι ο “ Άγιος Ιωάννης ο Βασιλεύς” που θα ΣΩΣΕΙ τούς ΠΙΣΤΟΥΣ και την ΕΛΛΑΔΑ.
(Σημείωσις δική μας: ΠΡΟΣΟΧΗ!!! όλα τα κείμενα τα οποία ακολουθούν και συγκεκριμένα α) Λόγος περί οπτασιών Α’ β)Οπτασία Β’ γ) Οπτασία Ε’ και δ) Περί του Νέου Μωϋσέως ειναι κείμενα-έντυπα-φυλλάδια-άρθρα-γραπτά, που έχει κυκλοφορήσει ο ίδιος ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου σε διαφόρους τόπους και χρόνους)

“…Εδώ βλέπουμε ότι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μας ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ να ΦΥΓΟΥΜΕ αμέσως μετά την απελευθέρωση της Πολης στην ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΡΙΗΜΕΡΗ ΜΑΧΗ, όπου θα καταστραφούν οι ΡΩΣΣΟΙ, και μάλιστα πεζοί, προς τα ανατολικά, με κάποιες προμήθειες και ότι θα μένουμε σε σπηλιές. Και δεν μας λέει να μείνουμε εδώ βασιλεύοντας είγείως επειδή ελευθερώθηκε η Κωνσταντινούπολη, όπως πολλοί παρερμηνεύουν τις Θείες Προφητείες και Γραφές. Διότι το νόημα της Βασιλείας είναι πνευματικό και όχι επίγειο, σαρκικό. Διότι λέγοντας ΠΟΛΗ εννοεί την Ορθόδοξη Εκκλησία και με την ελευθέρωσή της εννοείται η Έξοδος των πιστών από τη σύγχρονη Βαβυλώνα όπου είναι ωσάν αιχμάλωτοι. Και το ΒΑΣΙΛΕΙΟ θα το αποτελέσουν οι ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΙΣΤΟΙ, όπου κατά την ώρα της ΕΞΟΔΟΥ θα γίνουμε όλοι μια ΠΟΙΜΝΗ, χωρίς να είμαστε πια διασκορπισμένοι, ο λαός του Θεού, ανάμεσα στούς αιρετικούς και σφραγισμένους οπαδούς του Παπα της Ρωμης και του Αντίχριστου και για την Αποστολή αυτή έχει ορίσει και άνθρωπο δικό του Ο Πανάγαθος Θεός, όπου θα μας οδηγήσει εις τον έρημο τόπο, τον ητοιμασμένο από καταβολής κόσμου. Οι Άγιοι Προφήτες αναφέρουν Τον Οδηγό μας αυτό ως εκ Πενίας, από την φτώχεια δηλαδή, Άγιο Βασιλέα. Για τον εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα (Ιεροκήρυκα) υπάρχει πλήθος από προφητείες τόσο στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη όσο και στα κείμενα τα Ιερά των μετά Χριστόν Αγίων Προφητών. Στα προφητικά αυτά κείμενα αναφέρονται και περιγράφονται με σαφήνεια και ακρίβεια ο Χρόνος και ο τρόπος της δράσης και αποκάλυψης του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως, τα χαρακτηριστικά τα οποία τον διακρίνουν και θα μας οδηγήσουν στην αναγνώρισή του, τα οικογενειακά και φιλικά πρόσωπα που τον περιβάλλουν αλλά και τα εχθρικά που τον επιβουλεύονται. Τις Προφητείες αυτές οι οποίες εκπληρώνονται στις ημέρες μας, θα προσπαθήσουμε να τις παρουσιάσουμε με συντομία. ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΩΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΒΑΣΙΛΕΥΣΕΙ ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ.

Στις προφητείες που ακολουθούν θα δούμε ότι ο Εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς είναι ΠΤΩΧΟΣ, ΣΟΦΟΣ, ΔΡΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ, ΚΗΡΥΤΤΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΡΑΠΤΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΕΤΡΑΜΕΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ(όπως αναφέρει Ο Άγιος Κυριαζής στο βιβλίον Μια Προφητεία μόνον δια την ΕΛΛΑΔΑ). ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΔΥΟ ΑΝΔΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΚΑΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΟΝΙΜΩΣ ΠΛΑÏ ΤΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ.

Και θα ξεκινήσουμε με την ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ και συγκεκριμένα με τον Αποκαλυπτικό Προφητικό Λογο του ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗ, Κεφ. Θ, στιχ. 13-18, όπου κάνει λόγο περί Του Εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως. “13 Και γε τούτο είδον σοφίαν υπό τον ηλιον, και μεγάλη εστί προς με• 14 πόλις μικρά (ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ) και άνδρες εν αυτή ολίγοι, (ΠΙΣΤΟΙ) και έλθη επ’ αυτήν βασιλεύς μέγας (ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ) και κυκλώση αυτήν και οικοδομήση επ’ αυτήν χάρακας μεγάλους• (ΑΙΡΕΣΕΙΣ – ΧΑΡΑΓΜΑ 666 – ΚΑΡΤΕΣ – ΦΟΡΟ – ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ) 15 και ευρη εν αυτή άνδρα πένητα σοφόν, (ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ ΖΩΝΤΑΝΟ, ΠΤΩΧΟ ΚΑΙ ΣΟΦΟ, ΤΟΝ ΕΚ ΠΕΝΙΑΣ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΑ) και διασώσει αυτός την πόλιν εν τη σοφία αυτού• (με το ΚΗΡΥΓΜΑ του με το οποίο προειδοποιεί τούς πιστούς να μην υποκύψουν στον Αντίχριστο) και άνθρωπος ουκ εμνήσθη συν του ανδρός του πένητος εκείνου. 16 και είπα εγώ• αγαθή σοφία υπέρ δύναμιν, και σοφία του πένητος εξου δενωμένη, (επειδή πρόκειται για πτωχό άνθρωπο οι σοφοί του κόσμου περιφρονούν το κήρυγμά του και τον ίδιο. ΔΕΝ πρόκειται δηλαδή για βασιλικό πρόσωπο, αλλά για πτωχό άνθρωπο) Και οι λόγοι αυτού ουκ εισίν ακουόμενοι. (Δεν εισακούεται το κήρυγμά του) 17 λόγοι σοφών εν αναπαύσει ακούονται υπέρ κραυγήν εξουσιαζόντων εν αφροσύναις. (Δεν πρόκειται για πρόσωπο με κοσμική εξουσία) 18 αγαθή σοφία υπέρ σκεύη πολέμου, η βασιλεία του δεν επιβάλλεται με τα όπλα αλλά με Τον Λογο Του Θεού) και αμαρτάνων εις απολέσει αγαθωσύνην πολλήν.”

Λόγος περί οπτασιών Α’
Μια Προφητεία μόνον δια την Ελλάδα  (Ευρεθείσα εις Άγιον Όρος φέρουσα Χρονολογία 1866)-ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (ΚΥΡΙΑΖΗ ΦΑΣΟΥΛΑ)-
Έκδοσις ΣΚΗΤΗ ΠΑΝΑΓΟΥΛΑΚΗ, ΚΑΛΑΜΑΤΑ 1975.
“Επέρνα άνθρωπος ευγενής από το μέρος της ανατολής, (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ) καβαλάρης με δύο στρατιώτας σταυροφόρους, και είχον σταυρόν υψηλότερον από τα κεφάλια των έως δύο ρούπια, ο μεν εις ήτον δεξιά, ο άλλος αριστερά, (πρόκειται για τούς ΔΥΟ από τούς ΤΡΕΙΣ άνδρες που υπηρετουν τον ΕΚ ΠΕΝΙΑΣ Άγιο Βασιλέα στο έργο του) και τούς λέγω τι άνθρωπος είναι αυτός ο άρχων; και μου λέγουν αυτός είναι ο άγιος Θεόδωρος (ο Άγιος Θεόδωρος ΔΕΝ είχε δύο άνδρες να τον συνοδεύουν. Αναφέρεται όμως ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς ως Άγιος Θεόδωρος διότι το κήρυγμά του είναι ΔΩΡΟ ΘΕΟΥ) και πηγαίνει εις τα μέρη της Ανατολής, και μοιράζει χαρτιά (σ.σ. γι’ αυτό και τα περισσότερα έντυπα που μοιράζει γράφουν … “ΣΩΤΗΡΙΟΣ Λ. ΔΩΡΟΘΕΟΥ”) , εις τούς ιδικούς του φίλους (Χριστιανούς) όσους τον αγαπούν, και εις αυτά έχει γράψει το όνομά του προς επίδειξιν και όπου θα τούς πιάνουν να παρουσιάζουν την υπογραφήν του περνούν από ταις βάρδιαις (Δοκιμασίες-Τελώνια)”.

Οπτασία Β’
“…Ο δε στρατιώτης (στρατιώτης εννοείται Του Χριστού, ο οποίος είναι ο υιός του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως) εκείνος είναι νέος έως 18 η 20 ετών, πολύ εκλεκτός και ωραίος, τα φορέματά του (οι αρετές του) είναι ωσάν τον καθαρόν ουρανόν, το αχνάρι του δεν πιάνεται πως πατάει, το όνομά του ούτε λέγει• άρματα δεν έχει, μόνον σταυρόν κρατεί εις την δεξιάν, (το ακατανίκητο όπλο των πιστών, το οποίο κρατεί ο υιός του Αγίου Βασιλέως διότι πρόκειται και αυτός να ποιμάνει τούς πιστούς καθώς κι ο πατήρ του) χάμω δεν ακουμβάει, ο σταυρός είναι υψηλότερος της κεφαλής του δύο ρούπια, δεν είναι ούτε από σίδηρον, ούτε από ξύλον, αλλά διαφέρει το είδος του (είναι ίσως πολυτιμότερον). Αυτός κατά καιρούς μου φαίνεται ως να έρχεται από το μέρος του βερέως (από τα μέρη της Αττικής όπως θα δούμε) …μου φαίνεται ποτέ στρατιωτικός, ποτέ ως στρατοκόπος με ραβδί εις το χέρι, (διότι είναι στρατευμένος στο στράτευμα του Χριστού μας και φαίνεται και ως στρατοκόπος με ραβδί διότι πρόκειται και αυτός να οδηγήσει και να ποιμάνει τούς πιστούς κατά την έξοδό τους από τις πόλεις) …Τρέξε να τοιχοκολλήσωμεν γρήγορα το βασιλικόν διάταγμα τούτο εις τας πλατείας, να προφθάσωμεν τον λαόν (σ.σ. εδώ από ότι φαίνεται κηρύσσεται το ευαγγέλιο από Τον Εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα και δια ΑΦΙΣΟΚΟΛΛΗΣΕΩΣ!!!) …ήρχετο σαν από την Ρούμελην (από την περιοχή της ΑΤΤΙΚΗΣ δηλαδή) και μου λέγει, να, ξυπόλητος (πτωχός) είμαι και εγώ, και με το εγγίξιμον εκείνο μου εφάνη ότι επήγαμεν έως σαράντα βήματα, και ετοιχοκολλήσαμεν το διάταγμα. Και εις άλλην φοράν τελευταίον μου εφάνη και μου είπε, να ηξεύρεις και τούτο, ότι το κλίμα της Σπάρτης είναι σκληρόν, και τοιούτους ανθρώπους δεν εβγάζει, αλλά να διαμαρτυρηθής και τέτερτην φοράν εις τον Αρχιερέα, και να αναχωρήσης από εδώ να υπάγης κατά το μέρος του βορέως, (βόρεια της Σπάρτης είναι η ΑΤΤΙΚΗ) και εκεί θα εύρης άνθρωπον να σε συμβουλεύση και να σε συνδράμη εις όσα είναι ανάγκη, διότι τα κλειδιά της Ελλάδος κρέμανται εις τας χείρας ενός ανθρώπου. Κ.Τ.Σ. (Πρόκειται για τον ΕΚ ΠΕΝΙΑΣ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΑ. Όσο για τα αρχικά γράμματα Κ.Τ.Σ. αν τα αναζητήσουμε εις τα Άγια Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης θα δούμε ότι προέρχονται από το όνομα του Σίμωνος τινα Κυρηναίου του Αγίου που σήκωσε τον Σταυρό του Δεσπότη Ιησού Χριστού μας. Έτσι και ο Άγιος Βασιλεύς ως ο ΣΙΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ κρατά τα κλειδιά της Ελλάδος τα οποία είναι ο Σταυρός του Χριστού μας, δηλαδή το Κήρυγμα του Ευαγγελίου το οποίο θα σώσει την Ελλάδα, δηλαδή τούς πιστούς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ) εάν ο άνθρωπος εκείνος ακόμη κάμη τίποτε είναι καλά το έθνος ει δέ χάνεται”.

Οπτασία Ε’
“…και πηγαίνοντας μέσα εύρωμεν έναν άνθρωπον ευγενή, (ΤΟΝ ΕΚ ΠΕΝΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΑ) και γυναίκα ευγενεστέρα απασών, (την ΣΥΖΥΓΟ ΤΟΥ) και κοράσια (ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΔΥΟ στον αριθμό, διότι ο Άγιος Ιερώνυμος Αγαθάγγελος λέγει εις την προφητεία του ότι ο Άγιος Βασιλεύς βρίσκεται με τέσσερα νήπια ακόμη. Άρα εκτός από τη σύζυγο και Τον υιο του υπολείπονται δύο πρόσωπα ακόμη τα οποία όπως πληροφορούμαστε εδώ είναι γένους θηλυκού) και έναν νέον (ο οποίος είναι υιός Του Εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως και πρόκειται όπως θα δούμε σε άλλη προφητεία να βασιλεύσει και αυτός όπως ο πατήρ του) με εδέχθησαν άξια, και λέγω του άρχοντος εκείνου, σε παρακαλώ να μοι δείξης τι προσκυνάτε εδώ,… και εβγάνει εν χρυσόν μανδήλι, εις το οποίον ήτον εν ευαγγέλιον ολόχρυσον και άσπρον… και εκεί ανοίξας αυτό, εύρον τον ευαγγελιστήν Ιωάννην και έκλαυσα, τα δε δάκρυά μου έπεσαν μέσα εις το χαρτί (δηλαδή σε ΕΝΤΥΠΟ η ΒΙΒΛΙΟ το οποίο κηρύσσει Τον Λογο του Ευαγγελίου και φέρει το όνομα του ΙΩΑΝΝΟΥ του ΘΕΟΛΟΓΟΥ) και έπηξαν ευθύς, και εγίνοντο χρυσάφι, και ο άρχων εκείνος είπεν ότι αφού γίνουν παγκόσμια κακά τότε θα έλθουν όλοι να προσκυνήσουν αυτό το ευαγγέλιον”.

Περί του Νέου Μωϋσέως.
Νέος Μωϋσής θέλει έβγει από το Ελληνικόν έθνος, (διότι όπως ο Προφήτης Μωϋσής έτσι και ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς ως άλλος Νέος Μωϋσής, πρόκειται να οδηγήσει και να ποιμάνει, αυτός και ο υιός του, τούς πιστούς που θα εξέλθουν από τις πόλεις εις τον έρημο τόπο) θα είναι απαίδευτος από γράμματα και θα κηρύττη λόγον μετανοίας, και θα καταστραφή από τούς αρχηγούς των διδασκάλων και κακολόγων• και η διδαχή αυτού, ουχί αυτού, αλλά της θείας διδασκαλίας. Ο μισθωτός ου μέλλει αυτώ περί των προβάτων ότι μισθωτός εστί. Εάν δεν κηρύξη Νεος Μωϋσής, το έθνος αυτό δεν καταστένεται, αλλά μέλλει ν’ απολεσθή και να αιχμαλωτισθή από ασεβείς.
ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΩΣ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΟ. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ, Κεφ. ΙΗ 21-22.
“21 σπεύσας γαρ ανήρ άμεμπτος προεμάχησε το της ιδίας λειτουργίας όπλον (το όπλον της λειτουργίας Του Αγίου Βασιλέως είναι το Κηρυγμα του Ευαγγελίου) προσευχήν και θυμιάματος εξιλασμόν κομίσας, αντέστη τω θυμώ και πέρας επέθηκε τη συμφορά δεικνύς ότι σος εστί θεράπων. (Δηλαδή Της Αγίας Τριάδος) 22 ενίκησε δε τον όχλον ουκ ισχύ¨ του σώματος (διότι δεν είναι μεγάλης σωματικής διάπλασης) ουχ όπλων ενεργεία αλλά λόγω τον κολάζοντα υπέταξεν, όρκους πατέρων και διαθήκας υπομνήσας. (ο από την πτώχεια Άγιος Βασιλεύς δεν διαθέτει κοσμική εξουσία γι’ αυτό και δεν επιβάλλεται δια των όπλων αλλά κηρύττει το Ευαγγέλιον της Χαριτος Του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού. Μην περιμένουμε λοιπόν επίγεια Βασιλεία αλλά ας ελπίζουμε εις την ΑΝΩ, την Βασιλεία των Ουρανών)”.
ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑÏΑΣ, ΚΕΦ. ΙΑ, στιχ. 6, 12, 15 και 16. “6 και συμβοσκηθήσεται λύκος μετ’ αρνός, και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω, και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται, (δηλαδή Ο Εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς θα οδηγήσει, θα βαπτίσει ορθοδόξως και θα ποιμάνει εις τον έρημο τόπο, αυτός και ο εκλεκτός υιός του, ανθρώπους που θα προέρχονται από διαφορετική θρησκεία, εθνικότητα και κοινωνική θέση, τούς οποίους όμως θα ενώσει και θα οδηγήσει με τη Χαρη Του Θεού δια του κηρύγματός του και της Ορθοδόξου Πιστεως) και παιδίον μικρόν άξει αυτούς (δεν θα οδηγήσει βέβαια πιστούς ένα μικρό παιδί αλλά ο Εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς, αυτός ο σοφός και πτωχός άνδρας, ο οποίος βλέπουμε ότι είναι μικρού αναστήματος, ως ενός μικρού παιδιού) 12 και αρεί σημείον εις τα έθνη (Τον Εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα, τον οποίο πρόκειται να φανερώσει Ο Θεός δια κηρύγματος ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΡΙΗΜΕΡΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ στην Κωνσταντινούπολη, όπου πρόκειται να καταστραφούν οι ΡΩΣΣΟΙ και πρόκειται να πραγματοποιηθεί στις ημέρες μας) και συνάξει τούς απολομένους Ισραήλ και τούς διεσπαρμένους του Ιούδα συνάξει εκ των τεσσάρων πτερύγων της γης (δηλαδή τούς Ορθοδόξους πιστούς απ’ όλη την γη) 15 και ερημώσει Κυριος την θάλασσαν Αιγύπτου και επιβαλεί την χείρα αυτού επί τον ποταμόν πνεύματι βιαίω και πατάξει επτά φάραγγας, ώστε διαπορεύεσθσι αυτόν εν υποδήμασι• (θα ερημώσει Ο Κυριος την σύγχρονη Βαβυλώνα από τούς Ορθοδόξους Πιστούς ανοίγοντας περάσματα από τα οποία θα εξέλθουν οι πιστοί από αυτήν με οδηγό τους Τον Εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα και Τον υιο του) 16 και έσται δίοδος τω καταλειφθέντι μου λαώ εν Αιγύπτω, και έσται τω Ισραήλ ως η ημέρα ότε εξήλθεν εκ γης Αιγύπτου (κατά τον ίδιο τρόπο θα εξέλθει και ο Ορθόδοξος λαός από την σύγχρονη Βαβυλώνα με Ποιμένα Τον Εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα και τον υιο του)”.
ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑÏΑΣ, κεφ. Ι, στιχ. 19 “και οι καταλειφθέντες απ’ αυτών αριθμός έσονται, και παιδίον γράψει αυτούς. (αυτοί οι οποίοι θα εξέλθουν από την σύγχρονη Βαβυλώνα και θα σωθούν θα είναι ελάχιστοι στον αριθμό και θα τούς γράψει, δηλαδή θα τούς συγκεντρώσει και θα τούς οδηγήσει ως Ποίμνη Ο Εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς, ο οποίος είναι παιδίον διότι είναι μικρού αναστήματος)”.
Το γεγονός ότι είναι ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΑΤΟΣ και ΜΕΣΟΣ ΣΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ, δηλαδή έως 50 ετών το διαπιστώνουμε και στην προφητεία του ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ, η οποία ευρίσκεται εις τα βιβλία “ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΣΟΦΟΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΩΝ ΝΑ ΣΥΜΒΩΣΙ” ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ και ΣΥΝΟΨΙΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΩΝ (Παλαιών και Νεωτέρων) Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς και Νησων (Γ.Ο.Χ.).
Προφητεία Αγίου Βασιλέως Λεοντος Σοφού “…η λαλιά αυτού ηδεία, η όψις αυτού ευειδής, (η ομιλία του και η μορφή του είναι ευχάριστη) το είδος του είναι γυναικείο εννοεί ότι είναι μικρού αναστήματος) μέσος την ηλικίαν, (δηλαδή έως 50 ετών) …μικρός, (στο ανάστημα όπως είπαμε) πολιός (με άσπρες τρίχες)… πείνης κεκαθαρμένος και ράκη ενδεδυμένος δια το μη χρησιμεύειν (ντυμένος με πτωχικά και ταπεινά ρούχα και όχι με πλούσια και βασιλικά)”.
“Φυλάττων θεοσέβειαν και προφητείαν• ον εδόκουν οι άνθρωποι ουδέν όντες όντα και ουδέν χρησιμεύοντα… (οι άνθρωποι τον περιφρονούν και τον θεωρούν ως άχρηστο και ότι για τίποτα δεν χρησιμεύει)… ον εξουθενούσιν οι άνθρωποι ως νεκρόν όντα και μηδέν χρησιμεύοντα…”
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό σημείο αναγνώρισης Του Εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως είναι ότι ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ και πιθανόν να είναι ήδη όταν εκ Θεού φανερωθεί στούς πιστούς μετά την δεύτερη τριήμερη μάχη στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα καταστραφούν οι ΡΩΣΣΟΙ η πάλι μπορεί να χειροτονηθεί αμέσως μετά την μάχη και αφού θα έχει φανερωθεί στούς πιστούς. Και θα ξεκινήσουμε με τις προφητείες της ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ, οι οποίες αποδεικνύουν ότι είναι ΜΟΝΑΧΟΣ.

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ, κεφ. γ, στιχ. 4-5, “4 και απεκρίθη και είπε προς τούς εστηκότας προ προσώπου αυτού λέγων• αφέλετε τα ιμάτια τα ρυπαρά απ’ αυτού. (πρόκειται δηλαδή για πτωχό άνθρωπο ενδεδυμένο με ρούχα πτωχικά, το οποίον όμως έχει και δεύτερη έννοια) και είπε προς αυτόν• ιδού αφήρηκα (αφαίρεσα) τας ανομίας σου, (πρόκειται δηλαδή για άνθρωπο ζωντανό και ΟΧΙ ΝΕΚΡΟ, που συμμετέχει στην ζωη και οι αμαρτίες που έχει κάνει έχουν συγχωρηθεί από τον Κυριο δια της ειλικρινούς και αληθινής μετανοίας του) και ενδύσατε αυτόν (τον εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα) ποδήρη (ράσο) 5 και επίθετε κίδαριν καθαράν (καθαρή αρχιερατική μίτρα. Πρόκειται όμως για καλυμαύχι-καλογερικό σκούφο διότι όπως είπαμε πρέπει να έχει κάποια κωλύματα και άρα δεν πρέπει να είναι ιερεύς η αρχιερεύς αλλά ένας απλός, πτωχός και σοφός άνδρας, ο οποίος όπως βλέπουμε εδώ πρόκειται να χειροτονηθεί ΜΟΝΑΧΟΣ και λόγω των αρετών, των χαρισμάτων και της σοφίας του, έχει αναθέσει σ’ αυτόν ο Θεός την Αποστολή να κηρύξει στούς πιστούς και να τούς οδηγήσει εις τον έρημο τόπο, όπου μέλλει να τούς ποιμάνει αυτός ο εκ Πενίας Βασιλεύς και ο Εκλεκτός υϊός του) επί την κεφαλήν αυτού και περιέβαλον αυτόν ιμάτια και επέθηκαν κίδαριν καθαράν επί την κεφαλήν αυτού και ο άγγελος Κυρίου ειστήκει. (Είδαμε λοιπόν ότι ο Προφήτης ΖΑΧΑΡΙΑΣ αναφέρεται στην χειροτονία του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως ως ΜΟΝΑΧΟΥ)”.
Αυτό αναφέρει και η ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ, κεφ. ΙΗ, στιχ. 24 “επί γαρ ποδήρους ενδύματος (ράσο) ην όλος ο κόσμος, (στολισμός) και πατέρων δόξαι επί τετραστίχου λίθου λγυφής (τετραστίχου, δηλαδή τα τέσσερα Ευαγγέλια, η Καινή Διαθήκη, Τον Λογο της οποίας κηρύσσει ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς) και μεγαλωσύνη σου (ο Σταυρός του Κυρίου) επί διαδήματος κεφαλής αυτού (στο καλυμαύχι, τον καλογερικό σκούφο του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως)”.

Το γεγονός αυτό αναφέρει και η Προφητεία του ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ (εκτός από τα άλλα βιβλία που αναφέραμε εδώ θα προσθέσουμε και το βιβλίο οι ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΟΥΝ, ΣΚΑΡΤΣΟΥΝΗΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ” “…και σταυρούς πορφυρούς έχων επί τας δύο ωμοπλάτας…”.
“…η δεξιά αυτού χείρ άρματα δύο σειράς πορφυράς και σταυρούς πορφυρούς”. “Και σταυρούς πορφυρούς έχων επί τούς δεξιούς ώμοπλάτας, επί του στήθους δε και επί τον αυχένα αυτήφιον (τούς ίδιους σταυρούς)”. Όπως γνωρίζουμε οι κόκκινοι, ΠΟΡΦΥΡΟΙ ΣΤΑΥΡΟΙ βρίσκονται στο στήθος και τον αυχένα (τράχηλο), του ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ που φορούν οι ΜΟΝΑΧΟΙ. Άρα λοιπόν είναι του ηλίου φαεινότερον ότι ο ΕΚ ΠΕΝΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ θα είναι ΜΟΝΑΧΟΣ.
Ακόμη όπως είδαμε και σε προηγούμενες προφητείες ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς είναι ΖΩΝΤΑΝΟΣ και ΟΧΙ ΝΕΚΡΟΣ, οπως πολλοί έχουν παρερμηνεύσει τις Θείες Προφητείες και συγκεκριμένα αυτήν του Αγίου Βασιλέως Λεοντος του Σοφού, η οποία ευρίσκεται στα βιβλία που σας αναφέραμε και θα σας την παραθέσουμε, οπως την βρήκαμε σ’ αυτά. “Έγειραι ο καθεύδων, και ανάστα εκ του μνημείου• και επιφαύσει σοι ο Χριστός• προσκαλείται γαρ σε του ποιμένειν λαόν περιούσιον ”
“Έγειραι ο καθεύδων και ανάστα… και επιφαύσει σοι ο Χριστός. Προσκαλείται γαρ σε του ποιμένειν λαόν περιούσιον • ”
“…έγειραι ο καθεύδων και ανάστα εκ του μνήματος, και επιφαύσει σοι ο Χριστός, προσκαλείται γαρ σε λαόν περιούσιον ”.
Πολλοί έχουν παρερμηνεύσει το κείμενον και θεωρούν πως ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς είναι νεκρός. Ο λόγος όμως αυτός είναι του Αγίου του Θεού Αποστόλου των Εθνών Παύλου και βρίσκεται εις την Αγίαν Επιστολήν του ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ, κεφ. Ε, στιχ. 13-15 και έχει την έννοιαν της ΕΓΕΡΣΗΣ, από την ΑΦΑΝΕΙΑ και την ΑΜΑΡΤΙΑ εις την ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ και μ’ αυτήν την έννοια αναφέρεται στον εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα προτρέποντας τον να βγει από την αφάνεια και να αναλάβει την ΠΟΙΜΑΝΣΗ των πιστών και την καθοδήγηση τους εις τον έρημο τόπο μαζί με Τον υιο του. Ιδού και ο Λογος του Ευαγγελίου. Προς ΕΦΕΣΙΟΥΣ, κεφ. Ε, στιχ. 13-15. “τα δε πάντα ελεγχόμενα υπό του φωτός φανερούται• παν γαρ το φανερούμενον φως εστι. (κάθε αμαρτία που φανερώνεται κατόπιν μετανοίας είναι φως • δηλαδή συγχωρείται και καθαρίζεται από τον Χριστό μας ) 14 διο λέγει• (γι’αυτό λέει) έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι ο Χριστός. (και θα σε φωτίσει στο έργο που θα αναλάβεις ο Χριστός) 15 Βλέπετε ουν (βλέπετε λοιπόν για να μην νεκρωθείτε από την αμαρτία) πως ακριβώς περιπατείτε, μη ως άσοφοι, αλλ’ ως σοφοί, ”
Το ότι ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς είναι ζωντανός και όχι νεκρός, ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί φαίνεται μέσα στούς λόγους της Προφητείας του ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ. “έξελθε ο κεκρυμμένος, μηκέτι κρύπτου, πολλοί σε ζητούσι• ” (είναι δηλαδή ΖΩΝΤΑΝΟΣ, ο οποίος όμως κρύβεται) “ον εδόκουν οι άνθρωποι ουδέν όντες όντα και ουδέν χρησιμευοντα… ” (πρόκειται λοιπόν για ζωντανό άνθρωπο τον οποίο όλοι περιφρονούν και τον θεωρούν άχρηστο λόγω της πτώχειας, της ταπείνωσης και της αγραμματοσύνης του όπως είδαμε).
Και ευρήσει τον άγιον αυτού, (θα τον βρει, άρα λοιπόν πρόκειται για ζωντανό πρόσωπο, ο οποίος κρύβεται) τον ηλειμμένον (τον χειροτονημένο μοναχό όπως είδαμε) παρ’ ουδενός βλεπόμενον, και παρά μηδενός γνωριζόμενον…(τον οποίο λόγω του ότι κρύβεται και εργάζεται το έργον του Χριστού εν κρυπτώ κανείς δεν το γνωρίζει)…ο τοις πάσι σκοτεινός και αφανής, τω δε Θεώ και εαυτώ φανερός • (γι’ αυτό όπως βλέπουμε δεν τον γνωρίζουν, διότι δεν επιζητά την δόξα την επίγεια αλλά αυτήν του Θεού, εις τον Οποίο και είναι φανερό το έργο του κηρύγματος που επιτελεί γραπτώς όπως είδαμε ) Άλλωστε το ότι έχει ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ και ΥΙΟ, ο οποίος πρόκειται και ΑΥΤΟΣ να ΠΟΙΜΑΝΕΙ τον ΛΑΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αποδεικνύει ολοφάνερα ότι πρόκειται για ζωντανό άνθρωπο. Αυτό αποκαλύπτουν και οι ΛΟΓΟΙ Αγίου ανδρός προς το βασιλέα Μανουήλ τον Παλαιολόγον περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της μετέπειτα απελευθερώσεως αυτής. “Ος και αυτός μέσον πάντων εστίν εν τω πολέμώ…” (πως ένας νεκρός άνθρωπος, βρίσκεται στην μέση ενός πολέμου, πνευματικού και υλικού; Φυσικά αυτό είναι αδύνατον! Μόνον ένας ΖΩΝΤΑΝΟΣ άνθρωπος είναι σε θέση να το κάνει! Είδαμε ακόμη στην προφητεία του Αγίου Βασιλέως Λεοντος του Σοφού ότι ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς είναι ΜΕΣΟΣ ΣΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ, δηλαδή έως 50 ΕΤΩΝ, ενώ ο Άγιος Βασιλεύς Ιωάννης ο Βατάτζης, όπως θα διαβάσετε στον Συναξαριστή στις 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ θα δείτε ότι ΕΚΟΙΜΗΘΗ εις ηλικίαν 72 ΕΤΩΝ. Και με αυτό το στοιχείο λοιπόν, πέρα από όλα τα άλλα, βλέπουμε ότι ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς δεν είναι ο Άγιος του Θεού Ιωάννης ο Βατάτζης όπως πολλοί νομίζουν αλλά κάποιος άλλος Εκλεκτός Άνδρας του Θεού, ο οποίος βρίσκεται εν ζωή! ).
Το όνομα του εκ Πενίας Βασιλέως ως γνωστόν είναι Ιωάννης. Όπως είδαμε όμως είναι ΜΟΝΑΧΟΣ. Και οι μοναχοί, όπως γνωρίζουμε κατά την χειροτονία τους ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΝΟΜΑ. Άλλωστε είδαμε ότι οι Θείες Προφητείες αναφέρουν κατά πρώτον ότι φορά ενδύματα ΠΤΩΧΙΚΑ ως ΛΑΪΚΟΣ και κατά δεύτερον ότι φορά ΠΟΔΗΡΗ, δηλαδή ΡΑΣΟ, ως ΜΟΝΑΧΟΣ! Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ως ΛΑΪΚΟΣ απλός άνθρωπος θα έχει και άλλο ΟΝΟΜΑ το οποίο αποκαλύπτει σκιωδώς Ο ΧΡΗΣΜΟΣ του ΑΓΙΟΥ ΤΑΡΑΣΙΟΥ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως εν έτει ΨΠΕ (785) και συγκεκριμένα αποκαλύπτει το ΑΡΧΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ του ονόματος που έχει ως ΛΑΪΚΟΣ, πρωτού χειροτονηθεί ΜΟΝΑΧΟΣ. “Το γαρ δίποον Π.: (Το γράμμα Π. λοιπόν είναι το αρχικό γράμμα του ονόματος του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως ως ΛΑΪΚΟΥ.

Και τον αναφέρει ο Άγιος Ταράσιος ως δίποον, δηλαδή δίποδον άνθρωπο, διότι θέλει να τον ξεχωρίσει από τον Αντίχριστο, τον οποίο στην συνέχεια αναφέρει ως δίκερον, δηλαδή με δύο Κερατα θηρίο) ταραχθές πετροβόλω θυμώ πατάξει μικρόν το δίκερον. (Ταραγμένος λοιπόν ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς από την κακία του δικέρατου, όπως αναφέρεται εις την Ιεράν Αποκάλυψη, κεφ.ΙΓ, στιχ. 11, Αντιχρίστου, τον κτυπά με πέτρες, λίθους,όπου πέτρα και λίθος είναι ο Λόγος του Θεού). Και έσονται τη αυτή ώρα εκείνη οι άνθρωποι δίγλωσσοι. (Δηλαδή θα είναι δίγνωμοι, διότι θα ακούν από την μία μεριά τις πλάνες του Αντιχρίστου και από την άλλη το Θεοδίδακτο Κήρυγμα του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως) Ληγούσης δε της ημισείας ώρας της νυκτός, γενήσονται μονόγλωσσοι. (Αφού γίνει δηλαδή η δεύτερη τριήμερη μάχη στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα καταστραφούν οι ΡΩΣΣΟΙ και θα φύγουν οι Ορθόδοξοι πιστοί εις τον ητοιμασμένο από Τον Θεό έρημο τόπο με Οδηγό και Ποιμένα τον εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα και τον εκλεκτό υιό του, τότε πια οι άνθρωποι θα έχουν γίνει μονόγλωσσοι. Δηλαδή θα έχουν πάρει οριστική απόφαση. Ή να παραμείνουν στις πόλεις με τον Αντίχριστο και να σφραγιστούν ή να φύγουν εις τον έρημο τόπο κατά τον Λόγο και την προτροπή του Κυρίου με Οδηγό και Ποιμένα τους τον εκ Πενίας Άγιο Βασιλέα και τον εκλεκτό υϊό του, προκειμένου να κρατήσουν την πίστη τους και να παραμείνουν ασφράγιστοι). Το γαρ δίκερον: α: (Αντίχριστος) ηττηθέν (με το Κηρυγμα του Ευαγγελίου) κατά κράτος υπό του: π: (υπό του εκ Πενίας Αγίου Βασιλέως, του οποίου το όνομα ως ΛΑΪΚΟΥ αρχίζει από Π) άκερον μενεί, (δηλαδή χωρίς κέρατα, χωρίς δύναμη, διότι ο εκ Πενίας Άγιος Βασιλεύς δεν του επέτρεψε δια του εγγράφου Κηρύγματός του να πλανήσει τούς πιστούς δούλους του Θεού).

Βλ. επίσης:

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/2015/01/09/traxonites-i-plani-tou-traxoniou-sinexizetai/

http://www.egolpion.net/traxonites-1.el.aspx

ΤΡΑΧΩΝΙΤΕΣ: Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΤΡΑΧΩΝΙΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Πηγή:

http://www.egolpion.com/traxwni.el.aspx

http://www.egolpion.net/root.el.aspx

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΝ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΟΙ ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΙ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

http://creationlifetruth.blogspot.com

http://earthage10000yearsold.wordpress.com

http://creationtruthorthodoxy.wordpress.com

CREATION TRUTH ORTHODOXY

YvT

ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΝ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΟΙ ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΙ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο

τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΕΤΩ ΤΗ ΒΙΒΛΙΟ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

Ἡ Θεωρία τῆς Ἐξελίξεως διδάσκει ὅτι ἀπό τούς πρωτογόνους ἀνθρώπους ἐξελίχθηκαν οἱ σημερινοί.

Σέ πολλά, ὅμως, κείμενα ἀναφέρεται ἡ ταυτοχρονικότητα «ἐξελιγμένων» καί «πρωτογόνων», πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι οἱ πρωτόγονοι δέν προϋπῆρξαν τῶν ἐξελιγμένων. Ἔχουμε, λοιπόν:

Ὁ Νicholas Roerich γράφει: «Ὁ Genghis Khan ἦταν πολύ διορατικός. Διέταξε τούς φίλους του νά σκίσουν τά μεταξωτά ὑφάσματα, νά προσποιηθοῦν πώς τούς πείραζε τό καλό φαγητό. Ἄς πιῆ ὁ κόσμος γάλα, ὅπως γινόταν παλαιά· ἄς ντυθῆ μέ δέρματα, ὅπως παλαιά· ἔτσι ὥστε νά μή χάση τίς δυνάμεις της ἡ Μεγάλη Ὀρδή!»(RN, 101· πρβλ.: ΦΧ, 136· LG, 23, 31).

  • Διαβάζουμε στή Mahabharata: Κάποιος Μπραχμάνος: «Μερικές φορές εἶμαι ντυμένος μέ κουρέλια καί ἄλλοτε μέ τσουβάλια. Μερικές φορές φορῶ ροῦχα ἀπό ὡραῖο ὕφασμα, ἄλλοτε εἶμαι ντυμένος μέ δέρματα ἐλαφιοῦ καί ἄλλοτε μέ ἀκριβές ρόμπες»(V3, 115· βλ. καί: 249, 317, 343, 344, 346).

° Ἀκόμα: «Οἱ ἡρωϊκοί Ρandava πήγαιναν ἀπό δάσος σέ δάσος σκοτώνοντας ἐλάφια καί διάφορα ζῶα γιά τροφή. Στή διάρκεια τῆς περιπλανήσεώς τους, εἶδαν τίς χῶρες τῶν Μάτσια, τῶν Τριγκάρτα, τῶν Ρanchala καί τῶν Κιτσάκα, καθώς καί πολλά δάση καί λίμνες. Ὅλοι τους εἶχαν πυκνές μποῦκλες στά μαλλιά τους καί ἦταν ντυμένοι μέ φλοιούς δένδρων καί δέρματα ζώων»(V1, 182· βλ. καί: 212, 288, 289, 309).

  • Διαβάζουμε στό Δίωνα Χρυσόστομο (Διάλογος Ἀλεξάνδρου καί Διογένη): «—Εἶναι καλύτερα ὄχι νά δίνης διαταγές, ἀλλά νά ζῆς μοναχικά φορώντας προβιά.

—Ἐσύ, εἶπε ὁ Ἀλέξανδρος, μέ διατάζεις νά φορέσω προβιά, ἐμένα τόν ἀπόγονο τοῦ Ἡρακλῆ, τόν ἡγεμόνα τῶν Ἐλλήνων καί βασιλιά τῶν Μακεδόνων;

—Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πρόγονός σου, εἶπε ὁ Διογένης.

—Ποιός πρόγονος;

—Ὁ Ἀρχέλαος. Ἤ μήπως δέν ἦταν γιδοβοσκός ὁ Ἀρχέλαος καί δέν ἦρθε στή Μακεδονία ὁδηγώντας γίδια; Λοιπόν, τί φαντάζεσαι ὅτι φοροῦσε ὅταν τό ᾽κανε αὐτό; Πορφύρα ἤ προβιά;

Κι ὁ Ἀλέξανδρος χαλάρωσε, γέλασε καί εἶπε:

—Ἐννοεῖς, Διογένη, τήν ἱστορία μέ τόν χρησμό;

Κι ὁ ἄλλος ξυνίζοντας τά μοῦτρα:

—Ποιό χρησμό; Αὐτό τό ὁποῖο ξέρω ἐγώ εἶναι πώς ὁ Ἀρχέλαος ἦταν γιδοβοσκός»(ΔΧ, 65).

° Γράφει ὁ ἴδιος (Ὁ Κυνηγός): «Ἐσᾶς τώρα μπορεῖ νά σᾶς φαίνεται ἄθλια ἡ ἐξωμίδα του καί τό δέρμα πού φόρεσε γιά νά ᾽ρθη ἐδῶ καί νά σᾶς ξεγελάση, ὅτι δῆθεν εἶναι πτωχός καί δέν ἔχει μία»(ΔΧ, 115).

° Στό αὐτό ἔργο: «Ἔφεραν στό θέατρο καί τά ροῦχα καί τά χρήματα. Ἐγώ δέν τά ᾽παιρνα, ἀλλά μοῦ λένε:

—Δέν γίνεται νά δειπνήσης φορώντας δέρματα.

—Αἴ, λοιπόν, εἶπα, σήμερα θά μείνω χωρίς δεῖπνο.

Ὅμως ἐκεῖνοι μοῦ φόρεσαν τό χιτῶνα καί μέ τύλιξαν μέ τό ἱμάτιο. Ἐγώ ἤθελα ἀπό πάνω νά ρίξω καί τό ἐλαφοτόμαρο, ἀλλά αὐτοί δέν μ᾽ ἄφησαν»(ΔΧ, 131).

  • Διαβάζουμε στή Dhammapada (D 394): «Τί ἀξία ἔχουν τά μπερδεμένα σου μαλλιά, ἀνόητε ἄνθρωπε, τί ἀξία ἔχει τό ντύμα σου ἀπό ἀντιλόπη, ἄν μέσα σου ἔχης μπερδεμένους πόθους κι ἀπέξω ἀσκητικά στολίδια;»(στό: ΚΝ, 90).
  • Σειρά ἔχει τώρα τό Ἔπος τοῦ Gilgamesh: «Ἡ Σιντουρί κάθεται στόν κῆπο στήν ἄκρη τῆς θάλασσας, μέ τά χρυσά τά κύπελλα καί τά χρυσά πιθάρια τά ὁποῖα τῆς χάρισαν οἱ θεοί. Ἦταν σκεπασμένη μέ πέπλο. Κι ἀπό ἐκεῖ πού καθόταν εἶδε τό Gilgamesh νά προχωράη πρός αὐτήν, φορώντας δέρματα στίς θεϊκές του σάρκες»(S, 112· βλ. καί: WA, 121· ΚΑ, 52).

° Ἀκόμα· Gilgamesh: «Ἔφαγα τό κρέας τους καί φόρεσα τά δέρματά τους»(S, 118· βλ. καί: WA, 129).

° Ἐπίσης: Ὁ Οὐτναπιστίμ στόν Οὐρσαναμπί τόν πορθμέα γιά κάποιον ἄνθρωπο: «Ἐκεῖ θά ἀλλάξη δέρμα. Καί τά κομμάτια τοῦ δέρματος πού θά πέσουν πέταξέ τα γιά νά τά πάρη ἡ θάλασσα. Καί τότε θά φανῆ ἡ ὀμορφιά τοῦ σώματος καί θά ξανανιώση τό στεφάνι τοῦ μετώπου του. Καί ροῦχα θά τοῦ δοθοῦν γιά νά κρύψη τή γύμνια του»(S, 134· βλ. καί: WA, 140· Χ, 164, 201).

° Τέλος: Ἔπος Gilgamesh, πινακίδα viii, στήλη 3: «Λιονταριοῦ θά φορέσω τομάρι καί στήν ἄγρια ἐρημιά θά σβουρίζω!»(ΠΧ, 117, 132).

  • Διαβάζουμε: «Ἐκεῖνο τόν καιρό, ἔτυχε νά τόν δοῦν [τόν ὅσ. Βενέδικτο] καί κάποιοι βοσκοί κρυμμένο στή σπηλιά κι ἀντικρύζοντάς τον ντυμένο μέ προβιές, νόμισαν πώς εἶχαν νά κάνουν μέ κάποιο ἀγρίμι. Δέν ἄργησαν, ὅμως, νά καταλάβουν ὅτι ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ἔνοιωσαν σεβασμό»(Γ, 17).
  • Ἀκόμα καί ὁ Μοσχίων (στό: SB, 265-266) μιλᾶ γιά συνύπαρξι ἀγρίων καί πολιτισμένων.

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Ο ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΤΙ ΤΟ 1943 ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ & ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΣΤΟΥΣ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ “Γ.Ο.Χ.”

https://schismaticsreturntochurch.wordpress.com

SCHSMATICS RETURN TO CHURCH

dsdw

url

Φώτο: Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τον έχει αναγνωρίσει ως Άγιο διότι το 1943

βγήκε από την Εκκλησία και προσήλθε 

στους σχισματικούς παλαιοημερολογίτες “Γ.Ο.Χ.”

images

Ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας και η Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αιγίνης δεν ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία αλλά είναι εκτός Εκκλησίας. Ανήκουν στούς σχισματικούς παλαιοημερολογίτες “Γ.Ο.Χ.”, στους αυτοαποκαλούμενους “Γνήσιους Ορθοδόξους Χριστιανούς” οι οποίοι είναι εκτός Εκκλησίας.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το έτος 1943, ο ίδιος ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας έστηλε μία επιστολή στον τότε κανονικό Μητροπολίτη Αιγίνης και του δήλωσε πως διακόπτει κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με την Εκκλησία και ακολουθεί τους “Γ.Ο.Χ.”. Ερχόμενος σε επαφή με τον τότε πρόεδρο της συνόδου των “Γ.Ο.Χ.”, Χρυσόστομο Καβουρίδη άρχισε να εξυπηρετεί τους “Γ.Ο.Χ.” της Αίγινας και τις “Γ.Ο.Χ.” μοναχές της Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αιγίνης ως το τέλος της ζωής του.

Οι “Γ.Ο.Χ.” τον Γέροντα Ιερώνυμο της Αιγίνης τον έχουν ανακηρύξει “Άγιο” αλλά δεν είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας διότι αποκόπηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 1943.

YOGA & CHRISTIAN FAITH – DR. CHRISTINE MANGALA FROST, INDIA

http://whataboutyoga.wordpress.com

WHAT ABOUT YOGA?

83406547_Rozovaya_roza

Yoga and Christian Faith

Dr. Christine Mangala Frost, India

I was born a Hindu, became a Christian at the age of 22 and have been an Orthodox Christian for ten years. I was brought up with yoga. My grandfather was a friend of one of the founders of modern yoga, Swami Sivananda, who used to send his books on yoga to my grandfather along with a vitamin-rich sweet herbal concoction we loved to eat. As children we were encouraged to do certain postures and breathing exercises, always with a clear warning that there are different ways of breathing for men and women as their bodies are differently shaped. When I got married and had children, I passed on to them some of the ideas I had found useful from my childhood yoga lessons. We lived on top of a hill, and as the children walked daily to school (we did not have a car), they had to climb up a steep incline. At times, they would complain about how their legs hurt. I would say, without thinking for one moment how odd it might sound, “breathe through your knees.” Somehow they seemed to understand what that meant and did as told, and soon found it less of an effort to climb. Later on, as they grew up, they learnt to do postures from modern western manuals and benefit from the exercises. They were brought up in a Christian home and were in no danger of being led astray by esoteric Hindu spiritual ideas,   such   as   “self-realization”,   which   often accompany modern yoga. On a visit to India, when they met such ideas in an ashram, they were rather repelled by them as they were by the idolatrous, cultic atmosphere that prevailed in that ashram.

I recount this chiefly to emphasize that there is more to yoga than mere exercise and that we need, more than ever, the gift of discernment when we attend yoga classes or read about it in books. We need to have a clear idea of what we are dealing with if we want to use it without compromising our Christian faith.

Yoga was once regarded with awe in India as an esoteric branch of Hindu spiritual discipline that required great physical and psychological daring. It was sought by the solitary spiritual seeker eager to ascend the higher rungs of a Hindu ideal of spiritual perfection. Such a seeker would undertake an austere regimen of physical and mental discipline strictly under the guidance of a revered master, a guru of spiritual discernment who would monitor his disciple’s progress vigilantly. The ultimate goal of yoga was nothing short of experiencing the divine within oneself.

Since the nineteenth century, largely due to the relentless propaganda efforts of Hindu missionary gurus such as Swami Vivekananda, yoga has been stripped of its mystique and complexity. It has been remoulded in the idiom of American schools of self-help and positive thinking and marketed as a safe and easy pathway to bliss within the grasp of all. Both in the East and West, yoga is now a household word; a highly popular keep-fit routine taught and practiced by large numbers in church or school halls and sports-venues. While some yoga teachers promote it as a mere technique for ensuring one’s wellbeing, others advocate it as an all-purpose answer to not only the ills of modern life but to the ultimate questions of life itself. Some yoga teachers and students play down the importance of the Hindu ethos in which the psycho-spiritual jargon of yoga is anchored, others eagerly embrace that very ethos, especially those who find the creeds, rituals and demands of institutional Christianity irksome. Many Christians practice yoga untroubled by its spiritual baggage while others feel some unease, and often meet with disapproval from their priests and bishops.

As Orthodox Christians, what are we to make of modern yoga?

Is yoga safe for Christians to practice? Or, is it so counter to the Christian faith as to be shunned totally? The conundrum posed by modern yoga was brought into sharp focus by a report in The Times (Friday, 31 August, 2007) which caused a stir. “Vicars ban unchristian yoga for toddlers” so ran the headline: “A children’s exercise class has been banned from two church-halls because it is teaching yoga. The group has been turned away by vicars who described yoga as a sham and unchristian.” The slant given in the report seemed to suggest that the vicars were being unreasonable, bigoted and unduly alarmist. The yoga teacher Miss Woodcock is said to have been “outraged” by their ban on her “Yum-Yum Yoga class for toddlers and mums”. She claims that she explained to the church that her “yoga is a completely non-religious activity.” She does, however, concede that “some types of adult-yoga are based on Hindu and Buddhist meditation but it is not part of the religion and there is no dogma involved.”

“Exercise”, not “meditation”: in saying this, this yoga teacher is drawing our attention to the two major types of yoga prevalent today: Modern Postural Yoga and Modern Meditational Yoga. Realizing that meditational yoga often takes one deep into spiritual realms and goals incompatible with Christianity, Miss Woodcock is eager to keep “exercise” apart from “meditation.” Is such a defusing of yoga to make it “safe” possible?

The vicars disagree: ” The philosophy of yoga cannot be separated from the practice of it, and any teacher of yoga (even to toddlers) must subscribe to the philosophy. Yoga may appear harmless or even beneficial, but it is encouraging people to think that there is a way to wholeness of body and mind through human techniques—whereas the only true way to wholeness is by faith in God through Jesus Christ.”

Any reliance solely on “human techniques” for achieving wholeness divorced from faith in Jesus Christ is understandably castigated by the vicars, one an Anglican and the other, a Baptist. Their rejection stems from a fear of nullifying the role of faith and grace in salvation and of falling into the heresy of Pelagianism. Protestant tradition in general tends to be nervous of any suggestion of “spiritual effort” despite the fact that St. Paul admonishes us to “work out our salvation with diligence”.

The concept of synergy

In the Orthodox tradition the role of human freewill in responding to the divine call to “wholeness” or “holiness” is beautifully encapsulated in the concept of synergy. The Incarnation of Christ as fully human and fully God means that we now have a way through Him for what St. Maximus calls divine-human “reciprocity”. God becoming human makes possible our participation in His life, a lifelong process which is described as theosis (deification). Our salvation is not an automatic result of an initial assent, or a legal status of being redeemed from our “slavery” to sin but an “active perfection” in love to be realized in the body of Christ, in his Church.

Therefore baptized Christians are urged to fast, pray, give alms, repent, confess, participate in the life and liturgy of the Church; all these require an initiative on our part, a willingness to prepare ourselves to receive and respond to the grace of God. Like the Prodigal Son, remembering God, “Our Father,” means setting our heart towards our journey home back to Him. There is a subtle symbiosis between human readiness or willingness and the work of the Holy Spirit. To adopt a telling image from St. Ephraim, the human person is a “harp of the Spirit.” To play well the music of the Holy Spirit our harp needs to be well tuned, its strings neither too tight nor too slack. Yoga techniques are primarily aimed at achieving a psychosomatic equilibrium or poise. So we may well ask, without falling into any heresy, is it not possible to treat yoga-techniques as means “to tune up” our body and mind so that we become better receptors of God’s grace? Can Hindu yoga help a Christian to fulfil the command heard by the psalmist “Be still and know that I am God?” What role, if any, can yoga postures and meditation play in fulfilling the commands of Christ : “Love the Lord your God with all your heart and with all your soul and with all your mind. . Love your neighbour as yourself.” (Mathew 22: 37-39)?

The Hindu-Buddhist Ethos of Modern Yoga

Before I attempt to answer these questions I need to sketch in brief the types of yoga one encounters today and the Hindu-Buddhist ethos they are steeped in. One writer cites four types: Hollywood Yoga, Harvard Yoga, Himalayan Yoga and Cultic Yoga.[1]

  1. Hollywood Yoga , as the name implies, aims at beauty, fitness and longevity.
  2. Harvard Yoga sets its sights on mental clarity, concentration and psychic calm.
  3. Himalayan Yoga goes way beyond the other two and aims at a mystical state known as samadhi (absorption).
  4. Cultic Yoga centres round a charismatic guru.Enlightenment is said to be imparted by the mere touch of a guru to a disciple who worships him or her as God.
  5. Purist Hindu practitioners claim to follow the guidelines provided in the original Sanskrit text, Patanjali’s Yoga Sutras; their teaching follows the “eight-limbed” (ashtanga) yoga. Doing postural exercises is a relatively minor matter in an agenda that lays stress on mental and moral purification and a harnessing of psychic powers for spiritual perfection. The “eight-limbs” consist of :

“five restraints” (yamas) “five disciplines” (niyamas) “physical postures” (asanas) “regulation of vital force” (pranayama) “sense organ withdrawal” (pratyahara), “concentration” (dharana), “meditation” (dhyana) “absorption” (samadhi).

The first two “limbs” aim at cultivating virtues such as truthfulness, selflessness and non-violence. Some Hindu teachers of yoga regret that the third, “physical postures”, is now widely taught without any reference to moral perfection. They insist that the poise attained by the practice of postures is meant to set the yogi on a journey whose ultimate goal is spiritual, a state of permanent bliss known as samadhi or “absorption”.

Absorption into what?

This meets with different answers depending on what you believe.

If you are a Hindu who believes that there is no difference between his Self (atma) and the Supreme Self (brahman), “absorption” means arriving at an experience of undifferentiated oneness with brahman. Such a Hindu sees the ultimate spiritual reality as Impersonal and strongly contends that belief in the Impersonal is superior to any belief in a Personal God.

If you are a Hindu who worships God as a deity, a theist who cultivates a personal relationship of love with his or her god or goddess, and seeks liberation by the deity’s grace, “absorption” means a drowning of self in the Godhead.

If you are a Buddhist and do not believe in a Creator-God (as the Dalai Lama reiterates often) “absorption”, means entering nirvana, a “blowing out”, an ultimate extinction of self.

Though the ambitious spiritual program of Patanjali’s Yoga morphed into keep-fit routines in Western Yoga classes and manuals, one still meets some mutation or other of the complex, inter-dependent psycho-spiritual concepts from the original author. Underlying them all is the view derived from a system of philosophy known as samkhya. According to samkhya, our ordinary psychosomatic self is a by-product of biophysical processes and that by the disciplines of yoga, one peels oneself like an onion to reach the core where one finds “pure consciousness.” As one yoga teacher explains: ‘once the individual grasps that he is essentially pure consciousness different from and separate from psychophysical processes, he is disunited from his false notions. At the same time the individual is also united in his thoughts, feelings, emotions and actions to his real self.'[2]

“Pure Consciousness” or Kingdom of God?

It seems a questionable claim that a systematic severing of contact with the external world creates an integrated human being. On the contrary, as R.D. Laing has shown in his The Divided Self, embarking on a radical withdrawal from external reality may well render one schizoid. Not only does the yogic inward journey run the risk of mental illness, but the goal of such yoga raises some serious problems for a Christian. Jesus admonishes us to seek the Kingdom of God within, not “pure consciousness.” When a Christian prays, “Thy Kingdom come,” he is paradoxically envisaging the reign of God as an external as well as an internal happening. Even in the Christian monastic traditions, which recommend withdrawal from the world, from the objects of sensual experience, the monk is in search of an “inner kingdom” (cf. Metropolitan Kallistos’ choice title for his writings). In this “inner kingdom”, God the Holy Trinity, our God who has “revealed” Himself to us in Jesus Christ reigns supreme. We recognize Him and commune with Him in the power of the Holy Spirit and by the power of the same Spirit we call upon God as “Our Father.” In countless parables, Jesus describes what that phrase, the “Kingdom of God” means. Among other things it stands for a “life abundant” here and hereafter; and it encompasses the whole of creation. As Patriarch Ignatius IV reminds us, ‘The Kingdom of God is nothing other than the glorified Body of the risen Christ, in which each day humanity enters into communion.'[3] The Christian goal of “the Kingdom of God” is a far cry from whatever one understands by “pure consciousness.”

Influential Hindu missionaries like Vivekananda and his followers deploy certain yoga techniques to promote a pop-mysticism based on the notion of “Self-realization.” which has become a yoga buzz-word. The path to “Self-realization” through yoga is presented as of universal appeal, free from dogma and strictly non-denominational. However, a close scrutiny of Vivekananda’s writings reveals a strong bias in favour of one specific Hindu tradition, that of the non-dualist, (advaitin) Vivekananda bowdlerized the subtle metaphysics of Hindu non-dualism (advaita) and championed its cause in the marketplace with the ardour of a philosophical imperialist. Random quotes from his writings illustrate his reckless syncretism and the audacious, often preposterous claims he made for his mode of “Self-realization.”[4]

“All is my Self. Say this unceasingly. “

“Go into your own room and get the Upanishads out of your own Self. You are the greatest book that ever was or ever will be, the infinite depository of all that is.”

“I am the essence of bliss. ” “Follow no ideal, you are all that is. ” “Christs and Buddhas are simply occasions upon which to objectify your inner powers. We really answer our own prayers. “

” We may call it Buddha, Jesus, Krishna, Jehovah, Allah, Agni, but it is only the Self, the ‘I’.”

“The universe is thought, and the Vedas are the words of this thought. We can create and uncreate the whole universe. “[5]

When Vivekananda realized that he needed something more than loose philosophical talk for his brand of “Self-realization,” he wrote his seminal work, Raja Yoga, which is a practical manual for those seeking the so-called “Self-realization.”

“Know thyself”: in Yoga and Christianity

There are many reasons why the spiritual ethos underpinning modern yoga is incompatible with Christianity, chief among them being the inordinate focus on self. Self-deification, from a Christian point of view, is at the very root of evil. In Christian understanding, the very Fall of Man is a turning away from God towards a misguided, rebellious reliance on self. This rupture of communion with God results in sin and death. Commenting on the Socratic dictum, “Know Thyself,” (which is also a message of modern yoga), Orthodox theologian Mantzaridis writes: ‘If there exists something that man can and must seek and find within himself, it is not the self which deviated but the new man in Christ, born through baptismal grace and the other Church sacraments. Man’s return to himself can only truly exalt him provided it takes place within the life in Christ.'[6] The Christian goal and the means to that goal are succinctly put by the same author in his explication of St. Gregory Palamas: ‘Direct and personal knowledge of God is achieved through a mystical communion with Him. Man gains true knowledge of Him once he is visited by deifying grace and united through it with God. The more man accepts the divinizing transformation worked within him by the Holy Spirit, the more perfect and full is his knowledge of God.'[7]

St. Paul reminds us, to know God is to be known by him, that is, to be loved by Him. Love implies a relationship, a communion, not annihilation nor “absorption”, least of all “self-absorption”.

Christian Yoga?

Given that the spiritual ambience and goals of yoga, by and large, are incompatible with Christianity is there any way a Christian can disengage it from its Hindu ethos, use its techniques and still remain a committed Christian?

Some Christians believe that this is possible. A notable example is the Benedictine monk, Dechanet, who argues that yoga can do a great deal for Christians, well beyond improving our physical wellbeing. He believes that yoga can help us to be better Christians, provided we practice it within a framework of Christian prayer. In his book Christian Yoga Dechanet takes up the challenge of Christianizing yoga. This he does, with an acute awareness of the counter-Christian ethos of traditional yoga. He states emphatically how the two are dissimilar: ‘The Christian starts from faith, and reaches a certain experience, in divine charity, of the God of Revelation, experiencing “Emmanuel”, God with us, God with me. The Hindu has only empirical data to guide him and at the end of his road discovers a sublime but almost savage isolation.'[8]

Dechanet gives careful guidelines as to how one can do yoga to be a better Christian: in prayer, worship, in one’s love of God and love of one’s neighbour. He presents a set of yoga exercises and advice on breathing as ways of presenting ourselves to God with integrity and sincerity: ‘Our whole aim is to bring calm and peace to the whole being; to make a good and faithful servant of the body; to free the soul from anxieties and problems that are all too common; and to finally to arouse the spirit.’ [9]

A Critique of Dechanet

I must confess to being somewhat troubled by that last phrase, “arouse the spirit”. This is the language of a Hindu yogi who believes in “arousing” dormant powers by masterful self-effort; and therefore it is not suitable to describe a Christian experience of the Spirit. Our Orthodox prayer to the Holy Spirit, “O Heavenly King, Comforter, Spirit of Truth . .’ makes it very clear that, as fallen creatures, what we need most urgently is an infusion of new life. So we ask to be cleansed and purified by Him who is “everywhere present and fills all things.” This prayer clearly positions us as supplicants seeking the Spirit’s abiding presence within us.

When I started work on this essay, I decided to test out Dechanet’s recommendations, and practiced some basic yoga postures during my morning prayers; and I found that with some conscious effort and concentration it was possible to synchronize my petitions, praise and thanks with the postures. It certainly curbed the level of anxiety, and I could tell myself that I was able to “consider the lilies of the field”, as our Lord commanded us to do, a little better than I normally do. The breathing exercises infused a sense of wellbeing and increased my ability to deal with the turmoil of the day.

However, there was one thing that troubled me somewhat in combining yoga with prayers. I found myself much more aware of myself praying. There was a degree of self- consciousness I felt uncomfortable with: I would rather have forgotten myself while saying the words of prayer or entering silence. Instead, I seemed to be watching myself praying. I decided that the sense of well being I had experienced was genuine enough but it was the result of the exercises, which were clearly beneficial. I decided to revert to my old habit of keeping the exercises separate from prayers.

My conclusion:

  1. Incompatibility.

Christians undertaking yoga should be fully aware that its Hindu-Buddhist spiritual ethos is incompatible with the Christian faith. For example: even the Dalai Lama’s commendable guidelines on cultivating compassion focus on “self-effort,” for he frankly admits that he does not believe in a Creator God. For a Christian, love of one’s neighbour (compassion) is inseparable from love of God, and, both are kindled in the human heart by the Holy Spirit.

If a yoga teacher introduces concepts and goals incompatible with being a Christian, one needs to resist them. For this one needs to have a good and clear grasp of what it means to be a Christian. If you are well grounded in Christian thinking, prayer and Christian living, it should be possible, by the grace of God to take what is good in yoga and discard its alien ethos. Attempts to Christianize yoga are commendable but may prove distracting.

  1. Yoga to keep fit

It is perfectly feasible to use yoga as a keep-fit routine to tune the body, and make it a fit instrument for Christian prayer. We should be grateful that the modern teachers of yoga have reduced it to a gentle form of exercise.

  1. Caution

I would, however, sound a note of caution. It is important to make sure that you are in normal health before you undertake postural yoga. A medical check-up is a good idea. For example, if you have blood-pressure problems certain postures should be avoided. Some postures stimulate the thyroid, and if you have any problems relating to that gland, again, you need to be careful. Some difficult postures like the headstand should be done only for short spells. One Indian guru, who rejects yoga, mocks its claim to enlightenment with the remark that too many headstands damage the finer blood vessels in the brain, even cause partial brain damage, and the consequent stupor is hailed by some Hindus as a state of enlightenment!

Even greater caution is necessary with what is taught as “meditation.” Some advanced forms of meditation-exercises change one’s brain rhythms and lead to a sense of euphoria, which can be addictive. As with other addictions, when the effect wears off, one may end up in depression.

  1. Psychic Danger

Breathing techniques aimed at rousing what is called kundalini, dormant sexual energy, which is sublimated into spiritual energy, are particularly dangerous, as they expose one to psychic forces beyond one’s control. Here it is well to remember Jesus’ parable about the unclean spirit (Matthew 12: 43-45). A purified, heightened consciousness without the presence of God is a dangerous state to be in.

  1. Mantras and Jesus Prayer

Some yoga teachers encourage chanting of mantras as a means of eliminating disturbance. Mantras are abbreviated invocation of Hindu deities; a mantra’s sound vibrations are said to activate unexplored levels of consciousness. Christians need no such mantras. Rather than enter unknown and potentially dangerous psychic realms through such chanting, we can stabilize ourselves by saying the Jesus Prayer. We have in the Jesus Prayer the most perfect invocation of the Divine Name, which we are called to “hallow,” that is hold holy. Moreover, our cry is grounded in a sober awareness of our own spiritual poverty as sin-prone creatures; hence, like the blind beggar we say, “Lord Jesus, Have mercy!”

Vocal or silent repetition of the name of Jesus acts like a mantra yet the Jesus Prayer is not a mantra. The Jesus prayer, unlike a mantra, contains in a nutshell the basics of the Christian faith. Unlike a mantra, which works more like self-hypnotism, the Jesus prayer marks a movement to and from God as it embodies a relationship in faith and love. Unlike Hindu mantras, whose ambit is what Christians would see as the “old Adam”, the ultimate aim of the Jesus Prayer is, to quote St. Paul ,”to put on the new man.” In the writings of the Desert Fathers, of St. John of Damascus, especially in the hesychast tradition so soundly defended by St. Gregory Palamas, and in the works of modern commentators like Bishop Brianchaninov, Metropolitan Kallistos, monk Porphyrios, we have invaluable guidelines for the practice of the Jesus Prayer. As Bishop Brianchaninov puts it, “In the name of the Lord Jesus quickening is given to the soul deadened by sin. The Lord Jesus Christ is life. And His name is living; it revives and quickens those who cry by it to the source of life.'[10]

Having sounded these warnings, I still believe that a modest yoga regimen can help us to stay supple in body and mind, spiritually alert and vigilant and ultimately live a Christian life with greater zest and joy. We can take our cue from the early Church Fathers. The Cappadocian Fathers were trained in pagan schools of rhetoric and logic but discarded the pagan ethos and deployed the techniques of their learning to brilliant effect in their Christian spiritual theology. Similarly, we too can deal with yoga without being swamped or led astray by its alien ethos, provided we entrust ourselves to Christ our Lord, and our God.

NOTES

[1] Ashok Kumar Malhotra, An Introduction to Yoga Philosophy: an annotated translation of the Yoga Sutras, Ashgate, Aldershot, 2001, p. 15

[2] Ibid., p.4

[3] Ignatius IV , Patriarch of Antioch, The Resurrection and the Modern Man, translated by Stephen Bingham, St. Vladimir’s Seminary Press, New York 1985, p. 71

[4] For a informative and penetrating analysis of the hybrid origins of modern yoga see, Elizabeth DeMichelis, A History of Modern Yoga: Patanjali and Western Esotericism Continuum , London, 2004.

[5] All these quotations from Vivekananda’s Complete Works cited above are from DeMichelis, A History of Modern Yoga , pages 121-122.

[6] George I Mantzaridis, The Deification of Man: St. Gregory Palamas and the Orthodox Tradition, translated by Laidain Sherrard, St. Vladimir’s Seminary Press, New York, 1984. pp 82-83. Italics mine.

[7] Ibid.,p.114

[8] Dechanet, Christian Yoga, London, Burns & Oates, 1956,1964, p.121

[9] Ibid., p.85.

[10] On the Prayer of Jesus, translated by Father Lazarus, London: John M. Watkins, 1965, p.27.

Source:

http://www.iocs.cam.ac.uk/resources/texts/m_frost_yoga_and_christianity.pdf

THE INSTITUTE FOR ORTHODOX CHRISTIAN STUDIES

ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ – ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΥΪΔ

http://paintingleaves.blogspot.com

PAINTING LEAVES

07043d7e-cb30-4ae9-8c16-8336ec40f391

ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ

ΨΑΛΜΟΙ ΤΟΥ ΔΑΥΪΔ

* * *

Ψαλμός Α’ 1

Μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν. 2 ἀλλ᾿ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός. 3 καὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀπορρυήσεται· καὶ πάντα, ὅσα ἂν ποιῇ, κατευοδωθήσεται. 4 οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς, ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. 5 διὰ τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει, οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων· 6 ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων, καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται.

Ψαλμός Β’ 2

Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά; 2 παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ. (διάψαλμα). 3Διαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν καὶ ἀπορρίψωμεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτῶν. 4 ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς, καὶ ὁ Κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς. 5 τότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξει αὐτούς. 6 Ἐγὼ δὲ κατεστάθην βασιλεὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ Σιὼν ὄρος τὸ ἅγιον αὐτοῦ 7 διαγγέλλων τὸ πρόσταγμα Κυρίου. Κύριος εἶπε πρός με· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε. 8 αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου καὶ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς γῆς. 9 ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ράβδῳ σιδηρᾷ, ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς. 10 καὶ νῦν, βασιλεῖς, σύνετε, παιδεύθητε, πάντες οἱ κρίνοντες τὴν γῆν. 11 δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ. 12 δράξασθε παιδείας, μήποτε ὀργισθῇ Κύριος καὶ ἀπολεῖσθε ἐξ ὁδοῦ δικαίας. 13 ὅταν ἐκκαυθῇ ἐν τάχει ὁ θυμὸς αὐτοῦ, μακάριοι πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ.

Ψαλμός Γ’ 3

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.

2 Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 3 πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα). 4 σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 5 φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα). 6 ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 7 οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 8 ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 9 τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Ψαλμός Δ’ 4

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ψαλμοῖς· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.

2 Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. 3 υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; (διάψαλμα). 4 καὶ γνῶτε ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ· Κύριος εἰσακούσεταί μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. 5 ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ἃ λέγετε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε. (διάψαλμα). 6 θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ Κύριον. 7 πολλοὶ λέγουσι· τίς δείξει ἡμῖν τὰ ἀγαθά; Ἐσημειώθη ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε. 8 ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου· ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν. 9 ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω, ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ᾿ ἐλπίδι κατῴκισάς με.

Ψαλμός Ε’ 5

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Τὰ ρήματά μου ἐνώτισαι, Κύριε, σύνες τῆς κραυγῆς μου· 3 πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου, ὁ βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου. ὅτι πρὸς σὲ προσεύξομαι, Κύριε· 4 τὸ πρωΐ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς μου, τὸ πρωΐ παραστήσομαί σοι καὶ ἐπόψει με, 5 ὅτι οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος, 6 οὐδὲ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου. ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν· 7 ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος. ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος. 8 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου. 9 Κύριε, ὁδήγησόν με ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου, κατεύθυνον ἐνώπιόν σου τὴν ὁδόν μου.10 ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἀλήθεια, ἡ καρδία αὐτῶν ματαία· τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν. 11 κρῖνον αὐτούς, ὁ Θεός. ἀποπεσάτωσαν ἀπὸ τῶν διαβουλιῶν αὐτῶν· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀσεβειῶν αὐτῶν ἔξωσον αὐτούς, ὅτι παρεπίκρανάν σε, Κύριε. 12 καὶ εὐφρανθείησαν πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ σέ· εἰς αἰῶνα ἀγαλλιάσονται, καὶ κατασκηνώσεις ἐν αὐτοῖς, καὶ καυχήσονται ἐν σοὶ πάντες οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομά σου. 13 ὅτι σὺ εὐλογήσεις δίκαιον· Κύριε, ὡς ὅπλῳ εὐδοκίας ἐστεφάνωσας ἡμᾶς.

Ψαλμός ΣΤ’ 6

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις, ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. 3 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου, 4 καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε; 5 ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου, σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου. 6 ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δὲ τῷ ¨„δῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;7 ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω. 8 ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου, ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου. 9 ἀπόστητε ἀπ᾿ ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅτι εἰσήκουσε Κύριος τῆς φωνῆς τοῦ κλαυθμοῦ μου· 10 ἤκουσε Κύριος τῆς δεήσεώς μου, Κύριος τὴν προσευχήν μου προσεδέξατο. 11 αἰσχυνθείησαν καὶ ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου, ἀποστραφείησαν καὶ καταισχυνθείησαν σφόδρα διὰ τάχους.

Ψαλμός Ζ’ 7

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὃν ᾖσε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τῶν λόγων Χουσὶ υἱοῦ Ἰεμενεί.

2 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ρῦσαί με, 3 μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος. 4 Κύριε ὁ Θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο, εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου, 5 εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά, ἀποπέσοιμι ἄρα ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν μου κενός· 6 καταδιώξαι ἄρα ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου καὶ καταλάβοι καὶ καταπατήσαι εἰς γῆν τὴν ζωήν μου καὶ τὴν δόξαν μου εἰς χοῦν κατασκηνώσαι. (διάψαλμα). 7 ἀνάστηθι, Κύριε, ἐν ὀργῇ σου, ὑψώθητι ἐν τοῖς πέρασι τῶν ἐχθρῶν σου. ἐξεγέρθητι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν προστάγματι, ᾧ ἐνετείλω, 8 καὶ συναγωγὴ λαῶν κυκλώσει σε, καὶ ὑπὲρ ταύτης εἰς ὕψος ἐπίστρεψον. 9 Κύριος κρινεῖ λαούς. κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν ἀκακίαν μου ἐπ᾿ ἐμοί. 10 συντελεσθήτω δὴ πονηρία ἁμαρτωλῶν καὶ κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός. 11 δικαία ἡ βοήθειά μου παρὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. 12 ὁ Θεὸς κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ μακρόθυμος καὶ μὴ ὀργὴν ἐπάγων καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν. 13 ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει, τὸ τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε καὶ ἡτοίμασεν αὐτό· 14 καὶ ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου, τὰ βέλη αὐτοῦ τοῖς καιομένοις ἐξειργάσατο. 15 ἰδοὺ ὠδίνησεν ἀδικίαν, συνέλαβε πόνον καὶ ἔτεκεν ἀνομίαν. 16 λάκκον ὤρυξε καὶ ἀνέσκαψεν αὐτόν, καὶ ἐμπεσεῖται εἰς βόθρον, ὃν εἰργάσατο· 17 ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ κορυφὴν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται. 18 ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Ψαλμός Η’ 8

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ· ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. 3 ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν σου τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικητήν. 4 ὅτι ὄψομαι τοὺς οὐρανούς, ἔργα τῶν δακτύλων σου, σελήνην καὶ ἀστέρας, ἃ σὺ ἐθεμελίωσας· 5 τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνῄσκῃ αὐτοῦ; ἢ υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; 6 ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, 7 καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου· πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ, 8 πρόβατα, καὶ βόας ἁπάσας, ἔτι δὲ καὶ τὰ κτήνη τοῦ πεδίου, 9 τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης, τὰ διαπορευόμενα τρίβους θαλασσῶν. 10 Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ!

Ψαλμός Θ’ 9 (Μασ. 9-10)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν κρυφίων τοῦ υἱοῦ· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου· 3 εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί, ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου, ¨Υψιστε. 4 ἐν τῷ ἀποστραφῆναι τὸν ἐχθρόν μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἀσθενήσουσι καὶ ἀπολοῦνται ἀπὸ προσώπου σου, 5 ὅτι ἐποίησας τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν δίκην μου, ἐκάθισας ἐπὶ θρόνου ὁ κρίνων δικαιοσύνην. 6 ἐπετίμησας ἔθνεσι, καὶ ἀπώλετο ὁ ἀσεβής· τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξήλειψας εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 7 τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ρομφαῖαι εἰς τέλος, καὶ πόλεις καθεῖλες· ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετ᾿ ἤχου, 8 καὶ ὁ Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα μένει. ἡτοίμασεν ἐν κρίσει τὸν θρόνον αὐτοῦ, 9 καὶ αὐτὸς κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι. 10 καὶ ἐγένετο Κύριος καταφυγὴ τῷ πένητι, βοηθὸς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσι· 11 καὶ ἐλπισάτωσαν ἐπὶ σοὶ οἱ γινώσκοντες τὸ ὄνομά σου, ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπες τοὺς ἐκζητοῦντάς σε, Κύριε. 12 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, τῷ κατοικοῦντι ἐν Σιών, ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ, 13 ὅτι ἐκζητῶν τὰ αἵματα αὐτῶν ἐμνήσθη, οὐκ ἐπελάθετο τῆς κραυγῆς τῶν πενήτων. 14 ἐλέησόν με, Κύριε, ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ ὑψῶν με ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου, 15 ὅπως ἂν ἐξαγγείλω πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών. ἀγαλλιάσομαι ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου. 16 ἐνεπάγησαν ἔθνη ἐν διαφθορᾷ, ᾗ ἐποίησαν, ἐν παγίδι ταύτῃ, ᾗ ἔκρυψαν, συνελήφθη ὁ ποὺς αὐτῶν. 17 γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιῶν, ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτοῦ συνελήφθη ὁ ἁμαρτωλός. (ᾠδὴ διαψάλματος). 18 ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην, πάντα τὰ ἔθνη τὰ ἐπιλανθανόμενα τοῦ Θεοῦ, 19 ὅτι οὐκ εἰς τέλος ἐπιλησθήσεται ὁ πτωχός, ἡ ὑπομονὴ τῶν πενήτων οὐκ ἀπολεῖται εἰς τέλος. 20 ἀνάστηθι, Κύριε, μὴ κραταιούσθω ἄνθρωπος, κριθήτωσαν ἔθνη ἐνώπιόν σου. 21 κατάστησον, Κύριε, νομοθέτην ἐπ᾿ αὐτούς, γνώτωσαν ἔθνη ὅτι ἄνθρωποί εἰσιν. (διάψαλμα).

22 Ἱνατί, Κύριε, ἀφέστηκας μακρόθεν, ὑπερορᾷς ἐν εὐκαιρίαις ἐν θλίψεσιν; 23 ἐν τῷ ὑπερηφανεύεσθαι τὸν ἀσεβῆ ἐμπυρίζεται ὁ πτωχός, συλλαμβάνονται ἐν διαβουλίοις, οἷς διαλογίζονται. 24ὅτι ἐπαινεῖται ὁ ἁμαρτωλὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καὶ ὁ ἀδικῶν ἐνευλογεῖται· 25 παρώξυνε τὸν Κύριον ὁ ἁμαρτωλός· κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὀργῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκζητήσει· οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς ἐνώπιον αὐτοῦ. 26 βεβηλοῦνται αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ ἐν παντὶ καιρῷ, ἀνταναιρεῖται τὰ κρίματά σου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κατακυριεύσει· 27 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐ μὴ σαλευθῶ, ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἄνευ κακοῦ. 28 οὗ ἀρᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ γέμει καὶ πικρίας καὶ δόλου, ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ κόπος καὶ πόνος. 29 ἐγκάθηται ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων, ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον· οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσιν· 30 ἐνεδρεύει ἐν ἀποκρύφῳ ὡς λέων ἐν τῇ μάνδρᾳ αὐτοῦ, ἐνεδρεύει τοῦ ἁρπάσαι πτωχόν, ἁρπάσαι πτωχὸν ἐν τῷ ἑλκύσαι αὐτόν· 31 ἐν τῇ παγίδι αὐτοῦ ταπεινώσει αὐτόν, κύψει καὶ πεσεῖται ἐν τῷ αὐτὸν κατακυριεῦσαι τῶν πενήτων. 32 εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· ἐπιλέλησται ὁ Θεός, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τέλος. 33 ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός μου, ὑψωθήτω ἡ χείρ σου, μὴ ἐπιλάθῃ τῶν πενήτων. 34 ἕνεκεν τίνος παρώργισεν ὁ ἀσεβὴς τὸν Θεόν; εἶπε γὰρ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἐκζητήσει. 35 βλέπεις, ὅτι σὺ πόνον καὶ θυμὸν κατανοεῖς τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς εἰς χεῖράς σου· σοὶ ἐγκαταλέλειπται ὁ πτωχός, ὀρφανῷ σὺ ᾖσθα βοηθός. 36σύντριψον τὸν βραχίονα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ πονηροῦ, ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ. 37 βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ἀπολεῖσθε ἔθνη ἐκ τῆς γῆς αὐτοῦ. 38 τὴν ἐπιθυμίαν τῶν πενήτων εἰσήκουσε Κύριος, τὴν ἑτοιμασίαν τῆς καρδίας αὐτῶν προσέσχε τὸ οὖς σου 39 κρῖναι ὀρφανῷ καὶ ταπεινῷ, ἵνα μὴ προσθῇ ἔτι μεγαλαυχεῖν ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς.

Ψαλμός Ι’ 10 (Μασ. 11)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ἐπὶ τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον; 2 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. 3 ὅτι ἃ σὺ κατηρτίσω, αὐτοὶ καθεῖλον· ὁ δὲ δίκαιος τί ἐποίησε; 4 Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· Κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ. οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἀποβλέπουσι, τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. 5 Κύριος ἐξετάζει τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ, ὁ δὲ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν. 6 ἐπιβρέξει ἐπὶ ἁμαρτωλοὺς παγίδας, πῦρ καὶ θεῖον καὶ πνεῦμα καταιγίδος ἡ μερὶς τοῦ ποτηρίου αὐτῶν. 7 ὅτι δίκαιος Κύριος, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν, εὐθύτητας εἶδε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.

Ψαλμός ΙΑ’ 11 (Μασ. 12)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος, ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων. 3 μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, χείλη δόλια ἐν καρδίᾳ, καὶ ἐν καρδίᾳ ἐλάλησε κακά. 4 ἐξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τὰ χείλη τὰ δόλια καὶ γλῶσσαν μεγαλορρήμονα. 5 τοὺς εἰπόντας· τὴν γλῶσσαν ἡμῶν μεγαλυνοῦμεν, τὰ χείλη ἡμῶν παρ᾿ ἡμῖν ἐστι· τίς ἡμῶν Κύριός ἐστιν; 6 ἀπὸ τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καὶ ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων, νῦν ἀναστήσομαι, λέγει Κύριος· θήσομαι ἐν σωτηρίῳ, παρρησιάσομαι ἐν αὐτῷ. 7 τὰ λόγια Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως. 8 σύ, Κύριε, φυλάξαις ἡμᾶς καὶ διατηρήσαις ἡμᾶς ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. 9 κύκλῳ οἱ ἀσεβεῖς περιπατοῦσι· κατὰ τὸ ὕψος σου ἐπολυώρησας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων.

Ψαλμός ΙΒ’ 12 (Μασ. 13)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; 3 ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ; 4 ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε ὁ Θεός μου· φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, 5 μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ. 6 ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Ψαλμός ΙΓ’ 13 (Μασ. 14)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός. 2 Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν. 3 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός [τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.] 4 οὐχὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο. 5 ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν γενεᾷ δικαίᾳ. 6 βουλὴν πτωχοῦ κατῃσχύνατε, ὁ δὲ Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστι. 7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραήλ; ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται Ἰακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται Ἰσραήλ.

Ψαλμός ΙΔ’ 14 (Μασ. 15)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κύριε, τίς παροικήσει ἐν τῷ σκηνώματί σου; ἢ τίς κατασκηνώσει ἐν ὄρει ἁγίῳ σου; 2 πορευόμενος ἄμωμος καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην, λαλῶν ἀλήθειαν ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, 3 ὃς οὐκ ἐδόλωσεν ἐν γλώσσῃ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐποίησε τῷ πλησίον αὐτοῦ κακὸν καὶ ὀνειδισμὸν οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ τοῖς ἔγγιστα αὐτοῦ. 4 ἐξουδένωται ἐνώπιον αὐτοῦ πονηρευόμενος, τοὺς δὲ φοβουμένους τὸν Κύριον δοξάζει· ὁ ὀμνύων τῷ πλησίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀθετῶν· 5 τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ καὶ δῶρα ἐπ᾿ ἀθῴοις οὐκ ἔλαβεν. ὁ ποιῶν ταῦτα, οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

Ψαλμός ΙΕ’ 15 (Μασ. 16)

Στηλογραφία τῷ Δαυΐδ.

Φύλαξόν με, Κύριε, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. 2 εἶπα τῷ Κυρίῳ· Κύριός μου εἶ σύ, ὅτι τῶν ἀγαθῶν μου οὐ χρείαν ἔχεις. 3 τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος, πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς. 4 ἐπληθύνθησαν αἱ ἀσθένειαι αὐτῶν, μετὰ ταῦτα ἐτάχυναν· οὐ μὴ συναγάγω τὰς συναγωγὰς αὐτῶν ἐξ αἱμάτων, οὐδ᾿ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου. 5Κύριος μερὶς τῆς κληρονομίας μου καὶ τοῦ ποτηρίου μου· σὺ εἶ ὁ ἀποκαθιστῶν τὴν κληρονομίαν μου ἐμοί. 6 σχοινία ἐπέπεσέ μοι ἐν τοῖς κρατίστοις· καὶ γὰρ ἡ κληρονομία μου κρατίστη μοί ἐστιν. 7 εὐλογήσω τὸν Κύριον τὸν συνετίσαντά με· ἔτι δὲ καὶ ἕως νυκτὸς ἐπαίδευσάν με οἱ νεφροί μου. 8 προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ. 9 διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου, καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι, 10 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. 11 ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς· πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου, τερπνότητες ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος.

Ψαλμός ΙΣΤ’ 16 (Μασ. 17)

Προσευχὴ τοῦ Δαυΐδ.

Εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς δικαιοσύνης μου, πρόσχες τῇ δεήσει μου, ἐνώτισαι τὴν προσευχήν μου οὐκ ἐν χείλεσι δολίοις. 2 ἐκ προσώπου σου τὸ κρῖμά μου ἐξέλθοι, οἱ ὀφθαλμοί μου ἰδέτωσαν εὐθύτητας. 3 ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου, ἐπεσκέψω νυκτός· ἐπύρωσάς με, καὶ οὐχ εὑρέθη ἐν ἐμοὶ ἀδικία. 4 ὅπως ἂν μὴ λαλήσῃ τὸ στόμα μου τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων, διὰ τοὺς λόγους τῶν χειλέων σου ἐγὼ ἐφύλαξα ὁδοὺς σκληράς. 5 κατάρτισαι τὰ διαβήματά μου ἐν ταῖς τρίβοις σου, ἵνα μὴ σαλευθῶσι τὰ διαβήματά μου. 6 ἐγὼ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπήκουσάς μου, ὁ Θεός· κλῖνον τὸ οὖς σου ἐμοὶ καὶ εἰσάκουσον τῶν ρημάτων μου. 7 θαυμάστωσον τὰ ἐλέη σου, ὁ σῴζων τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σὲ ἐκ τῶν ἀνθεστηκότων τῇ δεξιᾷ σου. 8 φύλαξόν με ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ· ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου σκεπάσεις με 9 ἀπὸ προσώπου ἀσεβῶν τῶν ταλαιπωρησάντων με. οἱ ἐχθροί μου τὴν ψυχήν μου περιέσχον· 10 τὸ στέαρ αὐτῶν συνέκλεισαν, τὸ στόμα αὐτῶν ἐλάλησεν ὑπερηφανίαν. 11 ἐκβαλόντες με νυνὶ περιεκύκλωσάν με, τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἔθεντο ἐκκλῖναι ἐν τῇ γῇ. 12 ὑπέλαβόν με ὡσεὶ λέων ἕτοιμος εἰς θήραν καὶ ὡσεὶ σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις.13 ἀνάστηθι, Κύριε, πρόφθασον αὐτοὺς καὶ ὑποσκέλισον αὐτούς, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀσεβοῦς, ρομφαίαν σου ἀπὸ ἐχθρῶν τῆς χειρός σου. 14 Κύριε, ἀπὸ ὀλίγων ἀπὸ γῆς διαμέρισον αὐτοὺς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τῶν κεκρυμμένων σου ἐπλήσθη ἡ γαστὴρ αὐτῶν, ἐχορτάσθησαν υἱῶν [Αλλη γραφή· ὑείων.], καὶ ἀφῆκαν τὰ κατάλοιπα τοῖς νηπίοις αὐτῶν. 15 ἐγὼ δὲ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ σου, χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου.

Ψαλμός ΙΖ’ 17 (Μασ. 18)

Εἰς τὸ τέλος· τῷ παιδὶ Κυρίου τῷ Δαυΐδ, ἃ ἐλάλησεν τῷ Κυρίῳ τοὺς λόγους τῆς ᾠδῆς ταύτης ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐρρύσατο αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ χειρὸς Σαούλ, 2καὶ εἶπεν·

Ἀγαπήσω σε, Κύριε, ἡ ἰσχύς μου. 3 Κύριος στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ρύστης μου. Ὁ Θεός μου βοηθός μου, ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν, ὑπερασπιστής μου καὶ κέρας σωτηρίας μου καὶ ἀντιλήπτωρ μου. 4 αἰνῶν ἐπικαλέσομαι τὸν Κύριον καὶ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου σωθήσομαι. 5 περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, καὶ χείμαρροι ἀνομίας ἐξετάραξάν με. 6 ὠδῖνες ᾅδου περιεκύκλωσάν με, προέφθασάν με παγίδες θανάτου. 7 καὶ ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου ἐκέκραξα· ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ φωνῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσελεύσεται εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ. 8 καὶ ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ, καὶ τὰ θεμέλια τῶν ὀρέων ἐταράχθησαν καὶ ἐσαλεύθησαν, ὅτι ὠργίσθη αὐτοῖς ὁ Θεός. 9 ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ πῦρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καταφλεγήσεται, ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ. 10 καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη, καὶ γνόφος ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ. 11 καὶ ἐπέβη ἐπὶ Χερουβὶμ καὶ ἐπετάσθη, ἐπετάσθη ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων. 12 καὶ ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ· κύκλῳ αὐτοῦ ἡ σκηνὴ αὐτοῦ, σκοτεινὸν ὕδωρ ἐν νεφέλαις ἀέρων. 13 ἀπὸ τῆς τηλαυγήσεως ἐνώπιον αὐτοῦ αἱ νεφέλαι διῆλθον, χάλαζα καὶ ἄνθρακες πυρός. 14 καὶ ἐβρόντησεν ἐξ οὐρανοῦ Κύριος, καὶ ὁ ¨Υψιστος ἔδωκε φωνὴν αὐτοῦ· 15 ἐξαπέστειλε βέλη καὶ ἐσκόρπισεν αὐτοὺς καὶ ἀστραπὰς ἐπλήθυνε καὶ συνετάραξεν αὐτούς. 16 καὶ ὤφθησαν αἱ πηγαὶ τῶν ὑδάτων, καὶ ἀνεκαλύφθη τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμένης ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, Κύριε, ἀπὸ ἐμπνεύσεως πνεύματος ὀργῆς σου. 17 ἐξαπέστειλεν ἐξ ὕψους καὶ ἔλαβέ με, προσελάβετό με ἐξ ὑδάτων πολλῶν. 18 ρύσεταί με ἐξ ἐχθρῶν μου δυνατῶν, καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, ὅτι ἐστερεώθησαν ὑπὲρ ἐμέ. 19 προέφθασάν με ἐν ἡμέρᾳ κακώσεώς μου, καὶ ἐγένετο Κύριος ἀντιστήριγμά μου 20 καὶ ἐξήγαγέ με εἰς πλατυσμόν, ρύσεταί με, ὅτι ἠθέλησέ με. 21 καὶ ἀνταποδώσει μοι Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἀνταποδώσει μοι, 22 ὅτι ἐφύλαξα τὰς ὁδοὺς Κυρίου καὶ οὐκ ἠσέβησα ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, 23 ὅτι πάντα τὰ κρίματα αὐτοῦ ἐνώπιόν μου, καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ οὐκ ἀπέστησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 24 καὶ ἔσομαι ἄμωμος μετ᾿ αὐτοῦ καὶ φυλάξομαι ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου. 25 καὶ ἀνταποδώσει μοι Κύριος κατὰ τὴν δικαιοσύνην μου καὶ κατὰ τὴν καθαριότητα τῶν χειρῶν μου ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ. 26 μετὰ ὁσίου ὅσιος ἔσῃ, καὶ μετὰ ἀνδρὸς ἀθῴου ἀθῷος ἔσῃ, 27 καὶ μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔσῃ καὶ μετὰ στρεβλοῦ διαστρέψεις. 28 ὅτι σὺ λαὸν ταπεινὸν σώσεις καὶ ὀφθαλμοὺς ὑπερηφάνων ταπεινώσεις. 29 ὅτι σὺ φωτιεῖς λύχνον μου, Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τὸ σκότος μου. 30 ὅτι ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. 31 ὁ Θεός μου, ἄμωμος ἡ ὁδὸς αὐτοῦ, τὰ λόγια Κυρίου πεπυρωμένα, ὑπερασπιστής ἐστι πάντων τῶν ἐλπιζόντων ἐπ᾿ αὐτόν. 32 ὅτι τίς Θεὸς πλὴν τοῦ Κυρίου, καὶ τίς Θεὸς πλὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν; 33 ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου· 34 καταρτιζόμενος τοὺς πόδας μου ὡσεὶ ἐλάφου καὶ ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἱστῶν με· 35 διδάσκων χεῖράς μου εἰς πόλεμον καὶ ἔθου τόξον χαλκοῦν τοὺς βραχίονάς μου· 36 καὶ ἔδωκάς μοι ὑπερασπισμὸν σωτηρίας, καὶ ἡ δεξιά σου ἀντελάβετό μου, καὶ ἡ παιδεία σου ἀνώρθωσέ με εἰς τέλος, καὶ ἡ παιδεία σου αὐτή με διδάξει. 37 ἐπλάτυνας τὰ διαβήματά μου ὑποκάτω μου, καὶ οὐκ ἠσθένησαν τὰ ἴχνη μου. 38 καταδιώξω τοὺς ἐχθρούς μου καὶ καταλήψομαι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀποστραφήσομαι, ἕως ἂν ἐκλίπωσιν· 39 ἐκθλίψω αὐτούς, καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι, πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου. 40 καὶ περιέζωσάς με δύναμιν εἰς πόλεμον, συνεπόδισας πάντας τοὺς ἐπανισταμένους ἐπ᾿ ἐμὲ ὑποκάτω μου. 41 καὶ τοὺς ἐχθρούς μου ἔδωκάς μοι νῶτον καὶ τοὺς μισοῦντάς με ἐξωλόθρευσας. 42 ἐκέκραξαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ σῴζων, πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ εἰσήκουσεν αὐτῶν. 43 καὶ λεπτυνῶ αὐτοὺς ὡσεὶ χνοῦν κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, ὡς πηλὸν πλατειῶν λεανῶ αὐτούς. 44 ρύσῃ με ἐξ ἀντιλογίας λαοῦ, καταστήσεις με εἰς κεφαλὴν ἐθνῶν. λαός, ὃν οὐκ ἔγνων, ἐδούλευσέ μοι, 45 εἰς ἀκοὴν ὠτίου ὑπήκουσέ μου· υἱοὶ ἀλλότριοι ἐψεύσαντό μοι, 46 υἱοὶ ἀλλότριοι ἐπαλαιώθησαν καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὐτῶν. 47 ζῇ Κύριος, καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεός μου καὶ ὑψωθήτω ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, 48 ὁ Θεὸς ὁ διδοὺς ἐκδικήσεις ἐμοί, καὶ ὑποτάξας λαοὺς ὑπ᾿ ἐμέ, 49 ὁ ρύστης μου ἐξ ἐχθρῶν μου ὀργίλων, ἀπὸ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμὲ ὑψώσεις με, ἀπὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ρῦσαί με. 50 διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσι, Κύριε, καὶ τῷ ὀνόματί σου ψαλῶ, 51 μεγαλύνων τὰς σωτηρίας τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, καὶ ποιῶν ἔλεος τῷ χριστῷ αὐτοῦ, τῷ Δαυΐδ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ ἕως αἰῶνος.

Ψαλμός ΙΗ’ 18 (Μασ. 19)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα. 3 ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ ἐρεύγεται ρῆμα, καὶ νὺξ νυκτὶ ἀναγγέλλει γνῶσιν. 4 οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν· 5 εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν. 6 ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τὸ σκήνωμα αὐτοῦ· καὶ αὐτὸς ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ, ἀγαλλιάσεται ὡς γίγας δραμεῖν ὁδὸν αὐτοῦ. 7 ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ. 8 ὁ νόμος τοῦ Κυρίου ἄμωμος, ἐπιστρέφων ψυχάς· ἡ μαρτυρία Κυρίου πιστή, σοφίζουσα νήπια. 9 τὰ δικαιώματα Κυρίου εὐθέα, εὐφραίνοντα καρδίαν· ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγής, φωτίζουσα ὀφθαλμούς· 10 ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός, διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος· τὰ κρίματα Κυρίου ἀληθινά, δεδικαιωμένα ἐπὶ τὸ αὐτό, 11 ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον. 12 καὶ γὰρ ὁ δοῦλός σου φυλάσσει αὐτά· ἐν τῷ φυλάσσειν αὐτὰ ἀνταπόδοσις πολλή. 13 παραπτώματα τίς συνήσει; ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με. 14 καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων φεῖσαι τοῦ δούλου σου· ἐὰν μή μου κατακυριεύσωσι, τότε ἄμωμος ἔσομαι καὶ καθαρισθήσομαι ἀπὸ ἁμαρτίας μεγάλης. 15 καὶ ἔσονται εἰς εὐδοκίαν τὰ λόγια τοῦ στόματός μου καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου ἐνώπιόν σου διὰ παντός, Κύριε, βοηθέ μου καὶ λυτρωτά μου.

Ψαλμός ΙΘ’ 19 (Μασ. 20)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἐπακούσαι σου Κύριος ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, ὑπερασπίσαι σου τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ. 3 ἐξαποστείλαι σοι βοήθειαν ἐξ ἁγίου καὶ ἐκ Σιὼν ἀντιλάβοιτό σου. 4 μνησθείη πάσης θυσίας σου καὶ τὸ ὁλοκαύτωμά σου πιανάτω. (διάψαλμα). 5 δῴη σοι Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν σου καὶ πᾶσαν τὴν βουλήν σου πληρώσαι. 6 ἀγαλλιασόμεθα ἐν τῷ σωτηρίῳ σου καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα. πληρώσαι Κύριος πάντα τὰ αἰτήματά σου. 7 νῦν ἔγνων ὅτι ἔσωσε Κύριος τὸν χριστὸν αὐτοῦ· ἐπακούσεται αὐτοῦ ἐξ οὐρανοῦ ἁγίου αὐτοῦ· ἐν δυναστείαις ἡ σωτηρία τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ. 8 οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα. 9 αὐτοὶ συνεποδίσθησαν καὶ ἔπεσαν, ἡμεῖς δὲ ἀνέστημεν καὶ ἀνωρθώθημεν. 10 Κύριε, σῶσον τὸν βασιλέα, καὶ ἐπάκουσον ἡμῶν, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλεσώμεθά σε.

Ψαλμός Κ’ 20 (Μασ. 21)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου εὐφρανθήσεται ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου ἀγαλλιάσεται σφόδρα. 3 τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας αὐτοῦ ἔδωκας αὐτῷ καὶ τὴν θέλησιν τῶν χειλέων αὐτοῦ οὐκ ἐστέρησας αὐτόν. (διάψαλμα). 4 ὅτι προέφθασας αὐτὸν ἐν εὐλογίαις χρηστότητος, ἔθηκας ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ στέφανον ἐκ λίθου τιμίου. 5 ζωὴν ᾐτήσατό σε, καὶ ἔδωκας αὐτῷ, μακρότητα ἡμερῶν εἰς αἰῶνα αἰῶνος. 6 μεγάλη ἡ δόξα αὐτοῦ ἐν τῷ σωτηρίῳ σου, δόξαν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐπιθήσεις ἐπ᾿ αὐτόν· 7 ὅτι δώσεις αὐτῷ εὐλογίαν εἰς αἰῶνα αἰῶνος, εὐφρανεῖς αὐτὸν ἐν χαρᾷ μετὰ τοῦ προσώπου σου. 8 ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐλπίζει ἐπὶ Κύριον καὶ ἐν τῷ ἐλέει τοῦ Ὑψίστου οὐ μὴ σαλευθῇ. 9 εὑρεθείη ἡ χείρ σου πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς σου, ἡ δεξιά σου εὕροι πάντας τοὺς μισοῦντάς σε. 10 θήσεις αὐτοὺς εἰς κλίβανον πυρὸς εἰς καιρὸν τοῦ προσώπου σου· Κύριος ἐν ὀργῇ αὐτοῦ συνταράξει αὐτούς, καὶ καταφάγεται αὐτοὺς πῦρ. 11 τὸν καρπὸν αὐτῶν ἀπὸ τῆς γῆς ἀπολεῖς καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων, 12 ὅτι ἔκλιναν εἰς σὲ κακά, διελογίσαντο βουλάς, αἷς οὐ μὴ δύνωνται στῆναι. 13 ὅτι θήσεις αὐτοὺς νῶτον· ἐν τοῖς περιλοίποις σου ἑτοιμάσεις τὸ πρόσωπον αὐτῶν. 14 ὑψώθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου· ᾄσομεν καὶ ψαλοῦμεν τὰς δυναστείας σου.

Ψαλμός ΚΑ’ 21 (Μασ. 22)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἑωθινῆς· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ὁ θεὸς, ὁ Θεός μου, πρόσχες μοι· ἵνα τί ἐγκατέλιπές με; μακρὰν ἀπὸ τῆς σωτηρίας μου οἱ λόγοι τῶν παραπτωμάτων μου. 3 ὁ Θεός μου, κεκράξομαι ἡμέρας, καὶ οὐκ εἰσακούσῃ, καὶ νυκτός, καὶ οὐκ εἰς ἄνοιαν ἐμοί. 4 σὺ δὲ ἐν ἁγίῳ κατοικεῖς, ὁ ἔπαινος τοῦ Ἰσραήλ. 5 ἐπὶ σοὶ ἤλπισαν οἱ πατέρες ἡμῶν, ἤλπισαν, καὶ ἐρρύσω αὐτούς· 6 πρὸς σὲ ἐκέκραξαν καὶ ἐσώθησαν, ἐπὶ σοὶ ἤλπισαν καὶ οὐ κατῃσχύνθησαν. 7 ἐγὼ δέ εἰμι σκώληξ καὶ οὐκ ἄνθρωπος, ὄνειδος ἀνθρώπων καὶ ἐξουθένημα λαοῦ. 8 πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με, ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν, ἐκίνησαν κεφαλήν· 9 ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, ρυσάσθω αὐτόν· σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν. 10 ὅτι σὺ εἶ ὁ ἐκσπάσας με ἐκ γαστρός, ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ μαστῶν τῆς μητρός μου· 11 ἐπὶ σὲ ἐπερρίφην ἐκ μήτρας, ἐκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου εἶ σύ· 12 μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι θλῖψις ἐγγύς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν. 13 περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με· 14 ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος. 15 ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου· 16 ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με. 17 ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας. 18 ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με. 19 διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον. 20 σὺ δέ, Κύριε, μὴ μακρύνῃς τὴν βοήθειάν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, εἰς τὴν ἀντίληψίν μου πρόσχες. 21 ρῦσαι ἀπὸ ρομφαίας τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐκ χειρὸς κυνὸς τὴν μονογενῆ μου· 22 σῶσόν με ἐκ στόματος λέοντος καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου. 23 διηγήσομαι τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε. 24 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, αἰνέσατε αὐτόν, ἅπαν τὸ σπέρμα Ἰακώβ, δοξάσατε αὐτόν, φοβηθήτωσαν αὐτὸν ἅπαν τὸ σπέρμα Ἰσραήλ, 25 ὅτι οὐκ ἐξουδένωσεν οὐδὲ προσώχθισε τῇ δεήσει τοῦ πτωχοῦ, οὐδὲ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτὸν εἰσήκουσέ μου. 26 παρὰ σοῦ ὁ ἔπαινός μου ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ, τὰς εὐχάς μου ἀποδώσω ἐνώπιον τῶν φοβουμένων αὐτόν. 27 φάγονται πένητες καὶ ἐμπλησθήσονται, καὶ αἰνέσουσι Κύριον οἱ ἐκζητοῦντες αὐτόν· ζήσονται αἱ καρδίαι αὐτῶν εἰς αἰῶνα αἰῶνος. 28 μνησθήσονται καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς Κύριον πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, 29 ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ βασιλεία, καὶ αὐτὸς δεσπόζει τῶν ἐθνῶν. 30ἔφαγον καὶ προσεκύνησαν πάντες οἱ πίονες τῆς γῆς, ἐνώπιον αὐτοῦ προπεσοῦνται πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς γῆν. καὶ ἡ ψυχή μου αὐτῷ ζῇ, 31 καὶ τὸ σπέρμα μου δουλεύσει αὐτῷ· ἀναγγελήσεται τῷ Κυρίῳ γενεὰ ἡ ἐρχομένη, 32 καὶ ἀναγγελοῦσι τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ λαῷ τῷ τεχθησομένῳ, ὃν ἐποίησεν ὁ Κύριος.

Ψαλμός ΚΒ’ 22 (Μασ. 23)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 2 εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, 3 τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 4 ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν. 5 ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. 6 καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Ψαλμός ΚΓ’ 23 (Μασ. 24)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· τῆς μιᾶς Σαββάτων.

Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. 2 αὐτὸς ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐπὶ ποταμῶν ἡτοίμασεν αὐτήν. 3 τίς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου καὶ τίς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ; 4 ἀθῷος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὃς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. 5 οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρὰ Κυρίου καὶ ἐλεημοσύνην παρὰ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ. 6 αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον, ζητούντων τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ. (διάψαλμα). 7 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. 8 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. 9 ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. 10 τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; Κύριος τῶν δυνάμεων αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης.

Ψαλμός ΚΔ’ 24 (Μασ. 25)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Πρὸς σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου, ὁ Θεός μου. 2 ἐπὶ σοὶ πέποιθα· μὴ καταισχυνθείην, μηδὲ καταγελασάτωσάν με οἱ ἐχθροί μου. 3 καὶ γὰρ πάντες οἱ ὑπομένοντές σε οὐ μὴ καταισχυνθῶσιν· αἰσχυνθήτωσαν οἱ ἀνομοῦντες διακενῆς. 4 τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. 5 ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ σωτήρ μου, καὶ σὲ ὑπέμεινα ὅλην τὴν ἡμέραν. 6 μνήσθητι τῶν οἰκτιρμῶν σου, Κύριε, καὶ τὰ ἐλέη σου, ὅτι ἀπὸ τοῦ αἰῶνός εἰσιν. 7 ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς· κατὰ τὸ ἔλεός σου μνήσθητί μου, σύ, ἕνεκεν χρηστότητός σου, Κύριε. 8 χρηστὸς καὶ εὐθὴς ὁ Κύριος· διὰ τοῦτο νομοθετήσει ἁμαρτάνοντας ἐν ὁδῷ. 9 ὁδηγήσει πραεῖς ἐν κρίσει, διδάξει πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ.10 πᾶσαι αἱ ὁδοὶ Κυρίου ἔλεος καὶ ἀλήθεια τοῖς ἐκζητοῦσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. 11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἱλάσῃ τῇ ἁμαρτίᾳ μου, πολλὴ γάρ ἐστι. 12 τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ, ᾗ ᾑρετίσατο. 13 ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει γῆν. 14 κραταίωμα Κύριος τῶν φοβουμένων αὐτόν, καὶ ἡ διαθήκη αὐτοῦ δηλώσει αὐτοῖς. 15 οἱ ὀφθαλμοί μου διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου. 16 ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, ὅτι μονογενὴς καὶ πτωχός εἰμι ἐγώ. 17 αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν· ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με. 18 ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου. 19 ἴδε τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι ἐπληθύνθησαν καὶ μῖσος ἄδικον ἐμίσησάν με. 20 φύλαξον τὴν ψυχήν μου καὶ ρῦσαί με· μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ σέ. 21 ἄκακοι καὶ εὐθεῖς ἐκολλῶντό μοι, ὅτι ὑπέμεινά σε, Κύριε. 22 λύτρωσαι, ὁ Θεός, τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ.

Ψαλμός ΚΕ’ 25 (Μασ. 26)

Τοῦ Δαυΐδ.

Κρῖνόν με, Κύριε, ὅτι ἐγὼ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην καὶ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἐλπίζων, οὐ μὴ ἀσθενήσω. 2 δοκίμασόν με, Κύριε, καὶ πείρασόν με, πύρωσον τοὺς νεφρούς μου καὶ τὴν καρδίαν μου. 3ὅτι τὸ ἔλεός σου κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μού ἐστι, καὶ εὐηρέστησα ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου. 4 οὐκ ἐκάθισα μετὰ συνεδρίου ματαιότητος καὶ μετὰ παρανομούντων οὐ μὴ εἰσέλθω· 5 ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καὶ μετὰ ἀσεβῶν οὐ μὴ καθίσω. 6 νίψομαι ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου καὶ κυκλώσω τὸ θυσιαστήριόν σου, Κύριε, 7 τοῦ ἀκοῦσαί με φωνῆς αἰνέσεώς σου καὶ διηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου. 8 Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης σου. 9 μὴ συναπολέσῃς μετὰ ἀσεβῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἀνδρῶν αἱμάτων τὴν ζωήν μου, 10 ὧν ἐν χερσὶν ἀνομίαι, ἡ δεξιὰ αὐτῶν ἐπλήσθη δώρων. 11 ἐγὼ δὲ ἐν ἀκακίᾳ μου ἐπορεύθην· λύτρωσαί με καὶ ἐλέησόν με. 12 ὁ πούς μου ἔστη ἐν εὐθύτητι· ἐν ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε, Κύριε.

Ψαλμός ΚΣΤ’ 26 (Μασ. 27)

Τοῦ Δαυΐδ· πρὸ τοῦ χρισθῆναι.

Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω; 2 ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ᾿ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροί μου, αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσαν. 3 ἐὰν παρατάξηται ἐπ᾿ ἐμὲ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου· ἐὰν ἐπαναστῇ ἐπ᾿ ἐμὲ πόλεμος, ἐν ταύτῃ ἐγὼ ἐλπίζω. 4μίαν ᾐτησάμην παρὰ Κυρίου, ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου καὶ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ. 5 ὅτι ἔκρυψέ με ἐν σκηνῇ αὐτοῦ ἐν ἡμέρᾳ κακῶν μου, ἐσκέπασέ με ἐν ἀποκρύφῳ τῆς σκηνῆς αὑτοῦ, ἐν πέτρᾳ ὕψωσέ με. 6 καὶ νῦν ἰδοὺ ὕψωσε κεφαλήν μου ἐπ᾿ ἐχθρούς μου· ἐκύκλωσα καὶ ἔθυσα ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ θυσίαν ἀλαλαγμοῦ, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ τῷ Κυρίῳ. 7 εἰσάκουσον, Κύριε, τῆς φωνῆς μου, ἧς ἐκέκραξα· ἐλέησόν με καὶ εἰσάκουσόν μου. 8 σοὶ εἶπεν ἡ καρδία μου· ἐξεζήτησέ σε τὸ πρόσωπόν μου· τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητήσω. 9 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ μὴ ἐκκλίνῃς ἐν ὀργῇ ἀπὸ τοῦ δούλου σου· βοηθός μου γενοῦ, μὴ ἀποσκορακίσῃς με καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ὁ Θεός, ὁ σωτήρ μου. 10 ὅτι ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό με. 11 νομοθέτησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου καὶ ὁδήγησόν με ἐν τρίβῳ εὐθείᾳ ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου. 12 μὴ παραδῷς με εἰς ψυχὰς θλιβόντων με, ὅτι ἐπανέστησάν μοι μάρτυρες ἄδικοι, καὶ ἐψεύσατο ἡ ἀδικία ἑαυτῇ. 13 πιστεύω τοῦ ἰδεῖν τὰ ἀγαθὰ Κυρίου ἐν γῇ ζώντων. 14 ὑπόμεινον τὸν Κύριον· ἀνδρίζου, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία σου, καὶ ὑπόμεινον τὸν Κύριον.

Ψαλμός ΚΖ’ 27 (Μασ. 28)

Τοῦ Δαυΐδ.

Πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, ὁ Θεός μου, μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ, μήποτε παρασιωπήσῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. 2 εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἐν τῷ αἴρειν με χεῖράς μου πρὸς ναὸν ἅγιόν σου. 3 μὴ συνελκύσῃς μετὰ ἁμαρτωλῶν τὴν ψυχήν μου καὶ μετὰ ἐργαζομένων ἀδικίαν μὴ συναπολέσῃς με τῶν λαλούντων εἰρήνην μετὰ τῶν πλησίον αὐτῶν, κακὰ δὲ ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. 4 δὸς αὐτοῖς, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ κατὰ τὴν πονηρίαν τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν· κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν δὸς αὐτοῖς, ἀπόδος τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν αὐτοῖς. 5 ὅτι οὐ συνῆκαν εἰς τὰ ἔργα Κυρίου καὶ εἰς τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ· καθελεῖς αὐτοὺς καὶ οὐ μὴ οἰκοδομήσεις αὐτούς. 6εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι εἰσήκουσε τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου. 7 Κύριος βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου· ἐπ᾿ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου, καὶ ἐβοηθήθην, καὶ ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου· καὶ ἐκ θελήματός μου ἐξομολογήσομαι αὐτῷ. 8 Κύριος κραταίωμα τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν σωτηρίων τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ ἐστι. 9 σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου καὶ ποίμανον αὐτοὺς καὶ ἔπαρον αὐτοὺς ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΚΗ’ 28 (Μασ. 29)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐξοδίου σκηνῆς.

Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, υἱοὶ Θεοῦ, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ υἱοὺς κριῶν, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ τιμήν, 2 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματι αὐτοῦ, προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ. 3 φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν. 4 φωνὴ Κυρίου ἐν ἰσχύϊ, φωνὴ Κυρίου ἐν μεγαλοπρεπείᾳ. 5 φωνὴ Κυρίου συντρίβοντος κέδρους, καὶ συντρίψει Κύριος τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου 6 καὶ λεπτυνεῖ αὐτὰς ὡς τὸν μόσχον τὸν Λίβανον, καὶ ὁ ἠγαπημένος ὡς υἱὸς μονοκερώτων. 7 φωνὴ Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός, 8 φωνὴ Κυρίου συσσείοντος ἔρημον καὶ συσσείσει Κύριος τὴν ἔρημον Κάδης. 9 φωνὴ Κυρίου καταρτιζομένη ἐλάφους, καὶ ἀποκαλύψει δρυμούς· καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν. 10 Κύριος τὸν κατακλυσμὸν κατοικιεῖ, καὶ καθιεῖται Κύριος βασιλεὺς εἰς τὸν αἰῶνα. 11 Κύριος ἰσχὺν τῷ λαῷ αὐτοῦ δώσει, Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ.

Ψαλμός ΚΘ’ 29 (Μασ. 30)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς ᾠδῆς τοῦ ἐγκαινισμοῦ τοῦ οἴκου· Δαυΐδ.

2 Ὑψώσω σε, Κύριε, ὅτι ὑπέλαβές με καὶ οὐκ εὔφρανας τοὺς ἐχθρούς μου ἐπ᾿ ἐμέ. 3 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐκέκραξα πρὸς σέ, καὶ ἰάσω με· 4 Κύριε, ἀνήγαγες ἐξ ᾅδου τὴν ψυχήν μου, ἔσωσάς με ἀπὸ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον. 5 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ· 6 ὅτι ὀργὴ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ, καὶ ζωὴ ἐν τῷ θελήματι αὐτοῦ· τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμὸς καὶ εἰς τὸ πρωΐ ἀγαλλίασις. 7 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ εὐθηνίᾳ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ εἰς τὸν αἰῶνα. 8 Κύριε, ἐν τῷ θελήματί σου παρέσχου τῷ κάλλει μου δύναμιν· ἀπέστρεψας δὲ τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἐγενήθην τεταραγμένος. 9 πρὸς σέ, Κύριε, κεκράξομαι, καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου δεηθήσομαι. 10 τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; μὴ ἐξομολογήσεταί σοι χοῦς ἢ ἀναγγελεῖ τὴν ἀλήθειάν σου; 11 ἤκουσε Κύριος, καὶ ἠλέησέ με, Κύριος ἐγενήθη βοηθός μου. 12 ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί, διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην, 13 ὅπως ἂν ψάλῃ σοι ἡ δόξα μου καὶ οὐ μὴ κατανυγῶ. Κύριε ὁ Θεός μου, εἰς τὸν αἰῶνα ἐξομολογήσομαί σοι.

Ψαλμός Λ’ 30 (Μασ. 31)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐκστάσεως.

2 Ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ρῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με. 3 κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με. 4 ὅτι κραταίωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σὺ καὶ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὁδηγήσεις με καὶ διαθρέψεις με· 5 ἐξάξεις με ἐκ παγίδος ταύτης, ἧς ἔκρυψάν μοι, ὅτι σὺ εἶ ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε. 6 εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· ἐλυτρώσω με, Κύριε ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας. 7 ἐμίσησας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενῆς· ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἤλπισα. 8 ἀγαλλιάσομαι καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ ἐλέει σου, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου 9 καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου. 10 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἐταράχθη ἐν θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, ἡ ψυχή μου καὶ ἡ γαστήρ μου. 11 ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς· ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν. 12 παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος καὶ τοῖς γείτοσί μου σφόδρα, καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου· οἱ θεωροῦντες με ἔξω ἔφυγον ἀπ᾿ ἐμοῦ. 13 ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας, ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός. 14 ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν· ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο. 15 ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ὁ Θεός μου. 16 ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροί μου [Αλλη γραφή· οἱ καιροί μου.]· ρῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν μου καὶ ἐκ τῶν καταδιωκόντων με. 17 ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, σῶσόν με ἐν τῷ ἐλέει σου.18 Κύριε, μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἐπεκαλεσάμην σε· αἰσχυνθείησαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ καταχθείησαν εἰς ᾅδου. 19 ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει. 20 ὡς πολὺ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σὲ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων. 21κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ προσώπου σου ἀπὸ ταραχῆς ἀνθρώπων, σκεπάσεις αὐτοὺς ἐν σκηνῇ ἀπὸ ἀντιλογίας γλωσσῶν. 22 εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐθαυμάστωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐν πόλει περιοχῆς. 23 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· ἀπέρριμμαι ἀπὸ προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου. διὰ τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ. 24ἀγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ Κύριος καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν ὑπερηφανίαν. 25 ἀνδρίζεσθε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον.

Ψαλμός ΛΑ’ 31 (Μασ. 32)

Τῷ Δαυΐδ· συνέσεως.

Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· 2 μακάριος ἀνήρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν, οὐδέ ἐστιν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ δόλος. 3 ὅτι ἐσίγησα, ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν με ὅλην τὴν ἡμέραν· 4 ὅτι ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐβαρύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ χείρ σου, ἐστράφην εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναί μοι ἄκανθαν. (διάψαλμα). 5τὴν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα· εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου. (διάψαλμα). 6 ὑπὲρ ταύτης προσεύξεται πρὸς σὲ πᾶς ὅσιος ἐν καιρῷ εὐθέτῳ· πλὴν ἐν κατακλυσμῷ ὑδάτων πολλῶν πρὸς αὐτὸν οὐκ ἐγγιοῦσι. 7 σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με· τὸ ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με ἀπὸ τῶν κυκλωσάντων με. (διάψαλμα). 8 συνετιῶ σε καὶ συμβιβῶ σε ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ πορεύσῃ, ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου. 9 μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις, ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ. 10 πολλαὶ αἱ μάστιγες τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τὸν δὲ ἐλπίζοντα ἐπὶ Κύριον ἔλεος κυκλώσει. 11εὐφράνθητε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, καὶ καυχᾶσθε, πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.

Ψαλμός ΛΒ’ 32 (Μασ. 33)

Τῷ Δαυΐδ.

Ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, ἐν Κυρίῳ· τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις. 2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλατε αὐτῷ. 3 ᾄσατε αὐτῷ ᾆσμα καινόν, καλῶς ψάλατε αὐτῷ ἐν ἀλαλαγμῷ. 4 ὅτι εὐθὴς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, καὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πίστει· 5 ἀγαπᾷ ἐλεημοσύνην καὶ κρίσιν, τοῦ ἐλέους Κυρίου πλήρης ἡ γῆ. 6 τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν· 7 συνάγων ὡσεὶ ἀσκὸν ὕδατα θαλάσσης, τιθεὶς ἐν θησαυροῖς ἀβύσσους. 8 φοβηθήτω τὸν Κύριον πᾶσα ἡ γῆ, ἀπ᾿ αὐτοῦ δὲ σαλευθήτωσαν πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην· 9 ὅτι αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν. 10 Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· 11 ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. 12 μακάριον τὸ ἔθνος, οὗ ἐστι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ, λαός, ὃν ἐξελέξατο εἰς κληρονομίαν ἑαυτῷ. 13 ἐξ οὐρανοῦ ἐπέβλεψεν ὁ Κύριος, εἶδε πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· 14 ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου αὐτοῦ ἐπέβλεψεν ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, 15 ὁ πλάσας κατὰ μόνας τὰς καρδίας αὐτῶν, ὁ συνιεὶς πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν. 16 οὐ σῴζεται βασιλεὺς διὰ πολλὴν δύναμιν, καὶ γίγας οὐ σωθήσεται ἐν πλήθει ἰσχύος αὐτοῦ. 17 ψευδὴς ἵππος εἰς σωτηρίαν, ἐν δὲ πλήθει δυνάμεως αὐτοῦ οὐ σωθήσεται. 18 ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 19 ρύσασθαι ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῷ. 20 ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὑπομενεῖ τῷ Κυρίῳ, ὅτι βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς ἡμῶν ἐστιν· 21 ὅτι ἐν αὐτῷ εὐφρανθήσεται ἡ καρδία ἡμῶν, καὶ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ ἠλπίσαμεν. 22 γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ.

Ψαλμός ΛΓ’ 33 (Μασ. 34)

Τῷ Δαυΐδ, ὁπότε ἠλλοίωσε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐναντίον Ἀβιμέλεχ, καὶ ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ ἀπῆλθεν.

2 Εὐλογήσω τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. 3 ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου· ἀκουσάτωσαν πρᾳεῖς, καὶ εὐφρανθήτωσαν. 4 μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό. 5 ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐρρύσατό με. 6 προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ. 7 οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν. 8 παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν καὶ ρύσεται αὐτούς. 9 γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν. 10 φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 11 πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ. (διάψαλμα). 12 δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς. 13 τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς; 14 παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. 15ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν. 16 ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν. 17 πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν. 18 ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν, καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐρρύσατο αὐτούς. 19 ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. 20 πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ρύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος· 21 φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται. 22 θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσι. 23 λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτόν.

Ψαλμός ΛΔ’ 34 (Μασ. 35)

Τῷ Δαυΐδ.

Δίκασον, Κύριε, τοὺς ἀδικοῦντάς με, πολέμησον τοὺς πολεμοῦντάς με. 2 ἐπιλαβοῦ ὅπλου καὶ θυρεοῦ καὶ ἀνάστηθι εἰς τὴν βοήθειάν μου, 3 ἔκχεον ρομφαίαν καὶ σύγκλεισον ἐξ ἐναντίας τῶν καταδιωκόντων με· εἶπον τῇ ψυχῇ μου· Σωτηρία σού εἰμι ἐγώ. 4 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ λογιζόμενοί μοι κακά. 5 γενηθήτωσαν ὡσεὶ χνοῦς κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, καὶ ἄγγελος Κυρίου ἐκθλίβων αὐτούς· 6 γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς· 7 ὅτι δωρεὰν ἔκρυψάν μοι διαφθορὰν παγίδος αὐτῶν, μάτην ὠνείδισαν τὴν ψυχήν μου. 8 ἐλθέτω αὐτῷ παγίς, ἣν οὐ γινώσκει, καὶ ἡ θήρα, ἣν ἔκρυψε, συλλαβέτω αὐτόν, καὶ ἐν τῇ παγίδι πεσεῖται ἐν αὐτῇ. 9 ἡ δὲ ψυχή μου ἀγαλλιάσεται ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, τερφθήσεται ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ αὐτοῦ. 10 πάντα τὰ ὀστᾶ μου ἐροῦσι· Κύριε, τίς ὅμοιός σοι; ρυόμενος πτωχὸν ἐκ χειρὸς στερεωτέρων αὐτοῦ καὶ πτωχὸν καὶ πένητα ἀπὸ τῶν διαρπαζόντων αὐτόν. 11 ἀναστάντες μοι μάρτυρες ἄδικοι, ἃ οὐκ ἐγίνωσκον, ἐπηρώτων με. 12 ἀνταπεδίδοσάν μοι πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ ἀτεκνίαν τῇ ψυχῇ μου. 13 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ αὐτοὺς παρενοχλεῖν μοι ἐνεδυόμην σάκκον καὶ ἐταπείνουν ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἡ προσευχή μου εἰς κόλπον μου ἀποστραφήσεται. 14 ὡς πλησίον, ὡς ἀδελφῷ ἡμετέρῳ οὕτως εὐηρέστουν· ὡς πενθῶν καὶ σκυθρωπάζων, οὕτως ἐταπεινούμην. 15 καὶ κατ᾿ ἐμοῦ εὐφράνθησαν καὶ συνήχθησαν, συνήχθησαν ἐπ᾿ ἐμὲ μάστιγες, καὶ οὐκ ἔγνων, διεσχίσθησαν καὶ οὐ κατενύγησαν. 16 ἐπείρασάν με, ἐξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμῷ, ἔβρυξαν ἐπ’ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτῶν. 17 Κύριε, πότε ἐπόψῃ; ἀποκατάστησον τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῆς κακουργίας αὐτῶν, ἀπὸ λεόντων τὴν μονογενῆ μου. 18 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἐκκλησίᾳ πολλῇ, ἐν λαῷ βαρεῖ αἰνέσω σε. 19 μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντές μοι ἀδίκως, οἱ μισοῦντες με δωρεὰν καὶ διανεύοντες ὀφθαλμοῖς. 20 ὅτι ἐμοὶ μὲν εἰρηνικὰ ἐλάλουν καὶ ἐπ᾿ ὀργὴν δόλους διελογίζοντο. 21 καὶ ἐπλάτυναν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, εἶπαν· εὖγε, εὖγε, εἶδον οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν. 22 εἶδες, Κύριε, μὴ παρασιωπήσῃς, Κύριε, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· 23 ἐξεγέρθητι, Κύριε, καὶ πρόσχες τῇ κρίσει μου, ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριός μου, εἰς τὴν δίκην μου. 24κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην σου, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ μὴ ἐπιχαρείησάν μοι. 25 μὴ εἴποισαν ἐν καρδίαις αὐτῶν· εὖγε, εὖγε τῇ ψυχῇ ἡμῶν· μηδὲ εἴποιεν· Κατεπίομεν αὐτόν. 26αἰσχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ἐπιχαίροντες τοῖς κακοῖς μου, ἐνδυσάσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ μεγαλορρημονοῦντες ἐπ᾿ ἐμέ. 27 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν οἱ θέλοντες τὴν δικαιοσύνην μου καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ θέλοντες τὴν εἰρήνην τοῦ δούλου αὐτοῦ. 28 καὶ ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαινόν σου.

Ψαλμός ΛΕ’ 35 (Μασ. 36)

Εἰς τὸ τέλος· τῷ δούλῳ Κυρίου τῷ Δαυΐδ.

2 Φησὶν ὁ παράνομος τοῦ ἁμαρτάνειν ἐν ἑαυτῷ, οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ· 3 ὅτι ἐδόλωσεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ εὑρεῖν τὴν ἀνομίαν αὐτοῦ καὶ μισῆσαι. 4 τὰ ρήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀνομία καὶ δόλος, οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι τοῦ ἀγαθῦναι· 5 ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ, κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθισε. 6 Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου, καὶ ἡ ἀλήθειά σου ἕως τῶν νεφελῶν· 7 ἡ δικαιοσύνη σου ὡς ὄρη Θεοῦ, τὰ κρίματά σου ὡσεὶ ἄβυσσος πολλή· ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε. 8 ὡς ἐπλήθυνας τὸ ἔλεός σου, ὁ Θεός· οἱ δὲ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦσι. 9 μεθυσθήσονται ἀπὸ πιότητος οἴκου σου, καὶ τὸν χειμάρρουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτούς· 10 ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. 11 παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε καὶ τὴν δικαιοσύνην σου τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ. 12 μὴ ἐλθέτω μοι ποὺς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσαι με. 13 ἐκεῖ ἔπεσον πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ἐξώσθησαν καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι.

Ψαλμός ΛΣΤ’ 36 (Μασ. 37)

Τῷ Δαυΐδ.

Μὴ παραζήλου ἐν πονηρευομένοις μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν· 2 ὅτι ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται. 3 ἔλπισον ἐπὶ Κύριον καὶ ποίει χρηστότητα καὶ κατασκήνου τὴν γῆν, καὶ ποιμανθήσῃ ἐπὶ τῷ πλούτῳ αὐτῆς. 4 κατατρύφησον τοῦ Κυρίου, καὶ δώσει σοι τὰ αἰτήματα τῆς καρδίας σου. 5 ἀποκάλυψον πρὸς Κύριον τὴν ὁδόν σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ποιήσει 6 καὶ ἐξοίσει ὡς φῶς τὴν δικαιοσύνην σου καὶ τὸ κρῖμά σου ὡς μεσημβρίαν. 7 ὑποτάγηθι τῷ Κυρίῳ καὶ ἱκέτευσον αὐτόν· μὴ παραζήλου ἐν τῷ κατευοδουμένῳ ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐν ἀνθρώπῳ ποιοῦντι παρανομίαν. 8 παῦσαι ἀπὸ ὀργῆς καὶ ἐγκατάλιπε θυμόν, μὴ παραζήλου ὥστε πονηρεύεσθαι· 9 ὅτι οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθήσονται, οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Κύριον αὐτοὶ κληρονομήσουσι γῆν. 10 καὶ ἔτι ὀλίγον καὶ οὐ μὴ ὑπάρξῃ ὁ ἁμαρτωλός, καὶ ζητήσεις τὸν τόπον αὐτοῦ, καὶ οὐ μὴ εὕρῃς· 11 οἱ δὲ πραεῖς κληρονομήσουσι γῆν καὶ κατατρυφήσουσιν ἐπὶ πλήθει εἰρήνης. 12 παρατηρήσεται ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον καὶ βρύξει ἐπ᾿ αὐτὸν τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ· 13 ὁ δὲ Κύριος ἐκγελάσεται αὐτόν, ὅτι προβλέπει ὅτι ἥξει ἡ ἡμέρα αὐτοῦ. 14 ρομφαίαν ἐσπάσαντο οἱ ἁμαρτωλοί, ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν τοῦ καταβαλεῖν πτωχὸν καὶ πένητα, τοῦ σφάξαι τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ· 15 ἡ ρομφαία αὐτῶν εἰσέλθοι εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ τὰ τόξα αὐτῶν συντριβείη. 16 κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίῳ ὑπὲρ πλοῦτον ἁμαρτωλῶν πολύν· 17 ὅτι βραχίονες ἁμαρτωλῶν συντριβήσονται, ὑποστηρίζει δὲ δικαίους ὁ Κύριος. 18 γινώσκει Κύριος τὰς ὁδοὺς τῶν ἀμώμων, καὶ ἡ κληρονομία αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται· 19 οὐ καταισχυνθήσονται ἐν καιρῷ πονηρῷ καὶ ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται. 20 ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπολοῦνται, οἱ δὲ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου ἅμα τῷ δοξασθῆναι αὐτοὺς καὶ ὑψωθῆναι ἐκλείποντες ὡσεὶ καπνὸς ἐξέλιπον. 21 δανείζεται ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ οὐκ ἀποτίσει, ὁ δὲ δίκαιος οἰκτείρει καὶ δίδωσιν· 22 ὅτι οἱ εὐλογοῦντες αὐτὸν κληρονομήσουσι γῆν, οἱ δὲ καταρώμενοι αὐτὸν ἐξολοθρευθήσονται. 23 παρὰ Κυρίου τὰ διαβήματα ἀνθρώπου κατευθύνεται, καὶ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ θελήσει σφό δρα· 24 ὅταν πέσῃ, οὐ καταρραχθήσεται, ὅτι Κύριος ἀντιστηρίζει χεῖρα αὐτοῦ. 25 νεώτερος ἐγενόμην καὶ γὰρ ἐγήρασα καὶ οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον, οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους· 26 ὅλην τὴν ἡμέραν ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ δίκαιος, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς εὐλογίαν ἔσται. 27 ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθὸν καὶ κατασκήνου εἰς αἰῶνα αἰῶνος· 28 ὅτι Κύριος ἀγαπᾷ κρίσιν καὶ οὐκ ἐγκαταλείψει τοὺς ὁσίους αὐτοῦ, εἰς τὸν αἰῶνα φυλαχθήσονται· ἄνομοι δὲ ἐκδιωχθήσονται, καὶ σπέρμα ἀσεβῶν ἐξολοθρευθήσεται. 29 δίκαιοι δὲ κληρονομήσουσι γῆν καὶ κατασκηνώσουσιν εἰς αἰῶνα αἰῶνος ἐπ᾿ αὐτῆς. 30 στόμα δικαίου μελετήσει σοφίαν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ λαλήσει κρίσιν. 31 ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὑποσκελισθήσεται τὰ διαβήματα αὐτοῦ. 32 κατανοεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς τὸν δίκαιον καὶ ζητεῖ τοῦ θανατῶσαι αὐτόν, 33 ὁ δὲ Κύριος οὐ μὴ ἐγκαταλίπῃ αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ καταδικάσηται αὐτόν, ὅταν κρίνηται αὐτῷ. 34 ὑπόμεινον τὸν Κύριον καὶ φύλαξον τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ ὑψώσει σε τοῦ κατακληρονομῆσαι γῆν· ἐν τῷ ἐξολοθρεύεσθαι ἁμαρτωλοὺς ὄψει. 35 εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου· 36 καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ. 37 φύλασσε ἀκακίαν καὶ ἴδε εὐθύτητα, ὅτι ἐστὶν ἐγκατάλειμμα ἀνθρώπῳ εἰρηνικῷ· 38 οἱ δὲ παράνομοι ἐξολοθρευθήσονται ἐπὶ τὸ αὐτό, τὰ ἐγκαταλείμματα τῶν ἀσεβῶν ἐξολοθρευθήσονται. 39 σωτηρία δὲ τῶν δικαίων παρὰ Κυρίου, καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν ἐν καιρῷ θλίψεως, 40 καὶ βοηθήσει αὐτοῖς Κύριος καὶ ρύσεται αὐτοὺς καὶ ἐξελεῖται αὐτοὺς ἐξ ἁμαρτωλῶν καὶ σώσει αὐτούς, ὅτι ἤλπισαν ἐπ᾿ αὐτόν.

Ψαλμός ΛΖ’ 37 (Μασ. 38)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· εἰς ἀνάμνησιν περὶ τοῦ σαββάτου.

2 Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. 3 ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· 4 οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. 5 ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. 6προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· 7 ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. 8 ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· 9 ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. 10 Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. 11 ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. 12 οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· 13 καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. 14 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· 15 καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. 16 ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου. 17 ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν. 18 ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 19 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. 20 οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· 21 οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην. 22 μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ· 23 πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.

Ψαλμός ΛΗ’ 38 (Μασ. 39)

Εἰς τὸ τέλος, τῷ Ἰδιθούν· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.

2 Εἶπα· φυλάξω τὰς ὁδούς μου τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώσσῃ μου· ἐθέμην τῷ στόματί μου φυλακὴν ἐν τῷ συστῆναι τὸν ἁμαρτωλὸν ἐναντίον μου. 3 ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν, καὶ τὸ ἄλγημά μου ἀνεκαινίσθη. 4 ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ. ἐλάλησα ἐν γλώσσῃ μου· 5 γνώρισόν μοι, Κύριε, τὸ πέρας μου καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν μου, τίς ἐστιν, ἵνα γνῶ τί ὑστερῶ ἐγώ. 6 ἰδοὺ παλαιστὰς ἔθου τὰς ἡμέρας μου, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ὡσεὶ οὐθὲν ἐνώπιόν σου· πλὴν τὰ σύμπαντα ματαιότης, πᾶς ἄνθρωπος ζῶν. (διάψαλμα). 7 μέντοιγε ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἄνθρωπος, πλὴν μάτην ταράσσεται· θησαυρίζει καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτά. 8 καὶ νῦν τίς ἡ ὑπομονή μου; οὐχὶ ὁ Κύριος; καὶ ἡ ὑπόστασίς μου παρὰ σοί ἐστιν. 9 ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ρῦσαί με, ὄνειδος ἄφρονι ἔδωκάς με. 10 ἐκωφώθην καὶ οὐκ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, ὅτι σὺ ἐποίησας. 11 ἀπόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς μάστιγάς σου· ἀπὸ γὰρ τῆς ἰσχύος τῆς χειρός σου ἐγὼ ἐξέλιπον. 12 ἐν ἐλεγμοῖς ὑπὲρ ἀνομίας ἐπαίδευσας ἄνθρωπον καὶ ἐξέτηξας ὡς ἀράχνην τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· πλὴν μάτην ταράσσεται πᾶς ἄνθρωπος. (διάψαλμα). 13 εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, Κύριε, καὶ τῆς δεήσεώς μου, ἐνώτισαι τῶν δακρύων μου· μὴ παρασιωπήσῃς, ὅτι πάροικος ἐγώ εἰμι παρὰ σοὶ καὶ παρεπίδημος καθὼς πάντες οἱ πατέρες μου. 14 ἄνες μοι, ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν καὶ οὐκέτι μὴ ὑπάρξω.

Ψαλμός ΛΘ’ 39 (Μασ. 40)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου 3 καὶ ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας καὶ ἀπὸ πηλοῦ ἰλύος καὶ ἔστησεν ἐπὶ πέτραν τοὺς πόδας μου καὶ κατηύθυνε τὰ διαβήματά μου 4 καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸ στόμα μου ᾆσμα καινόν, ὕμνον τῷ Θεῷ ἡμῶν· ὄψονται πολλοὶ καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐλπιοῦσιν ἐπὶ Κύριον. 5 μακάριος ἀνήρ, οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας καὶ μανίας ψευδεῖς. 6 πολλὰ ἐποίησας σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, τὰ θαυμάσιά σου, καὶ τοῖς διαλογισμοῖς σου οὐκ ἔστι τίς ὁμοιωθήσεταί σοι· ἀπήγγειλα καὶ ἐλάλησα, ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ ἀριθμόν. 7 θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἐζήτησας. 8τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ· 9 τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημά σου, ὁ Θεός μου, ἐβουλήθην καὶ τὸν νόμον σου ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. 10 εὐηγγελισάμην δικαιοσύνην ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ· ἰδοὺ τὰ χείλη μου οὐ μὴ κωλύσω· Κύριε, σὺ ἔγνως. 11 τὴν δικαιοσύνην σου οὐκ ἔκρυψα ἐν τῇ καρδίᾳ μου, τὴν ἀλήθειάν σου καὶ τὸ σωτήριόν σου εἶπα, οὐκ ἔκρυψα τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἀπὸ συναγωγῆς πολλῆς. 12 σὺ δέ, Κύριε, μὴ μακρύνῃς τοὺς οἰκτιρμούς σου ἀπ᾿ ἐμοῦ· τὸ ἔλεός σου καὶ ἡ ἀλήθειά σου διαπαντὸς ἀντιλάβοιντό μου.13 ὅτι περιέσχον με κακά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, κατέλαβόν με αἱ ἀνομίαι μου, καὶ οὐκ ἠδυνήθην τοῦ βλέπειν· ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου, καὶ ἡ καρδία μου ἐγκατέλιπέ με. 14 εὐδόκησον, Κύριε, τοῦ ρύσασθαί με· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι πρόσχες. 15 καταισχυνθείησαν καὶ ἐντραπείησαν ἅμα οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξᾶραι αὐτήν· ἀποστραφείησαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθείησαν οἱ θέλοντές μοι κακά· 16 κομισάσθωσαν παραχρῆμα αἰσχύνην αὐτῶν οἱ λέγοντές μοι· εὖγε, εὖγε. 17 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, Κύριε, καὶ εἰπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου. 18 ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης, Κύριος φροντιεῖ μου. βοηθός μου καὶ ὑπερασπιστής μου εἶ σύ· ὁ Θεός μου, μὴ χρονίσῃς.

Ψαλμός Μ’ 40 (Μασ. 41)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα· ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ρύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος. 3 Κύριος διαφυλάξαι αὐτὸν καὶ ζήσαι αὐτὸν καὶ μακαρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ καὶ μὴ παραδῷ αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ. 4 Κύριος βοηθήσαι αὐτῷ ἐπὶ κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ αὐτοῦ. 5 ἐγὼ εἶπα· Κύριε, ἐλέησόν με, ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι. 6 οἱ ἐχθροί μου εἶπαν κακά μοι· πότε ἀποθανεῖται, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ; 7 καὶ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ τὸ αὐτό. 8 κατ᾿ ἐμοῦ ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου, κατ᾿ ἐμοῦ ἐλογίζοντο κακά μοι· 9 λόγον παράνομον κατέθεντο κατ᾿ ἐμοῦ· μὴ ὁ κοιμώμενος οὐχὶ προσθήσει τοῦ ἀναστῆναι; 10 καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης μου, ἐφ᾿ ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ᾿ ἐμὲ πτερνισμόν. 11 σὺ δέ, Κύριε, ἐλέησόν με καὶ ἀνάστησόν με, καὶ ἀνταποδώσω αὐτοῖς. 12 ἐν τούτῳ ἔγνων ὅτι τεθέληκάς με, ὅτι οὐ μὴ ἐπιχαρῇ ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ. 13 ἐμοῦ δὲ διὰ τὴν ἀκακίαν ἀντελάβου, καὶ ἐβεβαίωσάς με ἐνώπιόν σου εἰς τὸν αἰῶνα. 14εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο, γένοιτο.

Ψαλμός ΜΑ’ 41 (Μασ. 42)

Εἰς τὸ τέλος· εἰς σύνεσιν τοῖς υἱοῖς Κορέ.

2 Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός. 3 ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ; 4 ἐγενήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ λέγεσθαί μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου; 5 ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος. 6 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.

7 Πρὸς ἐμαυτὸν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη· διὰ τοῦτο μνησθήσομαί σου ἐκ γῆς Ἰορδάνου καὶ Ἐρμωνιείμ, ἀπὸ ὄρους μικροῦ. 8 ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνὴν τῶν καταρρακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. 9 ἡμέρας ἐντελεῖται Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ νυκτὸς ᾠδὴ αὐτῷ παρ᾿ ἐμοί, προσευχὴ τῷ Θεῷ τῆς ζωῆς μου. 10 ἐρῶ τῷ Θεῷ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ· διατί μου ἐπελάθου; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου; 11 ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, ἐν τῷ λέγειν αὐτούς μοι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεός σου; 12 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.

Ψαλμός ΜΒ’ 42 (Μασ. 43)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κρῖνόν με, ὁ Θεός, καὶ δίκασον τὴν δίκην μου ἐξ ἔθνους οὐχ ὁσίου· ἀπὸ ἀνθρώπου ἀδίκου καὶ δολίου ρῦσαί με. 2 ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς κραταίωμά μου· ἱνατί ἀπώσω με; καὶ ἱνατί σκυθρωπάζων πορεύομαι ἐν τῷ ἐκθλίβειν τὸν ἐχθρόν μου; 3 ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου. 4 καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου· ἐξομολογήσομαί σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ Θεός, ὁ Θεός μου. 5 ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.

Ψαλμός ΜΓ’ 43 (Μασ. 44)

Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ εἰς σύνεσιν ψαλμός.

2 2 Ὁ Θεός, ἐν τοῖς ὠσὶν ἡμῶν ἠκούσαμεν, καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνήγγειλαν ἡμῖν ἔργον, ὃ εἰργάσω ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν, ἐν ἡμέραις ἀρχαίαις. 3 ἡ χείρ σου ἔθνη ἐξωλόθρευσε, καὶ κατεφύτευσας αὐτούς, ἐκάκωσας λαοὺς καὶ ἐξέβαλες αὐτούς. 4 οὐ γὰρ ἐν τῇ ρομφαίᾳ αὐτῶν ἐκληρονόμησαν γῆν, καὶ ὁ βραχίων αὐτῶν οὐκ ἔσωσεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἡ δεξιά σου καὶ ὁ βραχίων σου καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ προσώπου σου, ὅτι ηὐδόκησας ἐν αὐτοῖς. 5 σὺ εἶ αὐτὸς ὁ Βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου ὁ ἐντελλόμενος τὰς σωτηρίας Ἰακώβ· 6 ἐν σοὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν κερατιοῦμεν καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐξουδενώσομεν τοὺς ἐπανισταμένους ἡμῖν. 7 οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ τόξῳ μου ἐλπιῶ, καὶ ἡ ρομφαία μου οὐ σώσει με· 8 ἔσωσας γὰρ ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς κατῄσχυνας. 9 ἐν τῷ Θεῷ ἐπαινεθησόμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐξομολογηθησόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα. (διάψαλμα). 10 νυνὶ δὲ ἀπώσω καὶ κατῄσχυνας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν. 11 ἀπέστρεψας ἡμᾶς εἰς τὰ ὀπίσω παρὰ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, καὶ οἱ μισοῦντες ἡμᾶς διήρπαζον ἑαυτοῖς. 12 ἔδωκας ἡμᾶς ὡς πρόβατα βρώσεως καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσι διέσπειρας ἡμᾶς· 13 ἀπέδου τὸν λαόν σου ἄνευ τιμῆς, καὶ οὐκ ἦν πλῆθος ἐν τοῖς ἀλαλάγμασιν αὐτῶν. 14 ἔθου ἡμᾶς ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸν καὶ χλευασμὸν τοῖς κύκλῳ ἡμῶν· 15 ἔθου ἡμᾶς εἰς παραβολὴν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, κίνησιν κεφαλῆς ἐν τοῖς λαοῖς. 16 ὅλην τὴν ἡμέραν ἡ ἐντροπή μου κατεναντίον μού ἐστι, καὶ ἡ αἰσχύνη τοῦ προσώπου μου ἐκάλυψέ με 17 ἀπὸ φωνῆς ὀνειδίζοντος καὶ καταλαλοῦντος, ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ καὶ ἐκδιώκοντος. 18 ταῦτα πάντα ἦλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ οὐκ ἐπελαθόμεθά σου καὶ οὐκ ἠδικήσαμεν ἐν τῇ διαθήκῃ σου, 19 καὶ οὐκ ἀπέστη εἰς τὰ ὀπίσω ἡ καρδία ἡμῶν καὶ ἐξέκλινας τὰς τρίβους ἡμῶν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ σου. 20 ὅτι ἐταπείνωσας ἡμᾶς ἐν τόπῳ κακώσεως, καὶ ἐπεκάλυψεν ἡμᾶς σκιὰ θανάτου. 21 εἰ ἐπελαθόμεθα τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ εἰ διεπετάσαμεν χεῖρας ἡμῶν πρὸς Θεὸν ἀλλότριον, 22 οὐχὶ ὁ Θεὸς ἐκζητήσει ταῦτα; αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας. 23 ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 24 ἐξεγέρθητι· ἱνατί ὑπνοῖς, Κύριε; ἀνάστηθι καὶ μὴ ἀπώσῃ εἰς τέλος. 25 ἱνατί τὸ πρόσωπόν σου ἀποστρέφεις; ἐπιλανθάνῃ τῆς πτωχείας ἡμῶν καὶ τῆς θλίψεως ἡμῶν; 26 ὅτι ἐταπεινώθη εἰς χοῦν ἡ ψυχὴ ἡμῶν, ἐκολλήθη εἰς γῆν ἡ γαστὴρ ἡμῶν. 27 ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Ψαλμός ΜΔ’ 44 (Μασ. 45)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· τοῖς υἱοῖς Κορὲ εἰς σύνεσιν· ᾠδὴ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπητοῦ.

2 Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν, λέγω ἐγὼ τὰ ἔργα μου τῷ βασιλεῖ, ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου. 3 ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἐξεχύθη χάρις ἐν χείλεσί σου· διὰ τοῦτο εὐλόγησέ σε ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα. 4 περίζωσαι τὴν ρομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου, δυνατέ, τῇ ὡραιότητί σου καὶ τῷ κάλλει σου 5 καὶ ἔντεινον καὶ κατευοδοῦ καὶ βασίλευε ἕνεκεν ἀληθείας καὶ πρᾳότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ ὁδηγήσει σε θαυμαστῶς ἡ δεξιά σου. 6 τὰ βέλη σου ἠκονημένα, δυνατέ ~λαοὶ ὑποκάτω σου πεσοῦνται~ ἐν καρδίᾳ τῶν ἐχθρῶν τοῦ βασιλέως. 7 ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, ράβδος εὐθύτητος ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου. 8 ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου. 9 σμύρνα καὶ στακτὴ καὶ κασσία ἀπὸ τῶν ἱματίων σου ἀπὸ βάρεων ἐλεφαντίνων, ἐξ ὧν εὔφρανάν σε. 10 θυγατέρας βασιλέων ἐν τῇ τιμῇ σου· παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 11 ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου· 12 καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου, 13 καὶ προσκυνήσεις αὐτῷ. καὶ θυγάτηρ Τύρου ἐν δώροις· τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ. 14 πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 15 ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι· 16 ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναὸν βασιλέως. 17 ἀντὶ τῶν πατέρων σου ἐγενήθησαν υἱοί σου· καταστήσεις αὐτοὺς ἄρχοντας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. 18 μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ· διὰ τοῦτο λαοὶ ἐξομολογήσονταί σοι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΜΕ’ 45 (Μασ. 46)

Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν υἱῶν Κορέ, ὑπὲρ τῶν κρυφίων ψαλμός.

2 Ὁ θεὸς ἡμῶν καταφυγὴ καὶ δύναμις, βοηθὸς ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα. 3 διὰ τοῦτο οὐ φοβηθησόμεθα ἐν τῷ ταράσσεσθαι τὴν γῆν καὶ μετατίθεσθαι ὄρη ἐν καρδίαις θαλασσῶν.4 ἤχησαν καὶ ἐταράχθησαν τὰ ὕδατα αὐτῶν, ἐταράχθησαν τὰ ὄρη ἐν τῇ κραταιότητι αὐτοῦ. (διάψαλμα). 5 τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ· ἡγίασε τὸ σκήνωμα αὐτοῦ ὁ ¨Υψιστος. 6 ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ αὐτῆς καὶ οὐ σαλευθήσεται· βοηθήσει αὐτῇ ὁ Θεὸς τὸ πρὸς πρωΐ πρωΐ. 7 ἐταράχθησαν ἔθνη, ἔκλιναν βασιλεῖαι· ἔδωκε φωνὴν αὐτοῦ, ἐσαλεύθη ἡ γῆ. 8Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς Ἰακώβ. (διάψαλμα). 9 δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἃ ἔθετο τέρατα ἐπὶ τῆς γῆς. 10 ἀνταναιρῶν πολέμους μέχρι τῶν περάτων τῆς γῆς τόξον συντρίψει καὶ συνθλάσει ὅπλον καὶ θυρεοὺς κατακαύσει ἐν πυρί. 11 σχολάσατε καὶ γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός· ὑψωθήσομαι ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὑψωθήσομαι ἐν τῇ γῇ. 12 Κύριος τῶν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν, ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ὁ Θεὸς Ἰακώβ.

Ψαλμός ΜΣΤ’ 46 (Μασ. 47)

Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν υἱῶν Κορὲ ψαλμός.

2 Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως. 3 ὅτι Κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. 4 ὑπέταξε λαοὺς ἡμῖν καὶ ἔθνη ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν· 5 ἐξελέξατο ἡμῖν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, τὴν καλλονὴν Ἰακώβ, ἣν ἠγάπησεν. (διάψαλμα). 6 ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος. 7 ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλατε, ψάλατε τῷ βασιλεῖ ἡμῶν, ψάλατε, 8 ὅτι βασιλεὺς πάσης τῆς γῆς ὁ Θεός, ψάλατε συνετῶς. 9 ἐβασίλευσεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ ἔθνη, ὁ Θεὸς κάθηται ἐπὶ θρόνου ἁγίου αὐτοῦ. 10 ἄρχοντες λαῶν συνήχθησαν μετὰ τοῦ Θεοῦ Ἁβραάμ, ὅτι τοῦ Θεοῦ οἱ κραταιοὶ τῆς γῆς σφόδρα ἐπήρθησαν.

Ψαλμός ΜΖ’ 47 (Μασ. 48)

Ψαλμὸς ᾠδῆς τοῖς υἱοῖς Κορέ· δευτέρα σαββάτου.

2 Μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐν ὄρει ἁγίῳ αὐτοῦ, 3 εὐρίζῳ ἀγαλλιάματι πάσης τῆς γῆς. ὄρη Σιών, τὰ πλευρὰ τοῦ Βορρᾶ, ἡ πόλις τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου. 4ὁ Θεὸς ἐν τοῖς βάρεσιν αὐτῆς γινώσκεται, ὅταν ἀντιλαμβάνηται αὐτῆς. 5 ὅτι ἰδοὺ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς συνήχθησαν, ἤλθοσαν ἐπὶ τὸ αὐτό· 6 αὐτοὶ ἰδόντες οὕτως ἐθαύμασαν, ἐταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν, 7 τρόμος ἐπελάβετο αὐτῶν, ἐκεῖ ὠδῖνες ὡς τικτούσης. 8 ἐν πνεύματι βιαίῳ συντρίψεις πλοῖα Θαρσίς. 9 καθάπερ ἠκούσαμεν, οὕτω καὶ εἴδομεν ἐν πόλει Κυρίου τῶν δυνάμεων, ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ὁ Θεὸς ἐθεμελίωσεν αὐτὴν εἰς τὸν αἰῶνα. (διάψαλμα). 10 ὑπελάβομεν, ὁ Θεός, τὸ ἔλεός σου ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου. 11 κατὰ τὸ ὄνομά σου, ὁ Θεός, οὕτω καὶ ἡ αἴνεσίς σου ἐπὶ τὰ πέρατα τῆς γῆς· δικαιοσύνης πλήρης ἡ δεξιά σου. 12 εὐφρανθήτω τὸ ὄρος Σιών, ἀγαλλιάσθωσαν αἱ θυγατέρες τῆς Ἰουδαίας ἕνεκεν κριμάτων σου, Κύριε. 13 κυκλώσατε Σιὼν καὶ περιλάβετε αὐτήν, διηγήσασθε ἐν τοῖς πύργοις αὐτῆς, 14 θέσθε τὰς καρδίας ὑμῶν εἰς τὴν δύναμιν αὐτῆς καὶ καταδιέλεσθε τὰς βάρεις αὐτῆς, ὅπως ἂν διηγήσησθε εἰς γενεὰν ἑτέραν. 15 ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· αὐτὸς ποιμανεῖ ἡμᾶς εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ψαλμός ΜΗ’ 48 (Μασ. 49)

Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.

2 Ἀκούσατε ταῦτα, πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην, 3 οἵ τε γηγενεῖς καὶ οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸ αὐτὸ πλούσιος καὶ πένης. 4 τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν· 5 κλινῶ εἰς παραβολὴν τὸ οὖς μου, ἀνοίξω ἐν ψαλτηρίῳ τὸ πρόβλημά μου. 6 ἱνατί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῆς πτέρνης μου κυκλώσει με. 7 οἱ πεποιθότες ἐπὶ τῇ δυνάμει αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῷ πλήθει τοῦ πλούτου αὐτῶν καυχώμενοι, 8 ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος; οὐ δώσει τῷ Θεῷ ἐξίλασμα ἑαυτοῦ 9καὶ τὴν τιμὴν τῆς λυτρώσεως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ. καὶ ἐκοπίασεν εἰς τὸν αἰῶνα 10 καὶ ζήσεται εἰς τέλος· οὐκ ὄψεται καταφθοράν, 11 ὅταν ἴδῃ σοφοὺς ἀποθνήσκοντας. ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἄφρων καὶ ἄνους ἀπολοῦνται καὶ καταλείψουσιν ἀλλοτρίοις τὸν πλοῦτον αὐτῶν, 12 καὶ οἱ τάφοι αὐτῶν οἰκίαι αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα, σκηνώματα αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. ἐπεκαλέσαντο τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν. 13 καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς. 14 αὕτη ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκάνδαλον αὐτοῖς, καὶ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν εὐδοκήσουσι. (διάψαλμα). 15 ὡς πρόβατα ἐν ᾅδῃ ἔθεντο, θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς· καὶ κατακυριεύσουσιν αὐτῶν οἱ εὐθεῖς τὸ πρωΐ, καὶ ἡ βοήθεια αὐτῶν παλαιωθήσεται ἐν τῷ ᾅδῃ, ἐκ τῆς δόξης αὐτῶν ἐξώσθησαν. 16 πλὴν ὁ Θεὸς λυτρώσεται τὴν ψυχήν μου ἐκ χειρὸς ᾅδου, ὅταν λαμβάνῃ με. (διάψαλμα). 17 μὴ φοβοῦ, ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος καὶ ὅταν πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ· 18 ὅτι οὐκ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν αὐτὸν λήψεται τὰ πάντα, οὐδὲ συγκαταβήσεται αὐτῷ ἡ δόξα αὐτοῦ. 19 ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ εὐλογηθήσεται· ἐξομολογήσεταί σοι, ὅταν ἀγαθύνῃς αὐτῷ. 20 εἰσελεύσεται ἕως γενεᾶς πατέρων αὐτοῦ, ἕως αἰῶνος οὐκ ὄψεται φῶς. 21 καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς.

Ψαλμός ΜΘ’ 49 (Μασ. 50)

Ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

Θεὸς θεῶν Κύριος ἐλάλησε καὶ ἐκάλεσε τὴν γῆν ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν. 2 ἐκ Σιὼν ἡ εὐπρέπεια τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ, 3 ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξει, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται· πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυθήσεται, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ καταιγὶς σφόδρα. 4 προσκαλέσεται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν τοῦ διακρῖναι τὸν λαὸν αὐτοῦ· 5 συναγάγετε αὐτῷ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ, τοὺς διατιθεμένους τὴν διαθήκην αὐτοῦ ἐπὶ θυσίαις, 6 καὶ ἀναγγελοῦσιν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστι. (διάψαλμα). 7 ἄκουσον, λαός μου, καὶ λαλήσω σοι, Ἰσραήλ, καὶ διαμαρτύρομαί σοι· ὁ Θεὸς ὁ Θεός σού εἰμι ἐγώ. 8 οὐκ ἐπὶ ταῖς θυσίαις σου ἐλέγξω σε, τὰ δὲ ὁλοκαυτώματά σου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διαπαντός. 9 οὐ δέξομαι ἐκ τοῦ οἴκου σου μόσχους οὐδὲ ἐκ τῶν ποιμνίων σου χιμάρους. 10 ὅτι ἐμά ἐστι πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ, κτήνη ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ βόες· 11 ἔγνωκα πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὡραιότης ἀγροῦ μετ᾿ ἐμοῦ ἐστιν. 12 ἐὰν πεινάσω, οὐ μή σοι εἴπω· ἐμὴ γάρ ἐστιν ἡ οἰκουμένη καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. 13 μὴ φάγομαι κρέα ταύρων, ἢ αἷμα τράγων πίομαι; 14 θῦσον τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἀπόδος τῷ Ὑψίστῳ τὰς εὐχάς σου· 15 καὶ ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου, καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με. (διάψαλμα). 16 τῷ δὲ ἁμαρτωλῷ εἶπεν ὁ Θεός· ἱνατί σὺ διηγῇ τὰ δικαιώματά μου καὶ ἀναλαμβάνεις τὴν διαθήκην μου διὰ στόματός σου; 17 σὺ δὲ ἐμίσησας παιδείαν καὶ ἐξέβαλες τοὺς λόγους μου εἰς τὰ ὀπίσω. 18 εἰ ἐθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αὐτῷ, καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις. 19 τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίαν, καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητα· 20 καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου ἐτίθεις σκάνδαλον. 21 ταῦτα ἐποίησας, καὶ ἐσίγησα· ὑπέλαβες ἀνομίαν, ὅτι ἔσομαί σοι ὅμοιος· ἐλέγξω σε καὶ παραστήσω κατὰ πρόσωπόν σου τὰς ἁμαρτίας σου. 22 σύνετε δὴ ταῦτα, οἱ ἐπιλανθανόμενοι τοῦ Θεοῦ, μήποτε ἁρπάσῃ, καὶ οὐ μὴ ᾖ ὁ ρυόμενος. 23 θυσία αἰνέσεως δοξάσει με, καὶ ἐκεῖ ὁδός, ᾗ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.

Ψαλμός Ν’ 50 (Μασ. 51)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ 2 ἐν τῷ ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν Νάθαν τὸν προφήτην, ἡνίκα εἰσῆλθε πρὸς Βηρσαβεέ.

3 Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· 4 ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. 5 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 6 σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. 7 ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. 8 ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. 9 ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. 10 ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. 11 ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. 12 καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. 13 μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. 14 ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. 15 διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. 16 ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.17 Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. 18 ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. 19 θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. 20 ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ· 21 τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ψαλμός ΝΑ’ 51 (Μασ. 52)

Εἰς τὸ τέλος· συνέσεως τῷ Δαυΐδ· 2 ἐν τῷ ἐλθεῖν Δωὴκ τὸν Ἰδουμαῖον καὶ ἀναγγεῖλαι τῷ Σαοὺλ καὶ εἰπεῖν αὐτῷ· ἦλθε Δαυΐδ εἰς τὸν οἶκον Ἀβιμέλεχ.

3 Τί ἐγκαυχᾷ ἐν κακίᾳ, ὁ δυνατός, ἀνομίαν ὅλην τὴν ἡμέραν; 4 ἀδικίαν ἐλογίσατο ἡ γλῶσσά σου· ὡσεὶ ξυρὸν ἠκονημένον ἐποίησας δόλον. 5 ἠγάπησας κακίαν ὑπὲρ ἀγαθωσύνην, ἀδικίαν ὑπὲρ τὸ λαλῆσαι δικαιοσύνην. (διάψαλμα). 6 ἠγάπησας πάντα τὰ ρήματα καταποντισμοῦ, γλῶσσαν δολίαν. 7 διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς καθέλοι σε εἰς τέλος· ἐκτίλαι σε καὶ μεταναστεύσαι σε ἀπὸ σκηνώματός σου καὶ τὸ ρίζωμά σου ἐκ γῆς ζώντων. (διάψαλμα). 8 ὄψονται δίκαιοι καὶ φοβηθήσονται καὶ ἐπ᾿ αὐτὸν γελάσονται καὶ ἐροῦσιν· 9 ἰδοὺ ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔθετο τὸν Θεὸν βοηθὸν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐπήλπισεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τοῦ πλούτου αὐτοῦ καὶ ἐνεδυναμώθη ἐπὶ τῇ ματαιότητι αὐτοῦ. 10 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ· ἤλπισα ἐπὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 11 ἐξομολογήσομαί σοι εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι ἐποίησας, καὶ ὑπομενῶ τὸ ὄνομά σου, ὅτι χρηστὸν ἐναντίον τῶν ὁσίων σου.

Ψαλμός ΝΒ’ 52 (Μασ. 53)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ μαελέθ· συνέσεως τῷ Δαυΐδ.

2 Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἀνομίαις, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν. 3 ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν. 4 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός. 5 οὐχί γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ κατεσθίοντες τὸν λαόν μου ἐν βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο. 6 ἐκεῖ ἐφοβήθησαν φόβον, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς διεσπόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων· κατῃσχύνθησαν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξουδένωσεν αὐτούς. 7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραήλ; ἐν τῷ ἀποστρέψαι τὸν Θεὸν τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται Ἰακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται Ἰσραήλ.

Ψαλμός ΝΓ’ 53 (Μασ. 54)

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· συνέσεως τῷ Δαυΐδ 2 ἐν τῷ ἐλθεῖν τοὺς Ζιφαίους καὶ εἰπεῖν τῷ Σαούλ· οὐκ ἰδοὺ Δαυΐδ κέκρυπται παρ᾿ ἡμῖν;

3 Ὁ Θεός, ἐν τῷ ὀνόματί σου σῶσόν με καὶ ἐν τῇ δυνάμει σου κρῖνόν με. 4 ὁ Θεός, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὰ ρήματα τοῦ στόματός μου. 5 ὅτι ἀλλότριοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ κραταιοὶ ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντο τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν. (διάψαλμα). ἰδοὺ γὰρ ὁ Θεὸς βοηθεῖ μοι, καὶ ὁ Κύριος ἀντιλήπτωρ τῆς ψυχῆς μου. 7 ἀποστρέψει τὰ κακὰ τοῖς ἐχθροῖς μου· ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου ἐξολόθρευσον αὐτούς. 8 ἑκουσίως θύσω σοι, ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ὅτι ἀγαθόν· 9 ὅτι ἐκ πάσης θλίψεως ἐρρύσω με, καὶ ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου ἐπεῖδεν ὁ ὀφθαλμός μου.

Ψαλμός ΝΔ’ 54 (Μασ. 55)

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· συνέσεως τῷ Δαυΐδ.

2 Ἐνώτισαι, ὁ Θεός, τὴν προσευχήν μου καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν δέησίν μου, 3 πρόσχες μοι καὶ εἰσάκουσόν μου. ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀδολεσχίᾳ μου καὶ ἐταράχθην 4 ἀπὸ φωνῆς ἐχθροῦ καὶ ἀπὸ θλίψεως ἁμαρτωλοῦ, ὅτι ἐξέκλιναν ἐπ᾿ ἐμὲ ἀνομίαν καὶ ἐν ὀργῇ ἐνεκότουν μοι. 5 ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ᾿ ἐμέ· 6 φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ ἐκάλυψέ με σκότος. 7 καὶ εἶπα· τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω; 8 ἰδοὺ ἐμάκρυνα φυγαδεύων καὶ ηὐλίσθην ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα). 9προσεδεχόμην τὸν σῴζοντά με, ἀπὸ ὀλιγοψυχίας καὶ ἀπὸ καταιγίδος. 10 καταπόντισον, Κύριε, καὶ καταδίελε τὰς γλώσσας αὐτῶν, ὅτι εἶδον ἀνομίαν καὶ ἀντιλογίαν ἐν τῇ πόλει. 11 ἡμέρας καὶ νυκτὸς κυκλώσει αὐτὴν ἐπὶ τὰ τείχη αὐτῆς, καὶ ἀνομία καὶ κόπος ἐν μέσῳ αὐτῆς 12 καὶ ἀδικία, καὶ οὐκ ἐξέλιπεν ἐκ τῶν πλατειῶν αὐτῆς τόκος καὶ δόλος. 13 ὅτι εἰ ἐχθρὸς ὠνείδισέ με, ὑπήνεγκα ἄν, καὶ εἰ ὁ μισῶν ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησεν, ἐκρύβην ἂν ἀπ᾿ αὐτοῦ. 14 σὺ δέ, ἄνθρωπε ἰσόψυχε, ἡγεμών μου καὶ γνωστέ μου, 15 ὃς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐγλύκανάς μοι ἐδέσματα, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ ἐπορεύθην ἐν ὁμονοίᾳ. 16 ἐλθέτω δὴ θάνατος ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ καταβήτωσαν εἰς ᾅδου ζῶντες· ὅτι πονηρία ἐν ταῖς παροικίαις αὐτῶν ἐν μέσῳ αὐτῶν. 17 ἐγὼ πρὸς τὸν Θεὸν ἐκέκραξα, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσέ μου. 18 ἑσπέρας καὶ πρωΐ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ, καὶ εἰσακούσεται τῆς φωνῆς μου. 19 λυτρώσεται ἐν εἰρήνῃ τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐγγιζόντων μοι, ὅτι ἐν πολλοῖς ἦσαν σὺν ἐμοί. 20 εἰσακούσεται ὁ Θεὸς καὶ ταπεινώσει αὐτοὺς ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων. (διάψαλμα). οὐ γάρ ἐστιν αὐτοῖς ἀντάλλαγμα, ὅτι οὐκ ἐφοβήθησαν τὸν Θεόν. 21ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐν τῷ ἀποδιδόναι· ἐβεβήλωσαν τὴν διαθήκην αὐτοῦ. 22 διεμερίσθησαν ἀπὸ ὀργῆς τοῦ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἤγγισαν αἱ καρδίαι αὐτῶν· ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτοῦ ὑπὲρ ἔλαιον, καὶ αὐτοί εἰσι βολίδες. 23 ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου, καὶ αὐτός σε διαθρέψει· οὐ δώσει εἰς τὸν αἰῶνα σάλον τῷ δικαίῳ. 24 σὺ δέ, ὁ Θεός, κατάξεις αὐτοὺς εἰς φρέαρ διαφθορᾶς· ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ ἡμισεύσωσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν, ἐγὼ δέ, Κύριε, ἐλπιῶ ἐπὶ σέ.

Ψαλμός ΝΕ’ 55 (Μασ. 56)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ ἀπὸ τῶν ἁγίων μεμακρυμμένου· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν, ὁπότε ἐκράτησαν αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι ἐν Γέθ.

2 Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ὅτι κατεπάτησέ με ἄνθρωπος, ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν ἔθλιψέ με. 3 κατεπάτησάν με οἱ ἐχθροί μου ὅλην τὴν ἡμέραν, ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμοῦντες με ἀπὸ ὕψους. 4ἡμέρας οὐ φοβηθήσομαι, ἐγὼ δὲ ἐλπιῶ ἐπὶ σέ. 5 ἐν τῷ Θεῷ ἐπαινέσω τοὺς λόγους μου, ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι σάρξ. 6 ὅλην τὴν ἡμέραν τοὺς λόγους μου ἐβδελύσσοντο, κατ᾿ ἐμοῦ πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν εἰς κακόν. 7 παροικήσουσι καὶ κατακρύψουσιν· αὐτοὶ τὴν πτέρναν μου φυλάξουσι, καθάπερ ὑπέμειναν τῇ ψυχῇ μου. 8 ὑπὲρ τοῦ μηθενὸς σώσεις αὐτούς, ἐν ὀργῇ λαοὺς κατάξεις. ὁ Θεός, 9 τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ σου. 10 ἐπιστρέψουσιν οἱ ἐχθροί μου εἰς τὰ ὀπίσω, ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε· ἰδοὺ ἔγνων ὅτι Θεός μου εἶ σύ. 11 ἐπὶ τῷ Θεῷ αἰνέσω ρῆμα, ἐπὶ τῷ Κυρίῳ αἰνέσω λόγον. 12 ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος. 13 ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, εὐχαί, ἃς ἀποδώσω αἰνέσεώς σου, 14 ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου καὶ τοὺς πόδας μου ἐξ ὀλισθήματος· εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν φωτὶ ζώντων.

Ψαλμός ΝΣΤ’ 56 (Μασ. 57)

Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν ἐν τῷ αὐτὸν ἀποδιδράσκειν ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ εἰς τὸ σπήλαιον.

2 Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με, ὅτι ἐπὶ σοὶ πέποιθεν ἡ ψυχή μου καὶ ἐν τῇ σκιᾷ τῶν πτερύγων σου ἐλπιῶ, ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ ἀνομία. 3 κεκράξομαι πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ¨Υψιστον, τὸν Θεὸν τὸν εὐεργετήσαντά με. 4 ἐξαπέστειλεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωσέ με, ἔδωκεν εἰς ὄνειδος τοὺς καταπατοῦντάς με. (διάψαλμα). ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ 5 καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσου σκύμνων. ἐκοιμήθην τεταραγμένος· υἱοὶ ἀνθρώπων, οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν μάχαιρα ὀξεῖα. 6 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου. 7 παγίδα ἡτοίμασαν τοῖς ποσί μου καὶ κατέκαμψαν τὴν ψυχήν μου· ὤρυξαν πρὸ προσώπου μου βόθρον καὶ ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν. (διάψαλμα). 8 ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου. 9 ἐξεγέρθητι, ἡ δόξα μου· ἐξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα· ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου. 10 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε, ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσι, 11 ὅτι ἐμεγαλύνθη ἕως τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου. 12 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.

Ψαλμός ΝΖ’ 57 (Μασ. 58)

Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν.

2 Εἰ ἀληθῶς ἄρα δικαιοσύνην λαλεῖτε; εὐθείας κρίνετε οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων; 3 καὶ γὰρ ἐν καρδίᾳ ἀνομίαν ἐργάζεσθε ἐν τῇ γῇ, ἀδικίαν αἱ χεῖρες ὑμῶν συμπλέκουσιν. 4 ἀπηλλοτριώθησαν οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ μήτρας, ἐπλανήθησαν ἀπὸ γαστρός, ἐλάλησαν ψευδῆ. 5 θυμὸς αὐτοῖς κατὰ τὴν ὁμοίωσιν τοῦ ὄφεως, ὡσεὶ ἀσπίδος κωφῆς καὶ βυούσης τὰ ὦτα αὐτῆς, 6 ἥτις οὐκ εἰσακούσεται φωνῆς ἐπᾳδόντων, φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρὰ σοφοῦ. 7 ὁ Θεὸς συντρίψει τοὺς ὀδόντας αὐτῶν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, τὰς μύλας τῶν λεόντων συνέθλασεν ὁ Κύριος· 8ἐξουδενωθήσονται ὡσεὶ ὕδωρ διαπορευόμενον· ἐκτενεῖ τὸ τόξον αὐτοῦ ἕως οὗ ἀσθενήσουσιν. 9 ὡσεὶ κηρὸς τακεὶς ἀνταναιρεθήσονται· ἔπεσε πῦρ ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ οὐκ εἶδον τὸν ἥλιον. 10 πρὸ τοῦ συνιέναι τὰς ἀκάνθας αὐτῶν τὴν ράμνον, ὡσεὶ ζῶντας, ὡσεὶ ἐν ὀργῇ καταπίεται αὐτούς. 11 εὐφρανθήσεται δίκαιος, ὅταν ἴδῃ ἐκδίκησιν· τὰς χεῖρας αὐτοῦ νίψεται ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. 12 καὶ ἐρεῖ ἄνθρωπος· εἰ ἄρα ἐστὶ καρπὸς τῷ δικαίῳ, ἄρα ἐστὶν ὁ Θεὸς κρίνων αὐτοὺς ἐν τῇ γῇ.

Ψαλμός ΝΗ’ 58 (Μασ. 59)

Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· τῷ Δαυΐδ εἰς στηλογραφίαν, ὁπότε ἀπέστειλε Σαοὺλ καὶ ἐφύλαξε τὸν οἶκον αὐτοῦ τοῦ θανατῶσαι αὐτόν.

2 Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεός, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾿ ἐμὲ λύτρωσαί με· 3 ρῦσαί με ἐκ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν καὶ ἐξ ἀνδρῶν αἱμάτων σῶσόν με. 4 ὅτι ἰδοὺ ἐθήρευσαν τὴν ψυχήν μου, ἐπέθεντο ἐπ᾿ ἐμὲ κραταιοί. οὔτε ἡ ἀνομία μου οὔτε ἡ ἁμαρτία μου, Κύριε· 5 ἄνευ ἀνομίας ἔδραμον καὶ κατεύθυνα· ἐξεγέρθητι εἰς συνάντησίν μου καὶ ἴδε. 6 καὶ σύ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, πρόσχες τοῦ ἐπισκέψασθαι πάντα τὰ ἔθνη, μὴ οἰκτειρήσῃς πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν. (διάψαλμα). 7 ἐπιστρέψουσιν εἰς ἑσπέραν καὶ λιμώξουσιν ὡς κύων καὶ κυκλώσουσι πόλιν. 8 ἰδοὺ ἀποφθέγξονται ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, καὶ ρομφαία ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν, ὅτι τίς ἤκουσε; 9 καὶ σύ, Κύριε, ἐκγελάσῃ αὐτούς, ἐξουδενώσεις πάντα τὰ ἔθνη. 10 τὸ κράτος μου, πρὸς σὲ φυλάξω, ὅτι σύ, ὁ Θεός, ἀντιλήπτωρ μου εἶ. 11 ὁ Θεός μου, τὸ ἔλεος αὐτοῦ προφθάσει με· ὁ Θεός μου δείξει μοι ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου. 12 μὴ ἀποκτείνῃς αὐτούς, μήποτε ἐπιλάθωνται τοῦ νόμου σου· διασκόρπισον αὐτοὺς ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ κατάγαγε αὐτούς, ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε. 13 ἁμαρτία στόματος αὐτῶν, λόγος χειλέων αὐτῶν, καὶ συλληφθήτωσαν ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ αὐτῶν· καὶ ἐξ ἀρᾶς καὶ ψεύδους διαγγελήσονται ἐν συντελείᾳ, 14 ἐν ὀργῇ συντελείας, καὶ οὐ μὴ ὑπάρξουσι· καὶ γνώσονται, ὅτι Θεὸς δεσπόζει τοῦ Ἰακὼβ τῶν περάτων τῆς γῆς. (διάψαλμα). 15 ἐπιστρέψουσιν εἰς ἑσπέραν, καὶ λιμώξουσιν ὡς κύων καὶ κυκλώσουσι πόλιν. 16 αὐτοὶ διασκορπισθήσονται τοῦ φαγεῖν· ἐὰν δὲ μὴ χορτασθῶσι, καὶ γογγύσουσιν. 17 ἐγὼ δὲ ᾄσομαι τῇ δυνάμει σου καὶ ἀγαλλιάσομαι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐγενήθης ἀντιλήπτωρ μου καὶ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου. 18 βοηθός μου εἶ, σοὶ ψαλῶ, ὅτι σύ, ὁ Θεός, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, ὁ Θεός μου, τὸ ἔλεός μου.

Ψαλμός ΝΘ’ 59 (Μασ. 60)

Εἰς τὸ τέλος· τοῖς ἀλλοιωθησομένοις ἔτι, εἰς στηλογραφίαν τῷ Δαυΐδ, εἰς διδαχήν, 2 ὁπότε ἐνεπύρισε τὴν Μεσοποταμίαν Συρίας καὶ τὴν Συρίαν Σοβά, καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωάβ, καὶ ἐπάταξε τὴν φάραγγα τῶν ἁλῶν, δώδεκα χιλιάδας.

3 Ὁ Θεός, ἀπώσω ἡμᾶς καὶ καθεῖλες ἡμᾶς, ὠργίσθης καὶ οἰκτείρησας ἡμᾶς. 4 συνέσεισας τὴν γῆν καὶ συνετάραξας αὐτήν· ἴασαι τὰ συντρίμματα αὐτῆς ὅτι ἐσαλεύθη. 5 ἔδειξας τῷ λαῷ σου σκληρά, ἐπότισας ἡμᾶς οἶνον κατανύξεως. 6 ἔδωκας τοῖς φοβουμένοις σε σημείωσιν τοῦ φυγεῖν ἀπὸ προσώπου τόξου. (διάψαλμα). 7 ὅπως ἂν ρυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου, σῶσον τῇ δεξιᾷ σου καὶ ἐπάκουσόν μου. 8 ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· ἀγαλλιάσομαι καὶ διαμεριῶ Σίκιμα καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω. 9 ἐμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆ, καὶ Ἐφραὶμ κραταίωσις τῆς κεφαλῆς μου, Ἰούδας βασιλεύς μου· 10 Μωὰβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου, ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου, ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν. 11 τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχῆς; ἢ τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς Ἰδουμαίας; 12 οὐχὶ σύ, ὁ Θεός, ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς; καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν; 13 δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου. 14 ἐν τῷ Θεῷ ποιήσωμεν δύναμιν, καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς θλίβοντας ἡμᾶς.

Ψαλμός Ξ’ 60 (Μασ. 61)

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· τῷ Δαυΐδ.

2 Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς δεήσεώς μου, πρόσχες τῇ προσευχῇ μου. 3 ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς πρὸς σὲ ἐκέκραξα ἐν τῷ ἀκηδιάσαι τὴν καρδίαν μου· ἐν πέτρᾳ ὕψωσάς με, ὡδήγησάς με, 4 ὅτι ἐγενήθης ἐλπίς μου, πύργος ἰσχύος ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ. 5 παροικήσω ἐν τῷ σκηνώματί σου εἰς τοὺς αἰῶνας, σκεπασθήσομαι ἐν σκέπει τῶν πτερύγων σου. (διάψαλμα). 6 ὅτι σύ, ὁ Θεός, εἰσήκουσας τῶν εὐχῶν μου, ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου. 7 ἡμέρας ἐφ᾿ ἡμέρας τοῦ βασιλέως προσθήσεις, τὰ ἔτη αὐτοῦ ἕως ἡμέρας γενεᾶς καὶ γενεᾶς. 8 διαμενεῖ εἰς τὸν αἰῶνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἔλεος καὶ ἀλήθειαν αὐτοῦ τίς ἐκζητήσει; 9 οὕτως ψαλῶ τῷ ὀνόματί σου εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος τοῦ ἀποδοῦναί με τὰς εὐχάς μου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας.

Ψαλμός ΞΑ’ 61 (Μασ. 62)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ Ἰδιθούν· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Οὐχὶ τῷ Θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; παρ᾿ αὐτῷ γὰρ τὸ σωτήριόν μου· 3 καὶ γὰρ αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, καὶ ἀντιλήπτωρ μου, οὐ μὴ σαλευθῶ ἐπὶ πλεῖον. 4 ἕως πότε ἐπιτίθεσθε ἐπ᾿ ἄνθρωπον; φονεύετε πάντες ὡς τοίχῳ κεκλιμένῳ καὶ φραγμῷ ὠσμένῳ. 5 πλὴν τὴν τιμήν μου ἐβουλεύσαντο ἀπώσασθαι, ἔδραμον ἐν δίψει, τῷ στόματι αὐτῶν εὐλόγουν καὶ τῇ καρδίᾳ αὐτῶν κατηρῶντο. (διάψαλμα). 6 πλὴν τῷ Θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου, ὅτι παρ᾿ αὐτῷ ἡ ὑπομονή μου. 7 ὅτι αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου, οὐ μὴ μεταναστεύσω. 8 ἐπὶ τῷ Θεῷ τὸ σωτήριόν μου καὶ ἡ δόξα μου· ὁ Θεὸς τῆς βοηθείας μου, καὶ ἡ ἐλπίς μου ἐπὶ τῷ Θεῷ. 9 ἐλπίσατε ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶσα συναγωγὴ λαοῦ· ἐκχέετε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ὁ Θεὸς βοηθὸς ἡμῶν. (διάψαλμα). 10 πλὴν μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγοῖς τοῦ ἀδικῆσαι αὐτοὶ ἐκ ματαιότητος ἐπὶ τὸ αὐτό. 11 μὴ ἐλπίζετε ἐπ᾿ ἀδικίαν καὶ ἐπὶ ἁρπάγματα μὴ ἐπιποθεῖτε· πλοῦτος ἐὰν ρέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν. 12 ἅπαξ ἐλάλησεν ὁ Θεός, δύο ταῦτα ἤκουσα, ὅτι τὸ κράτος τοῦ Θεοῦ, 13 καὶ σοῦ, Κύριε, τὸ ἔλεος, ὅτι σὺ ἀποδώσεις ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.

Ψαλμός ΞΒ’ 62 (Μασ. 63)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας.

2 Ὁ θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. 3 οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου. 4 ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε. 5 οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου. 6 ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. 7 εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· 8 ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. 9 ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου. 10 αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς· 11 παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ρομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται. 12 ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.

Ψαλμός ΞΓ’ 63 (Μασ. 64)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Εἰσάκουσον, ὁ Θεός, τῆς φωνῆς μου, ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἀπὸ φόβου ἐχθροῦ ἐξελοῦ τὴν ψυχήν μου. 3 ἐσκέπασάς με ἀπὸ συστροφῆς πονηρευομένων, ἀπὸ πλήθους ἐργαζομένων ἀδικίαν, 4 οἵτινες ἠκόνησαν ὡς ρομφαίαν τὰς γλώσσας αὐτῶν, ἐνέτειναν τόξον αὐτῶν πρᾶγμα πικρὸν 5 τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν ἀποκρύφοις ἄμωμον, ἐξάπινα κατατοξεύσουσιν αὐτὸν καὶ οὐ φοβηθήσονται. 6 ἐκραταίωσαν ἑαυτοῖς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο τοῦ κρύψαι παγίδας, εἶπαν· τίς ὄψεται αὐτούς; 7 ἐξηρεύνησαν ἀνομίαν, ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις. προσελεύσεται ἄνθρωπος, καὶ καρδία βαθεῖα, 8 καὶ ὑψωθήσεται, ὁ Θεός. βέλος νηπίων ἐγενήθησαν αἱ πληγαὶ αὐτῶν, 9 καὶ ἐξησθένησαν ἐπ᾿ αὐτοὺς αἱ γλῶσσαι αὐτῶν. ἐταράχθησαν πάντες οἱ θεωροῦντες αὐτούς, 10 καὶ ἐφοβήθη πᾶς ἄνθρωπος. καὶ ἀνήγγειλαν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ποιήματα αὐτοῦ συνῆκαν. 11 εὐφρανθήσεται δίκαιος ἐν τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλπιεῖ ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐπαινεθήσονται πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.

Ψαλμός ΞΔ’ 64 (Μασ. 65)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ᾠδή· Ἱερεμίου καὶ Ἰεζεκιήλ, ἐκ τοῦ λαοῦ τῆς παροικίας, ὅτε ἔμελλον ἐκπορεύεσθαι.

2 Σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ Θεός, ἐν Σιών, καὶ σοὶ ἀποδοθήσεται εὐχὴ ἐν Ἱερουσαλήμ. 3 εἰσάκουσον προσευχῆς μου· πρὸς σὲ πᾶσα σὰρξ ἥξει. 4 λόγοι ἀνόμων ὑπερεδυνάμωσαν ἡμᾶς, καὶ ταῖς ἀσεβείαις ἡμῶν σὺ ἱλάσῃ. 5 μακάριος ὃν ἐξελέξω καὶ προσελάβου· κατασκηνώσει ἐν ταῖς αὐλαῖς σου. πλησθησόμεθα ἐν τοῖς ἀγαθοῖς τοῦ οἴκου σου· ἅγιος ὁ ναός σου, 6 θαυμαστὸς ἐν δικαιοσύνῃ. ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν, 7 ἑτοιμάζων ὄρη ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, περιεζωσμένος ἐν δυναστείᾳ, 8 ὁ συνταράσσων τὸ κῦτος τῆς θαλάσσης, ἤχους κυμάτων αὐτῆς. ταραχθήσονται τὰ ἔθνη, 9 καὶ φοβηθήσονται οἱ κατοικοῦντες τὰ πέρατα ἀπὸ τῶν σημείων σου· ἐξόδους πρωΐας καὶ ἑσπέρας τέρψεις. 10 ἐπεσκέψω τὴν γῆν καὶ ἐμέθυσας αὐτήν, ἐπλήθυνας τοῦ πλουτίσαι αὐτήν· ὁ ποταμὸς τοῦ Θεοῦ ἐπληρώθη ὑδάτων· ἡτοίμασας τὴν τροφὴν αὐτῶν, ὅτι οὕτως ἡ ἑτοιμασία. 11 τοὺς αὔλακας αὐτῆς μέθυσον, πλήθυνον τὰ γεννήματα αὐτῆς, ἐν ταῖς σταγόσιν αὐτῆς εὐφρανθήσεται ἀνατέλλουσα. 12 εὐλογήσεις τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, καὶ τὰ πεδία σου πλησθήσονται πιότητος· 13 πιανθήσεται τὰ ὄρη τῆς ἐρήμου, καὶ ἀγαλλίασιν οἱ βουνοὶ περιζώσονται. 14 ἐνεδύσαντο οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, καὶ αἱ κοιλάδες πληθυνοῦσι σῖτον· κεκράξονται, καὶ γὰρ ὑμνήσουσι.

Ψαλμός ΞΕ’ 65 (Μασ. 66)

Εἰς τὸ τέλος· ᾠδὴ ψαλμοῦ· ἀναστάσεως.

Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, 2 ψάλατε δὴ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. δότε δόξαν αἰνέσει αὐτοῦ. 3 εἴπατε τῷ Θεῷ· ὡς φοβερὰ τὰ ἔργα σου· ἐν τῷ πλήθει τῆς δυνάμεώς σου ψεύσονταί σε οἱ ἐχθροί σου. 4 πᾶσα ἡ γῆ προσκυνησάτωσάν σοι καὶ ψαλάτωσάν σοι, ψαλάτωσαν τῷ ὀνόματί σου. (διάψαλμα). 5 δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ· φοβερὸς ἐν βουλαῖς ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, 6 ὁ μεταστρέφων τὴν θάλασσαν εἰς ξηράν, ἐν ποταμῷ διελεύσονται ποδί. ἐκεῖ εὐφρανθησόμεθα ἐπ᾿ αὐτῷ, 7 τῷ δεσπόζοντι ἐν τῇ δυναστείᾳ αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος. οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσιν, οἱ παραπικραίνοντες μὴ ὑψούσθωσαν ἐν ἑαυτοῖς. (διάψαλμα). 8 εὐλογεῖτε, ἔθνη, τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ἀκουτίσασθε τὴν φωνὴν τῆς αἰνέσεως αὐτοῦ, 9 τοῦ θεμένου τὴν ψυχήν μου εἰς ζωήν, καὶ μὴ δόντος εἰς σάλον τοὺς πόδας μου. 10 ὅτι ἐδοκίμασας ἡμᾶς, ὁ Θεός, ἐπύρωσας ἡμᾶς, ὡς πυροῦται τὸ ἀργύριον· 11 εἰσήγαγες ἡμᾶς εἰς τὴν παγίδα, ἔθου θλίψεις ἐπὶ τὸν νῶτον ἡμῶν. 12 ἐπεβίβασας ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν. 13 εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου ἐν ὁλοκαυτώμασιν, ἀποδώσω σοι τὰς εὐχάς μου, 14 ἃς διέστειλε τὰ χείλη μου καὶ ἐλάλησε τὸ στόμα μου ἐν τῇ θλίψει μου· 15 ὁλοκαυτώματα μεμυελωμένα ἀνοίσω σοι μετὰ θυμιάματος καὶ κριῶν, ἀνοίσω σοι βόας μετὰ χιμάρων. (διάψαλμα). 16 δεῦτε ἀκούσατε, καὶ διηγήσομαι, πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ὅσα ἐποίησε τῇ ψυχῇ μου. 17 πρὸς αὐτὸν τῷ στόματί μου ἐκέκραξα καὶ ὕψωσα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν μου. 18 ἀδικίαν εἰ ἐθεώρουν ἐν καρδίᾳ μου, μὴ εἰσακουσάτω μου Κύριος. 19 διὰ τοῦτο εἰσήκουσέ μου ὁ Θεός, προσέσχε τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου. 20 εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὴν προσευχήν μου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀπ᾿ ἐμοῦ.

Ψαλμός ΞΣΤ’ 66 (Μασ. 67)

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· ψαλμὸς ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.

2 Ὁ θεὸς οἰκτειρήσαι ἡμᾶς καὶ εὐλογήσαι ἡμᾶς, ἐπιφάναι τὸ πρόσωπον αὑτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς. (διάψαλμα). 3 τοῦ γνῶναι ἐν τῇ γῇ τὴν ὁδόν σου, ἐν πᾶσιν ἔθνεσι τὸ σωτήριόν σου. 4ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ὁ Θεός, ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοὶ πάντες. 5 εὐφρανθήτωσαν καὶ ἀγαλλιάσθωσαν ἔθνη, ὅτι κρινεῖς λαοὺς ἐν εὐθύτητι καὶ ἔθνη ἐν τῇ γῇ ὁδηγήσεις.(διάψαλμα). 6 ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ὁ Θεός, ἐξομολογησάσθωσάν σοι λαοὶ πάντες. 7 γῆ ἔδωκε τὸν καρπὸν αὐτῆς· εὐλογήσαι ἡμᾶς ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν. 8 εὐλογήσαι ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ φοβηθήτωσαν αὐτὸν πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς.

Ψαλμός ΞΖ’ 67 (Μασ. 68)

Εἰς τὸ τέλος· ᾠδῆς ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν. 3 ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνῃ. 5 ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ· ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐνώπιον αὐτοῦ. 6 ταραχθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, τοῦ πατρὸς τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτοῦ τῶν χηρῶν· ὁ Θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ. 7 ὁ Θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις. 8 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί σε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα). 9 γῆ ἐσείσθη, καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ. 10 βροχὴν ἑκούσιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τῇ κληρονομίᾳ σου, καὶ ἠσθένησε, σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν. 11 τὰ ζῷά σου κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ· ἡτοίμασας ἐν τῇ χρηστότητί σου τῷ πτωχῷ, ὁ Θεός. 12 Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ, 13 ὁ βασιλεὺς τῶν δυνάμεων τοῦ ἀγαπητοῦ, τῇ ὡραιότητι τοῦ οἴκου διελέσθαι σκῦλα. 14 ἐὰν κοιμηθῆτε ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων, πτέρυγες περιστερᾶς περιηργυρωμέναι, καὶ τὰ μετάφρενα αὐτῆς ἐν χλωρότητι χρυσίου. 15 ἐν τῷ διαστέλλειν τὸν ἐπουράνιον βασιλεῖς ἐπ᾿ αὐτῆς, χιονωθήσονται ἐν Σελμών. 16ὄρος τοῦ Θεοῦ, ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον, ὄρος πῖον. 17 ἱνατί ὑπολαμβάνετε, ὄρη τετυρωμένα, τὸ ὄρος, ὃ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ; καὶ γὰρ ὁ Κύριος κατασκηνώσει εἰς τέλος.18 τὸ ἅρμα τοῦ Θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων· Κύριος ἐν αὐτοῖς ἐν Σινᾷ ἦν, ἐν τῷ ἁγίῳ. 19 ἀνέβης εἰς ὕψος, ᾐχμαλώτευσας αἰχμαλωσίαν, ἔλαβες δόματα ἐν ἀνθρώποις, καὶ γὰρ ἀπειθοῦντας τοῦ κατασκηνῶσαι. 20 Κύριος ὁ Θεὸς εὐλογητός, εὐλογητὸς Κύριος ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν· κατευοδώσαι ἡμῖν ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν. (διάψαλμα). 21 ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σῴζειν, καὶ τοῦ Κυρίου Κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου. 22 πλὴν ὁ Θεὸς συνθλάσει κεφαλὰς ἐχθρῶν αὐτοῦ, κορυφὴν τριχὸς διαπορευομένων ἐν πλημμελείαις αὐτῶν. 23 εἶπε Κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐν βυθοῖς θαλάσσης. 24 ὅπως ἂν βαφῇ ὁ πούς σου ἐν αἵματι, ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἐξ ἐχθρῶν παρ᾿ αὐτοῦ. 25 ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ. 26 προέφθασαν ἄρχοντες ἐχόμενοι ψαλλόντων ἐν μέσῳ νεανίδων τυμπανιστριῶν. 27 ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ. 28 ἐκεῖ Βενιαμὶν νεώτερος ἐν ἐκστάσει, ἄρχοντες Ἰούδα ἡγεμόνες αὐτῶν, ἄρχοντες Ζαβουλών, ἄρχοντες Νεφθαλείμ. 29 ἔντειλαι, ὁ Θεός, τῇ δυνάμει σου, δυνάμωσον, ὁ Θεός, τοῦτο, ὃ κατειργάσω ἐν ἡμῖν. 30 ἀπὸ τοῦ ναοῦ σου ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ σοὶ οἴσουσι βασιλεῖς δῶρα. 31 ἐπιτίμησον τοῖς θηρίοις τοῦ καλάμου· ἡ συναγωγὴ τῶν ταύρων ἐν ταῖς δαμάλεσι τῶν λαῶν τοῦ ἐγκλεισθῆναι τοὺς δεδοκιμασμένους τῷ ἀργυρίῳ· διασκόρπισον ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα. 32 ἥξουσι πρέσβεις ἐξ Αἰγύπτου, Αἰθιοπία προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ. 33 αἱ βασιλεῖαι τῆς γῆς, ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ Κυρίῳ. (διάψαλμα). 34 ψάλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς· ἰδοὺ δώσει τῇ φωνῇ αὐτοῦ φωνὴν δυνάμεως. 35 δότε δόξαν τῷ Θεῷ· ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτοῦ, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ταῖς νεφέλαις. 36 θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ· ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, αὐτὸς δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. εὐλογητὸς ὁ Θεός.

Ψαλμός ΞΗ’ 68 (Μασ. 69)

Εἰς τὸ τέλος· ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· τῷ Δαυΐδ.

2 Σῶσόν με, ὁ Θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. 3 ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν βυθοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὑπόστασις· ἦλθον εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης καὶ καταιγὶς κατεπόντισέ με. 4 ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου. 5 ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου οἱ μισοῦντές με δωρεάν, ἐκραταιώθησαν οἱ ἐχθροί μου οἱ ἐκδιώκοντές με ἀδίκως· ἃ οὐχ ἥρπαζον, τότε ἀπετίννυον. 6 ὁ Θεός, σὺ ἔγνως τὴν ἀφροσύνην μου καὶ αἱ πλημμέλειαί μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβησαν. 7 μὴ αἰσχυνθείησαν ἐπ᾿ ἐμὲ οἱ ὑπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε τῶν δυνάμεων, μὴ ἐντραπείησαν ἐπ᾿ ἐμὲ οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, 8 ὅτι ἕνεκά σου ὑπήνεγκα ὀνειδισμόν, ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου. 9 ἀπηλλοτριωμένος ἐγενήθην τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ ξένος τοῖς υἱοῖς τῆς μητρός μου, 10 ὅτι ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με, καὶ οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ. 11 καὶ συνεκάλυψα ἐν νηστείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐγενήθη εἰς ὀνειδισμοὺς ἐμοί· 12 καὶ ἐθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενόμην αὐτοῖς εἰς παραβολήν. 13 κατ᾿ ἐμοῦ ἠδολέσχουν οἱ καθήμενοι ἐν πύλαις, καὶ εἰς ἐμὲ ἔψαλλον οἱ πίνοντες οἶνον. 14 ἐγὼ δὲ τῇ προσευχῇ μου πρὸς σέ, Κύριε· καιρὸς εὐδοκίας, ὁ Θεός, ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου· ἐπάκουσόν μου, ἐν ἀληθείᾳ τῆς σωτηρίας σου. 15 σῶσόν με ἀπὸ πηλοῦ, ἵνα μὴ ἐμπαγῶ· ρυσθείην ἐκ τῶν μισούντων με καὶ ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων. 16 μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, μηδὲ καταπιέτω με βυθός, μηδὲ συσχέτω ἐπ᾿ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ. 17 εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου· κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμέ. 18 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου. 19 πρόσχες τῇ ψυχῇ μου καὶ λύτρωσαι αὐτήν, ἕνεκα τῶν ἐχθρῶν μου ρῦσαί με. 20 σὺ γὰρ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου· ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβοντές με. 21 ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν, καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε, καὶ παρακαλοῦντας, καὶ οὐχ εὗρον. 22 καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος. 23 γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν εἰς παγίδα καὶ εἰς ἀνταπόδοσιν καὶ εἰς σκάνδαλον. 24 σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διαπαντὸς σύγκαμψον. 25 ἔκχεον ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν ὀργήν σου, καὶ ὁ θυμὸς τῆς ὀργῆς σου καταλάβοι αὐτούς. 26 γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτῶν ἠρημωμένη, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν· 27 ὅτι ὃν σὺ ἐπάταξας, αὐτοὶ κατεδίωξαν, καὶ ἐπὶ τὸ ἄλγος τῶν τραυμάτων μου προσέθηκαν. 28 πρόσθες ἀνομίαν ἐπὶ τῇ ἀνομίᾳ αὐτῶν, καὶ μὴ εἰσελθέτωσαν ἐν δικαιοσύνῃ σου· 29 ἐξαλειφθήτωσαν ἐκ βίβλου ζώντων καὶ μετὰ δικαίων μὴ γραφήτωσαν.30 πτωχὸς καὶ ἀλγῶν εἰμι ἐγώ· ἡ σωτηρία σου, ὁ Θεός, ἀντιλάβοιτό μου. 31 αἰνέσω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου μετ᾿ ᾠδῆς, μεγαλυνῶ αὐτὸν ἐν αἰνέσει, 32 καὶ ἀρέσει τῷ Θεῷ ὑπὲρ μόσχον νέον κέρατα ἐκφέροντα καὶ ὁπλάς. 33 ἰδέτωσαν πτωχοὶ καὶ εὐφρανθήτωσαν· ἐκζητήσατε τὸν Θεόν, καὶ ζήσεται ἡ ψυχὴ ὑμῶν, 34 ὅτι εἰσήκουσε τῶν πενήτων ὁ Κύριος καὶ τοὺς πεπεδημένους αὐτοῦ οὐκ ἐξουδένωσεν. 35 αἰνεσάτωσαν αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ, θάλασσα καὶ πάντα τὰ ἕρποντα ἐν αὐτῇ. 36 ὅτι ὁ Θεὸς σώσει τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήσονται αἱ πόλεις τῆς Ἰουδαίας, καὶ κατοικήσουσιν ἐκεῖ καὶ κληρονομήσουσιν αὐτήν· 37 καὶ τὸ σπέρμα τῶν δούλων αὐτοῦ καθέξουσιν αὐτήν, καὶ οἱ ἀγαπῶντες τὸ ὄνομά σου κατασκηνώσουσιν ἐν αὐτῇ.

Ψαλμός ΞΘ’ 69 (Μασ. 70)

Εἰς τὸ τέλος· τῷ Δαυΐδ εἰς ἀνάμνησιν, εἰς τὸ σῶσαί με Κύριον.

2 Ὁ Θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον. 3 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου· ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ καταισχυνθήτωσαν οἱ βουλόμενοί μου κακά· 4 ἀποστραφήτωσαν παραυτίκα αἰσχυνόμενοι οἱ λέγοντές μοι· εὖγε εὖγε. 5 ἀγαλλιάσθωσαν καὶ εὐφρανθήτωσαν ἐπὶ σοὶ πάντες οἱ ζητοῦντές σε, ὁ Θεός, καὶ λεγέτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ὁ Κύριος, οἱ ἀγαπῶντες τὸ σωτήριόν σου. 6 ἐγὼ δὲ πτωχός εἰμι καὶ πένης· ὁ Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ· Κύριε, μὴ χρονίσῃς.

Ψαλμός Ο’ 70 (Μασ. 71)

Τῷ Δαυΐδ· υἱῶν Ἰωναδὰβ καὶ τῶν πρώτων αἰχμαλωτισθέντων.

Ἐπὶ σοὶ, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα. 2 ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ὔρῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου καὶ σῶσόν με. 3 γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς τόπον ὀχυρὸν τοῦ σῶσαί με, ὅτι στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σύ. 4 ὁ Θεός μου, ρῦσαί με ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἐκ χειρὸς παρανομοῦντος καὶ ἀδικοῦντος· 5 ὅτι σὺ εἶ ἡ ὑπομονή μου, Κύριε· Κύριε, ἡ ἐλπίς μου ἐκ νεότητός μου, 6 ἐπὶ σὲ ἐπεστηρίχθην ἀπὸ γαστρός, ἐκ κοιλίας μητρός μου σύ μου εἶ σκεπαστής· ἐν σοὶ ἡ ὕμνησίς μου διαπαντός. 7 ὡσεὶ τέρας ἐγενήθην τοῖς πολλοῖς, καὶ σὺ βοηθὸς κραταιός. 8 πληρωθήτω τὸ στόμα μου αἰνέσεως, ὅπως ὑμνήσω τὴν δόξαν σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν μεγαλοπρέπειάν σου. 9 μὴ ἀπορρίψῃς με εἰς καιρὸν γήρως, ἐν τῷ ἐκλείπειν τὴν ἰσχύν μου μὴ ἐγκαταλίπῃς με. 10 ὅτι εἶπαν οἱ ἐχθροί μου ἐμοὶ καὶ οἱ φυλάσσοντες τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο ἐπὶ τὸ αὐτό 11 λέγοντες· ὁ Θεὸς ἐγκατέλιπεν αὐτόν· καταδιώξατε καὶ καταλάβετε αὐτόν, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ ρυόμενος. 12 ὁ Θεός μου, μὴ μακρύνῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ· ὁ Θεός μου, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες. 13 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἐκλιπέτωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντες τὴν ψυχήν μου, περιβαλλέσθωσαν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι. 14 ἐγὼ δὲ διαπαντὸς ἐλπιῶ ἐπὶ σὲ καὶ προσθήσω ἐπὶ πᾶσαν τὴν αἴνεσίν σου. 15 τὸ στόμα μου ἐξαγγελεῖ τὴν δικαιοσύνην σου, ὅλην τὴν ἡμέραν τὴν σωτηρίαν σου, ὅτι οὐκ ἔγνων γραμματείας. 16 εἰσελεύσομαι ἐν δυναστείᾳ Κυρίου· Κύριε, μνησθήσομαι τῆς δικαιοσύνης σοῦ μόνου. 17 ὁ Θεός, ἃ ἐδίδαξάς με ἐκ νεότητός μου, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ἀπαγγελῶ τὰ θαυμάσιά σου. 18 καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, ὁ Θεός, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, ἕως ἂν ἀπαγγελῶ τὸν βραχίονά σου τῇ γενεᾷ πάσῃ τῇ ἐπερχομένῃ, 19 τὴν δυναστείαν σου καὶ τὴν δικαιοσύνην σου. ὁ Θεός, ἕως ὑψίστων ἃ ἐποίησας μεγαλεῖα· ὁ Θεός, τίς ὅμοιός σοι; 20 ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς, καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με, καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με. 21 ἐπλεόνασας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν μεγαλωσύνην σου καὶ ἐπιστρέψας παρεκάλεσάς με καὶ ἐκ τῶν ἀβύσσων τῆς γῆς πάλιν ἀνήγαγές με. 22 καὶ γὰρ ἐγὼ ἐξομολογήσομαί σοι ἐν σκεύει ψαλμοῦ τὴν ἀλήθειάν σου, ὁ Θεός· ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. 23 ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἣν ἐλυτρώσω. 24 ἔτι δὲ καὶ ἡ γλῶσσά μου ὅλην τὴν ἡμέραν μελετήσει τὴν δικαιοσύνην σου, ὅταν αἰσχυνθῶσι καὶ ἐντραπῶσιν οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι.

Ψαλμός ΟΑ’ 71 (Μασ. 72)

Εἰς Σαλωμών.

Ὁ Θεός, τὸ κρίμα σου τῷ βασιλεῖ δὸς καὶ τὴν δικαιοσύνην σου τῷ υἱῷ τοῦ βασιλέως 2 κρίνειν τὸν λαόν σου ἐν δικαιοσύνῃ καὶ τοὺς πτωχούς σου ἐν κρίσει. 3 ἀναλαβέτω τὰ ὄρη εἰρήνην τῷ λαῷ σου καὶ οἱ βουνοὶ δικαιοσύνην. 4 κρινεῖ τοὺς πτωχοὺς τοῦ λαοῦ καὶ σώσει τοὺς υἱοὺς τῶν πενήτων καὶ ταπεινώσει συκοφάντην 5 καὶ συμπαραμενεῖ τῷ ἡλίῳ καὶ πρὸ τῆς σελήνης γενεὰς γενεῶν. 6 καταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον καὶ ὡσεὶ σταγὼν ἡ στάζουσα ἐπὶ τὴν γῆν. 7 ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη. 8 καὶ κατακυριεύσει ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης. 9 ἐνώπιον αὐτοῦ προπεσοῦνται Αἰθίοπες, καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ χοῦν λείξουσι. 10 βασιλεῖς Θαρσὶς καὶ νῆσοι δῶρα προσοίσουσι, βασιλεῖς Ἀράβων καὶ Σαβᾶ δῶρα προσάξουσι. 11 καὶ προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, πάντα τὰ ἔθνη δουλεύσουσιν αὐτῷ. 12 ὅτι ἐρρύσατο πτωχὸν ἐκ δυνάστου καὶ πένητα, ᾧ οὐχ ὑπῆρχε βοηθός. 13 φείσεται πτωχοῦ καὶ πένητος καὶ ψυχὰς πενήτων σώσει. 14 ἐκ τόκου καὶ ἐξ ἀδικίας λυτρώσεται τὰς ψυχὰς αὐτῶν, καὶ ἔντιμον τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον αὐτῶν. 15 καὶ ζήσεται, καὶ δοθήσεται αὐτῷ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς Ἀραβίας, καὶ προσεύξονται περὶ αὐτοῦ διαπαντός, ὅλην τὴν ἡμέραν εὐλογήσουσιν αὐτόν. 16 ἔσται στήριγμα ἐν τῇ γῇ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων· ὑπεραρθήσεται ὑπὲρ τὸν Λίβανον ὁ καρπὸς αὐτοῦ, καὶ ἐξανθήσουσιν ἐκ πόλεως ὡσεὶ χόρτος τῆς γῆς. 17 ἔσται τὸ ὄνομα αὐτοῦ εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας, πρὸ τοῦ ἡλίου διαμένει τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, πάντα τὰ ἔθνη μακαριοῦσιν αὐτόν. 18 εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος, 19 καὶ εὐλογητὸν τὸ ὄνομα τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, καὶ πληρωθήσεται τῆς δόξης αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ. γένοιτο, γένοιτο. Ἐξέλιπον οἱ ὕμνοι Δαυΐδ τοῦ υἱοῦ Ἰεσσαί.

Ψαλμός ΟΒ’ 72 (Μασ. 73)

Ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

Ὡς ἀγαθὸς ὁ Θεὸς τῷ Ἰσραήλ, τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ. 2 ἐμοῦ δὲ παραμικρὸν ἐσαλεύθησαν οἱ πόδες, παρ᾿ ὀλίγον ἐξεχύθη τὰ διαβήματά μου. 3 ὅτι ἐζήλωσα ἐπὶ τοῖς ἀνόμοις εἰρήνην ἁμαρτωλῶν θεωρῶν, 4 ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνάνευσις ἐν τῷ θανάτῳ αὐτῶν καὶ στερέωμα ἐν τῇ μάστιγι αὐτῶν· 5 ἐν κόποις ἀνθρώπων οὐκ εἰσὶ καὶ μετὰ ἀνθρώπων οὐ μαστιγωθήσονται. 6 διὰ τοῦτο ἐκράτησεν αὐτοὺς ἡ ὑπερηφανία, περιεβάλοντο ἀδικίαν καὶ ἀσέβειαν ἑαυτῶν. 7 ἐξελεύσεται ὡς ἐκ στέατος ἡ ἀδικία αὐτῶν, διῆλθον εἰς διάθεσιν καρδίας· 8 διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν· 9 ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς. 10 διὰ τοῦτο ἐπιστρέψει ὁ λαός μου ἐνταῦθα, καὶ ἡμέραι πλήρεις εὑρεθήσονται ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ Θεός; καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ Ὑψίστῳ; 12 ἰδοὺ οὗτοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ εὐθηνοῦντες· εἰς τὸν αἰῶνα κατέσχον πλούτου. 13 καὶ εἶπα· ἄρα ματαίως ἐδικαίωσα τὴν καρδίαν μου καὶ ἐνιψάμην ἐν ἀθῴοις τὰς χεῖράς μου· 14 καὶ ἐγενόμην μεμαστιγωμένος ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ ὁ ἔλεγχός μου εἰς τὰς πρωΐας. 15 εἰ ἔλεγον· διηγήσομαι οὕτως, ἰδοὺ τῇ γενεᾷ τῶν υἱῶν σου ἠσυνθέτηκα. 16 καὶ ὑπέλαβον τοῦ γνῶναι τοῦτο· κόπος ἐστὶν ἐνώπιόν μου, 17 ἕως εἰσέλθω εἰς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ καὶ συνῶ εἰς τὰ ἔσχατα αὐτῶν. 18πλὴν διὰ τὰς δολιότητας αὐτῶν ἔθου αὐτοῖς κακά, κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι. 19 πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν ἐξάπινα· ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. 20 ὡσεὶ ἐνύπνιον ἐξεγειρομένου, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις. 21 ὅτι ἐξεκαύθη ἡ καρδία μου, καὶ οἱ νεφροί μου ἠλλοιώθησαν, 22 κἀγὼ ἐξουδενωμένος καὶ οὐκ ἔγνων, κτηνώδης ἐγενόμην παρά σοι. 23 κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἐκράτησας τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς μου 24 καὶ ἐν τῇ βουλῇ σου ὡδήγησάς με καὶ μετὰ δόξης προσελάβου με. 25 τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς; 26 ἐξέλιπεν ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου, ὁ Θεὸς τῆς καρδίας μου καὶ ἡ μερίς μου ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα. 27 ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ. 28 ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα μου τοῦ ἐξαγγεῖλαί με πάσας τὰς αἰνέσεις σου ἐν ταῖς πύλαις τῆς θυγατρὸς Σιών.

Ψαλμός ΟΓ’ 73 (Μασ. 74)

Συνέσεως τῷ Ἀσάφ.

Ἵνα τί ἀπώσω, ὁ Θεός, εἰς τέλος; ὠργίσθη ὁ θυμός σου ἐπὶ πρόβατα νομῆς σου; 2 μνήσθητι τῆς συναγωγῆς σου, ἧς ἐκτήσω ἀπ᾿ ἀρχῆς· ἐλυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου, ὄρος Σιὼν τοῦτο, ὃ κατεσκήνωσας ἐν αὐτῷ. 3 ἔπαρον τὰς χεῖράς σου ἐπὶ τὰς ὑπερηφανίας αὐτῶν εἰς τέλος, ὅσα ἐπονηρεύσατο ὁ ἐχθρὸς ἐν τοῖς ἁγίοις σου. 4 καὶ ἐνεκαυχήσαντο οἱ μισοῦντές σε ἐν μέσῳ τῆς ἑορτῆς σου, ἔθεντο τὰ σημεῖα αὐτῶν σημεῖα καὶ οὐκ ἔγνωσαν. 5 ὡς εἰς τὴν ἔξοδον ὑπεράνω, 6 ὡς ἐν δρυμῷ ξύλων ἀξίναις ἐξέκοψαν τὰς θύρας αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν πελέκει καὶ λαξευτηρίῳ κατέρραξαν αὐτήν. 7 ἐνεπύρισαν ἐν πυρὶ τὸ ἁγιαστήριόν σου, εἰς τὴν γῆν ἐβεβήλωσαν τὸ σκήνωμα τοῦ ὀνόματός σου. 8 εἶπαν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν αἱ συγγένειαι αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτό· δεῦτε καὶ καταπαύσωμεν πάσας τὰς ἑορτὰς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τῆς γῆς. 9 τὰ σημεῖα αὐτῶν οὐκ εἴδομεν, οὐκ ἔστιν ἔτι προφήτης, καὶ ἡμᾶς οὐ γνώσεται ἔτι. 10 ἕως πότε, ὁ Θεός, ὀνειδιεῖ ὁ ἐχθρός, παροξυνεῖ ὁ ὑπεναντίος τὸ ὄνομά σου εἰς τέλος; 11 ἱνατί ἀποστρέφεις τὴν χεῖρά σου καὶ τὴν δεξιάν σου ἐκ μέσου τοῦ κόλπου σου εἰς τέλος; 12 ὁ δὲ Θεὸς βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰώνων, εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς. 13 σὺ ἐκραταίωσας ἐν τῇ δυνάμει σου τὴν θάλασσαν, σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος. 14 σὺ συνέθλασας τὴν κεφαλὴν τοῦ δράκοντος, ἔδωκας αὐτὸν βρῶμα λαοῖς τοῖς Αἰθίοψι. 15 σὺ διέρρηξας πηγὰς καὶ χειμάρρους, σὺ ἐξήρανας ποταμοὺς Ἠθάμ. 16 σή ἐστιν ἡ ἡμέρα, καὶ σή ἐστιν ἡ νύξ, σὺ κατηρτίσω φαῦσιν καὶ ἥλιον. 17 σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς· θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά. 18 μνήσθητι ταύτης· ἐχθρὸς ὠνείδισε τὸν Κύριον, καὶ λαὸς ἄφρων παρώξυνε τὸ ὄνομά σου. 19 μὴ παραδῷς τοῖς θηρίοις ψυχὴν ἐξομολογουμένην σοι, τῶν ψυχῶν τῶν πενήτων σου μὴ ἐπιλάθῃ εἰς τέλος. 20 ἐπίβλεψον εἰς τὴν διαθήκην σου, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ ἐσκοτισμένοι τῆς γῆς οἴκων ἀνομιῶν. 21 μὴ ἀποστραφήτω τεταπεινωμένος καὶ κατῃσχυμένος· πτωχὸς καὶ πένης αἰνέσουσι τὸ ὄνομά σου. 22 ἀνάστα, ὁ Θεός, δίκασον τὴν δίκην σου· μνήσθητι τοῦ ὀνειδισμοῦ σου τοῦ ὑπὸ ἄφρονος ὅλην τὴν ἡμέραν. 23 μὴ ἐπιλάθῃ τῆς φωνῆς τῶν ἱκετῶν σου· ἡ ὑπερηφανία τῶν μισούντων σε ἀνέβη διὰ παντός.

Ψαλμός ΟΔ’ 74 (Μασ. 75)

Εἰς τὸ τέλος· μὴ διαφθείρῃς· ψαλμὸς ᾠδῆς τῷ Ἀσάφ.

2 Ἐξομολογησόμεθά σοι, ὁ Θεός, ἐξομολογησόμεθά σοι καὶ ἐπικαλεσόμεθα τὸ ὄνομά σου. 3 διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου, ὅταν λάβω καιρόν· ἐγὼ εὐθύτητας κρινῶ. 4 ἐτάκη ἡ γῆ καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ, ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς. (διάψαλμα). 5 εἶπα τοῖς παρανομοῦσι· μὴ παρανομεῖτε, καὶ τοῖς ἁμαρτάνουσι· μὴ ὑψοῦτε κέρας, 6 μὴ ἐπαίρετε εἰς ὕψος τὸ κέρας ὑμῶν καὶ μὴ λαλεῖτε κατὰ τοῦ Θεοῦ ἀδικίαν. 7 ὅτι οὔτε ἐξ ἐξόδων οὔτε ἀπὸ δυσμῶν οὔτε ἀπὸ ἐρήμων ὀρέων, 8 ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστι, τοῦτον ταπεινοῖ καὶ τοῦτον ὑψοῖ. 9 ὅτι ποτήριον ἐν χειρὶ Κυρίου οἴνου ἀκράτου πλῆρες κεράσματος. καὶ ἔκλινεν ἐκ τούτου εἰς τοῦτο, πλὴν ὁ τρυγίας αὐτοῦ οὐκ ἐξεκενώθη, πίονται πάντες οἱ ἁμαρτωλοὶ τῆς γῆς· 10 ἐγὼ δὲ ἀγαλλιάσομαι εἰς τὸν αἰῶνα, ψαλῶ τῷ Θεῷ Ἰακώβ· καὶ πάντα τὰ κέρατα τῶν ἁμαρτωλῶν συνθλάσω, καὶ ὑψωθήσεται τὰ κέρατα τοῦ δικαίου.

Ψαλμός ΟΕ’ 75 (Μασ. 76)

Εἰς τὸ τέλος, ἐν ὕμνοις· ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ, ᾠδὴ πρὸς τὸν Ἀσσύριον.

2 Γνωστὸς ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ὁ Θεός, ἐν τῷ Ἰσραὴλ μέγα τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 3 καὶ ἐγενήθη ἐν εἰρήνῃ ὁ τόπος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατοικητήριον αὐτοῦ ἐν Σιών· 4 ἐκεῖ συνέτριψε τὰ κράτη τῶν τόξων, ὅπλον καὶ ρομφαίαν καὶ πόλεμον. (διάψαλμα). 5 φωτίζεις σὺ θαυμαστῶς ἀπὸ ὀρέων αἰωνίων· 6 ἐταράχθησαν πάντες οἱ ἀσύνετοι τῇ καρδίᾳ, ὕπνωσαν ὕπνον αὐτῶν καὶ οὐχ εὗρον οὐδὲν πάντες οἱ ἄνδρες τοῦ πλούτου ταῖς χερσὶν αὐτῶν. 7 ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, ὁ Θεὸς Ἰακώβ, ἐνύσταξαν οἱ ἐπιβεβηκότες τοῖς ἵπποις. 8 σὺ φοβερὸς εἶ, καὶ τίς ἀντιστήσεταί σοι; ἀπὸ τότε ἡ ὀργή σου. 9 ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἠκούτισας κρίσιν, γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν 10 ἐν τῷ ἀναστῆναι εἰς κρίσιν τὸν Θεὸν τοῦ σῶσαι πάντας τοὺς πραεῖς τῆς γῆς. (διάψαλμα). 11 ὅτι ἐνθύμιον ἀνθρώπου ἐξομολογήσεταί σοι, καὶ ἐγκατάλειμμα ἐνθυμίου ἑορτάσει σοι. 12 εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν· πάντες οἱ κύκλῳ αὐτοῦ οἴσουσι δῶρα 13 τῷ φοβερῷ καὶ ἀφαιρουμένῳ πνεύματα ἀρχόντων, φοβερῷ παρὰ τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς.

Ψαλμός ΟΣΤ’ 76 (Μασ. 77)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ Ἰδιθούν· ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

2 Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τὸν Θεόν, καὶ προσέσχε μοι. 3 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου τὸν Θεὸν ἐξεζήτησα, ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠπατήθην· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου. 4 ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην· ἠδολέσχησα, καὶ ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμά μου. (διάψαλμα). 5 προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα. 6 διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας, καὶ ἔτη αἰώνια ἐμνήσθην καὶ ἐμελέτησα· 7 νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου. 8 μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται Κύριος καὶ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι ἔτι; 9 ἢ εἰς τέλος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀποκόψει; συνετέλεσε ρῆμα ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν; 10 μὴ ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ Θεός; ἢ συνέξει ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτοῦ; (διάψαλμα). 11 καὶ εἶπα· νῦν ἠρξάμην, αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. 12 ἐμνήσθην τῶν ἔργων Κυρίου, ὅτι μνησθήσομαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν θαυμασίων σου 13 καὶ μελετήσω ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασί σου ἀδολεσχήσω. 14 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἁγίῳ ἡ ὁδός σου· τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; 15 σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια, ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου· 16 ἐλυτρώσω ἐν τῷ βραχίονί σου τὸν λαόν σου, τοὺς υἱοὺς Ἰακὼβ καὶ Ἰωσήφ. (διάψαλμα). 17 εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός, εἴδοσάν σε ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν, ἐταράχθησαν ἄβυσσοι, 18 πλῆθος ἤχους ὑδάτων, φωνὴν ἔδωκαν αἱ νεφέλαι, καὶ γὰρ τὰ βέλη σου διαπορεύονται· 19 φωνὴ τῆς βροντῆς σου ἐν τῷ τροχῷ, ἔφαναν αἱ ἀστραπαί σου τῇ οἰκουμένῃ, ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ. 20 ἐν τῇ θαλάσσῃ αἱ ὁδοί σου, καὶ αἱ τρίβοι σου ἐν ὕδασι πολλοῖς, καὶ τὰ ἴχνη σου οὐ γνωσθήσονται. 21ὡδήγησας ὡς πρόβατα τὸν λαόν σου ἐν χειρὶ Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών.

Ψαλμός ΟΖ’ 77 (Μασ. 78)

Συνέσεως τῷ Ἀσάφ.

Προσέχετε, λαός μου, τῷ νόμῳ μου, κλίνατε τὸ οὖς ὑμῶν εἰς τὰ ρήματα τοῦ στόματός μου· 2 ἀνοίξω ἐν παραβολαῖς τὸ στόμα μου, φθέγξομαι προβλήματα ἀπ᾿ ἀρχῆς. 3 ὅσα ἠκούσαμεν καὶ ἔγνωμεν αὐτὰ καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν διηγήσαντο ἡμῖν, 4 οὐκ ἐκρύβη ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῶν εἰς γενεὰν ἑτέραν, ἀπαγγέλλοντες τὰς αἰνέσεις Κυρίου καὶ τὰς δυναστείας αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἃ ἐποίησε. 5 καὶ ἀνέστησε μαρτύριον ἐν Ἰακὼβ καὶ νόμον ἔθετο ἐν Ἰσραήλ, ὅσα ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν τοῦ γνωρίσαι αὐτὰ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν, 6 ὅπως ἂν γνῷ γενεὰ ἑτέρα, υἱοὶ οἱ τεχθησόμενοι, καὶ ἀναστήσονται καὶ ἀπαγγελοῦσιν αὐτὰ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν· 7 ἵνα θῶνται ἐπὶ τὸν Θεὸν τὴν ἐλπίδα αὐτῶν καὶ μὴ ἐπιλάθωνται τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐκζητήσωσιν· 8 ἵνα μὴ γένωνται ὡς οἱ πατέρες αὐτῶν, γενεὰ σκολιὰ καὶ παραπικραίνουσα, γενεά, ἥτις οὐ κατηύθυνε τὴν καρδίαν ἑαυτῆς καὶ οὐκ ἐπιστώθη μετὰ τοῦ Θεοῦ τὸ πνεῦμα αὐτῆς. 9υἱοὶ Ἐφραὶμ ἐντείνοντες καὶ βάλλοντες τόξοις ἐστράφησαν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. 10 οὐκ ἐφύλαξαν τὴν διαθήκην τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ οὐκ ἠβουλήθησαν πορεύεσθαι. 11 καὶ ἐπελάθοντο τῶν εὐεργεσιῶν αὐτοῦ καὶ τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἔδειξεν αὐτοῖς, 12 ἐναντίον τῶν πατέρων αὐτῶν ἃ ἐποίησε θαυμάσια ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἐν πεδίῳ Τάνεως. 13 διέρρηξε θάλασσαν καὶ διήγαγεν αὐτούς, παρέστησεν ὕδατα ὡσεὶ ἀσκὸν 14 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν νεφέλῃ ἡμέρας καὶ ὅλην τὴν νύκτα ἐν φωτισμῷ πυρός. 15 διέρρηξε πέτραν ἐν ἐρήμῳ καὶ ἐπότισεν αὐτοὺς ὡς ἐν ἀβύσσῳ πολλῇ 16 καὶ ἐξήγαγεν ὕδωρ ἐκ πέτρας καὶ κατήγαγεν ὡς ποταμοὺς ὕδατα. 17 καὶ προσέθεντο ἔτι τοῦ ἁμαρτάνειν αὐτῷ, παρεπίκραναν τὸν ¨Υψιστον ἐν ἀνύδρῳ 18 καὶ ἐξεπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, τοῦ αἰτῆσαι βρώματα ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν 19 καὶ κατελάλησαν τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπαν· μὴ δυνήσεται ὁ Θεὸς ἑτοιμάσαι τράπεζαν ἐν ἐρήμῳ; 20 ἐπεὶ ἐπάταξε πέτραν καὶ ἐρρύησαν ὕδατα καὶ χείμαρροι κατεκλύσθησαν, μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι ἢ ἑτοιμάσαι τράπεζαν τῷ λαῷ αὐτοῦ; 21 διὰ τοῦτο ἤκουσε Κύριος καὶ ἀνεβάλετο, καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν Ἰακώβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ, 22 ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τῷ Θεῷ οὐδὲ ἤλπισαν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ. 23 καὶ ἐνετείλατο νεφέλαις ὑπεράνωθεν καὶ θύρας οὐρανοῦ ἀνέῳξε 24 καὶ ἔβρεξεν αὐτοῖς μάννα φαγεῖν καὶ ἄρτον οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς· 25 ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν. 26 ἀπῇρε Νότον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἐπήγαγεν ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ Λίβα 27 καὶ ἔβρεξεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὡσεὶ χοῦν σάρκας καὶ ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν πετεινὰ πτερωτά, 28 καὶ ἐπέπεσον ἐν μέσῳ παρεμβολῆς αὐτῶν κύκλῳ τῶν σκηνωμάτων αὐτῶν, 29 καὶ ἔφαγον καὶ ἐνεπλήσθησαν σφόδρα, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ἤνεγκεν αὐτοῖς, 30 οὐκ ἐστερήθησαν ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῶν. ἔτι τῆς βρώσεως οὔσης ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, 31 καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἀπέκτεινεν ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν, καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Ἰσραὴλ συνεπόδισεν. 32 ἐν πᾶσι τούτοις ἥμαρτον ἔτι καὶ οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ, 33καὶ ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι αὐτῶν καὶ τὰ ἔτη αὐτῶν μετὰ σπουδῆς. 34 ὅταν ἀπέκτειναν αὐτούς, τότε ἐξεζήτουν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφον καὶ ὤρθριζον πρὸς τὸν Θεὸν 35 καὶ ἐμνήσθησαν ὅτι ὁ Θεὸς βοηθὸς αὐτῶν ἐστι καὶ ὁ Θεὸς ὁ ¨Υψιστος λυτρωτὴς αὐτῶν ἐστι. 36 καὶ ἠγάπησαν αὐτὸν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τῇ γλώσσῃ αὐτῶν ἐψεύσαντο αὐτῷ, 37 ἡ δὲ καρδία αὐτῶν οὐκ εὐθεῖα μετ᾿ αὐτοῦ, οὐδὲ ἐπιστώθησαν ἐν τῇ διαθήκῃ αὐτοῦ. 38 αὐτὸς δέ ἐστιν οἰκτίρμων καὶ ἱλάσκεται ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν καὶ οὐ διαφθερεῖ καὶ πληθυνεῖ τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ ἐκκαύσει πᾶσαν τὴν ὀργὴν αὐτοῦ. 39 καὶ ἐμνήσθη ὅτι σάρξ εἰσι, πνεῦμα πορευόμενον καὶ οὐκ ἐπιστρέφον. 40 ποσάκις παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, παρώργισαν αὐτὸν ἐν γῇ ἀνύδρῳ; 41 καὶ ἐπέστρεψαν καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ παρώξυναν. 42 καὶ οὐκ ἐμνήσθησαν τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἡμέρας, ἧς ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς θλίβοντος, 43 ὡς ἔθετο ἐν Αἰγύπτῳ τὰ σημεῖα αὐτοῦ καὶ τὰ τέρατα αὐτοῦ ἐν πεδίῳ Τάνεως. 44 καὶ μετέστρεψεν εἰς αἷμα τοὺς ποταμοὺς αὐτῶν καὶ τὰ ὀμβρήματα αὐτῶν, ὅπως μὴ πίωσιν· 45 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς κυνόμυιαν, καὶ κατέφαγεν αὐτούς, καὶ βάτραχον, καὶ διέφθειρεν αὐτούς· 46 καὶ ἔδωκε τῇ ἐρυσίβῃ τοὺς καρποὺς αὐτῶν καὶ τοὺς πόνους αὐτῶν τῇ ἀκρίδι· 47 ἀπέκτεινεν ἐν χαλάζῃ τὴν ἄμπελον αὐτῶν καὶ τὰς συκαμίνους αὐτῶν ἐν τῇ πάχνῃ· 48 καὶ παρέδωκεν εἰς χάλαζαν τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῷ πυρί· 49 ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ, θυμὸν καὶ ὀργὴν καὶ θλῖψιν, ἀποστολὴν δι᾿ ἀγγέλων πονηρῶν. 50 ὡδοποίησε τρίβον τῇ ὀργῇ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐφείσατο ἀπὸ θανάτου τῶν ψυχῶν αὐτῶν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν εἰς θάνατον συνέκλεισε 51καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἀπαρχὴν παντὸς πόνου αὐτῶν ἐν τοῖς σκηνώμασι Χάμ, 52 καὶ ἀπῇρεν ὡς πρόβατα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς ὡσεὶ ποίμνιον ἐν ἐρήμῳ53 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπ᾿ ἐλπίδι, καὶ οὐκ ἐδειλίασαν, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν ἐκάλυψε θάλασσα. 54 καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς ὄρος ἁγιάσματος αὐτοῦ, ὄρος τοῦτο, ὃ ἐκτήσατο ἡ δεξιὰ αὐτοῦ,55 καὶ ἐξέβαλεν ἀπὸ προσώπου αὐτῶν ἔθνη καὶ ἐκληροδότησεν αὐτοὺς ἐν σχοινίῳ κληροδοσίας καὶ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 56 καὶ ἐπείρασαν καὶ παρεπίκραναν τὸν Θεὸν τὸν ¨Υψιστον καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ οὐκ ἐφυλάξαντο 57 καὶ ἀπέστρεψαν καὶ ἠθέτησαν, καθὼς καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν, μετεστράφησαν εἰς τόξον στρεβλὸν 58 καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐν τοῖς βουνοῖς αὐτῶν, καὶ ἐν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν παρεζήλωσαν αὐτόν. 59 ἤκουσεν ὁ Θεὸς καὶ ὑπερεῖδε καὶ ἐξουδένωσε σφόδρα τὸν Ἰσραήλ. 60 καὶ ἀπώσατο τὴν σκηνὴν Σιλώμ, σκήνωμα, ὃ κατεσκήνωσεν ἐν ἀνθρώποις. 61 καὶ παρέδωκεν εἰς αἰχμαλωσίαν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν καὶ τὴν καλλονὴν αὐτῶν εἰς χεῖρα ἐχθρῶν 62 καὶ συνέκλεισεν ἐν ρομφαίᾳ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ ὑπερεῖδε. 63 τοὺς νεανίσκους αὐτῶν κατέφαγε πῦρ, καὶ αἱ παρθένοι αὐτῶν οὐκ ἐπενθήθησαν· 64 οἱ ἱερεῖς αὐτῶν ἐν ρομφαίᾳ ἔπεσον, καὶ αἱ χῆραι αὐτῶν οὐ κλαυθήσονται. 65 καὶ ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος, ὡς δυνατὸς κεκραιπαληκὼς ἐξ οἴνου, 66 καὶ ἐπάταξε τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω, ὄνειδος αἰώνιον ἔδωκεν αὐτοῖς. 67 καὶ ἀπώσατο τὸ σκήνωμα Ἰωσὴφ καὶ τὴν φυλὴν Ἐφραὶμ οὐκ ἐξελέξατο· 68 καὶ ἐξελέξατο τὴν φυλὴν Ἰούδα, τὸ ὄρος τὸ Σιών, ὃ ἠγάπησε, 69 καὶ ᾠκοδόμησεν ὡς μονοκέρωτος τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, ἐν τῇ γῇ ἐθεμελίωσεν αὐτὴν εἰς τὸν αἰῶνα. 70 καὶ ἐξελέξατο Δαυΐδ τὸν δοῦλον αὐτοῦ καὶ ἀνέλαβεν αὐτὸν ἐκ τῶν ποιμνίων τῶν προβάτων, 71 ἐξόπισθεν τῶν λοχευομένων ἔλαβεν αὐτόν ποιμαίνειν Ἰακὼβ τὸν δοῦλον αὐτοῦ καὶ Ἰσραὴλ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ 72 καὶ ἐποίμανεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκακίᾳ τῆς καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ συνέσει τῶν χειρῶν αὐτοῦ ὡδήγησεν αὐτούς.

Ψαλμός ΟΗ’ 78 (Μασ. 79)

Ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

Ὁ Θεός, ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, ἐμίαναν τὸν ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ἔθεντο Ἱερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον. 2 ἔθεντο τὰ θνησιμαῖα τῶν δούλων σου βρώματα τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ, τὰς σάρκας τῶν ὁσίων σου τοῖς θηρίοις τῆς γῆς· 3 ἐξέχεαν τὸ αἷμα αὐτῶν ὡσεὶ ὕδωρ κύκλῳ Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἦν ὁ θάπτων. 4 ἐγενήθημεν ὄνειδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, μυκτηρισμὸς καὶ χλευασμὸς τοῖς κύκλῳ ἡμῶν. 5 ἕως πότε, Κύριε, ὀργισθήσῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ὁ ζῆλός σου; 6 ἔκχεον τὴν ὀργήν σου ἐπὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ γινώσκοντά σε καὶ ἐπὶ βασιλείας, αἳ τὸ ὄνομά σου οὐκ ἐπεκαλέσαντο, 7 ὅτι κατέφαγον τὸν Ἰακώβ, καὶ τὸν τόπον αὐτοῦ ἠρήμωσαν. 8 μὴ μνησθῇς ἡμῶν ἀνομιῶν ἀρχαίων· ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα. 9 βοήθησον ἡμῖν, ὁ Θεός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν· ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ρῦσαι ἡμᾶς καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν ἕνεκα τοῦ ὀνόματός σου, 10 μή ποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἔστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; καὶ γνωσθήτω ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἡ ἐκδίκησις τοῦ αἵματος τῶν δούλων σου τοῦ ἐκκεχυμένου. 11εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ὁ στεναγμὸς τῶν πεπεδημένων, κατὰ τὴν μεγαλωσύνην τοῦ βραχίονός σου περιποίησαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων. 12 ἀπόδος τοῖς γείτοσιν ἡμῶν ἑπταπλασίονα εἰς τὸν κόλπον αὐτῶν τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, ὃν ὠνείδισάν σε, Κύριε. 13 ἡμεῖς δὲ λαός σου καὶ πρόβατα νομῆς σου ἀνθομολογησόμεθά σοι εἰς τὸν αἰῶνα, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἐξαγγελοῦμεν τὴν αἴνεσίν σου.

Ψαλμός ΟΘ’ 79 (Μασ. 80)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ἀλλοιωθησομένων· μαρτύριον τῷ Ἀσάφ, ψαλμὸς ὑπὲρ τοῦ Ἀσσυρίου.

2 Ὁ ποιμαίνων τὸν Ἰσραήλ, πρόσχες, ὁ ὁδηγῶν ὡσεὶ πρόβατα τὸν Ἰωσήφ. ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, ἐμφάνηθι. 3 ἐναντίον Ἐφραὶμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Μανασσῆ ἐξέγειρον τὴν δυναστείαν σου καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ σῶσαι ἡμᾶς. 4 ὁ Θεός, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου καὶ σωθησόμεθα. 5 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἕως πότε ὀργίζῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σου; 6 ψωμιεῖς ἡμᾶς ἄρτον δακρύων; καὶ ποτιεῖς ἡμᾶς ἐν δάκρυσιν ἐν μέτρῳ; 7 ἔθου ἡμᾶς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν ἡμῶν, καὶ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἐμυκτήρισαν ἡμᾶς. 8 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα. (διάψαλμα). 9 ἄμπελον ἐξ Αἰγύπτου μετῇρας, ἐξέβαλες ἔθνη καὶ κατεφύτευσας αὐτήν· 10 ὡδοποίησας ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ κατεφύτευσας τὰς ρίζας αὐτῆς, καὶ ἐπλήρωσε τὴν γῆν. 11 ἐκάλυψεν ὄρη ἡ σκιὰ αὐτῆς καὶ αἱ ἀναδενδράδες αὐτῆς τὰς κέδρους τοῦ Θεοῦ· 12 ἐξέτεινε τὰ κλήματα αὐτῆς ἕως θαλάσσης καὶ ἕως ποταμῶν τὰς παραφυάδας αὐτῆς. 13 ἱνατί καθεῖλες τὸν φραγμὸν αὐτῆς καὶ τρυγῶσιν αὐτὴν πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν; 14 ἐλυμήνατο αὐτὴν ὗς ἐκ δρυμοῦ, καὶ μονιὸς ἄγριος κατενεμήσατο αὐτήν. 15 ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον δή, καὶ ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην 16 καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου, καὶ ἐπὶ υἱὸν ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ. 17 ἐμπεπυρισμένη πυρὶ καὶ ἀνεσκαμμένη· ἀπὸ ἐπιτιμήσεως τοῦ προσώπου σου ἀπολοῦνται. 18 γενηθήτω ἡ χείρ σου ἐπ᾿ ἄνδρα δεξιᾶς σου καὶ ἐπὶ υἱὸν ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ· 19 καὶ οὐ μὴ ἀποστῶμεν ἀπὸ σοῦ, ζωώσεις ἡμᾶς, καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικαλεσόμεθα. 20 Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον ἡμᾶς καὶ ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου, καὶ σωθησόμεθα.

Ψαλμός Π’ 80 (Μασ. 81)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

2 Ἀγαλλιᾶσθε τῷ Θεῷ τῷ βοηθῷ ἡμῶν, ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ Ἰακώβ· 3 λάβετε ψαλμὸν καὶ δότε τύμπανον, ψαλτήριον τερπνὸν μετὰ κιθάρας· 4 σαλπίσατε ἐν νεομηνίᾳ σάλπιγγι, ἐν εὐσήμῳ ἡμέρᾳ ἑορτῆς ὑμῶν· 5 ὅτι πρόσταγμα τῷ Ἰσραήλ ἐστι καὶ κρῖμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ. 6 μαρτύριον ἐν τῷ Ἰωσὴφ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου· γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἔγνω, ἤκουσεν· 7 ἀπέστησεν ἀπὸ ἄρσεων τὸν νῶτον αὐτοῦ, αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἐν τῷ κοφίνῳ ἐδούλευσαν. 8 ἐν θλίψει ἐπεκαλέσω με, καὶ ἐρρυσάμην σε· ἐπήκουσά σου ἐν ἀποκρύφῳ καταιγίδος, ἐδοκίμασά σε ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας. (διάψαλμα). 9 ἄκουσον, λαός μου, καὶ διαμαρτύρομαί σοι, Ἰσραήλ, ἐὰν ἀκούσῃς μου, 10 οὐκ ἔσται ἐν σοὶ Θεὸς πρόσφατος, οὐδὲ προσκυνήσεις Θεῷ ἀλλοτρίῳ· 11 ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἀναγαγών σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου· πλάτυνον τὸ στόμα σου, καὶ πληρώσω αὐτό. 12 καὶ οὐκ ἤκουσεν ὁ λαός μου τῆς φωνῆς μου, καὶ Ἰσραὴλ οὐ προσέσχε μοι· 13 καὶ ἐξαπέστειλα αὐτοὺς κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα τῶν καρδιῶν αὐτῶν, πορεύσονται ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν. 14 εἰ ὁ λαός μου ἤκουσέ μου, Ἰσραὴλ ταῖς ὁδοῖς μου εἰ ἐπορεύθη, 15 ἐν τῷ μηδενὶ ἂν τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν ἐταπείνωσα καὶ ἐπὶ τοὺς θλίβοντας αὐτοὺς ἐπέβαλον ἂν τὴν χεῖρά μου. 16 οἱ ἐχθροὶ Κυρίου ἐψεύσαντο αὐτῷ, καὶ ἔσται ὁ καιρὸς αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα. 17 καὶ ἐψώμισεν αὐτοὺς ἐκ στέατος πυροῦ καὶ ἐκ πέτρας μέλι ἐχόρτασεν αὐτούς.

Ψαλμός ΠΑ’ 81 (Μασ. 82)

Ψαλμὸς τῷ Ἀσάφ.

Ὁ θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ. 2 ἕως πότε κρίνετε ἀδικίαν καὶ πρόσωπα ἁμαρτωλῶν λαμβάνετε; (διάψαλμα). 3 κρίνατε ὀρφανῷ καὶ πτωχῷ, ταπεινὸν καὶ πένητα δικαιώσατε· 4 ἐξέλεσθε πένητα καὶ πτωχόν, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ ρύσασθε αὐτόν. 5 οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ συνῆκαν, ἐν σκότει διαπορεύονται· σαλευθήσονται πάντα τὰ θεμέλια τῆς γῆς. 6 ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες· 7 ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε καὶ ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε. 8 ἀνάστα, ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.

Ψαλμός ΠΒ’ 82 (Μασ. 83)

ᾨδὴ ψαλμοῦ τῷ Ἀσάφ.

2 Ὁ θεὸς, τίς ὁμοιωθήσεταί σοι; μὴ σιγήσῃς μηδὲ καταπραυ±νῃς, ὁ Θεός· 3 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ἤχησαν, καὶ οἱ μισοῦντές σε ᾖραν κεφαλήν, 4 ἐπὶ τὸν λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην καὶ ἐβουλεύσαντο κατὰ τῶν ἁγίων σου· 5 εἶπαν· δεῦτε καὶ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτοὺς ἐξ ἔθνους, καὶ οὐ μὴ μνησθῇ τὸ ὄνομα Ἰσραὴλ ἔτι. 6 ὅτι ἐβουλεύσαντο ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτό, κατὰ σοῦ διαθήκην διέθεντο 7 τὰ σκηνώματα τῶν Ἰδουμαίων καὶ οἱ Ἰσμαηλῖται, Μωὰβ καὶ οἱ Ἀγαρηνοί, 8 Γεβὰλ καὶ Ἀμμὼν καὶ Ἀμαλὴκ καὶ ἀλλόφυλοι μετὰ τῶν κατοικούντων Τύρον. 9 καὶ γὰρ καὶ Ἀσσοὺρ συμπαρεγένετο μετ᾿ αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς ἀντίληψιν τοῖς υἱοῖς Λώτ. (διάψαλμα). 10 ποίησον αὐτοῖς ὡς τῇ Μαδιὰμ καὶ τῷ Σισάρᾳ, ὡς τῷ Ἰαβεὶμ ἐν τῷ χειμάρρῳ Κεισών· 11ἐξωλοθρεύθησαν ἐν Ἀενδώρ, ἐγενήθησαν ὡσεὶ κόπρος τῇ γῇ. 12 θοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὡς τὸν Ὠρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανὰ πάντας τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν, 13 οἵτινες εἶπαν· Κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ. 14 ὁ Θεός μου, θοῦ αὐτοὺς ὡς τροχόν, ὡς καλάμην κατὰ πρόσωπον ἀνέμου· 15 ὡσεὶ πῦρ, ὃ διαφλέξει δρυμόν, ὡσεὶ φλόξ, ἣ κατακαύσει ὄρη, 16 οὕτως καταδιώξεις αὐτοὺς ἐν τῇ καταιγίδι σου, καὶ ἐν τῇ ὀργῇ σου συνταράξεις αὐτούς. 17 πλήρωσον τὰ πρόσωπα αὐτῶν ἀτιμίας, καὶ ζητήσουσι τὸ ὄνομά σου, Κύριε. 18αἰσχυνθήτωσαν καὶ ταραχθήτωσαν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος καὶ ἐντραπήτωσαν καὶ ἀπολέσθωσαν 19 καὶ γνώτωσαν ὅτι ὄνομά σοι Κύριος· σὺ μόνος ¨Υψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.

Ψαλμός ΠΓ’ 83 (Μασ. 84)

Εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.

2 Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων. 3 ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου ἠγαλλιάσαντο ἐπὶ Θεὸν ζῶντα. 4 καὶ γὰρ στρουθίον εὗρεν ἑαυτῷ οἰκίαν καὶ τρυγὼν νοσσιὰν ἑαυτῇ, οὗ θήσει τὰ νοσσία ἑαυτῆς, τὰ θυσιαστήριά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων, ὁ Βασιλεύς μου καὶ ὁ Θεός μου. 5 μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ σου, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων αἰνέσουσί σε. (διάψαλμα). 6 μακάριος ἀνήρ, ᾧ ἐστιν ἡ ἀντίληψις αὐτοῦ παρὰ σοί· ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ διέθετο 7 εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, εἰς τὸν τόπον, ὃν ἔθετο· καὶ γὰρ εὐλογίας δώσει ὁ νομοθετῶν. 8 πορεύσονται ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν, ὀφθήσεται ὁ Θεὸς τῶν θεῶν ἐν Σιών. 9 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι, ὁ Θεὸς Ἰακώβ. (διάψαλμα). 10 ὑπερασπιστὰ ἡμῶν, ἴδε, ὁ Θεός, καὶ ἐπίβλεψον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ χριστοῦ σου. 11 ὅτι κρείσσων ἡμέρα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπὲρ χιλιάδας· ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν. 12 ὅτι ἔλεος καὶ ἀλήθειαν ἀγαπᾷ Κύριος ὁ Θεός, χάριν καὶ δόξαν δώσει· Κύριος οὐ στερήσει τὰ ἀγαθὰ τοῖς πορευομένοις ἐν ἀκακίᾳ. 13 Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπὶ σέ.

Ψαλμός ΠΔ’ 84 (Μασ. 85)

Εἰς τὸ τέλος· τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμός.

2 Εὐδόκησας, Κύριε, τὴν γῆν σου, ἀπέστρεψας τὴν αἰχμαλωσίαν Ἰακώβ· 3 ἀφῆκας τὰς ἀνομίας τῷ λαῷ σου, ἐκάλυψας πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. (διάψαλμα). 4 κατέπαυσας πᾶσαν τὴν ὀργήν σου, ἀπέστρεψας ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ σου. 5 ἐπίστρεψον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν, καὶ ἀπόστρεψον τὸν θυμόν σου ἀφ᾿ ἡμῶν. 6 μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ὀργισθῇς ἡμῖν; ἢ διατενεῖς τὴν ὀργήν σου ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν; 7 ὁ Θεός, σὺ ἐπιστρέψας ζωώσεις ἡμᾶς, καὶ ὁ λαός σου εὐφρανθήσεται ἐπὶ σοί. 8 δεῖξον ἡμῖν, Κύριε, τὸ ἔλεός σου καὶ τὸ σωτήριόν σου δῴης ἡμῖν. 9 ἀκούσομαι τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐπιστρέφοντας καρδίαν ἐπ᾿ αὐτόν. 10 πλὴν ἐγγὺς τῶν φοβουμένων αὐτὸν τὸ σωτήριον αὐτοῦ τοῦ κατασκηνῶσαι δόξαν ἐν τῇ γῇ ἡμῶν. 11 ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν· 12 ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε. 13 καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστότητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς· 14 δικαιοσύνη ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ θήσει εἰς ὁδὸν τὰ διαβήματα αὐτοῦ.

Ψαλμός ΠΕ’ 85 (Μασ. 86)

Προσευχὴ τῷ Δαυΐδ.

Κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου καὶ ἐπάκουσόν μου, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ. 2 φύλαξον τὴν ψυχήν μου, ὅτι ὅσιός εἰμι· σῶσον τὸν δοῦλόν σου, ὁ Θεός μου, τὸν ἐλπίζοντα ἐπὶ σέ. 3 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κεκράξομαι ὅλην τὴν ἡμέραν. 4 εὔφρανον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου, ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου. 5 ὅτι σύ, Κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε. 6 ἐνώτισαι, Κύριε, τὴν προσευχήν μου καὶ πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου. 7 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου ἐκέκραξα πρὸς σέ, ὅτι ἐπήκουσάς μου. 8 οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι ἐν θεοῖς, Κύριε, καὶ οὐκ ἔστι κατὰ τὰ ἔργα σου. 9 πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καὶ δοξάσουσι τὸ ὄνομά σου. 10 ὅτι μέγας εἶ σὺ καὶ ποιῶν θαυμάσια, σὺ εἶ Θεὸς μόνος. 11 ὁδήγησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου, καὶ πορεύσομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· εὐφρανθήτω ἡ καρδία μου τοῦ φοβεῖσθαι τὸ ὄνομά σου. 12 ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ δοξάσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα. 13 ὅτι τὸ ἔλεός σου μέγα ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐξ ᾅδου κατωτάτου. 14 ὁ Θεός, παράνομοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ συναγωγὴ κραταιῶν ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντό σε ἐνώπιον αὐτῶν. 15 καὶ σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός. 16 ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, δὸς τὸ κράτος σου τῷ παιδί σου καὶ σῶσον τὸν υἱὸν τῆς παιδίσκης σου. 17 ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ σημεῖον εἰς ἀγαθόν, καὶ ἰδέτωσαν οἱ μισοῦντές με καὶ αἰσχυνθήτωσαν, ὅτι σύ, Κύριε, ἐβοήθησάς μοι καὶ παρεκάλεσάς με.

Ψαλμός ΠΣΤ’ 86 (Μασ. 87)

Τοῖς υἱοῖς Κορὲ ψαλμὸς ᾠδῆς.

Οἱ θεμέλιοι αὐτοῦ ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις· 2 ἀγαπᾷ Κύριος τὰς πύλας Σιὼν ὑπὲρ πάντα τὰ σκηνώματα Ἰακώβ. 3 δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ. (διάψαλμα). 4μνησθήσομαι Ραὰβ καὶ Βαβυλῶνος τοῖς γινώσκουσί με· καὶ ἰδοὺ ἀλλόφυλοι καὶ Τύρος καὶ λαὸς τῶν Αἰθιόπων, οὗτοι ἐγενήθησαν ἐκεῖ. 5 μήτηρ Σιών, ἐρεῖ ἄνθρωπος, καὶ ἄνθρωπος ἐγενήθη ἐν αὐτῇ, καὶ αὐτὸς ἐθεμελίωσεν αὐτὴν ὁ ¨Υψιστος. 6 Κύριος διηγήσεται ἐν γραφῇ λαῶν καὶ ἀρχόντων τούτων τῶν γεγενημένων ἐν αὐτῇ. (διάψαλμα). 7 ὡς εὐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί.

Ψαλμός ΠΖ’ 87 (Μασ. 88)

ᾨδὴ ψαλμοῦ τοῖς υἱοῖς Κορέ· εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ μαελὲθ τοῦ ἀποκριθῆναι· συνέσεως Αἰμὰν τῷ Ἰσραηλίτῃ.

2 Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· 3 εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. 4 ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· 5 προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, 6 ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. 7 ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. 8 ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ᾿ ἐμέ. (διάψαλμα). 9 ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. 10 οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· 11 μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; 12 μὴ διηγήσεταί τις ἐν τῷ τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; 13 μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ; 14 κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωΐ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. 15 ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ; 16 πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην. 17 ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, 18 ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα. 19ἐμάκρυνας ἀπ᾿ ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.

Ψαλμός ΠΗ’ 88 (Μασ. 89)

Συνέσεως Αἰθὰμ τῷ Ἰσραηλίτῃ.

2 Τὰ ἐλέη σου, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα ᾄσομαι, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἀπαγγελῶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῷ στόματί μου, 3 ὅτι εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔλεος οἰκοδομηθήσεται· ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἑτοιμασθήσεται ἡ ἀλήθειά σου· 4 διεθέμην διαθήκην τοῖς ἐκλεκτοῖς μου, ὤμοσα Δαυΐδ τῷ δούλῳ μου· 5 ἕως τοῦ αἰῶνος ἑτοιμάσω τὸ σπέρμα σου καὶ οἰκοδομήσω εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τὸν θρόνον σου. (διάψαλμα). 6 ἐξομολογήσονται οἱ οὐρανοὶ τὰ θαυμάσιά σου, Κύριε, καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν ἐκκλησίᾳ ἁγίων. 7 ὅτι τίς ἐν νεφέλαις ἰσωθήσεται τῷ Κυρίῳ; καὶ τίς ὁμοιωθήσεται τῷ Κυρίῳ ἐν υἱοῖς Θεοῦ; 8 ὁ Θεὸς ἐνδοξαζόμενος ἐν βουλῇ ἁγίων, μέγας καὶ φοβερὸς ἐπὶ πάντας τοὺς περικύκλῳ αὐτοῦ. 9 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, τίς ὅμοιός σοι; δυνατὸς εἶ, Κύριε, καὶ ἡ ἀλήθειά σου κύκλῳ σου. 10 σὺ δεσπόζεις τοῦ κράτους τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ σάλον τῶν κυμάτων αὐτῆς σὺ καταπραυ±νεις. 11 σὺ ἐταπείνωσας ὡς τραυματίαν ὑπερήφανον, ἐν τῷ βραχίονι τῆς δυνάμεώς σου διεσκόρπισας τοὺς ἐχθρούς σου. 12 σοί εἰσιν οἱ οὐρανοί, καὶ σή ἐστιν ἡ γῆ· τὴν οἰκουμένην καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς σὺ ἐθεμελίωσας. 13 τὸν βορρᾶν καὶ τὴν θάλασσαν σὺ ἔκτισας, Θαβὼρ καὶ Ἑρμὼν ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται. 14 σὸς ὁ βραχίων μετὰ δυναστείας· κραταιωθήτω ἡ χείρ σου, ὑψωθήτω ἡ δεξιά σου. 15 δικαιοσύνη καὶ κρίμα ἑτοιμασία τοῦ θρόνου σου, ἔλεος καὶ ἀλήθεια προπορεύσονται πρὸ προσώπου σου. 16 μακάριος ὁ λαὸς ὁ γινώσκων ἀλαλαγμόν· Κύριε, ἐν τῷ φωτὶ τοῦ προσώπου σου πορεύσονται 17 καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιάσονται ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ὑψωθήσονται. 18 ὅτι καύχημα τῆς δυνάμεως αὐτῶν σὺ εἶ, καὶ ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου ὑψωθήσεται τὸ κέρας ἡμῶν. 19 ὅτι τοῦ Κυρίου ἡ ἀντίληψις καὶ τοῦ ἁγίου Ἰσραὴλ βασιλέως ἡμῶν. 20 τότε ἐλάλησας ἐν ὁράσει τοῖς υἱοῖς σου καὶ εἶπας· ἐθέμην βοήθειαν ἐπὶ δυνατόν, ὕψωσα ἐκλεκτὸν ἐκ τοῦ λαοῦ μου· 21 εὗρον Δαυΐδ τὸν δοῦλόν μου, ἐν ἐλέει ἁγίῳ μου ἔχρισα αὐτόν. 22 ἡ γὰρ χείρ μου συναντιλήψεται αὐτῷ καὶ ὁ βραχίων μου κατισχύσει αὐτόν· 23 οὐκ ὠφελήσει ἐχθρὸς ἐν αὐτῷ, καὶ υἱὸς ἀνομίας οὐ προσθήσει τοῦ κακῶσαι αὐτόν. 24 καὶ συγκόψω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς μισοῦντας αὐτὸν τροπώσομαι. 25 καὶ ἡ ἀλήθειά μου καὶ τὸ ἔλεός μου μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ ὀνόματί μου ὑψωθήσεται τὸ κέρας αὐτοῦ. 26 καὶ θήσομαι ἐν θαλάσσῃ χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐν ποταμοῖς δεξιὰν αὐτοῦ. 27 αὐτὸς ἐπικαλέσεταί με· πατήρ μου εἶ σύ, Θεός μου καὶ ἀντιλήπτωρ τῆς σωτηρίας μου· 28 κἀγὼ πρωτότοκον θήσομαι αὐτόν, ὑψηλὸν παρὰ τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς. 29 εἰς τὸν αἰῶνα φυλάξω αὐτῷ τὸ ἔλεός μου, καὶ ἡ διαθήκη μου πιστὴ αὐτῷ· 30 καὶ θήσομαι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος τὸ σπέρμα αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ ὡς τὰς ἡμέρας τοῦ οὐρανοῦ. 31 ἐὰν ἐγκαταλίπωσιν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τὸν νόμον μου καὶ τοῖς κρίμασί μου μὴ πορευθῶσιν, 32 ἐὰν τὰ δικαιώματά μου βεβηλώσωσι καὶ τὰς ἐντολάς μου μὴ φυλάξωσιν, 33 ἐπισκέψομαι ἐν ράβδῳ τὰς ἀνομίας αὐτῶν καὶ ἐν μάστιξι τὰς ἀδικίας αὐτῶν· 34 τὸ δὲ ἔλεός μου οὐ μὴ διασκεδάσω ἀπ᾿ αὐτῶν, οὐδ᾿ οὐ μὴ ἀδικήσω ἐν τῇ ἀληθείᾳ μου, 35 οὐδ᾿ οὐ μὴ βεβηλώσω τὴν διαθήκην μου καὶ τὰ ἐκπορευόμενα διὰ τῶν χειλέων μου οὐ μὴ ἀθετήσω. 36 ἅπαξ ὤμοσα ἐν τῷ ἁγίῳ μου, εἰ τῷ Δαυΐδ ψεύσομαι· 37τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μενεῖ καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον μου 38 καὶ ὡς ἡ σελήνη κατηρτισμένη εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός. (διάψαλμα). 39 σὺ δὲ ἀπώσω καὶ ἐξουδένωσας, ἀνεβάλου τὸν χριστόν σου· 40 κατέστρεψας τὴν διαθήκην τοῦ δούλου σου, ἐβεβήλωσας εἰς τὴν γῆν τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ. 41 καθεῖλες πάντας τοὺς φραγμοὺς αὐτοῦ, ἔθου τὰ ὀχυρώματα αὐτοῦ δειλίαν· 42 διήρπασαν αὐτὸν πάντες οἱ διοδεύοντες ὁδόν, ἐγενήθη ὄνειδος τοῖς γείτοσιν αὐτοῦ. 43 ὕψωσας τὴν δεξιὰν τῶν θλιβόντων αὐτόν, εὔφρανας πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ. 44 ἀπέστρεψας τὴν βοήθειαν τῆς ρομφαίας αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀντελάβου αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ. 45 κατέλυσας ἀπὸ καθαρισμοῦ αὐτοῦ, τὸν θρόνον αὐτοῦ εἰς τὴν γῆν κατέρραξας. 46ἐσμίκρυνας τὰς ἡμέρας τοῦ χρόνου αὐτοῦ, κατέχεας αὐτοῦ αἰσχύνην. (διάψαλμα). 47 ἕως πότε, Κύριε, ἀποστρέφῃ εἰς τέλος, ἐκκαυθήσεται ὡς πῦρ ἡ ὀργή σου; 48 μνήσθητι τίς μου ἡ ὑπόστασις· μὴ γὰρ ματαίως ἔκτισας πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων; 49 τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται, καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον; ρύσεται τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ χειρὸς ᾅδου; (διάψαλμα). 50ποῦ ἐστι τὰ ἐλέη σου τὰ ἀρχαῖα, Κύριε, ἃ ὤμοσας τῷ Δαυΐδ ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου; 51 μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν δούλων σου, οὗ ὑπέσχον ἐν τῷ κόλπῳ πολλῶν ἐθνῶν, 52 οὗ ὠνείδισαν οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, οὗ ὠνείδισαν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χριστοῦ σου. 53 εὐλογητὸς Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα. γένοιτο γένοιτο.

Ψαλμός ΠΘ’ 89 (Μασ. 90)

Προσευχὴ τοῦ Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.

Κύριε, καταφυγὴ ἐγενήθης ἡμῖν ἐν γενεᾷ καὶ γενεᾷ· 2 πρὸ τοῦ ὄρη γενηθῆναι καὶ πλασθῆναι τὴν γῆν καὶ τὴν οἰκουμένην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ. 3 μὴ ἀποστρέψῃς ἄνθρωπον εἰς ταπείνωσιν· καὶ εἶπας· ἐπιστρέψατε υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων. 4 ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί. 5 τὰ ἐξουδενώματα αὐτῶν ἔτη ἔσονται. τὸ πρωΐ ὡσεὶ χλόη παρέλθοι, 6 τὸ πρωΐ ἀνθήσαι καὶ παρέλθοι, τὸ ἑσπέρας ἀποπέσοι, σκληρυνθείη καὶ ξηρανθείη. 7 ὅτι ἐξελίπομεν ἐν τῇ ὀργῇ σου καὶ ἐν τῷ θυμῷ σου ἐταράχθημεν. 8ἔθου τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐναντίον σου· αἰὼν ἡμῶν εἰς φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου. 9 ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι ἡμῶν ἐξέλιπον, καὶ ἐν τῇ ὀργῇ σου ἐξελίπομεν· τὰ ἔτη ἡμῶν ὡσεὶ ἀράχνη ἐμελέτων.10 αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐὰν δὲ ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα ἔτη, καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος· ὅτι ἐπῆλθε πρᾳότης ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ παιδευθησόμεθα. 11τίς γινώσκει τὸ κράτος τῆς ὀργῆς σου καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου σου τὸν θυμόν σου ἐξαριθμήσασθαι; 12 τὴν δεξιάν σου οὕτω γνώρισόν μοι καὶ τοὺς πεπαιδευμένους τῇ καρδίᾳ ἐν σοφίᾳ. 13ἐπίστρεψον, Κύριε· ἕως πότε; καὶ παρακλήθητι ἐπὶ τοῖς δούλοις σου. 14 ἐνεπλήσθημεν τὸ πρωΐ τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, καὶ ἠγαλλιασάμεθα καὶ εὐφράνθημεν ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις ἡμῶν· εὐφρανθείημεν 15 ἀνθ᾿ ὧν ἡμερῶν ἐταπείνωσας ἡμᾶς, ἐτῶν, ὧν εἴδομεν κακά. 16 καὶ ἴδε ἐπὶ τοὺς δούλους σου καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα σου καὶ ὁδήγησον τοὺς υἱοὺς αὐτῶν, 17 καὶ ἔστω ἡ λαμπρότης Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν ἡμῶν κατεύθυνον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ τὸ ἔργον τῶν χειρῶν ἡμῶν κατεύθυνον.

Ψαλμός ϟ’ 90 (Μασ. 91)

Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.

Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. 2 ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου, καὶ ἐλπιῶ ἐπ᾿ αὐτόν, 3 ὅτι αὐτὸς ρύσεταί σε ἐκ παγίδος θηρευτῶν καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. 4 ἐν τοῖς μεταφρένοις αὐτοῦ ἐπισκιάσει σοι, καὶ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ἐλπιεῖς· ὅπλῳ κυκλώσει σε ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ. 5 οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ, ἀπὸ βέλε ἡ ἀλήθμένου ἡμέρας, 6 ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου, ἀπὸ συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ. 7 πεσεῖται ἐκ τοῦ κλίτους σου χιλιὰς καὶ μυριὰς ἐκ δεξιῶν σου, πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ· 8 πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις καὶ ἀνταπόδοσιν ἁμαρτωλῶν ὄψει. 9 ὅτι σύ, Κύριε, ἡ ἐλπίς μου· τὸν Ὓψιστον ἔθου καταφυγήν σου. 10 οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ ἐν τῷ σκηνώματί σου. 11 ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου· 12 ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου· 13 ἐπὶ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον ἐπιβήσῃ καὶ καταπατήσεις λέοντα καὶ δράκοντα. 14 ὅτι ἐπ᾿ ἐμὲ ἤλπισε, καὶ ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τὸ ὄνομά μου. 15 κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν. 16 μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου.

Ψαλμός ϟΑ’ 91 (Μασ. 92)

Ψαλμὸς ᾠδῆς, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ σαββάτου.

2 Ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ καὶ ψάλλειν τῷ ὀνόματί σου, ¨Υψιστε, 3 τοῦ ἀναγγέλλειν τῷ πρωΐ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου κατὰ νύκτα 4 ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ μετ᾿ ᾠδῆς ἐν κιθάρᾳ. 5 ὅτι εὔφρανάς με, Κύριε, ἐν τοῖς ποιήμασί σου, καὶ ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν σου ἀγαλλιάσομαι. 6 ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε· σφόδρα ἐβαθύνθησαν οἱ διαλογισμοί σου. 7ἀνὴρ ἄφρων οὐ γνώσεται, καὶ ἀσύνετος οὐ συνήσει ταῦτα. 8 ἐν τῷ ἀνατεῖλαι ἁμαρτωλοὺς ὡσεὶ χόρτον καὶ διέκυψαν πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ὅπως ἂν ἐξολοθρευθῶσιν εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 9 σὺ δὲ ¨Υψιστος εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε· 10 ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου, Κύριε, ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ἀπολοῦνται, καὶ διασκορπισθήσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, 11 καὶ ὑψωθήσεται ὡς μονοκέρωτος τὸ κέρας μου καὶ τὸ γῆράς μου ἐν ἐλαίῳ πίονι· 12 καὶ ἐπεῖδεν ὁ ὀφθαλμός μου ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου, καὶ ἐν τοῖς ἐπανισταμένοις ἐπ᾿ ἐμὲ πονηρευομένοις ἀκούσατε τὸ οὖς μου. 13 δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡσεὶ ἡ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται. 14 πεφυτευμένοι ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξανθήσουσιν· 15 ἔτι πληθυνθήσονται ἐν γήρει πίονι καὶ εὐπαθοῦντες ἔσονται τοῦ ἀναγγεῖλαι 16 ὅτι εὐθὴς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτῷ.

Ψαλμός ϟΒ’ 92 (Μασ. 93)

Εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ προσαββάτου, ὅτε κατῴκισται ἡ γῆ· αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.

Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν, εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο, ἐνεδύσατο Κύριος δύναμιν καὶ περιεζώσατο· καὶ γὰρ ἐστερέωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται. 2 ἕτοιμος ὁ θρόνος σου ἀπὸ τότε, ἀπὸ τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ. 3 ἐπῆραν οἱ ποταμοί, Κύριε, ἐπῆραν οἱ ποταμοὶ φωνὰς αὐτῶν· ἀροῦσιν οἱ ποταμοὶ ἐπιτρίψεις αὐτῶν. 4 ἀπὸ φωνῶν ὑδάτων πολλῶν θαυμαστοὶ οἱ μετεωρισμοὶ τῆς θαλάσσης, θαυμαστὸς ἐν ὑψηλοῖς ὁ Κύριος. 5 τὰ μαρτύριά σου ἐπιστώθησαν σφόδρα· τῷ οἴκῳ σου πρέπει ἁγίασμα, Κύριε, εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Ψαλμός ϟΓ’ 93 (Μασ. 94)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, τετράδι σαββάτου.

Θεὸς ἐκδικήσεων Κύριος, Θεὸς ἐκδικήσεων ἐπαρρησιάσατο. 2 ὑψώθητι ὁ κρίνων τὴν γῆν, ἀπόδος ἀνταπόδοσιν τοῖς ὑπερηφάνοις. 3 ἕως πότε ἁμαρτωλοί, Κύριε, ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται, 4 φθέγξονται καὶ λαλήσουσιν ἀδικίαν, λαλήσουσι πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; 5 τὸν λαόν σου, Κύριε, ἐταπείνωσαν καὶ τὴν κληρονομίαν σου ἐκάκωσαν, 6 χήραν καὶ ὀρφανὸν ἀπέκτειναν, καὶ προσήλυτον ἐφόνευσαν 7 καὶ εἶπαν· οὐκ ὄψεται Κύριος, οὐδὲ συνήσει ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ. 8 σύνετε δή, ἄφρονες ἐν τῷ λαῷ· καί, μωροί, ποτὲ φρονήσατε. 9 ὁ φυτεύσας τὸ οὖς οὐχὶ ἀκούει; ἢ ὁ πλάσας τὸν ὀφθαλμὸν οὐχὶ κατανοεῖ; 10 ὁ παιδεύων ἔθνη οὐχὶ ἐλέγξει; ὁ διδάσκων ἄνθρωπον γνῶσιν; 11 Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων ὅτι εἰσὶ μάταιοι. 12 μακάριος ὁ ἄνθρωπος, ὃν ἂν παιδεύσῃς, Κύριε, καὶ ἐκ τοῦ νόμου σου διδάξῃς αὐτὸν 13 τοῦ πραυ±ναι αὐτὸν ἀφ᾿ ἡμερῶν πονηρῶν, ἕως οὗ ὀρυγῇ τῷ ἁμαρτωλῷ βόθρος. 14ὅτι οὐκ ἀπώσεται Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ οὐκ ἐγκαταλείψει, 15 ἕως οὗ δικαιοσύνη ἐπιστρέψῃ εἰς κρίσιν καὶ ἐχόμενοι αὐτῆς πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.(διάψαλμα). 16 τίς ἀναστήσεταί μοι ἐπὶ πονηρευομένοις; ἢ τίς συμπαραστήσεταί μοι ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν; 17 εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἐβοήθησέ μοι, παρὰ βραχὺ παρῴκησε τῷ ᾅδῃ ἡ ψυχή μου. 18 εἰ ἔλεγον· σεσάλευται ὁ πούς μου, τὸ ἔλεός σου, Κύριε, ἐβοήθει μοι. 19 Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀδυνῶν μου ἐν τῇ καρδίᾳ μου αἱ παρακλήσεις σου εὔφραναν τὴν ψυχήν μου.20 μὴ συμπροσέστω σοι θρόνος ἀνομίας, ὁ πλάσσων κόπον ἐπὶ πρόσταγμα. 21 θηρεύσουσιν ἐπὶ ψυχὴν δικαίου καὶ αἷμα ἀθῷον καταδικάσονται. 22 καὶ ἐγένετό μοι Κύριος εἰς καταφυγὴν καὶ ὁ Θεός μου εἰς βοηθὸν ἐλπίδος μου· 23 καὶ ἀποδώσει αὐτοῖς Κύριος τὴν ἀνομίαν αὐτῶν, καὶ κατὰ τὴν πονηρίαν αὐτῶν ἀφανιεῖ αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός.

Ψαλμός ϟΔ’ 94 (Μασ. 95)

Αἶνος ᾠδῆς τῷ Δαυΐδ.

Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν· 2 προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀλαλάξωμεν αὐτῷ. 3 ὅτι Θεὸς μέγας Κύριος καὶ Βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν· 4 ὅτι ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ τὰ ὕψη τῶν ὀρέων αὐτοῦ εἰσιν· 5 ὅτι αὐτοῦ ἐστιν ἡ θάλασσα, καὶ αὐτὸς ἐποίησεν αὐτήν, καὶ τὴν ξηρὰν αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἔπλασαν. 6 δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου, τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς· 7 ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαὸς νομῆς αὐτοῦ καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ. 8 σήμερον, ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, 9 οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου. 10 τεσσαράκοντα ἔτη προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ καὶ εἶπα· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου, 11 ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου.

Ψαλμός ϟΕ’ 95 (Μασ. 96)

¨Οτε ὁ οἶκος ᾠκοδομεῖτο μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν· ᾠδὴ τῷ Δαυΐδ.

Ἄισατε τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ· 2 ᾄσατε τῷ Κυρίῳ· εὐλογήσατε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, εὐαγγελίζεσθε ἡμέραν ἐξ ἡμέρας τὸ σωτήριον αὐτοῦ· 3 ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. 4 ὅτι μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, φοβερός ἐστιν ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς· 5 ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησεν. 6 ἐξομολόγησις καὶ ὡραιότης ἐνώπιον αὐτοῦ. ἁγιωσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια ἐν τῷ ἁγιάσματι αὐτοῦ. 7 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ, αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν καὶ τιμήν· 8 ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ δόξαν ὀνόματι αὐτοῦ, ἄρατε θυσίας καὶ εἰσπορεύεσθε εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ· 9 προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ, σαλευθήτω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ. 10 εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν· ὁ Κύριος ἐβασίλευσε, καὶ γὰρ κατώρθωσε τὴν οἰκουμένην, ἥτις οὐ σαλευθήσεται, κρινεῖ λαοὺς ἐν εὐθύτητι. 11 εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, σαλευθήτω ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς· 12 χαρήσεται τὰ πεδία καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· τότε ἀγαλλιάσονται πάντα τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ 13 πρὸ προσώπου τοῦ Κυρίου, ὅτι ἔρχεται, ὅτι ἔρχεται κρῖναι τὴν γῆν. κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτοῦ.

Ψαλμός ϟΣΤ’ 96 (Μασ. 97)

Τῷ Δαυΐδ, ὅτε ἡ γῆ αὐτοῦ καθίσταται.

Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν, ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, εὐφρανθήτωσαν νῆσοι πολλαί. 2 νέφη καὶ γνόφος κύκλῳ αὐτοῦ, δικαιοσύνη καὶ κρίμα κατόρθωσις τοῦ θρόνου αὐτοῦ. 3 πῦρ ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ φλογιεῖ κύκλῳ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ· 4 ἔφαναν αἱ ἀστραπαὶ αὐτοῦ τῇ οἰκουμένῃ, εἶδε καὶ ἐσαλεύθη ἡ γῆ. 5 τὰ ὄρη ὡσεὶ κηρὸς ἐτάκησαν ἀπὸ προσώπου Κυρίου, ἀπὸ προσώπου Κυρίου πάσης τῆς γῆς. 6 ἀνήγγειλαν οἱ οὐρανοὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ εἴδοσαν πάντες οἱ λαοὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ. 7 αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς γλυπτοῖς, οἱ ἐγκαυχώμενοι ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν· προσκυνήσατε αὐτῷ, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ. 8 ἤκουσε καὶ εὐφράνθη ἡ Σιών, καὶ ἠγαλλιάσαντο αἱ θυγατέρες τῆς Ἰουδαίας ἕνεκεν τῶν κριμάτων σου, Κύριε· 9 ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὕψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, σφόδρα ὑπερυψώθης ὑπὲρ πάντας τοὺς θεούς. 10 οἱ ἀγαπῶντες τὸν Κύριον, μισεῖτε πονηρά· φυλάσσει Κύριος τὰς ψυχὰς τῶν ὁσίων αὐτοῦ, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλῶν ρύσεται αὐτούς. 11 φῶς ἀνέτειλε τῷ δικαίῳ καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ εὐφροσύνη. 12 εὐφράνθητε, δίκαιοι, ἐν τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ.

Ψαλμός ϟΖ’ 97 (Μασ. 98)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ἄισατε τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ὅτι θαυμαστὰ ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἔσωσεν αὐτὸν ἡ δεξιὰ αὐτοῦ καὶ ὁ βραχίων ὁ ἅγιος αὐτοῦ. 2 ἐγνώρισε Κύριος τὸ σωτήριον αὐτοῦ, ἐναντίον τῶν ἐθνῶν ἀπεκάλυψε τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ. 3 ἐμνήσθη τοῦ ἐλέους αὐτοῦ τῷ Ἰακὼβ καὶ τῆς ἀληθείας αὐτοῦ τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ· εἴδοσαν πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 4ἀλαλάξατε τῷ Θεῷ, πᾶσα ἡ γῆ, ᾄσατε καὶ ἀγαλλιᾶσθε καὶ ψάλατε· 5 ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν κιθάρᾳ καὶ φωνῇ ψαλμοῦ· 6 ἐν σάλπιγξιν ἐλαταῖς καὶ φωνῇ σάλπιγγος κερατίνης ἀλαλάξατε ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως Κυρίου. 7 σαλευθήτω ἡ θάλασσα καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ. 8 ποταμοὶ κροτήσουσι χειρὶ ἐπὶ τὸ αὐτό, τὰ ὄρη ἀγαλλιάσονται, 9 ὅτι ἥκει κρῖναι τὴν γῆν· κρινεῖ τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαοὺς ἐν εὐθύτητι.

Ψαλμός ϟΗ’ 98 (Μασ. 99)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν, ὀργιζέσθωσαν λαοί· ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, σαλευθήτω ἡ γῆ. 2 Κύριος ἐν Σιὼν μέγας καὶ ὑψηλός ἐστιν ἐπὶ πάντας τοὺς λαούς. 3 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ ὀνόματί σου τῷ μεγάλῳ, ὅτι φοβερὸν καὶ ἅγιόν ἐστι. 4 καὶ τιμὴ βασιλέως κρίσιν ἀγαπᾷ· σὺ ἡτοίμασας εὐθύτητας, κρίσιν καὶ δικαιοσύνην ἐν Ἰακὼβ σὺ ἐποίησας. 5 ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι. 6 Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τοῖς ἱερεῦσιν αὐτοῦ, καὶ Σαμουὴλ ἐν τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ· ἐπεκαλοῦντο τὸν Κύριον, καὶ αὐτὸς εἰσήκουσεν αὐτῶν, 7 ἐν στύλῳ νεφέλης ἐλάλει πρὸς αὐτούς· ὅτι ἐφύλασσον τὰ μαρτύρια αὐτοῦ καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ, ἃ ἔδωκεν αὐτοῖς. 8 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σὺ ἐπήκουσε αὐτῶν· ὁ Θεός, σὺ εὐίλατος ἐγίνου αὐτοῖς καὶ ἐκδικῶν ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτῶν. 9 ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε εἰς ὄρος ἅγιον αὐτοῦ, ὅτι ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.

Ψαλμός ϟΘ’ 99 (Μασ. 100)

Ψαλμὸς εἰς ἐξομολόγησιν.

Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ, πᾶσα ἡ γῆ, 2 δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν εὐφροσύνῃ, εἰσέλθετε ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει. 3 γνῶτε ὅτι Κύριος, αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, αὐτὸς ἐποίησεν ἡμᾶς καὶ οὐχ ἡμεῖς· ἡμεῖς δὲ λαὸς αὐτοῦ καὶ πρόβατα τῆς νομῆς αὐτοῦ. 4 εἰσέλθετε εἰς τὰς πύλας αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει, εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ ἐν ὕμνοις. ἐξομολογεῖσθε αὐτῷ, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 5 ὅτι χρηστὸς Κύριος, εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καὶ ἕως γενεᾶς καὶ γενεᾶς ἡ ἀλήθεια αὐτοῦ.

Ψαλμός Ρ’ 100 (Μασ. 101)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ἔλεος καὶ κρίσιν ᾄσομαί σοι, Κύριε· 2 ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ· πότε ἥξεις πρός με; διεπορευόμην ἐν ἀκακίᾳ καρδίας μου ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου. 3 οὐ προεθέμην πρὸ ὀφθαλμῶν μου πρᾶγμα παράνομον, ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσησα· οὐκ ἐκολλήθη μοι καρδία σκαμβή. 4 ἐκκλίνοντος ἀπ᾿ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ οὐκ ἐγίνωσκον. 5 τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον· ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συνήσθιον. 6 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπὶ τοὺς πιστοὺς τῆς γῆς τοῦ συγκαθῆσθαι αὐτοὺς μετ᾿ ἐμοῦ· πορευόμενος ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ, οὗτός μοι ἐλειτούργει. 7 οὐ κατῴκει ἐν μέσῳ τῆς οἰκίας μου ποιῶν ὑπερηφανίαν, λαλῶν ἄδικα οὐ κατεύθυνεν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου. 8 εἰς τὰς πρωίας ἀπέκτεινον πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ πόλεως Κυρίου πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.

Ψαλμός ΡΑ’ 101 (Μασ. 102)

Προσευχὴ τῷ πτωχῷ, ὅταν ἀκηδιάσῃ καὶ ἐναντίον Κυρίου ἐκχέῃ τὴν δέησιν αὐτοῦ.

2 Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, καὶ ἡ κραυγή μου πρὸς σὲ ἐλθέτω. 3 μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ θλίβωμαι, κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου· ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου, 4 ὅτι ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἱ ἡμέραι μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν. 5 ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος καὶ ἐξηράνθη ἡ καρδία μου, ὅτι ἐπελαθόμην τοῦ φαγεῖν τὸν ἄρτον μου. 6 ἀπὸ φωνῆς τοῦ στεναγμοῦ μου ἐκολλήθη τὸ ὀστοῦν μου τῇ σαρκί μου. 7 ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ, 8ἠγρύπνησα καὶ ἐγενόμην ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος. 9 ὅλην τὴν ἡμέραν ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου, καὶ οἱ ἐπαινοῦντές με κατ᾿ ἐμοῦ ὤμνυον. 10 ὅτι σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων 11 ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου καὶ τοῦ θυμοῦ σου, ὅτι ἐπάρας κατέρραξάς με. 12 αἱ ἡμέραι μου ὡσεὶ σκιὰ ἐκλίθησαν, κἀγὼ ὡσεὶ χόρτος ἐξηράνθην. 13 σὺ δέ, Κύριε, εἰς τὸν αἰῶνα μένεις, καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. 14 σὺ ἀναστὰς οἰκτειρήσεις τὴν Σιών, ὅτι καιρὸς τοῦ οἰκτειρῆσαι αὐτήν, ὅτι ἥκει καιρός· 15 ὅτι εὐδόκησαν οἱ δοῦλοί σου τοὺς λίθους αὐτῆς, καὶ τὸν χοῦν αὐτῆς οἰκτειρήσουσι. 16 καὶ φοβηθήσονται τὰ ἔθνη τὸ ὄνομά σου, Κύριε, καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς τὴν δόξαν σου, 17 ὅτι οἰκοδομήσει Κύριος τὴν Σιὼν καὶ ὀφθήσεται ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ. 18 ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν. 19 γραφήτω αὕτη εἰς γενεὰν ἑτέραν, καὶ λαὸς ὁ κτιζόμενος αἰνέσει τὸν Κύριον. 20 ὅτι ἐξέκυψεν ἐξ ὕψους ἁγίου αὐτοῦ, Κύριος ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν ἐπέβλεψε 21 τοῦ ἀκοῦσαι τοῦ στεναγμοῦ τῶν πεπεδημένων, τοῦ λῦσαι τοὺς υἱοὺς τῶν τεθανατωμένων, 22 τοῦ ἀναγγεῖλαι ἐν Σιὼν τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ 23 ἐν τῷ συναχθῆναι λαοὺς ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ βασιλεῖς τοῦ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ. 24 ἀπεκρίθη αὐτῷ ἐν ὁδῷ ἰσχύος αὐτοῦ· τὴν ὀλιγότητα τῶν ἡμερῶν μου ἀνάγγειλόν μοι· 25 μὴ ἀναγάγῃς με ἐν ἡμίσει ἡμερῶν μου· ἐν γενεᾷ γενεῶν τὰ ἔτη σου. 26 κατ᾿ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· 27 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτοὺς καὶ ἀλλαγήσονται·28 σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσιν. 29 οἱ υἱοὶ τῶν δούλων σου κατασκηνώσουσι, καὶ τὸ σπέρμα αὐτῶν εἰς τὸν αἰῶνα κατευθυνθήσεται.

Ψαλμός ΡΒ’ 102 (Μασ. 103)

Τῷ Δαυΐδ.

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ· 2 εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ· 3 τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου· 4 τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς· 5 τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. 6 ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις. 7 ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ. 8 οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· 9 οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ· 10 οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν, 11 ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν· 12 καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν ἀφ᾿ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν. 13 καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν, 14 ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν. 15 ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει· 16 ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ. 17τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν 18 τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς. 19 Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει. 20 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. 21 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ· 22 εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Ψαλμός ΡΓ’ 103 (Μασ. 104)

Τῷ Δαυΐδ.

Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω 2 ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν·3 ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων· 4 ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα. 5 ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 6 ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα· 7 ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν. 8 ἀναβαίνουσιν ὄρη καὶ καταβαίνουσι πεδία εἰς τὸν τόπον ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά· 9 ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν. 10 ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα· 11 ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν· 12 ἐπ᾿ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει, ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν. 13 ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ, ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ. 14ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς· 15 καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει. 16 χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας. 17 ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι, τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ οἰκία ἡγεῖται αὐτῶν. 18 ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις, πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγωοῖς. 19 ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς, ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. 20 ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ. 21 σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς. 22 ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται. 23 ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας. 24 ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου. 25 αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ζῷα μικρὰ μετὰ μεγάλων· 26 ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται, δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῇ. 27 πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι, δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν εἰς εὔκαιρον. 28 δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν, ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. 29 ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται· ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν. 30 ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.31 ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας, εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ· 32 ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται. 33 ᾄσω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω· 34 ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ. 35 ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς. εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Ψαλμός ΡΔ’ 104 (Μασ. 105)

Ἀλληλούϊα.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἀπαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἔργα αὐτοῦ· 2 ᾄσατε αὐτῷ καὶ ψάλατε αὐτῷ, διηγήσασθε πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ. 3 ἐπαινεῖσθε ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ. εὐφρανθήτω καρδία ζητούντων τὸν Κύριον· 4 ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ κραταιώθητε, ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός. 5 μνήσθητε τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, τὰ τέρατα αὐτοῦ καὶ τὰ κρίματα τοῦ στόματος αὐτοῦ, 6 σπέρμα Ἁβραὰμ δοῦλοι αὐτοῦ, υἱοὶ Ἰακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ. 7 αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ.8 ἐμνήσθη εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ, λόγου, οὗ ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς, 9 ὃν διέθετο τῷ Ἁβραάμ, καὶ τοῦ ὅρκου αὐτοῦ τῷ Ἰσαὰκ 10 καὶ ἔστησεν αὐτὸν τῷ Ἰακὼβ εἰς πρόσταγμα καὶ τῷ Ἰσραὴλ εἰς διαθήκην αἰώνιον 11 λέγων· σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναὰν σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν. 12 ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἀριθμῷ βραχεῖς, ὀλιγοστοὺς καὶ παροίκους ἐν αὐτῇ 13 καὶ διῆλθον ἐξ ἔθνους εἰς ἔθνος, καὶ ἐκ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον. 14 οὐκ ἀφῆκεν ἄνθρωπον ἀδικῆσαι αὐτοὺς καὶ ἤλεγξεν ὑπὲρ αὐτῶν βασιλεῖς· 15 μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε. 16 καὶ ἐκάλεσε λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, πᾶν στήριγμα ἄρτου συνέτριψεν· 17 ἀπέστειλεν ἔμπροσθεν αὐτῶν ἄνθρωπον, εἰς δοῦλον ἐπράθη Ἰωσήφ. 18 ἐταπείνωσαν ἐν πέδαις τοὺς πόδας αὐτοῦ, σίδηρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ 19 μέχρι τοῦ ἐλθεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ, τὸ λόγιον τοῦ Κυρίου ἐπύρωσεν αὐτόν. 20 ἀπέστειλε βασιλεὺς καὶ ἔλυσεν αὐτόν, ἄρχων λαοῦ, καὶ ἀφῆκεν αὐτόν. 21 κατέστησεν αὐτὸν κύριον τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς κτήσεως αὐτοῦ 22 τοῦ παιδεῦσαι τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ὡς ἑαυτὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτοῦ σοφίσαι. 23 καὶ εἰσῆλθεν Ἰσραὴλ εἰς Αἴγυπτον, καὶ Ἰακὼβ παρῴκησεν ἐν γῇ Χάμ. 24 καὶ ηὔξησε τὸν λαὸν αὐτοῦ σφόδρα καὶ ἐκραταίωσεν αὐτὸν ὑπὲρ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ. 25 μετέστρεψε τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ μισῆσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ, τοῦ δολιοῦσθαι ἐν τοῖς δούλοις αὐτοῦ. 26 ἐξαπέστειλε Μωϋσῆν τὸν δοῦλον αὐτοῦ, Ἀαρών, ὃν ἐξελέξατο ἑαυτῷ. 27 ἔθετο ἐν αὐτοῖς τοὺς λόγους τῶν σημείων αὐτοῦ καὶ τῶν τεράτων αὐτοῦ ἐν γῇ Χάμ. 28 ἐξαπέστειλε σκότος καὶ ἐσκότασεν, ὅτι παρεπίκραναν τοὺς λόγους αὐτοῦ· 29 μετέστρεψε τὰ ὕδατα αὐτῶν εἰς αἷμα, καὶ ἀπέκτεινε τοὺς ἰχθύας αὐτῶν. 30 ἐξῆρψεν ἡ γῆ αὐτῶν βατράχους ἐν τοῖς ταμιείοις τῶν βασιλέων αὐτῶν. 31 εἶπε, καὶ ἦλθε κυνόμυια καὶ σκνῖπες ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῶν. 32 ἔθετο τὰς βροχὰς αὐτῶν χάλαζαν, πῦρ καταφλέγον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, 33 καὶ ἐπάταξε τὰς ἀμπέλους αὐτῶν καὶ τὰς συκᾶς αὐτῶν καὶ συνέτριψε πᾶν ξύλον ὁρίου αὐτῶν. 34 εἶπε καὶ ἦλθεν ἀκρίς, καὶ βροῦχος, οὗ οὐκ ἦν ἀριθμός, 35 καὶ κατέφαγε πάντα τὸν χόρτον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, καὶ κατέφαγε τὸν καρπὸν τῆς γῆς αὐτῶν. 36 καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, ἀπαρχὴν παντὸς πόνου αὐτῶν. 37 καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ, καὶ οὐκ ἦν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν ὁ ἀσθενῶν. 38 εὐφράνθη Αἴγυπτος ἐν τῇ ἐξόδῳ αὐτῶν, ὅτι ἐπέπεσεν ὁ φόβος αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτούς. 39 διεπέτασε νεφέλην εἰς σκέπην αὐτοῖς καὶ πῦρ τοῦ φωτίσαι αὐτοῖς τὴν νύκτα. 40 ᾔτησαν, καὶ ἦλθεν ὀρτυγομήτρα, καὶ ἄρτον οὐρανοῦ ἐνέπλησεν αὐτούς· 41 διέρρηξε πέτραν, καὶ ἐρρύησαν ὕδατα, ἐπορεύθησαν ἐν ἀνύδροις ποταμοί.42 ὅτι ἐμνήσθη τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τοῦ πρὸς Ἁβραὰμ τὸν δοῦλον αὐτοῦ 43 καὶ ἐξήγαγε τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐν εὐφροσύνῃ. 44 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς χώρας ἐθνῶν, καὶ πόνους λαῶν κατεκληρονόμησαν, 45 ὅπως ἂν φυλάξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐκζητήσωσιν.

Ψαλμός ΡΕ’ 105 (Μασ. 106)

Ἀλληλούϊα.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 2 τίς λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου, ἀκουστὰς ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ; 3 μακάριοι οἱ φυλάσσοντες κρίσιν καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην ἐν παντὶ καιρῷ. 4 μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ λαοῦ σου, ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῷ σωτηρίῳ σου 5 τοῦ ἰδεῖν ἐν τῇ χρηστότητι τῶν ἐκλεκτῶν σου, τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τοῦ ἔθνους σου, τοῦ ἐπαινεῖσθαι μετὰ τῆς κληρονομίας σου. 6 ἡμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν. 7 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ οὐ συνῆκαν τὰ θαυμάσιά σου καὶ οὐκ ἐμνήσθησαν τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους σου καὶ παρεπίκραναν ἀναβαίνοντες ἐν τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ. 8 καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ τοῦ γνωρίσαι τὴν δυναστείαν αὐτοῦ· 9 καὶ ἐπετίμησε τῇ ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καὶ ἐξηράνθη, καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν ἀβύσσῳ ὡς ἐν ἐρήμῳ· 10 καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἐκ χειρὸς μισοῦντος καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν· 11 ἐκάλυψεν ὕδωρ τοὺς θλίβοντας αὐτούς, εἷς ἐξ αὐτῶν οὐχ ὑπελείφθη. 12 καὶ ἐπίστευσαν τοῖς λόγοις αὐτοῦ καὶ ᾖσαν τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ. 13 ἐτάχυναν, ἐπελάθοντο τῶν ἔργων αὐτοῦ, οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν αὐτοῦ· 14 καὶ ἐπεθύμησαν ἐπιθυμίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ἀνύδρῳ. 15 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλε πλησμονὴν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν. 16 καὶ παρώργισαν Μωυσῆν ἐν τῇ παρεμβολῇ, τὸν Ἀαρὼν τὸν ἅγιον Κυρίου· 17 ἠνοίχθη ἡ γῆ καὶ κατέπιε Δαθὰν καὶ ἐκάλυψεν ἐπὶ τὴν συναγωγὴν Ἀβειρών· 18 καὶ ἐξεκαύθη πῦρ ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν, φλὸξ κατέφλεξεν ἁμαρτωλούς. 19 καὶ ἐποίησαν μόσχον ἐν Χωρὴβ καὶ προσεκύνησαν τῷ γλυπτῷ. 20 καὶ ἠλλάξαντο τὴν δόξαν αὐτῶν ἐν ὁμοιώματι μόσχου ἐσθίοντος χόρτον. 21 καὶ ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος αὐτούς, τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ, 22 θαυμαστὰ ἐν γῇ Χάμ, φοβερὰ ἐπὶ θαλάσσης ἐρυθρᾶς. 23 καὶ εἶπε τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, εἰ μὴ Μωυσῆς ὁ ἐκλεκτὸς αὐτοῦ ἔστη ἐν τῇ θραύσει ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ τοῦ μὴ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς. 24 καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν, οὐκ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ· 25 καὶ ἐγόγγυσαν ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν, οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου. 26 καὶ ἐπῆρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ καταβαλεῖν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ 27 καὶ τοῦ καταβαλεῖν τὸ σπέρμα αὐτῶν ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ διασκορπίσαι αὐτοὺς ἐν ταῖς χώραις. 28 καὶ ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγὼρ καὶ ἔφαγον θυσίας νεκρῶν·29 καὶ παρώξυναν αὐτὸν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν, καὶ ἐπληθύνθη ἐν αὐτοῖς ἡ πτῶσις. 30 καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις· 31 καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἕως τοῦ αἰῶνος. 32 καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας καὶ ἐκακώθη Μωυσῆς δι᾿ αὐτούς, 33 ὅτι παρεπίκραναν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ διέστειλεν ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ. 34 οὐκ ἐξωλόθρευσαν τὰ ἔθνη, ἃ εἶπε Κύριος αὐτοῖς, 35 καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν· 36 καὶ ἐδούλευσαν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν, καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς εἰς σκάνδαλον· 37 καὶ ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις 38 καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῷον, αἷμα υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων, ὧν ἔθυσαν τοῖς γλυπτοῖς Χαναὰν καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι 39 καὶ ἐμιάνθη ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν, καὶ ἐπόρνευσαν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν. 40 καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐβδελύξατο τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ· 41 καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, καὶ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ μισοῦντες αὐτούς. 42 καὶ ἔθλιψαν αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν, καὶ ἐταπεινώθησαν ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν. 43 πλεονάκις ἐρρύσατο αὐτούς, αὐτοὶ δὲ παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ βουλῇ αὐτῶν καὶ ἐταπεινώθησαν ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν. 44 καὶ εἶδε Κύριος ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, ἐν τῷ αὐτὸν εἰσακοῦσαι τῆς δεήσεως αὐτῶν· 45 καὶ ἐμνήσθη τῆς διαθήκης αὐτοῦ καὶ μετεμελήθη κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ 46 καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμοὺς ἐναντίον πάντων τῶν αἰχμαλωτευσάντων αὐτούς. 47 σῶσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν τῇ αἰνέσει σου. 48εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· γένοιτο γένοιτο.

Ψαλμός ΡΣΤ’ 106 (Μασ. 107)

Ἀλληλούϊα.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 2 εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου, οὓς ἐλυτρώσατο ἐκ χειρὸς ἐχθροῦ. 3 ἐκ τῶν χωρῶν συνήγαγεν αὐτούς, ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης. 4 ἐπλανήθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν γῇ ἀνύδρῳ, ὁδὸν πόλεως κατοικητηρίου οὐχ εὗρον, 5 πεινῶντες καὶ διψῶντες, ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπε· 6 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐρρύσατο αὐτοὺς 7 καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν κατοικητηρίου.8 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, 9 ὅτι ἐχόρτασε ψυχὴν κενὴν καὶ πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν. 10 καθημένους ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου, πεπεδημένους ἐν πτωχείᾳ καὶ σιδήρῳ, 11 ὅτι παρεπίκραναν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου παρώξυναν, 12 καὶ ἐταπεινώθη ἐν κόποις ἡ καρδία αὐτῶν, ἠσθένησαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν· 13 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτοὺς 14 καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θανάτου καὶ τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν διέρρηξεν. 15 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, 16 ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν. 17 ἀντελάβετο αὐτῶν ἐξ ὁδοῦ ἀνομίας αὐτῶν, διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐταπεινώθησαν· 18 πᾶν βρῶμα ἐβδελύξατο ἡ ψυχὴ αὐτῶν, καὶ ἤγγισαν ἕως τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου· 19καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς, 20 ἀπέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτοὺς καὶ ἐρρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν. 21 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων 22 καὶ θυσάτωσαν αὐτῷ θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐξαγγειλάτωσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει. 23 οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις, ποιοῦντες ἐργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς, 24 αὐτοὶ εἶδον τὰ ἔργα Κυρίου καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ. 25 εἶπε, καὶ ἔστη πνεῦμα καταιγίδος, καὶ ὑψώθη τὰ κύματα αὐτῆς· 26 ἀναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν καὶ καταβαίνουσιν ἕως τῶν ἀβύσσων, ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν κακοῖς ἐτήκετο· 27 ἐταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν ὡς ὁ μεθύων, καὶ πᾶσα ἡ σοφία αὐτῶν κατεπόθη· 28 καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς, καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξήγαγεν αὐτοὺς 29 καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὔραν, καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς· 30 καὶ εὐφράνθησαν, ὅτι ἡσύχασαν, καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπὶ λιμένα θελήματος αὐτοῦ. 31 ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 32 ὑψωσάτωσαν αὐτὸν ἐν ἐκκλησίᾳ λαοῦ καὶ ἐν καθέδρᾳ πρεσβυτέρων αἰνεσάτωσαν αὐτόν. 33 ἔθετο ποταμοὺς εἰς ἔρημον καὶ διεξόδους ὑδάτων εἰς δίψαν, 34 γῆν καρποφόρον εἰς ἅλμην ἀπὸ κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ. 35 ἔθετο ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων καὶ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους ὑδάτων. 36 καὶ κατῴκισεν ἐκεῖ πεινῶντας, καὶ συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας 37 καὶ ἔσπειραν ἀγροὺς καὶ ἐφύτευσαν ἀμπελῶνας καὶ ἐποίησαν καρπὸν γεννήματος, 38 καὶ εὐλόγησεν αὐτούς, καὶ ἐπληθύνθησαν σφόδρα, καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν οὐκ ἐσμίκρυνε. 39 καὶ ὠλιγώθησαν καὶ ἐκακώθησαν ἀπὸ θλίψεως κακῶν καὶ ὀδύνης. 40 ἐξεχύθη ἐξουδένωσις ἐπ᾿ ἄρχοντας αὐτῶν, καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν ἀβάτῳ καὶ οὐχ ὁδῷ. 41 καὶ ἐβοήθησε πένητι ἐκ πτωχείας καὶ ἔθετο ὡς πρόβατα πατριάς. 42 ὄψονται εὐθεῖς καὶ εὐφρανθήσονται, καὶ πᾶσα ἀνομία ἐμφράξει τὸ στόμα αὐτῆς. 43 τίς σοφὸς καὶ φυλάξει ταῦτα καὶ συνήσει τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου;

Ψαλμός ΡΖ’ 107 (Μασ. 108)

ᾨδὴ ψαλμοῦ τῷ Δαυΐδ.

2 Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ᾄσομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου. 3 ἐξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα· ἐξεγερθήσομαι ὄρθρου. 4 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε, ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσιν, 5 ὅτι μέγα ἐπάνω τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου. 6 ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου. 7 ὅπως ἂν ρυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου, σῶσον τῇ δεξιᾷ σου καὶ ἐπάκουσόν μου. 8 ὁ Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· ὑψωθήσομαι καὶ διαμεριῶ Σίκιμα, καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω· 9 ἐμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆς, καὶ Ἐφραὶμ ἀντίληψις τῆς κεφαλῆς μου, Ἰούδας βασιλεύς μου, 10 Μωὰβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου, ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐπιβαλῶ τὸ ὑπόδημά μου, ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν. 11 τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχῆς; ἢ τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς Ἰδουμαίας; 12 οὐχὶ σύ, ὁ Θεός, ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς; καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεός, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν;13 δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου. 14 ἐν τῷ Θεῷ ποιήσωμεν δύναμιν, καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν.

Ψαλμός ΡΗ’ 108 (Μασ. 109)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ὁ Θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς, 2 ὅτι στόμα ἁμαρτωλοῦ καὶ στόμα δολίου ἐπ᾿ ἐμὲ ἠνοίχθη, ἐλάλησαν κατ᾿ ἐμοῦ γλώσσῃ δολίᾳ 3 καὶ λόγοις μίσους ἐκύκλωσάν με καὶ ἐπολέμησάν με δωρεάν. 4 ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με ἐνδιέβαλλόν με, ἐγὼ δὲ προσηυχόμην· 5 καὶ ἔθεντο κατ᾿ ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου. 6 κατάστησον ἐπ᾿ αὐτὸν ἁμαρτωλόν, καὶ διάβολος στήτω ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· 7 ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν ἐξέλθοι καταδεδικασμένος, καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν. 8 γενηθήτωσαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος. 9 γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοὶ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα· 10 σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ἐπαιτησάτωσαν, ἐκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν. 11 ἐξερευνησάτω δανειστὴς πάντα, ὅσα ὑπάρχει αὐτῷ, καὶ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ· 12 μὴ ὑπαρξάτω αὐτῷ ἀντιλήπτωρ, μηδὲ γενηθήτω οἰκτίρμων τοῖς ὀρφανοῖς αὐτοῦ· 13 γενηθήτω τὰ τέκνα αὐτοῦ εἰς ἐξολόθρευσιν, ἐν γενεᾷ μιᾷ ἐξαλειφθείη τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 14 ἀναμνησθείη ἡ ἀνομία τῶν πατέρων αὐτοῦ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρὸς αὐτοῦ μὴ ἐξαλειφθείη· 15 γενηθήτωσαν ἐναντίον Κυρίου διαπαντός, καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν, 16 ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐμνήσθη ποιῆσαι ἔλεος καὶ κατεδίωξεν ἄνθρωπον πένητα καὶ πτωχὸν καὶ κατανενυγμένον τῇ καρδίᾳ τοῦ θανατῶσαι. 17 καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ· καὶ οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 18 καὶ ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον, καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ καὶ ὡσεὶ ἔλαιον ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ. 19 γενηθήτω αὐτῷ ὡς ἱμάτιον, ὃ περιβάλλεται, καὶ ὡσεὶ ζώνη, ἣν διαπαντὸς περιζώννυται. 20τοῦτο τὸ ἔργον τῶν ἐνδιαβαλλόντων με παρὰ Κυρίου καὶ τῶν λαλούντων πονηρὰ κατὰ τῆς ψυχῆς μου. 21 καὶ σύ, Κύριε Κύριε, ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου. ρῦσαί με, 22 ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τετάρακται ἐντός μου. 23 ὡσεὶ σκιὰ ἐν τῷ ἐκκλῖναι αὐτὴν ἀντανῃρέθην, ἐξετινάχθην ὡσεὶ ἀκρίδες. 24 τὰ γόνατά μου ἠσθένησαν ἀπὸ νηστείας, καὶ ἡ σάρξ μου ἠλλοιώθη δι᾿ ἔλαιον. 25 κἀγὼ ἐγενήθην ὄνειδος αὐτοῖς· εἴδοσάν με, ἐσάλευσαν κεφαλὰς αὐτῶν. 26 βοήθησόν μοι, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ σῶσόν με κατὰ τὸ ἔλεός σου. 27 καὶ γνώτωσαν ὅτι ἡ χείρ σου αὕτη καὶ σύ, Κύριε, ἐποίησας αὐτήν. 28 καταράσονται αὐτοί, καὶ σὺ εὐλογήσεις· οἱ ἐπανιστάμενοί μοι αἰσχυνθήτωσαν, ὁ δὲ δοῦλός σου εὐφρανθήσεται. 29 ἐνδυσάσθωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντές με ἐντροπὴν καὶ περιβαλέσθωσαν ὡς διπλοΐδα αἰσχύνην αὐτῶν. 30 ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ σφόδρα ἐν τῷ στόματί μου καὶ ἐν μέσῳ πολλῶν αἰνέσω αὐτόν, 31 ὅτι παρέστη ἐκ δεξιῶν πένητος τοῦ σῶσαι ἐκ τῶν καταδιωκόντων τὴν ψυχήν μου.

Ψαλμός ΡΘ’ 109 (Μασ. 110)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. 2 ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου. 3 μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου· ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε. 4 ὤμοσε Κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. 5 Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς· 6 κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα, συνθλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν. 7 ἐκ χειμάρρου ἐν ὁδῷ πίεται· διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν.

Ψαλμός ΡΙ’ 110 (Μασ. 111)

Ἀλληλούϊα.

Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐν βουλῇ εὐθέων καὶ συναγωγῇ. 2 μεγάλα τὰ ἔργα Κυρίου, ἐξεζητημένα εἰς πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ· 3 ἐξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 4 μνείαν ἐποιήσατο τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος· 5 τροφὴν ἔδωκε τοῖς φοβουμένοις αὐτόν, μνησθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ. 6 ἰσχὺν ἔργων αὐτοῦ ἀνήγγειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ τοῦ δοῦναι αὐτοῖς κληρονομίαν ἐθνῶν. 7 ἔργα χειρῶν αὐτοῦ ἀλήθεια καὶ κρίσις· πισταὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ, 8 ἐστηριγμέναι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, πεποιημέναι ἐν ἀληθείᾳ καὶ εὐθύτητι. 9 λύτρωσιν ἀπέστειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἐνετείλατο εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκην αὐτοῦ· ἅγιον καὶ φοβερὸν τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 10 ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δὲ ἀγαθὴ πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν. ἡ αἴνεσις αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΙΑ’ 111 (Μασ. 112)

Ἀλληλούϊα.

Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα· 2 δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ, γενεὰ εὐθέων εὐλογηθήσεται. 3 δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 4 ἐξανέτειλεν ἐν σκότει φῶς τοῖς εὐθέσιν ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων καὶ δίκαιος. 5 χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν· οἰκονομήσει τοὺς λόγους αὐτοῦ ἐν κρίσει, 6 ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσεται, εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. 7 ἀπὸ ἀκοῆς πονηρᾶς οὐ φοβηθήσεται· ἑτοίμη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον. 8 ἐστήρικται ἡ καρδία αὐτοῦ, οὐ μὴ φοβηθῇ, ἕως οὗ ἐπίδῃ ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ· 9 ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ. 10 ἁμαρτωλὸς ὄψεται καὶ ὀργισθήσεται, τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ βρύξει καὶ τακήσεται· ἐπιθυμία ἁμαρτωλοῦ ἀπολεῖται.

Ψαλμός ΡΙΒ’ 112 (Μασ. 113)

Ἀλληλούϊα.

Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου· 2 εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 3 ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου. 4ὑψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη ὁ Κύριος, ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς ἡ δόξα αὐτοῦ. 5 τίς ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν; ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν 6 καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, 7 ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα 8 τοῦ καθίσαι αὐτὸν μετὰ ἀρχόντων, μετὰ ἀρχόντων λαοῦ αὐτοῦ· 9 ὁ κατοικίζων στεῖραν ἐν οἴκῳ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην.

Ψαλμός ΡΙΓ’ 113 (Μασ. 114-115)

Ἀλληλούϊα.

Ἐν ἐξόδῳ Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, οἴκου Ἰακὼβ ἐκ λαοῦ βαρβάρου, 2 ἐγενήθη Ἰουδαία ἁγίασμα αὐτοῦ, Ἰσραὴλ ἐξουσία αὐτοῦ. 3 ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω· 4τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν ὡσεὶ κριοὶ καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων. 5 τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες, καὶ σύ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω; 6 τὰ ὄρη, ὅτι ἐσκιρτήσατε ὡσεὶ κριοί, καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων; 7 ἀπὸ προσώπου Κυρίου ἐσαλεύθη ἡ γῆ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ Ἰακὼβ 8 τοῦ στρέψαντος τὴν πέτραν εἰς λίμνας ὑδάτων καὶ τὴν ἀκρότομον εἰς πηγὰς ὑδάτων.

9 Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν, ἀλλ᾿ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν, ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου, 10 μήποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; 11 ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε. 12 τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων· 13 στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται, 14 ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται, ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται, 15 χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι, πόδας ἔχουσι καὶ οὐ περιπατήσουσιν, οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν. 16ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς. 17 οἶκος Ἰσραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. 18 οἶκος Ἀαρὼν ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. 19 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον· βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. 20 Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν εὐλόγησεν ἡμᾶς, εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραήλ, εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἀαρών, 21 εὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον, τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων. 22 προσθείη Κύριος ἐφ᾿ ὑμᾶς, ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν. 23 εὐλογημένοι ὑμεῖς τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 24 ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ, τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 25 οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε, οὐδὲ πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου, 26 ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομεν τὸν Κύριον, ἀπὸ τοῦ νῦν, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΙΔ’ 114 (Μασ. 116α)

Ἀλληλούϊα.

Ἠγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου, 2 ὅτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι. 3 περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου, κίνδυνοι ᾅδου εὕροσάν με· θλῖψιν καὶ ὀδύνην εὗρον, 4 καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπεκαλεσάμην· ὦ Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου. 5 ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος, καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ. 6 φυλάσσων τὰ νήπια ὁ Κύριος· ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με. 7 ἐπίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε, 8 ὅτι ἐξείλετο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. 9 εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου, ἐν χώρᾳ ζώντων.

Ψαλμός ΡΙΕ’ 115 (Μασ. 116β)

Ἀλληλούϊα.

Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα· ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα. 2 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης. 3 τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι; 4 ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι. 5 τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. 6 τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ. 7 ὦ Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σός, ἐγὼ δοῦλος σὸς καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου. διέρρηξας τοὺς δεσμούς μου, 8 σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι. 9 τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, 10 ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ.

Ψαλμός ΡΙΣΤ’ 116 (Μασ. 117)

Ἀλληλούϊα.

Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί, 2 ὅτι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα.

Ψαλμός ΡΙΖ’ 117 (Μασ. 118)

Ἀλληλούϊα.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 2 εἰπάτω δὴ οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 3 εἰπάτω δὴ οἶκος Ἀαρὼν ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 4 εἰπάτωσαν δὴ πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5 ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν. 6 Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος. 7 Κύριος ἐμοὶ βοηθός, κἀγὼ ἐπόψομαι τοὺς ἐχθρούς μου. 8 ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ᾿ ἄνθρωπον· 9 ἀγαθὸν ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον ἢ ἐλπίζειν ἐπ᾿ ἄρχουσι. 10 πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς· 11 κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 12 ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον καὶ ἐξεκαύθησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 13 ὠσθεὶς ἀνετράπην τοῦ πεσεῖν, καὶ ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου. 14 ἰσχύς μου καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν. 15 φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας ἐν σκηναῖς δικαίων· δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν, 16 δεξιὰ Κυρίου ὕψωσέ με, δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν. 17 οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι καὶ διηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου. 18 παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με. 19ἀνοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης· εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ. 20 αὕτη ἡ πύλη τοῦ Κυρίου, δίκαιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ. 21 ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. 22 λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· 23 παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. 24 αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος· ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ. 25 ὦ Κύριε, σῶσον δή, ὦ Κύριε, εὐόδωσον δή. 26 εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐξ οἴκου Κυρίου. 27 Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου. 28 Θεός μου εἶ σύ, καὶ ἐξομολογήσομαί σοι· Θεός μου εἶ σύ, καὶ ὑψώσω σε· ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. 29 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΙΗ’ 118 (Μασ. 119)

Ἀλληλούϊα.

Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου. 2 μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ· ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν. 3 οὐ γὰρ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ ἐπορεύθησαν. 4 σὺ ἐνετείλω τὰς ἐντολάς σου τοῦ φυλάξασθαι σφόδρα. 5 ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου. 6 τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς ἐντολάς σου. 7 ἐξομολογήσομαί σοι ἐν εὐθύτητι καρδίας ἐν τῷ μεμαθηκέναι με τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 8 τὰ δικαιώματά σου φυλάξω· μή με ἐγκαταλίπῃς ἕως σφόδρα.

9 Ἐν τίνι κατορθώσει νεώτερος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ; ἐν τῷ φυλάξασθαι τοὺς λόγους σου. 10 ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξεζήτησά σε· μὴ ἀπώσῃ με ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου. 11 ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω σοι. 12 εὐλογητὸς εἶ, Κύριε· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 13 ἐν τοῖς χείλεσί μου ἐξήγγειλα πάντα τὰ κρίματα τοῦ στόματός σου. 14 ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ. 15 ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου ἀδολεσχήσω καὶ κατανοήσω τὰς ὁδούς σου. 16 ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου.

17 Ἀνταπόδος τῷ δούλῳ σου· ζήσομαι καὶ φυλάξω τοὺς λόγους σου. 18 ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου. 19 πάροικος ἐγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ· μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς σου. 20 ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. 21 ἐπετίμησας ὑπερηφάνοις· ἐπικατάρατοι οἱ ἐκκλίνοντες ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου. 22 περίελε ἀπ᾿ ἐμοῦ ὄνειδος καὶ ἐξουδένωσιν, ὅτι τὰ μαρτύριά σου ἐξεζήτησα. 23 καὶ γὰρ ἐκάθισαν ἄρχοντες καὶ κατ᾿ ἐμοῦ κατελάλουν, ὁ δὲ δοῦλός σου ἠδολέσχει ἐν τοῖς δικαιώμασί σου. 24 καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου μελέτη μού ἐστι, καὶ αἱ συμβουλίαι μου τὰ δικαιώματά σου.

25 Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου· ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου. 26 τὰς ὁδούς μου ἐξήγγειλα, καὶ ἐπήκουσάς μου· δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 27 ὁδὸν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με, καὶ ἀδολεσχήσω ἐν τοῖς θαυμασίοις σου. 28 ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας· βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. 29 ὁδὸν ἀδικίας ἀπόστησον ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ τῷ νόμῳ σου ἐλέησόν με. 30 ὁδὸν ἀληθείας ᾑρετισάμην καὶ τὰ κρίματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. 31 ἐκολλήθην τοῖς μαρτυρίοις σου, Κύριε· μή με καταισχύνῃς. 32 ὁδὸν ἐντολῶν σου ἔδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας τὴν καρδίαν μου.

33 Νομοθέτησόν με, Κύριε, τὴν ὁδὸν τῶν δικαιωμάτων σου, καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διαπαντός. 34 συνέτισόν με, καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον σου καὶ φυλάξω αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου. 35ὁδήγησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου, ὅτι αὐτὴν ἠθέλησα. 36 κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν. 37 ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με. 38 στῆσον τῷ δούλῳ σου τὸ λόγιόν σου εἰς τὸν φόβον σου. 39 περίελε τὸν ὀνειδισμόν μου, ὃν ὑπώπτευσα· ὅτι τὰ κρίματά σου χρηστά. 40 ἰδοὺ ἐπεθύμησα τὰς ἐντολάς σου· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ζῆσόν με.

41 Καὶ ἔλθοι ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, Κύριε, τὸ σωτήριόν σου κατὰ τὸν λόγον σου. 42 καὶ ἀποκριθήσομαι τοῖς ὀνειδίζουσί μοι λόγον, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ τοῖς λόγοις σου. 43 καὶ μὴ περιέλῃς ἐκ τοῦ στόματός μου λόγον ἀληθείας ἕως σφόδρα, ὅτι ἐπὶ τοῖς κρίμασί σου ἐπήλπισα. 44 καὶ φυλάξω τὸν νόμον σου διαπαντός, εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 45 καὶ ἐπορευόμην ἐν πλατυσμῷ, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα. 46 καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ᾐσχυνόμην. 47 καὶ ἐμελέτων ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, ἃς ἠγάπησα σφόδρα. 48 καὶ ἦρα τὰς χεῖράς μου πρὸς τὰς ἐντολάς σου ἃς ἠγάπησα, καὶ ἠδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου.

49 Μνήσθητι τῶν λόγων σου τῷ δούλῳ σου, ὧν ἐπήλπισάς με. 50 αὕτη με παρεκάλεσεν ἐν τῇ ταπεινώσει μου, ὅτι τὸ λόγιόν σου ἔζησέ με. 51 ὑπερήφανοι παρηνόμουν ἕως σφόδρα, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐξέκλινα. 52 ἐμνήσθην τῶν κριμάτων σου ἀπ᾿ αἰῶνος, Κύριε, καὶ παρεκλήθην. 53 ἀθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου. 54 ψαλτὰ ἦσάν μοι τὰ δικαιώματά σου ἐν τόπῳ παροικίας μου. 55 ἐμνήσθην ἐν νυκτὶ τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου. 56 αὕτη ἐγενήθη μοι, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα.

57 Μερίς μου εἶ, Κύριε, εἶπα τοῦ φυλάξασθαι τὸν νόμον σου. 58 ἐδεήθην τοῦ προσώπου σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου· ἐλέησόν με κατὰ τὸ λόγιόν σου. 59 διελογισάμην τὰς ὁδούς σου καὶ ἐπέστρεψα τοὺς πόδας μου εἰς τὰ μαρτύριά σου. 60 ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην τοῦ φυλάξασθαι τὰς ἐντολάς σου. 61 σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην. 62μεσονύκτιον ἐξηγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 63 μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου. 64 τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, πλήρης ἡ γῆ· τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με.

65 Χρηστότητα ἐποίησας μετὰ τοῦ δούλου σου, Κύριε, κατὰ τὸν λόγον σου. 66 χρηστότητα καὶ παιδείαν καὶ γνῶσιν δίδαξόν με, ὅτι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐπίστευσα. 67 πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι ἐγὼ ἐπλημμέλησα, διὰ τοῦτο τὸ λόγιόν σου ἐφύλαξα. 68 χρηστὸς εἶ σύ, Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 69 ἐπληθύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἀδικία ὑπερηφάνων, ἐγὼ δὲ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξερευνήσω τὰς ἐντολάς σου. 70 ἐτυρώθη ὡς γάλα ἡ καρδία αὐτῶν, ἐγὼ δὲ τὸν νόμον σου ἐμελέτησα. 71 ἀγαθόν μοι ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου. 72ἀγαθός μοι ὁ νόμος τοῦ στόματός σου ὑπὲρ χιλιάδας χρυσίου καὶ ἀργυρίου.

73 Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με· συνέτισόν με καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου. 74 οἱ φοβούμενοί σε ὄψονταί με καὶ εὐφρανθήσονται, ὅτι εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 75 ἔγνων, Κύριε, ὅτι δικαιοσύνη τὰ κρίματά σου, καὶ ἀληθείᾳ ἐταπείνωσάς με. 76 γενηθήτω δὴ τὸ ἔλεός σου τοῦ παρακαλέσαι με κατὰ τὸ λόγιόν σου τῷ δούλῳ σου. 77 ἐλθέτωσάν μοι οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ ζήσομαι, ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστιν. 78 αἰσχυνθήτωσαν ὑπερήφανοι, ὅτι ἀδίκως ἠνόμησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἀδολεσχήσω ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου. 79 ἐπιστρεψάτωσάν με οἱ φοβούμενοί σε καὶ οἱ γινώσκοντες τὰ μαρτύριά σου. 80 γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιώμασί σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ.

81 Ἐκλείπει εἰς τὸ σωτήριόν σου ἡ ψυχή μου, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 82 ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου εἰς τὸ λόγιόν σου λέγοντες· πότε παρακαλέσεις με; 83 ὅτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ· τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. 84 πόσαι εἰσὶν αἱ ἡμέραι τοῦ δούλου σου; πότε ποιήσεις μοι ἐκ τῶν καταδιωκόντων με κρίσιν; 85 διηγήσαντό μοι παράνομοι ἀδολεσχίας, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ὁ νόμος σου, Κύριε. 86 πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου ἀλήθεια· ἀδίκως κατεδίωξάν με, βοήθησόν μοι. 87 παρὰ βραχὺ συνετέλεσάν με ἐν τῇ γῇ, ἐγὼ δὲ οὐκ ἐγκατέλιπον τὰς ἐντολάς σου. 88 κατὰ τὸ ἔλεός σου ζῆσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύρια τοῦ στόματός σου.

89 Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῷ. 90 εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά σου· ἐθεμελίωσας τὴν γῆν καὶ διαμένει. 91 τῇ διατάξει σου διαμένει ἡμέρα, ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά. 92 εἰ μὴ ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστι, τότε ἂν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου. 93 εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με. 94 σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. 95 ἐμὲ ὑπέμειναν ἁμαρτωλοὶ τοῦ ἀπολέσαι με· τὰ μαρτύριά σου συνῆκα. 96 πάσης συντελείας εἶδον πέρας· πλατεῖα ἡ ἐντολή σου σφόδρα.

97 Ὡς ἠγάπησα τὸν νόμον σου, Κύριε· ὅλην τὴν ἡμέραν μελέτη μού ἐστιν. 98 ὑπὲρ τοὺς ἐχθρούς μου ἐσόφισάς με τὴν ἐντολήν σου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐμή ἐστιν. 99 ὑπὲρ πάντας τοὺς διδάσκοντάς με συνῆκα, ὅτι τὰ μαρτύριά σου μελέτη μού ἐστιν. 100 ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα. 101 ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἐκώλυσα τοὺς πόδας μου, ὅπως ἂν φυλάξω τοὺς λόγους σου. 102 ἀπὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα, ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με. 103 ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου. 104 ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα· διὰ τοῦτο ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας.

105 Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου. 106 ὤμοσα καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 107 ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα· Κύριε, ζῆσόν με κατὰ τὸν λόγον σου. 108 τὰ ἑκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή, Κύριε, καὶ τὰ κρίματά σου δίδαξόν με. 109 ἡ ψυχή μου ἐν ταῖς χερσί σου διαπαντός, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην. 110ἔθεντο ἁμαρτωλοὶ παγίδα μοι, καὶ ἐκ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἐπλανήθην. 111 ἐκληρονόμησα τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας μού εἰσιν. 112 ἔκλινα τὴν καρδίαν μου τοῦ ποιῆσαι τὰ δικαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν.

113 Παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα. 114 βοηθός μου, καὶ ἀντιλήπτωρ μου εἶ σύ· εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 115 ἐκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ, πονηρευόμενοι, καὶ ἐξερευνήσω τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου.116 ἀντιλαβοῦ μου κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ ζῆσόν με, καὶ μὴ καταισχύνῃς με ἀπὸ τῆς προσδοκίας μου. 117 βοήθησόν μοι, καὶ σωθήσομαι καὶ μελετήσω ἐν τοῖς δικαιώμασί σου διαπαντός. 118 ἐξουδένωσας πάντας τοὺς ἀποστατοῦντας ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἄδικον τὸ ἐνθύμημα αὐτῶν. 119 παραβαίνοντας ἐλογισάμην πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς· διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰ μαρτύριά σου. 120 καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην.

121 Ἐποίησα κρῖμα καὶ δικαιοσύνην· μὴ παραδῷς με τοῖς ἀδικοῦσί με. 122 ἔκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθόν· μὴ συκοφαντησάτωσάν με ὑπερήφανοι. 123 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐξέλιπον εἰς τὸ σωτήριόν σου καὶ εἰς τὸ λόγιον τῆς δικαιοσύνης σου. 124 ποίησον μετὰ τοῦ δούλου σου κατὰ τὸ ἔλεός σου καὶ τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με. 125 δοῦλός σού εἰμι ἐγώ· συνέτισόν με, καὶ γνώσομαι τὰ μαρτύριά σου. 126 καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν τὸν νόμον σου. 127 διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον καὶ τοπάζιον. 128 διὰ τοῦτο πρὸς πάσας τὰς ἐντολάς σου κατωρθούμην, πᾶσαν ὁδὸν ἄδικον ἐμίσησα.

129 Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά σου· διὰ τοῦτο ἐξηρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή μου. 130 ἡ δήλωσις τῶν λόγων σου φωτιεῖ καὶ συνετιεῖ νηπίους. 131 τὸ στόμα μου ἤνοιξα καὶ εἵλκυσα πνεῦμα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐπεπόθουν. 132 Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με κατὰ τὸ κρίμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου. 133 τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία. 134 λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου. 135 τὸ πρόσωπόν σου ἐπίφανον ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 136διεξόδους ὑδάτων κατέδυσαν οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐπεὶ οὐκ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου.

137 Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖαι αἱ κρίσεις σου. 138 ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου καὶ ἀλήθειαν σφόδρα. 139 ἐξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου, ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου.140 πεπυρωμένον τὸ λόγιόν σου σφόδρα, καὶ ὁ δοῦλός σου ἠγάπησεν αὐτό. 141 νεώτερος ἐγώ εἰμι καὶ ἐξουδενωμένος· τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. 142 ἡ δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια. 143 θλίψεις καὶ ἀνάγκαι εὕροσάν με· αἱ ἐντολαί σου μελέτη μου. 144 δικαιοσύνη τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα· συνέτισόν με, καὶ ζήσομαι.

145 Ἐκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου· ἐπάκουσόν μου, Κύριε, τὰ δικαιώματά σου ἐκζητήσω. 146 ἐκέκραξά σοι· σῶσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύριά σου. 147 προέφθασα ἐν ἀωρίᾳ καὶ ἐκέκραξα, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 148 προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τὰ λόγιά σου. 149 τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με. 150προσήγγισαν οἱ καταδιώκοντές με ἀνομίᾳ, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου ἐμακρύνθησαν. 151 ἐγγὺς εἶ, Κύριε, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου ἀλήθεια. 152 κατ᾿ ἀρχὰς ἔγνων ἐκ τῶν μαρτυρίων σου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐθεμελίωσας αὐτά.

153 Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην. 154 κρῖνον τὴν κρίσιν μου καὶ λύτρωσαί με· διὰ τὸν λόγον σου ζῆσόν με. 155 μακρὰν ἀπὸ ἁμαρτωλῶν σωτηρία, ὅτι τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐξεζήτησαν. 156 οἱ οἰκτιρμοί σου πολλοί, Κύριε· κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με. 157 πολλοὶ οἱ ἐκδιώκοντές με καὶ θλίβοντές με· ἐκ τῶν μαρτυρίων σου οὐκ ἐξέκλινα.158 εἶδον ἀσυνετοῦντας καὶ ἐξετηκόμην, ὅτι τὰ λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο. 159 ἴδε, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα· Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει σου ζῆσόν με. 160 ἀρχὴ τῶν λόγων σου ἀλήθεια, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα πάντα τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.

161 Ἄρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου. 162 ἀγαλλιάσομαι ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά σου ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά. 163 ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα. 164 ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 165 εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάνδαλον. 166 προσεδόκων τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα. 167 ἐφύλαξεν ἡ ψυχή μου τὰ μαρτύριά σου καὶ ἠγάπησεν αὐτὰ σφόδρα. 168 ἐφύλαξα τὰς ἐντολάς σου καὶ τὰ μαρτύριά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ὁδοί μου ἐναντίον σου, Κύριε.

169 Ἐγγισάτω ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, Κύριε· κατὰ τὸ λόγιόν σου συνέτισόν με. 170 εἰσέλθοι τὸ ἀξίωμά μου ἐνώπιόν σου, Κύριε· κατὰ τὸ λόγιόν σου ρῦσαί με. 171 ἐξερεύξαιντο τὰ χείλη μου ὕμνον, ὅταν διδάξῃς με τὰ δικαιώματά σου. 172 φθέγξαιτο ἡ γλῶσσά μου τὰ λόγιά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου δικαιοσύνη. 173 γενέσθω ἡ χείρ σου τοῦ σῶσαί με, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ᾑρετισάμην. 174 ἐπεπόθησα τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστι. 175 ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι. 176 ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.

Ψαλμός ΡΙΘ’ 119 (Μασ. 120)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου. 2 Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας. 3 τί δοθείη σοι καὶ τί προστεθείη σοι πρὸς γλῶσσαν δολίαν; 4 τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἠκονημένα, σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς. 5 οἴμοι! ὅτι ἡ παροικία μου ἐμακρύνθη, κατεσκήνωσα μετὰ τῶν σκηνωμάτων Κηδάρ. 6 πολλὰ παρῴκησεν ἡ ψυχή μου. 7 μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός· ὅταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν.

Ψαλμός ΡΚ’ 120 (Μασ. 121)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου. 2 ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 3 μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε. 4 ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ. 5 Κύριος φυλάξει σε, Κύριος σκέπη σοι ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου· 6 ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα. 7 Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος. 8 Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΚΑ’ 121 (Μασ. 122)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα. 2 ἑστῶτες ἦσαν οἱ πόδες ἡμῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, Ἱερουσαλήμ. 3 Ἱερουσαλὴμ οἰκοδομουμένη ὡς πόλις, ἧς ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό. 4 ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαὶ Κυρίου, μαρτύριον τῷ Ἰσραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου· 5 ὅτι ἐκεῖ ἐκάθισαν θρόνοι εἰς κρίσιν, θρόνοι ἐπὶ οἶκον Δαυΐδ. 6ἐρωτήσατε δὴ τὰ εἰς εἰρήνην τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ εὐθηνία τοῖς ἀγαπῶσί σε· 7 γενέσθω δὴ εἰρήνη ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ εὐθηνία ἐν ταῖς πυργοβάρεσί σου. 8 ἕνεκα τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τῶν πλησίον μου, ἐλάλουν δὴ εἰρήνην περὶ σοῦ· 9 ἕνεκα τοῦ οἴκου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐξεζήτησα ἀγαθά σοι.

Ψαλμός ΡΚΒ’ 122 (Μασ. 123)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. 2 ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς. 3 ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως, 4 ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν. Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι, καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.

Ψαλμός ΡΚΓ’ 123 (Μασ. 124)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ· 2 εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ᾿ ἡμᾶς, 3 ἄρα ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς ἐν τῷ ὀργισθῆναι τὸν θυμὸν αὐτῶν ἐφ᾿ ἡμᾶς· 4 ἄρα τὸ ὕδωρ ἂν κατεπόντισεν ἡμᾶς, χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν· 5 ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον. 6 εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἡμᾶς εἰς θήραν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν. 7 ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων· ἡ παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐρρύσθημεν. 8 ἡ βοήθεια ἡμῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Ψαλμός ΡΚΔ’ 124 (Μασ. 125)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Οἱ πεποιθότες ἐπὶ Κύριον ὡς ὄρος Σιών· οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα ὁ κατοικῶν Ἱερουσαλήμ. 2 ὄρη κύκλῳ αὐτῆς, καὶ ὁ Κύριος κύκλῳ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 3ὅτι οὐκ ἀφήσει Κύριος τὴν ράβδον τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπὶ τὸν κλῆρον τῶν δικαίων, ὅπως ἂν μὴ ἐκτείνωσιν οἱ δίκαιοι ἐν ἀνομίαις χεῖρας αὐτῶν. 4 ἀγάθυνον, Κύριε, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ· 5 τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιὰς ἀπάξει Κύριος μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.

Ψαλμός ΡΚΕ’ 125 (Μασ. 126)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν Σιὼν ἐγενήθημεν ὡσεὶ παρακεκλημένοι. 2 τότε ἐπλήσθη χαρᾶς τὸ στόμα ἡμῶν καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀγαλλιάσεως. τότε ἐροῦσιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν· ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μετ᾿ αὐτῶν. 3 ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν, ἐγενήθημεν εὐφραινόμενοι. 4 ἐπίστρεψον, Κύριε, τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν ὡς χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ. 5οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι. 6 πορευόμενοι ἐπορεύοντο καὶ ἔκλαιον βάλλοντες τὰ σπέρματα αὐτῶν· ἐρχόμενοι δὲ ἥξουσιν ἐν ἀγαλλιάσει αἴροντες τὰ δράγματα αὐτῶν.

Ψαλμός ΡΚΣΤ’ 126 (Μασ. 127)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων. 2 εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ ὀρθρίζειν, ἐγείρεσθαι μετὰ τὸ καθῆσθαι, οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης, ὅταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕπνον. 3 ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου υἱοί, ὁ μισθὸς τοῦ καρποῦ τῆς γαστρός. 4 ὡσεὶ βέλη ἐν χειρὶ δυνατοῦ, οὕτως οἱ υἱοὶ τῶν ἐκτετιναγμένων. 5 μακάριος ὃς πληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ἐξ αὐτῶν· οὐ καταισχυνθήσονται, ὅταν λαλῶσι τοῖς ἐχθροῖς αὐτῶν ἐν πύλαις.

Ψαλμός ΡΚΖ’ 127 (Μασ. 128)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ. 2 τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι· μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται. 3 ἡ γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας σου· οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν κύκλῳ τῆς τραπέζης σου. 4 ἰδοὺ οὕτως εὐλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον. 5 εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών, καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλὴμ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου· 6 καὶ ἴδοις υἱοὺς τῶν υἱῶν σου. εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.

Ψαλμός ΡΚΗ’ 128 (Μασ. 129)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ· 2 πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι. 3 ἐπὶ τὸν νῶτόν μου ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί, ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. 4 Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν. 5 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών. 6 γενηθήτωσαν ὡσεὶ χόρτος δωμάτων, ὃς πρὸ τοῦ ἐκσπασθῆναι ἐξηράνθη· 7 οὗ οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δράγματα συλλέγων, 8 καὶ οὐκ εἶπαν οἱ παράγοντες· εὐλογία Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ψαλμός ΡΚΘ’ 129 (Μασ. 130)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε· 2 Κύριε, εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου· γενηθήτω τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου. 3 ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε Κύριε, τίς ὑποστήσεται; 4 ὅτι παρὰ σοὶ ὁ ἱλασμός ἐστιν. 5 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινά σε, Κύριε, ὑπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου. 6 ἤλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον απὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός· ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον. 7 ὅτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος καὶ πολλὴ παρ᾿ αὐτῷ λύτρωσις, 8 καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΛ’ 130 (Μασ. 131)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Κύριε, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου, οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις, οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμέ. 2 εἰ μὴ ἐταπεινοφρόνουν, ἀλλὰ ὕψωσα τὴν ψυχήν μου ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, ὡς ἀνταποδώσεις ἐπὶ τὴν ψυχήν μου. 3 ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΛΑ’ 131 (Μασ. 132)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Δαυΐδ καὶ πάσης τῆς πρᾳότητος αὐτοῦ, 2 ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ· 3 εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ κλίνης στρωμνῆς μου, 4 εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, 5 ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ. 6 ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθᾷ, εὕρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ· 7 εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ. 8 ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματός σου· 9 οἱ ἱερεῖς σου ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καὶ οἱ ὅσιοί σου ἀγαλλιάσονται. 10 ἕνεκεν Δαυΐδ τοῦ δούλου σου μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ χριστοῦ σου. 11 ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυΐδ ἀλήθειαν καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου· 12 ἐὰν φυλάξωνται οἱ υἱοί σου τὴν διαθήκην μου καὶ τὰ μαρτύριά μου ταῦτα, ἃ διδάξω αὐτούς, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἕως τοῦ αἰῶνος καθιοῦνται ἐπὶ τοῦ θρόνου σου. 13 ὅτι ἐξελέξατο Κύριος τὴν Σιών, ᾑρετίσατο αὐτὴν εἰς κατοικίαν ἑαυτῷ· 14 αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος, ᾧδε κατοικήσω, ὅτι ᾑρετισάμην αὐτήν· 15 τὴν θύραν αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω, τοὺς πτωχοὺς αὐτῆς χορτάσω ἄρτων, 16 τοὺς ἱερεῖς αὐτῆς ἐνδύσω σωτηρίαν, καὶ οἱ ὅσιοι αὐτῆς ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται. 17 ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαυΐδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ χριστῷ μου· 18 τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐνδύσω αἰσχύνην, ἐπὶ δὲ αὐτὸν ἐξανθήσει τὸ ἁγίασμά μου.

Ψαλμός ΡΛΒ’ 132 (Μασ. 133)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό; 2 ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ· 3 ὡς δρόσος Ἀερμὼν ἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών· ὅτι ἐκεῖ ἐνετείλατο Κύριος τὴν εὐλογίαν, ζωὴν ἕως τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΛΓ’ 133 (Μασ. 134)

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν.

Ἰδοὺ δὴ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ δοῦλοι Κυρίου οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν. 2 ἐν ταῖς νυξὶν ἐπάρατε τὰς χεῖρας ὑμῶν εἰς τὰ ἅγια καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον.3 εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιὼν ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Ψαλμός ΡΛΔ’ 134 (Μασ. 135)

Ἀλληλούΐα.

Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου, αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον, 2 οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν. 3 αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς Κύριος· ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὅτι καλόν· 4ὅτι τὸν Ἰακὼβ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος, Ἰσραὴλ εἰς περιουσιασμὸν ἑαυτῷ. 5 ὅτι ἐγὼ ἔγνωκα ὅτι μέγας ὁ Κύριος, καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς. 6 πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις· 7 ἀνάγων νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησεν· ὁ ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ, 8 ὃς ἐπάταξε τὰ πρωτότοκα Αἰγύπτου ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους. 9 ἐξαπέστειλε σημεῖα καὶ τέρατα ἐν μέσῳ σου, Αἴγυπτε, ἐν Φαραὼ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις αὐτοῦ. 10 ὃς ἐπάταξεν ἔθνη πολλὰ καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς. 11 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμορραίων καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασὰν καὶ πάσας τὰς βασιλείας Χαναάν, 12 καὶ ἔδωκε τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, κληρονομίαν Ἰσραὴλ λαῷ αὐτοῦ. 13 Κύριε, τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. 14 ὅτι κρινεῖ Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται. 15 τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων· 16 στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται, 17 ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται, οὐδὲ γάρ ἐστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν. 18 ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτοῖς. 19 οἶκος Ἰσραήλ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον· οἶκος Ἀαρών, εὐλογήσατε τὸν Κύριον. 20 οἶκος Λευΐ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον· οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, εὐλογήσατε τὸν Κύριον, 21 εὐλογητὸς Κύριος ἐκ Σιών, ὁ κατοικῶν Ἱερουσαλήμ.

Ψαλμός ΡΛΕ’ 135 (Μασ. 136)

Ἀλληλούΐα.

Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 2 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 3 ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 4 τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 5 τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 6 τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 7 τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 8 τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 9 τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 10 τῷ πατάξαντι Αἴγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοις αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 11 καὶ ἐξαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 12 ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 13 τῷ καταδιελόντι τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν εἰς διαιρέσεις, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 14 καὶ διαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 15 καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐτοῦ εἰς θάλασσαν Ἐρυθράν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 16 τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 17 τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 18 καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 19 τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμορραίων, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 20 καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασάν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 21 καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 22 κληρονομίαν Ἰσραὴλ δούλῳ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 23 ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, 24 καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ· 25 ὁ διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 26 ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΛΣΤ’ 136 (Μασ. 137)

Τῷ Δαυΐδ Ἱερεμίου.

Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών. 2 ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν· 3 ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών. 4 πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας; 5 ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· 6 κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου. 7 μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν Ἐδὼμ τὴν ἡμέραν Ἱερουσαλὴμ τῶν λεγόντων· ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε, ἕως τῶν θεμελίων αὐτῆς. 8 θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος, μακάριος ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά σου, ὃ ἀνταπέδωκας ἡμῖν· 9 μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

Ψαλμός ΡΛΖ’ 137 (Μασ. 138)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου.

Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι, ὅτι ἤκουσας πάντα τὰ ρήματα τοῦ στόματός μου. 2 προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου καὶ ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου, ὅτι ἐμεγάλυνας ἐπὶ πᾶν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου. 3 ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσωμαί σε, ταχὺ ἐπάκουσόν μου· πολυωρήσεις με ἐν ψυχῇ μου δυνάμει σου. 4 ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅτι ἤκουσαν πάντα τὰ ρήματα τοῦ στόματός σου. 5 καὶ ᾀσάτωσαν ἐν ταῖς ᾠδαῖς Κυρίου, ὅτι μεγάλη ἡ δόξα Κυρίου, 6 ὅτι ὑψηλὸς Κύριος καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορᾷ καὶ τὰ ὑψηλὰ ἀπὸ μακρόθεν γινώσκει. 7 ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως, ζήσεις με· ἐπ᾿ ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου, καὶ ἔσωσέ με ἡ δεξιά σου. 8 Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς.

Ψαλμός ΡΛΗ’ 138 (Μασ. 139)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κύριε, ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με· 2 σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου, σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν· 3 τὴν τρίβον μου καὶ τὴν σχοῖνόν μου ἐξιχνίασας καὶ πάσας τὰς ὁδούς μου προεῖδες, 4 ὅτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου. 5 ἰδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάντα, τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα· σὺ ἔπλασάς με καὶ ἔθηκας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου. 6ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ· ἐκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν. 7 ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; 8 ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· 9 ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, 10 καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου. 11 καὶ εἶπα· ἄρα σκότος καταπατήσει με, καὶ νὺξ φωτισμὸς ἐν τῇ τρυφῇ μου· 12 ὅτι σκότος οὐ σκοτισθήσεται ἀπὸ σοῦ, καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται· ὡς τὸ σκότος αὐτῆς, οὕτως καὶ τὸ φῶς αὐτῆς. 13 ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε, ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου. 14 ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης· θαυμάσια τὰ ἔργα σου, καὶ ἡ ψυχή μου γινώσκει σφόδρα. 15 οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, ὃ ἐποίησας ἐν κρυφῇ, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς· 16 τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου, καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ἡμέρας πλασθήσονται καὶ οὐθεὶς ἐν αὐτοῖς. 17 ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν· 18ἐξαριθμήσομαι αὐτούς, καὶ ὑπὲρ ἄμμον πληθυνθήσονται· ἐξηγέρθην καὶ ἔτι εἰμὶ μετὰ σοῦ. 19 ἐὰν ἀποκτείνῃς ἁμαρτωλούς, ὁ Θεός, ἄνδρες αἱμάτων, ἐκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ, 20 ὅτι ἐρισταί ἐστε εἰς διαλογισμούς· λήψονται εἰς ματαιότητα τὰς πόλεις σου. 21 οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; 22 τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτούς, εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι. 23 δοκίμασόν με, ὁ Θεός, καὶ γνῶθι τὴν καρδίαν μου, ἔτασόν με καὶ γνῶθι τὰς τρίβους μου. 24 καὶ ἴδε εἰ ὁδὸς ἀνομίας ἐν ἐμοί, καὶ ὁδήγησόν με ἐν ὁδῷ αἰωνίᾳ.

Ψαλμός ΡΛΘ’ 139 (Μασ. 140)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἐξελοῦ με, Κύριε, ἐξ ἀνθρώπου πονηροῦ, ἀπὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ρῦσαί με, 3 οἵτινες ἐλογίσαντο ἀδικίαν ἐν καρδίᾳ, ὅλην τὴν ἡμέραν παρετάσσοντο πολέμους· 4 ἠκόνησαν γλῶσσαν αὐτῶν ὡσεὶ ὄφεως, ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν. (διάψαλμα). 5 φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ ἀνθρώπων ἀδίκων ἐξελοῦ με, οἵτινες διελογίσαντο τοῦ ὑποσκελίσαι τὰ διαβήματά μου· 6ἔκρυψαν ὑπερήφανοι παγίδα μοι καὶ σχοινία διέτειναν, παγίδα τοῖς ποσί μου, ἐχόμενα τρίβους σκάνδαλα ἔθεντό μοι. (διάψαλμα). 7 εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εἶ σύ, ἐνώτισαι, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου. 8 Κύριε, Κύριε, δύναμις τῆς σωτηρίας μου, ἐπεσκίασας ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. 9 μὴ παραδῷς με, Κύριε, ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας μου ἁμαρτωλῷ· διελογίσαντο κατ᾿ ἐμοῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μήποτε ὑψωθῶσιν. (διάψαλμα). 10 ἡ κεφαλὴ τοῦ κυκλώματος αὐτῶν, κόπος τῶν χειλέων αὐτῶν καλύψει αὐτούς. 11 πεσοῦνται ἐπ᾿ αὐτοὺς ἄνθρακες, ἐν πυρὶ καταβαλεῖς αὐτούς, ἐν ταλαιπωρίαις οὐ μὴ ὑποστῶσιν. 12 ἀνὴρ γλωσσώδης οὐ κατευθυνθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς, ἄνδρα ἄδικον κακὰ θηρεύσει εἰς διαφθοράν. 13 ἔγνων ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν κρίσιν τῶν πτωχῶν καὶ τὴν δίκην τῶν πενήτων. 14 πλὴν δίκαιοι ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου, κατοικήσουσιν εὐθεῖς σὺν τῷ προσώπῳ σου.

Ψαλμός ΡΜ’ 140 (Μασ. 141)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου· πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ. 2 κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή. 3 θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. 4 μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις σὺν ἀνθρώποις ἐργαζομένοις τὴν ἀνομίαν, καὶ οὐ μὴ συνδυάσω μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτῶν. 5 παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει καὶ ἐλέγξει με, ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου· ὅτι ἔτι καὶ ἡ προσευχή μου ἐν ταῖς εὐδοκίαις αὐτῶν· 6 κατεπόθησαν ἐχόμενα πέτρας οἱ κριταὶ αὐτῶν· ἀκούσονται τὰ ρήματά μου ὅτι ἡδύνθησαν. 7 ὡσεὶ πάχος γῆς ἐρράγη ἐπὶ τῆς γῆς, διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτῶν παρὰ τὸν ᾅδην. 8 ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου· ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν ψυχήν μου. 9 φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι, καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν. 10 πεσοῦνται ἐν ἀμφιβλήστρῳ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί· κατὰ μόνας εἰμὶ ἐγὼ ἕως ἂν παρέλθω.

Ψαλμός ΡΜΑ’ 141 (Μασ. 142)

Συνέσεως τῷ Δαυΐδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ· προσευχή.

2 Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐδεήθην. 3 ἐκχεῶ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλῖψίν μου ἐνώπιον αὐτοῦ ἀπαγγελῶ. 4 ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου, καὶ σὺ ἔγνως τὰς τρίβους μου· ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐπορευόμην, ἔκρυψαν παγίδα μοι. 5 κατενόουν εἰς τὰ δεξιὰ καὶ ἐπέβλεπον, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐπιγινώσκων με· ἀπώλετο φυγὴ ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὴν ψυχήν μου. 6 ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ἡ ἐλπίς μου, μερίς μου εἶ ἐν γῇ ζώντων. 7 πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου, ὅτι ἐταπεινώθην σφόδρα· ρῦσαί με ἐκ τῶν καταδιωκόντων με, ὅτι ἐκραταιώθησαν ὑπὲρ ἐμέ. 8 ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου· ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδῷς μοι.

Ψαλμός ΡΜΒ’ 142 (Μασ. 143)

Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, ὅτε αὐτὸν ὁ υἱὸς καταδιώκει.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· 2 καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. 3 ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· 4 καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. 5 ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. 6 διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. (διάψαλμα). 7 ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. 8 ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· 9 ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον. 10 δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. 11 ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· 12 καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Ψαλμός ΡΜΓ’ 143 (Μασ. 144)

Τῷ Δαυΐδ, πρὸς τὸν Γολιάδ.

Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός μου ὁ διδάσκων τὰς χεῖράς μου εἰς παράταξιν, τοὺς δακτύλους μου εἰς πόλεμον· 2 ἔλεός μου καὶ καταφυγή μου, ἀντιλήπτωρ μου καὶ ρύστης μου, ὑπερασπιστής μου, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ ἤλπισα, ὁ ὑποτάσσων τὸν λαόν μου ὑπ᾿ ἐμέ. 3 Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι λογίζῃ αὐτῷ; 4 ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη, αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιὰ παράγουσι. 5 Κύριε, κλῖνον οὐρανοὺς καὶ κατάβηθι, ἅψαι τῶν ὀρέων, καὶ καπνισθήσονται. 6 ἄστραψον ἀστραπὴν καὶ σκορπιεῖς αὐτούς, ἐξαπόστειλον τὰ βέλη σου καὶ συνταράξεις αὐτούς. 7 ἐξαπόστειλον τὴν χεῖρά σου ἐξ ὕψους, ἐξελοῦ με καὶ ρῦσαί με ἐξ ὑδάτων πολλῶν, ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων, 8 ὧν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας. 9 ὁ Θεός, ᾠδὴν καινὴν ᾄσομαί σοι, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψαλῶ σοι 10 τῷ διδόντι τὴν σωτηρίαν τοῖς βασιλεῦσι, τῷ λυτρουμένῳ Δαυΐδ τὸν δοῦλον αὐτοῦ ἐκ ρομφαίας πονηρᾶς. 11 ρῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων, ὧν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας. 12 ὧν οἱ υἱοὶ ὡς νεόφυτα ἱδρυμένα ἐν τῇ νεότητι αὐτῶν, αἱ θυγατέρες αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι, περικεκοσμημέναι ὡς ὁμοίωμα ναοῦ, 13 τὰ ταμιεῖα αὐτῶν πλήρη, ἐξερευγόμενα ἐκ τούτου εἰς τοῦτο, τὰ πρόβατα αὐτῶν πολύτοκα, πληθύνοντα ἐν ταῖς ἐξόδοις αὐτῶν, 14 οἱ βόες αὐτῶν παχεῖς, οὐκ ἔστι κατάπτωμα φραγμοῦ, οὐδὲ διέξοδος, οὐδὲ κραυγὴ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῶν, 15 ἐμακάρισαν τὸν λαόν, ᾧ ταῦτά ἐστι· μακάριος ὁ λαός, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΜΔ’ 144 (Μασ. 145)

Αἴνεσις τοῦ Δαυΐδ.

Ὑψώσω σε, ὁ Θεός μου ὁ βασιλεύς μου, καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 2 καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 3 μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, καὶ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας. 4 γενεὰ καὶ γενεὰ ἐπαινέσει τὰ ἔργα σου καὶ τὴν δύναμίν σου ἀπαγγελοῦσι. 5τὴν μεγαλοπρέπειαν τῆς δόξης τῆς ἁγιωσύνης σου λαλήσουσι καὶ τὰ θαυμάσιά σου διηγήσονται. 6 καὶ τὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν σου ἐροῦσι καὶ τὴν μεγαλωσύνην σου διηγήσονται. 7 μνήμην τοῦ πλήθους τῆς χρηστότητός σου ἐξερεύξονται καὶ τῇ δικαιοσύνῃ σου ἀγαλλιάσονται. 8 οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος. 9 χρηστὸς Κύριος τοῖς σύμπασι, καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. 10 ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντα τὰ ἔργα σου, καὶ οἱ ὅσιοί σου εὐλογησάτωσάν σε. 11 δόξαν τῆς βασιλείας σου ἐροῦσι καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσι 12 τοῦ γνωρίσαι τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὴν δυναστείαν σου καὶ τὴν δόξαν τῆς μεγαλοπρεπείας τῆς βασιλείας σου. 13 ἡ βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ. 13α πιστὸς Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. 14 ὑποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς καταπίπτοντας καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατερραγμένους. 15 οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ. 16 ἀνοίγεις σὺ τὰς χεῖράς σου καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῷον εὐδοκίας. 17 δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. 18 ἐγγὺς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ. 19 θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται καὶ σώσει αὐτούς. 20 φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει. 21 αἴνεσιν Κυρίου λαλήσει τὸ στόμα μου· καὶ εὐλογείτω πᾶσα σὰρξ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ψαλμός ΡΜΕ’ 145 (Μασ. 146)

Ἀλληλούϊα· Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου.

Αἴνει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· 2 αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω. 3 μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία. 4 ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ. 5 μακάριος οὗ ὁ Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ, ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ 6 τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· τὸν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τὸν αἰῶνα, 7 ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις, διδόντα τροφὴν τοῖς πεινῶσι. Κύριος λύει πεπεδημένους, 8 Κύριος σοφοῖ τυφλούς, Κύριος ἀνορθοῖ κατερραγμένους, Κύριος ἀγαπᾷ δικαίους, 9 Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους· ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ. 10 βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ Θεός σου, Σιών, εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.

Ψαλμός ΡΜΣΤ’ 146 (Μασ. 147α)

Ἀλληλούϊα· Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου.

Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός· τῷ Θεῷ ἡμῶν ἡδυνθείη αἴνεσις. 2 οἰκοδομῶν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος, καὶ τὰς διασπορὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπισυνάξει, 3 ὁ ἰώμενος τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν καὶ δεσμεύων τὰ συντρίμματα αὐτῶν, 4 ὁ ἀριθμῶν πλήθη ἄστρων, καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν. 5 μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός. 6 ἀναλαμβάνων πρᾳεῖς ὁ Κύριος, ταπεινῶν δὲ ἁμαρτωλοὺς ἕως τῆς γῆς. 7 ἐξάρξατε τῷ Κυρίῳ ἐν ἐξομολογήσει, ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν ἐν κιθάρᾳ 8 τῷ περιβάλλοντι τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, τῷ ἑτοιμάζοντι τῇ γῇ ὑετόν, τῷ ἐξανατέλλοντι ἐν ὄρεσι χόρτον καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων, 9 διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν. 10 οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἵππου θελήσει, οὐδὲ ἐν ταῖς κνήμαις τοῦ ἀνδρὸς εὐδοκεῖ· 11 εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΜΖ’ 147 (Μασ. 147β)

Ἀλληλούϊα· Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου.

Ἐπαίνει, Ἱερουσαλήμ, τὸν Κύριον, αἴνει τὸν Θεόν σου, Σιών, 2 ὅτι ἐνίσχυσε τοὺς μοχλοὺς τῶν πυλῶν σου, εὐλόγησε τοὺς υἱούς σου ἐν σοί· 3 ὁ τιθεὶς τὰ ὅριά σου εἰρήνην καὶ στέαρ πυροῦ ἐμπιπλῶν σε· 4 ὁ ἀποστέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῇ γῇ, ἕως τάχους δραμεῖται ὁ λόγος αὐτοῦ· 5 διδόντος χιόνα αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον, ὁμίχλην ὡσεὶ σποδὸν πάσσοντος· 6 βάλλοντος κρύσταλλον αὐτοῦ ὡσεὶ ψωμούς, κατὰ πρόσωπον ψύχους αὐτοῦ τίς ὑποστήσεται; 7 ἐξαποστελεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ τήξει αὐτά· πνεύσει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ ρυήσεται ὕδατα. 8 ὁ ἀπαγγέλλων τὸν λόγον αὐτοῦ τῷ Ἰακώβ, δικαιώματα καὶ κρίματα αὐτοῦ τῷ Ἰσραήλ. 9 οὐκ ἐποίησεν οὕτως παντὶ ἔθνει καὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν αὐτοῖς.

Ψαλμός ΡΜΗ’ 148

Ἀλληλούϊα· Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου.

Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις. 2 αἰνεῖτε αὐτόν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ· αἰνεῖτε αὐτόν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ. 3 αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη, αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς. 4 αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. 5 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. 6 ἔστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται. 7 αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι· 8 πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ· 9 τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι· 10 τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά· 11 βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοί, ἄρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς· 12 νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων· 13 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ μόνου· ἡ ἐξομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ. 14 καὶ ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ· ὕμνος πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, λαῷ ἐγγίζοντι αὐτῷ.

Ψαλμός ΡΜΘ’ 149

Ἀλληλούϊα.

Ἄισατε τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν, ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων. 2 εὐφρανθήτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τῷ ποιήσαντι αὐτόν, καὶ οἱ υἱοὶ Σιὼν ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῶν. 3 αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν χορῷ, ἐν τυμπάνῳ καὶ ψαλτηρίῳ ψαλάτωσαν αὐτῷ, 4 ὅτι εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ καὶ ὑψώσει πραεῖς ἐν σωτηρίᾳ. 5 καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν. 6 αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν, καὶ ὔρομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν 7 τοῦ ποιῆσαι ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἐλεγμοὺς ἐν τοῖς λαοῖς, 8 τοῦ δῆσαι τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἐν πέδαις καὶ τοὺς ἐνδόξους αὐτῶν ἐν χειροπέδαις σιδηραῖς, 9 τοῦ ποιῆσαι ἐν αὐτοῖς κρῖμα ἔγγραπτον· δόξα αὕτη ἔσται πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ.

Ψαλμός ΡΝ’ 150

Ἀλληλούϊα.

Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ· 2 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ. 3αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ· 4 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ· 5 αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ. 6 πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. ἀλληλούϊα.

***

Ψαλμός ΡΝΑ’ 151

Οὗτος ὁ ψαλμὸς ἰδιόγραφος εἰς Δαυΐδ καὶ ἔξωθεν τοῦ ἀριθμοῦ· ὅτε ἐμονομάχησε τῷ Γολιάθ.

Μικρὸς ἤμην ἐν τοῖς ἀδελφοῖς μου καὶ νεώτερος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου· ἐποίμαινον τὰ πρόβατα τοῦ πατρός μου. 2 αἱ χεῖρές μου ἐποίησαν ὄργανον, καὶ οἱ δάκτυλοί μου ἥρμοσαν ψαλτήριον. 3 καὶ τίς ἀναγγελεῖ τῷ Κυρίῳ μου; αὐτὸς Κύριος, αὐτὸς εἰσακούσει. 4 αὐτὸς ἐξαπέστειλε τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἦρέ με ἐκ τῶν προβάτων τοῦ πατρός μου καὶ ἔχρισέ με ἐν τῷ ἐλαίῳ τῆς χρίσεως αὑτοῦ. 5 οἱ ἀδελφοί μου καλοὶ καὶ μεγάλοι, καὶ οὐκ εὐδόκησεν ἐν αὐτοῖς ὁ Κύριος. 6 ἐξῆλθον εἰς συνάντησιν τῷ ἀλλοφύλῳ, καὶ ἐπικατηράσατό με ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτοῦ· 7 ἐγὼ δέ, σπασάμενος τὴν παρ᾿ αὐτοῦ μάχαιραν, ἀπεκεφάλισα αὐτὸν καὶ ἦρα ὄνειδος ἐξ υἱῶν Ἰσραήλ.

ΤΕΛΕΙΑ ΕΞΑΡΧΗΣ – ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΤΙΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗ ΚΩΣΤΩΦ, ΦΥΣΙΚΟΥ

http://creationlifetruth.blogspot.com

http://earthage10000yearsold.wordpress.com

http://creationtruthorthodoxy.wordpress.com

CREATION TRUTH ORTHODOXY

iceland-2013-mk2-1955

ΤΕΛΕΙΑ ΕΞΑΡΧΗΣ

Ἀπό τό νέο αντιεξελικτικό βιβλίο

τοῦ Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστωφ, Φυσικού

ΒΙΒΛΟΣ & ΕΞΕΛΙΞΗ

τηλ. ἐπικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Πηγή:

http://www.truthtarget.gr

ΤΕΛΕΙΑ ΕΞΑΡΧΗΣ

Κύριος κορμός τῆς Θεωρίας τῆς Ἐξελίξεως εἶναι ἡ μετάβασι ἀπό τό ἕνα εἶδος στό ἄλλο. Ἡ Βίβλος, ὅμως, ὅπως καί οἱ πιστοί ἔχουν ἄλλη ἄποψι. Ὅτι τά διάφορα ὄντα εἶναι ἐξαρχῆς τέλεια, μή ἐπιδεόμενα καμμία ἀλλαγή, ἐκτός τῆς προσαρμογῆς στό περιβάλλον.

Τό βασικό Γραφικό χωρίο γιά τά δημιουργήματα εἶναι ἡ διαβεβαίωσι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὅτι εἶναι «καλά»(Γεν 1, 4, 8, 13, 19, 21, 25)· καί, συνολικά, ὅλη ἡ δημιουργία: «καλή λίαν»(31).

Παράλληλα χωρία: «Τά ἔργα Κυρίου πάντα ὅτι καλά σφόδρα… Τά ἔργα Κυρίου πάντα ἀγαθά καί πᾶσαν χρείαν ἐν ὥρᾳ αὐτῆς χορηγήσει»(ΣΣειρ 39, 16, 33).

«Τά μεγαλεῖα τῆς σοφίας αὐτοῦ ἐκόσμησε…· οὔτε προσετέθη οὔτε ἠλαττώθη»(ΣΣειρ 42, 21).

«Πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν»(Α´ Τιμ 4, 4): Ἀφοῦ πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν (ἐννοεῖται ἐξ ἀρχῆς), τότε ποιά ἡ ἀνάγκη νά ἐξελιχθῆ;

  • Τελειωμένα ἔργα: «Πρίν ἤ κτισθῆναι τά πάντα, ἔγνωσται Αὐτῷ, οὕτως καί μετά τό συντελεσθῆναι»(ΣΣειρ 23, 20).

«Ἐνευφραίνετο τήν οἰκουμένην συντελέσας, καί ἐνευφραίνετο ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων»(Πρμ 8, 31).

  • Ὅλα τ’ ἄστρα ἀπ’ τήν ἀρχή: «Ἐγώ ἐποίησα γῆν καί ἄνθρωπον ἐπ᾿ αὐτῆς, ἐγώ τῇ χειρί μου ἐστερέωσα τόν οὐρανόν, ἐγώ πᾶσι τοῖς ἄστροις ἐνετειλάμην (: ἔδωσα ἐντολή σ᾽ ὅλα τά ἄστρα)»(Ἡσ 45, 12).
  • «Ἐν κρίσει Κυρίου τά ἔργα αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς, καί ἀπό ποιήσεως αὐτῶν διέστειλε μερίδας αὐτῶν»(ΣΣειρ 16, 26).
  • «Προτέρα πάντων ἔκτισται σοφία καί σύνεσις φρονήσεως ἐξ αἰῶνος… Κύριος αὐτός ἔκτισεν αὐτήν καί εἶδε καί ἐξηρίθμησεν αὐτήν καί ἐξέχεεν αὐτήν ἐπί πάντα τά ἔργα αὐτοῦ»(ΣΣειρ 1, 4, 9). Τί σοφία ἐξέχεε στά διαμορφούμενα εἴδη;
  • «Αὐτός γάρ τήν ὑπ᾿ οὐρανόν πᾶσαν ἐφορᾷ εἰδώς (: γνωρίζοντας) τά ἐν τῇ γῇ πάντα, ἅ ἐποίησεν»(Ἰώβ 28, 24). Τί πάντα ἔβλεπε κατά τά ἑκατομμύρια χρόνια;
  • Ὁμοίως: «Ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτά ἔσται εἰς τόν αἰῶνα· ἐπ᾿ αὐτῷ οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καί ἀπ᾿ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν, καί ὁ Θεός ἐποίησεν, ἵνα φοβηθῶσιν ἀπό προσώπου Αὐτοῦ»(Ἐκκλ 3, 14).
  • Ἐν σοφίᾳ=τέλεια, καλά λίαν: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου»(Ψ 103, 24). Ὡραία σοφία στά διαμορφούμενα!
  • Διαβάζουμε: «Φθάνουμε στούς τελευταίους στίχους τοῦ κεφαλαίου (ΣΣολ 19, 18-22), πού ἀποτελοῦν καί τόν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου…

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Συγγραφέας, ζῶα χερσαῖα γίνονταν ὑδρόβια καί ὑδρόβια γίνονταν χερσαῖα. Πρόκειται γιά τούς βατράχους, ἀλλά καί γιά τά κτήνη τῶν Ἰσραηλιτῶν, πού διέβησαν τήν Ἐρυθρά θάλασσα»(ΣΣ, 233).

* * *

Γράφει ὁ Ἅγ. Ἐπιφάνιος: «Δέν ἐποίησε ἀτελῆ τόν οὐρανό, οὔτε ἀτελέστατη τή γῆ ἀλλά τελεία μέν τή γῆ τέλειο δέ τόν οὐρανό. (Τήν ὀνομάζει) δέ ἀόρατη καί ἀκατασκεύαστη τότε, λόγῳ τῆς μετέπειτα διακοσμήσεώς της ἀπ᾽ Αὐτόν. Ἐποίησε δέ τά πάντα διά τοῦ ἀληθινοῦ φωτός τοῦ ἀδημιούργητου καί ζωοποιοῦ, καί τό νερό καί ταυτόχρονα τό φῶς τό πρωτόκτιστο, ἔπειτα δέ τά ἐκ τῆς γῆς φυτά καί πρίν ἀπ᾽ αὐτό τό στερέωμα. Τίποτε δέν ἔγινε ἡμιτελές, ἀλλά ὅλα τέλεια. “Ἄς ἐξαγάγη ἡ γῆ βοτάνη χορταριοῦ, σπέρμα πρός σπορά μέ ὅμοιο τρόπο πάνω στή γῆ καί δένδρα καρποφόρα τῶν ὁποίων τό σπέρμα ὑπάρχει σ᾽ αὐτά ὅμοιο πάνω στή γῆ”(Γεν 1, 11). Βλέπεις ὅτι τά ὅσα ἀμέσως ἔγιναν, δέν χρειάζονταν καμμία ἐνέργεια ἐπιπλέον γιά νά αὐξηθοῦν, ἀλλά, σάν νά ποῦμε, ὁλοκληρωμένα καί τέλεια βρέθηκαν ἀμέσως μετά τό πρόσταγμα; Στόν ἄνθρωπο, ὅμως, πού ἐπιδόθηκαν ὑπό τήν ἐξουσία του καί σέ κυριότητά του σπερματικῶς, δέν παραδόθηκαν τέλεια γιά νά γνωρίζη ὁ ἄνθρωπος πάντοτε τόν εὐεργέτη καί Αὐτόν πού παρέχει τό εἶναι σέ ὅλα καί εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα καί παρέχει τίς ἐπιδόσεις κάθε δημιουργίας γιά νά συσταθοῦν ὅλα ὅσα χρησιμεύουν στόν ἄνθρωπο.

Διά τοῦ σπέρματος παρέδωσε σ᾽ αὐτόν ὡς βάσι τῆ γῆ, σάν νά ποῦμε (τόν ἔκανε) προϊστάμενο καί τοῦ τήν παρέδωσε ὡς μήτρα, ὥστε μέ τήν ἀνάπτυξι τῶν ὅσων ἔγιναν τέλεια ἀπ᾽ τό Θεό, ὅσων, δηλαδή, σπέρνονται στή γῆ μέ τή σοφία του ὅπως π.χ. δένδρα καί ἄλλα γεννήματα, αὐτός μέν ἕνα-ἕνα παίρνοντάς τά ὡς ψηφίδα ἀπ᾽ τά τέλεια, τοποθετώντας τα μέσα στή γῆ, νά προσδέχωνται ὅσα δίνει ὁ τέλειος Θεός πρός αὔξησι, γιά νά αὐξάνωνται ἐξωτερικά τά σπαρμένα ἀπ᾽ αὐτόν. Γιά νά μήν, ἀγνοώντας τό χορηγό τῆς αὐξήσεως, θεωρήση τόν ἑαυτό του δημιουργό καί ξεπέση ἀπ᾽ τήν ἀλήθεια. Πράγματι, ἄν καί φύτευσε ὁ Νῶε ἀμπέλι δέν ἔχει γραφῆ ὅτι εἶναι φυτουργός ἀλλά: “Ὑπῆρξε ἄνθρωπος γεωργός”(Γεν 9, 20). Διότι ἄλλος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος παρέχει τά αὐθεντικά στούς ἀπογόνους, ἄλλος δέ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔλαβε ἀπό Αὐτόν καί πού τοῦ ἐμπιστεύθηκαν τή γεωργία, ὥστε ὁ μέν ἕνας νά καλλιεργῆ ὅσα ὁλοκληρώνονται μέ τήν αὔξησι, ὁ δέ Θεός νά παρέχη τήν τελειότητα μέ τήν ἀπό Αὐτόν αὔξησι τῶν δημιουργημένων ἀπ᾽ τόν Ἴδιο καί αὐξανομένων σέ τελειότητα. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά ζῶα καί τά πτηνά, τό ἴδιο καί μέ τά κτήνη καί τά ἑρπετά καί τά θαλασσινά: ὅλα στήν ἀρχή ἔγιναν τέλεια μέ τήν προσταγή τοῦ Θεοῦ. Μέ τή θέλησι δέ τῆς Σοφίας χρειάζονται τώρα αὔξησι γιά τή διανοητική ὠφέλεια τοῦ ἀνθρώπου πού δεσπόζει στῆ γῆ, ὥστε νά γνωρίζη τόν ἐπί πάντων Θεό, τό χορηγό τῶν σπερμάτων καί τίς ἐπιδόσεως τῶν αὐξήσεων ἀπ᾽ Αὐτόν πού εἶναι Θεός καί Κύριος. Πράγματι, ὅσα εἶναι στόν οὐρανό καί δέν σπέρνονται ἀπό χέρια ἀνθρώπου καί δέν γεννοῦν οὔτε γεννιοῦνται, τά ἄφησε ὁ Θεός στήν τελειότητα. Διότι δέν κατέπιπταν στή διάνοια τοῦ ἀνθρώπου πρός ἐπιβουλή καί μανία κενοδοξίας, ὅπως π.χ. θά λέγαμε γιά τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί τά ἄστρα»(PG 42, 568).

  • Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος σημειώνει: «Ξαφνικά ὁ Θεός μόνο μέ τή θέλησί Του ἀπό τήν ἀνυπαρξία ὁδήγησε τά πάντα στήν ὕπαρξι καί κάθε πρᾶγμα παρουσιάστηκε μπροστά Του τέλειο»(ΙΣ, 300).
  • Γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Εἶπε μόνο “νά βλαστήση ἡ γῆ”(Γεν 1, 11) καί ἀμέσως τή διήγειρε νά γεννήση. Τώρα λέει, “νά παραγάγουν τά ὕδατα”(Γεν 1, 20). Βλέπεις, πόσο κατάλληλα εἶναι τά προστάγματά Του; Ἐκεῖ “νά βλαστήση”, ἐδῶ, “νά παραγάγουν τά ὕδατα”, λέει, “ζωντανούς ὀργανισμούς”(Γεν 1, 20). Ὅπως εἶπε στή γῆ μόνο, νά βλαστήση, καί προέκυψε πολύμορφη ποικιλία ἀνθῶν, βοτανῶν, καί σπερμάτων καί μέ ἕνα λόγο τά πάντα ἦρθαν στήν ὕπαρξι, ἔτσι κι ἐδῶ εἶπε “νά παραγάγουν τά ὕδατα ζωντανούς ὀργανισμούς καί πτηνά πού νά πετοῦν πάνω ἀπό τή γῆ πρός τό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ”(Γεν 1, 20) καί ἀμέσως τόσα πολλά εἴδη ἰχθύων καί τόσο μεγάλη ποικιλία πτηνῶν ἦρθαν στήν ὕπαρξι, ὅσα δέν εἶναι δυνατόν νά τά ἀπαριθμήση κανείς οὔτε μέ τό λόγο. Καί ἦταν ὁ λόγος σύντομος καί ἡ φράσι μία, τά δέ εἴδη τῶν ζώων διάφορα καί ποικίλα. Μή παραξενεύεσαι, ἀγαπητέ, διότι ὁ λόγος ἦταν τοῦ Θεοῦ καί ἡ φράσι Του χάρισε τήν ὕπαρξι στά δημιουργήματα. Βλέπεις, πῶς ὅλα γενικά ἀπ᾽ τό μηδέν τά φέρνει στή ζωή;»(PG 53, 64). Τό χρῶμα στό παράθεμα αὐτό εἶναι: παρόντα μέ τό πρόσταγμα ὅλα τά εἴδη.

 * * *

Γράφει ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Σέ ὅλα, ὅσα δημιούργησε ὁ Κύριος, προπορευόταν ὁ λόγος, δηλαδή αἰτία καί τέλος καί σκοπός ὑψηλός καί μεγάλος, καί κανένα ἔργο δέν ἔγινε ἀπό Αὐτόν χωρίς λόγο καί ματαίως»(ΚΧ, 105).

  • Ὁ μακαριστός π. Δανιήλ Γούβαλης σημειώνει: «Τί νά εἶναι αὐτοί οἱ λόγοι τῶν ὄντων; Ὁπωσδήποτε τό θέμα εἶναι δύσληπτο. Γιά νά τό προσεγγίσουμε χρειάζεται νά μιλήσουμε πρῶτα γιά τό Λόγο (μέ λάμδα κεφαλαῖο).

Λόγος εἶναι τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς θεότητος. Ὁ μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο, “ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος…”. Πῶς θά ἐννοήσουμε ἐδῶ τό Λόγο;

Θά τόν δοῦμε μέ τρεῖς ἔννοιες. Πρῶτα σάν Αἰτία. Αἰτία ἀπό τήν ὁποία προῆλθαν τά πάντα, ἀφοῦ “πάντα δι᾽ Αὐτοῦ ἐγένετο”. Πανταιτία. Δεύτερον σάν Λογική. Σάν ὑπέρτατη Λογική καί Σοφία. Ἀκόμη καί στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Υἱός χαρακτηρίζεται σάν σοφία τοῦ Θεοῦ. Σοφία προσωπική καί ἐνυπόστατη (πρβλ. 8ον κεφ. Παροιμιῶν: “Ἡνίκα Κύριος ἰσχυρά ἐποίει τά θεμέλια τῆς γῆς, ἐγώ ἡ Σοφία ἤμην παρ᾽ αὐτῷ ἁρμόζουσα κ.λ.π.”). Τρίτον σάν Ὁμιλία, ἀφοῦ δι᾽ αὐτοῦ ὀμιλεῖ ὁ Πατήρ καί ἐξαγγέλλει τή βουλή του, πρᾶγμα πού ἐπισημαίνει καί ὁ προφήτης Ἡσαΐας μέ τό χαρακτηρισμό, “μεγάλης βουλῆς ἄγγελος”. Κατά θαυμαστό τρόπο στά θεολογικά κείμενα οἱ λόγοι τῶν ὄντων συμπίπτουν ἐννοιολογικά. Παρουσιάζονται ὅμοια μέ τρεῖς ἔννοιες. Δηλαδή σάν αἰτίες πού δημιούργησαν τά ὄντα. Αὐτοί ἀποτελοῦν τή βάσι τῆς οὐσίας ὅλης τῆς κτίσεως. Αὐτοί μορφώνουν τό κτιστό Εἶναι. Σάν λογικά καί σοφά νοήματα πού κρύβονται μέσα στήν κτίσι καί τή νοηματοδοτοῦν. Καί σάν φωνές καί ὁμιλίες πού κηρύττουν τά θεϊκά μεγαλεῖα. Μέ ἄλλα λόγια, κατά τή θεολογική ἀντίληψι, οἱ λόγοι τῶν ὄντων ἀποτελοῦν ἐνέργειες καί δυνάμεις καί ἐκφάνσεις τοῦ Λόγου»(ΓΔ, 154).

* * *

Ὁ Ἀπ. Φράγκος σημειώνει: «Ἀπό τό βιβλίο τῆς Γενέσεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού εἶναι καί ἀπεδείχθη ἀπό τίς ἀρχαιολογικές ἔρευνες ἱστορικό βιβλίο, πληροφορούμεθα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού πρωτοεμφανίστηκαν στή γῆ πάντοτε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς γνώριζαν τήν καλλιέργεια τῆς γῆς καί τήν κτηνοτροφία. “Καί ἐξαπέστειλεν αὐτόν Κύριος ὁ Θεός ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη”(Γεν 3, 23). Γνώριζαν ἐπίσης τήν κτηνοτροφία· “καί ἐγένετο Ἄβελ ποιμήν προβάτων, Κάιν δέ ἦν ἐργαζόμενος τήν γῆν”(Γεν 4, 2), καθώς καί τήν κατασκευή κατοικιῶν καί πόλεων· “καί ἦν οἰκοδομῶν πόλιν”(Γεν 4, 17). Ἐγνώριζαν μουσική καί κατασκευή ἐργαλείων· “καί ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἰουβάλ· οὗτος ἦν ὁ καταδείξας ψαλτήριον καί κιθάραν”(Γεν 4, 21) καθώς “Σελλά δέ καί αὐτή ἔτεκε τόν Θόβελ, καί ἦν σφυροκόπος χαλκεύς χαλκοῦ καί σιδήρου”(Γεν 4, 22).

Ἀπό τίς μαρτυρίες αὐτές προκύπτει σαφῶς, ὅτι οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι πάνω στή γῆ γνώριζαν ὅλες σχεδόν τίς μορφές ἐκμεταλλεύσεως τῆς γῆς καί τοῦ φυσικοῦ πλούτου γιά τή διαβίωσί τους»(περ. Σο, Σ ᾽94, 270).

  • Τά ἴδια συμπεράσματα ἐξάγονται καί ἀπό μία φράσι τοῦ Κυρίου: «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τόν ἄρτον σου»(Γεν 3, 19). Ὁ ἄρτος προϋποθέτει γνώσεις μετεωρολογίας (τό πότε θά γίνη ἡ σπορά καί ὁ θερισμός), ἐδαφολογίας, ἀρόσεως, θερισμοῦ, λιχνίσματος, ἀλέσεως, ψησίματος (φωτιᾶς) κλπ.! Ἀνθρωπίνως αὐτά ἦταν ἄγνωστα στόν πρῶτο ἄνθρωπο. Εἶναι θεοδίδακτα!
  • Καί θά τελειώσουμε μέ τόν καθηγ. Στέργιο Σάκκο: «Ὁ Ἀδάμ γέννησε τό Σήθ “κατά τήν ἰδέαν αὐτοῦ καί κατά τήν εἰκόνα αὐτοῦ”(Γεν 5, 3). Αὐτό θά πῆ ὅτι ὁ Σήθ στήν καμωσιά ἦταν ἴδιος μέ τόν πατέρα του. Πιό βαθειά, ἐννοεῖ, ὅτι καί οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σήθ κι ἐμεῖς σήμερα σάν ἄνθρωποι καί σάν φυσικά ὄντα εἴμασθε ἴδιοι μέ τόν Ἀδάμ, ἤ ὅτι ὁ πρωτόπλαστος ἄνθρωπος ἦταν ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς. Ἐξαιρεῖται βέβαια ἡ ἀναμάρτητη καί ἄφθαρτη κατάστασι, στήν ὁποία ζοῦσε ὁ Ἀδάμ πρίν παραβῆ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό τό ἔγραψε τό Πνεῦμα τό ἅγιο, γιά νά μή νομίσουμε, ὅπως πολλοί εἰδωλολάτρες τῆς ἀρχαιότητος ἤ πολλοί ψευτοεπιστήμονες τῆς ἐποχῆς μας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι στήν ἀρχή ἦταν ἀλλιώτικοι ἤ τεράστιοι σέ διαστάσεις, ἤ ὅτι προερχόμασθε ἀπό τέρατα μέ παράδοξες μορφές ἤ ἀνύπαρκτα κτήνη. Βλέποντας ἕνα σημερινό ἄνθρωπο, βλέπουμε πῶς ἀκριβῶς ἦταν ὁ Ἀδάμ. Τά ἄλλα, εἴτε μυθολογικές ἀφηγήσεις τῶν ἀρχαίων λαῶν εἴτε δῆθεν συμπεράσματα σημερινῶν “ἐρευνῶν”, εἶναι παραμύθια σύμφωνα μέ τίς ὀρέξεις τῶν ἀνθρώπων»(περ. Σο, Ἰλ. 1979, 196).

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΙ

Περί Ἐξελίξεως 2

ΕΚΔ. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Σταμάτα 2014

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

τηλ. επικοινωνίας & παραγγελιών 2108220542

Email: truthtarget@gmail.com

TODAY JANUARY 13, 2015: FATHER PAISIOS THE MONK OF HOLY MOUNT ATHOS OF GREECE (+1994) HAS BEEN CANONIZED AS A SAINT! – FEAST DAY JULY 12

181871.x

http://australiasaintpaisiosofmyheart.wordpress.com

AUSTRALIA & SAINT PAISIOS OF MY HEART

ee49c08e76790fd9911a6c4315c185f9_85292

https://ex2x2lettersfromgreece.wordpress.com/?s=PAISIOS

Today January 13, 2015

Father Paisios the monk of Holy Mount Athos of Greece

has been canonized as a Saint!

SAINT PAISIOS OF MOUNT ATHOS, GREECE (+1994)

Feast Day July 12

images

ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ: ΣΗΜΕΡΑ 13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015, ΑΝΑΚΗΡΥΧΘΗΚΕ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΓΙΟΣ Ο Π. ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (+1994)

http://australiasaintpaisiosofmyheart.wordpress.com

AUSTRALIA & SAINT PAISIOS OF MY HEART

images

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/?s=%CE%A0%CE%91%CE%AA%CE%A3%CE%99%CE%9F%CE%A3

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/?s=PAISIOS

Αγιοκατάταξη Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου:

Σήμερα 13 Ιανουαρίου 2015,

ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994)

Εορτάζει στις 12 Ιουλίου