10 things Orthodox Christians would like you to know:

1) We don’t worship Mary.  We hold her in a place of esteem because of her singularly unique role as the birthgiver of Jesus Christ.  Orthodox Christians state and affirm over and over again throughout the worship services that God alone is the only One to Whom worship is due.

2) We don’t worship icons.  Icons are like a family photo album.  Just as in our own families, where we keep the pictures of our loved ones who have departed this life on shelves and hanging on walls, we also keep the pictures of the members of our larger Christian family around, particularly those members of our Christian family who have led exempliary lives.  The word icon only means “image” or “picture”.

3) When we talk about tradition, we don’t mean the traditions of men, we mean Holy Tradition.  The traditions that the Church has taught have always been those that have been led by the Spirit.  It was the tradition of the Church that gave us the New Testament and, the New Testament also continues to inform that traditon.  It is cyclical and not mutually exclusive.

4) Orthodox Christianity is not “works” based.  It always takes the grace and will of God to bring about our salvation.  We do good works because it is the outpouring of the joy that we experience through living Christ-centered lives and because it is an expression of righteous living and of love for God and neighbor.  There are no “points” earned by doing good works.

5) There’s no such thing as the Byzantine Empire.  This was a term invented by French scholars retroactively during the rennaisance.  Constantine moved the capital of the empire to the east and Constantinople became known as New Rome.  Though portions of the Western half of the Roman Empire fell, the Eastern half continued for over a thousand years after the Goths sacked Rome.  Those living in the Eastern part of the Roman Empire did not think of themselves as “Byzantines” or even Greeks.  They were Romans.  Even today, the Turks still refer to Orthodox Christians living in Turkey as “Roman”.

6) “True” Christianity did not disappear when the Church received legal recognition from the Roman Government.  Faithful, pious and righteous Christians continued to live in faith and suffer martyrdom and persecution.  The Church thatwas founded by Jesus Christ, and its theology, remained intact.  Those who became frustrated with government intervention in Church life struggled to maintain the purity of the church’sdoctrine and life.  However, since the Church continued to adhere to its basic teachings without dilution, it was necessary for pious believers to continue their struggle within the church.  It was believed that no person had the right to create or invent his or her own church.  It is also significant to mention that the Orthodox Church continues to bear much fruit.  If losing one’s life, or martyrdom, is the ultimate expression of one’s devotion to Christ, there has never been a more fruitful time within the Church.  There were more Christian martyrs in the 20th century than all previous centuries of Christian history combined.  Most of these martyrs were Orthodox Christians who refused to renounce their faith.

7) The Orthodox Church is not a denomination nor is it “non-denominational”.  It is pre-denominational.  The Church was without break or separation for more than 1,000 years.  The Orthodox Church did not break away from any other group.  The Orthodox Church continued right along up to this day.  In fact,groups that refer to themselves as “non-denominational” because they are free standing churches, not connected with any larger mainline protestant confessions, are, in fact, denominations.  Since a denomination means a breaking down of the whole or a separation, they are simply denominationsconsisting of one parish.

8) Yes, the Orthodox are “Bible believing” Christians.  Almost everything within Orthodox worship comes directly from the Bible, both Old and New Testaments.  There is probably more Bible read on a single Sunday Morning in Orthodox Worship than in an entire year in most other churches.

9) Orthodox Christianity is not an exotic form of Roman Catholicism.  While both Churches have organized worship, the life, practice and doctrine of the Roman Catholics and The Orthodox are quite different.  The Orthodox view the Pope as the bishop of Rome, not a supreme leader of the entire Church.  And, because, in the eyes of the Orthodox, the Pope has stated that his authority is over the entire Church, The Orthodox are not currently in communion with Rome.  Roman Catholic doctrinal principles such as the Immaculate Conception of Mary, Papal Infallibility, Transubstantiation of Holy Communion, and Original Sin are absent from the Orthodox Church.  These perspectives took root in the Roman Catholic Church after East and West went their separate ways.

10) Jesus Christ, our Lord and Savior, is the head of the Orthodox Church: not Luther, not Calvin, not Wesley.  The Orthodox Church can trace the lineage of the ordinations of its clergy all the way back to Christ Himself with unbroken continuity.  Orthodox Christianity has remained faithful to Christ not only doctrinally but also historically.

With these things said, The Orthodox are not trying to convert you.  We believe in tolerance of other faiths, and this has been written so that those of you who may come from other backgrounds might be more tolerant of us.  Please don’t write us off.  Learn what we really think, do and believe before deciding without sufficient knowledge.  We’re believers.  We don’t preach false doctrine.  We accept the Bible as the Word of God.  Simply put, we struggle within the boundaries of the church to always be as good of an expression of the Kingdom of God on earth as possible.  This is because Christ created one Church and prayed that It would remain one.  We believe it is our sacred duty to preserve this oneness.  We are not allowed to whimsically create a new church whenever we are upset.  If we don’t like what’s happening in our Church, we don’t leave.  We risk persecution, even to death, to protect the faith because that’s what Christ did when He created The Church.

by Daniel Miles, USA







Σωτηρία αλλοδόξων και αλλοθρήσκων

Από το βιβλίο Πίστη & Λογική

Ο Αρχιμ. Ιωάννης Κωστωφ απαντάει στις

ερωτήσεις του Μανώλη Μελινού



Μανώλης Μελινός: … Ας πάμε ,όμως τώρα σε ένα άλλο ερώτημα: ακούμε κατά καιρούς πολλούς να λένε το εξής απλό και πολύ λογικό για τους μη θεολόγους μερικές φορές: « Καλά εμείς οι Χριστιανοί έχουμε την Πίστη μας, την ορθή Πίστη ,την Εκκλησία μας, την Αποκάλυψη του Κυρίου . Είμαστε μέσα στο αυλάκι της σωτηρίας, της Βασιλείας των Ουρανών… »

π. Ἰωάννης: Αν προσέξουμε…

Μ.Μ : Φυσικά, εξυπακούεται. Τι γίνεται, ὅμως.  με τους Βουδιστές, τι γίνεται με τους Ἰνδουϊστές κλπ., για να μην πάω σε άλλες Ομολογίες Χριστιανικές, ας μιλήσουμε για άλλες θρησκείες. Αυτοί δεν θα πάνε στον Παράδεισο; Τι κριτήρια θα έχει ο Θεός για αυτούς; Μόνον εμείς θα κριθούμε και ανάλογα ή θα προαχθούμε , να το πω έτσι ή θα απορριφθούμε; Με αυτούς τι γίνεται; Δεν υπάρχει σωτηρία;

π.Ι : Βεβαίως και μπορεί να υπάρξει σωτηρία. Το θέμα τοποθετείται ως εξής: Κάποιος που γνώρισε το Χριστιανισμό και βαπτίσθηκε, θα κριθεί βάσει του νόμου της Χάριτος. Κάποιος όμως που ζει στη Μαδαγασκάρη ,για παράδειγμα, στη Σουμάτρα ή στο Βόρνεο, στη Νότιο Αμερική , στο Β. Πόλο, οπουδήποτε δεν έχει κηρυχθεί το Ευαγγέλιο, αυτός θα κριθεί σύμφωνα με αυτό το οποίο αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή: Θα κριθεί βάσει του νόμου της συνειδήσεώς του: « όταν οι εθνικοί – που δεν έχουν γραπτό ηθικό νόμο- τηρούν εκ φύσεως τις διατάξεις του νόμου, σε αυτούς, μολονότι δεν έχουν γραπτό νόμο, νόμος είναι ο εαυτός τους. Αυτοί αποδεικνύουν ότι έχουν το έργο του νόμου γραπτό στις καρδιές τους » ( βʼ 14 – 15 ) . Ο Θεός έχει βάλει, λοιπόν, σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, οπουδήποτε και αν βρίσκονται πάνω στην γη, αυτό το αδέκαστο δικαστήριο…

Μ.Μ: Τον έμφυτο ηθικό νόμο…

π.Ι: Τον έμφυτο ηθικό νόμο, ναι, και βάσει αυτού του νόμου θα κριθούν. Αν πορεύθηκαν σύμφωνα με τον έμφυτο ηθικό νόμο σωστά, θα μπουν στον Παράδεισο. Αν όχι, δεν θα μπουν στον Παράδεισο.

Βέβαια θα υπάρχει- σύμφωνα με το « αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη » ( Αʼ Κορ. ιεʼ 41 ) – διαβάθμιση στον Παράδεισο, όπως εξάλλου και στην Κόλαση. Οι άνθρωποι άλλων θρησκευμάτων , λόγω των καλών πράξεων τις οποίες θα πράξουν, θα μπουν στον Παράδεισο, αλλά δε θα απολαύσουν αυτά τα οποία θα απολαύσει π.χ. ο Απ. Παύλος ή ο Άγιος Μακάριος.

Μ.Μ: Γιατί π. Ιωάννη. Δεν είναι « άδικο » αυτό;

π.Ι: Δεν είναι άδικο διότι κρίνονται και ευκολότερα. Ο Χριστιανισμός είναι πολύ δύσκολος με τις εντολές τις οποίες έχει. Αυτό εξάλλου- για να κάνουμε μια παρέκβαση- αποδεικνύει λόγω και της πληθύος των πιστών την αλήθεια του. Αν κάποιος θέλει να τραβήξει οπαδούς, δεν τους λέει αρνητικά πράγματα. Αντιθέτως , τους τάζει « λαγούς με πετραχήλια ».

Μ.Μ: Κολακεύει δηλαδή…

π.Ι: Ακριβώς . Αυτά, όμως, τα οποία είπε ο χριστός στους μαθητές Του ήταν : « Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε ( Ιω. ιεʼ 20 ) κι ένα σωρό τέτοια πράγματα ,που είναι αποτρεπτικά να τραβήξεις τον κόσμο κοντά σου. Το ότι λέει τέτοια πράγματα και παρόλα αυτά έρχονται οι άνθρωποι κοντά του, αυτό αποδεικνύει ότι είναι αλήθεια ο Χριστιανισμός.

Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα μας σχετικά με τους αλλοθρήσκους. Δεν είναι τόσο « τυχερός » ο Χριστιανός ,διότι από τους Χριστιανούς ζητάει πολύ περισσότερα ο Χριστός. Και θα πάνε σε κατώτερη θέση από τους αλλοθρήσκους, αν δεν πράττουν αυτά τα οποία ζητάει ο Χριστός. Οι άλλοι δεν θα κριθούν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο , αλλά ευκολότερα.

Μ.Μ: Ενός ανθρώπου δηλαδή, ο οποίος θα κριθεί σύμφωνα με τον έμφυτο ηθικό νόμο , το πολύ-πολύ να του καταλογίσει ο Θεός, την πράξη της μοιχείας, για παράδειγμα.

π.Ι: Ναι , ενώ ο Χριστιανός θα κριθεί πολύ πιο αυστηρά. Ακόμα για ένα πονηρό βλέμμα π.χ.

Μ.Μ: « Εν λόγω , έργω και διανοία » δηλαδή…

π.Ι: Ακριβώς. Θα είναι και περισσότερα τα οφέλη για τον Χριστιανό , αλλά θα είναι και αυστηρότερο το κριτήριο και δυσκολότερος ο αγώνας του. Όλα είναι δίκαια. Ο Θεός είναι ακριβοδίκαιος . Όπως λέει ο π. Παϊσιος από το Άγιο Όρος , « Ο Θεός δεν έχει ούτε δυο ζυγαριές όμοιες. Τον κάθε άνθρωπο θα τον ζυγίσει με την δική του ζυγαριά » . Ανάλογα με το που γεννήθηκε ,σε τι περιβάλλον βρέθηκε, τους γονείς δηλαδή, το σχολείο, το κράτος, το θρήσκευμα, την ιδιαιτερότητα του καθενός προσώπου. Ο Θεός δεν κάνει λάθη.

Ο μακαρίτης ο Χρήστος Ανδρούτσος , ο καθηγητής της Δογματικής, έλεγε ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη ασφαλής οδός σωτηρίας. Δεν είναι η μόνη οδός σωτηρίας, αλλά είναι η μόνη ασφαλής οδός.

Και ο π. Ιωήλ ο Γιαννακόπουλος μας δίνει ένα εποπτικό παράδειγμα , για να κατανοήσουμε καλύτερα τη ρήση αυτή του Ανδρούτσου: Μας λέει: Στον ανταρτοπόλεμο υπήρχε μια ασφαλής οδός που ένωνε την Καλαμάτα με την Αθήνα : εκείνη με την τεθωρακισμένη φάλαγγα. Υπήρχαν βέβαια και άλλα μονοπάτια, από τα οποία μετέβαιναν οι άνθρωποι από τη μια πόλη στην άλλη. Δεν ήσαν όμως ασφαλή. Έτσι ακριβώς και με την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους αλλοδόξους και ετεροθρήσκους.

Να τονίσουμε, όμως, ότι, αν κάποιος έχει βαπτισθεί Ορθόδοξος και γίνει εκ τρων υστέρων αιρετικός ή, πολύ περισσότερο αλλόθρησκος, αυτός δεν πρόκειται επ ʽ ουδενί να σωθεί παραμένοντας στη νέα αυτή πίστη, όσα καλά έργα κι αν κάνει. Άλλο πράγμα να είσαι Βουδιστής ή Ἰνδουϊστής και να μη γνωρίσεις το Χριστό κι άλλο πράγμα να αρνηθείς το Χριστό, για χάρη του Βούδα ή του Σίβα.

Αυτά, σχετικά με τη σωτηρία των άλλων. Το κύριο ωστόσο , είναι να προσέξουμε πως θα σωθούμε εμείς…


Ἀρχιμ. Ἰωάννης Κωστώφ

Πίστη & Λογική

Ὁ Ἀρχιμ. Ἰωάννης Κωστώφ ἀπαντά στις ἐρωτήσεις τοῦ Μανώλη Μελινοῦ

Αʼ ταξίδι 1993

Νέο Δρομολόγιο 2002






Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

ο Άγιος της Πλατείας Ομονοίας της Αθήνας, +1991



Γράφει η Μάρω Σιδέρη για τον νέο ανακηρυγμένο Άγιο Πορφύριο τον Πνευματικό Πατέρα στην Πλατεία Ομονοίας της Αθήνας γιά 33 χρόνια, ο οποίος κοιμήθηκε το 1991 και στις 27 Νοεμβρίου 2013 ανακηρύχθηκε επίσημα από την Ορθόδοξη Εκκλησία Άγιος και η μνήμη του είναι στις 2 Δεκεμβρίου:

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του  τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω  συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως  τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε  μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι  με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί  ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις  αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με  τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου,  μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή  και πάντα με  την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα,  με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…

Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα  περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη.  Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω  όμως ότι όταν  βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί,  έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν  κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς  με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν   άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε  να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;»  με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας  είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10,  πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»

Από  τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε!  Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος  μα παραμένει  ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί  την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που  δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας  που  δε μου απαντά  όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν  από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει  πάντα  όταν του μιλάω  απλά  ως Μάρω…





Photos: Papua New Guinea


Orthodox priest survives

tropical hell of Papua New Guinea

Archpriest Nikolai Nesprava is known in as “extreme father.” In the summer of this year, he traveled to the jungle of Papua New Guinea. The priest wanted to get acquainted with the life of aboriginal people, who live under the laws of the Stone Age and practice cannibalism. Pravda.Ru interviewed the priest upon his return home.

“How were you welcomed by the tribes of Papua New Guinea?” 

“The communication with the Papuans was an amazing experience of communication with the people, whose language we don’t know. There is a gap of thousands of years between us, because they still live in the Stone Age. But the people could understand me. There is a language that is understandable to all humans. This is the language of sincerity, mercy and love. Those people could understand this language very well.

“Warriors are always armed there. When we were trying to approach them we could see the muscles of their arms and chests pulsating. They are very cautious, and they are ready to respond to attacks any moment. Then we started communicating with them, and they put down their bows and arrows. I can’t say that I was happy with everything. On the one hand, I returned alive and practically healthy. On the other hand, when I was looking at the photos that we had taken, I realized that I had not photographed many remarkable moments. I had to throw myself on the ground to take amazing photos.”

“You wrote that the first several days in Papua New Guinea were like hell to you.”

“By the first night of my stay there, the soles of my shoes were deformed, and my legs were aching terribly. I used to serve in special forces and I always thought of myself as a physically prepared man. The jungle was extremely hard for me, though, to my own surprise.””The jungle is usually referred to as “tropical paradise.” As a matter of fact, this is real tropical hell. A local tribe builds homes on pales, up to 30 meters high, and they do it to save themselves from the water that always falls down on their heads from above. The people live in those homes together with their pigs and dogs. During two weeks of our stay there, we saw sunlight for about an hour and that was it. If we had to walk through the jungle, we would be walking through water. We could hardly catch up with the people walking in front of us. Those people were walking naked and barefoot. I was wearing a special military costume, which would always save me in various extreme situations. In the jungle, it was a torture to wear it because it was too hot. When I tried to take it off, I immediately discovered that there were so many plants around that would cut my skin like a knife.



Map of Papua New Guinea

“What are your impressions of the work of Western missionaries? How do they communicate with the Papuans?”

“The missionaries don’t live in the tropics with the Papuans. A white person will not be able to survive there if they stay there for a long time. The missionaries have offices in the cities, from where they sometimes travel to the jungle to communicate with local tribes. It is very hard for many Europeans to realize that the gap between us and the Papuans is incredible. Many tribes discovered that there was some other forms of life in the world only 20-30 years ago. There is a cultural abyss between the modern world and those people living in the Stone Age. They still are unable to see themselves in the modern world.”

“However, they have such a modern phenomenon as elections. I was very amused by their preelection posters. The faces of the candidate are different, but the slogan is the same – “Go Papua!” A local governor, a Papuan, has a gorgeous house surrounded with a steel fence. There are no roads in the country, but the governor has a Toyota. This reminded me of something.”

“To which extent can the lifestyle of one tribe be different from the life of another?”

“Different tribes live differently. Some of them are isolated from the civilization entirely. Others live in the woods, but have contacts with civilization. The parents of Dani tribe don’t wear any clothes, but they send their children to study at missionary schools. Bright kids can then travel to larger islands of Indonesia to continue their studies there. The state makes investments in the development of this territory, but the Papuans do not want to work.”

“Are there any traces of civilization in that exotic state?”

“Civilization has reached Papua, of course. Unfortunately, it has led to negative results: drugs, alcohol, debauchery. The people there can be very unintelligent and rude. I saw a man at the airport there – he was wearing a suit, a tie, but was walking barefoot. Everyone pushes each other when boarding the plane, no one offers a woman to go forward. Strange as it may seem, the Papuans fly airplanes frequently. Small aviation is underdeveloped there, of course. The planes belong to missionaries and private airlines. A plane ticket is relatively inexpensive.”

“The Javans take administrative positions there. They work in banks and hotels there, whereas the Papuans sell their goods to them. They make knives, spears and bows, sell them to the Javans and then buy the things that they need. There are cities in Papua, but they all look very primitive too: a bunch of wooden huts with tin roofs. They have mail offices, Internet cafes and even beauty salons there. The Papuans like to decorate themselves, so they spend a lot of time at the barbers’.”

“The Papuans are considered to be cannibals. There are numerous stories about it in the media. The people who have been to Papua confirm that. What impressions did you get?”

“Well, if you ask them directly, the Papuans go into shell and don’t respond. However, some tribes collect human skulls and keep them at their homes. They have stone axes and knuckles that are capable of crushing human bones. They don’t need such instruments for fishing. Their dancing is connected with martial prowess, and their amulets are connected with human sacrifice either expressly or by implication.”

“Some say that cannibalism in Papua exists because the Papuans suffer from the shortage of food.”

“The Papuans live with the help of gathering. They gather bananas, pine apples, coconuts, they catch fish. They also breed pigs, but pigs are more of a currency for the locals. The tribes suffer from undernourishment, they eat meager meals. There are not many animals to hunt for in the country. Some tribes hunt for crocodiles. The jungle that I saw was gray and dull. I haven’t seen any animals there, except for pigs and insects. Hot-blooded animals can hardly survive there because it is impossible for them to dry their feathers and fur in that climate.”

“There is civilized Indonesia right next to such an exotic country as Papua New Guinea. What are the relations between the Indonesians and the Papuans?”

“The Javans, or the Indonesians, who have been living on the islands of Papua New Guinea for 100 years, and the local Papuans, never conclude marriages with each other. It will never even occur to them. Moreover, they don’t even have inter-tribal marriages. Marriages are only possible if they are concluded inside one’s own tribe. The tribes do not communicate with each other, nor do they maintain any ties with each other. As many as 800 tribes live on the territory that we have been to, and each of those tribes speaks their own language. The neighbors simply don’t understand each other.”

How do Papuan families live?”

“The Papuans have different forms of family life. They live in families in some tribes. Girls would get married at age 13-14. A man is supposed to pay the price of five pigs, as well as sets of bows, arrows and spears. He also gives a necklace of dogs’ teeth. In other tribes, men and women live separately. They meet each other only to make children. Children live with their mothers. When boys turn seven, they are sent to special camps where they become warriors.”

“What is the reason behind intertribal wars? How often do they happen?”

“The Papuans wage wars with each other regularly. The first reason for those wars is women. The second one is pigs. They also fight for the land where their food grows. If a representative of one tribe comes to gather bananas on the territory of another tribe, he can be killed for that.

“When I was staying there, I would often think of Ukraine and my city, Dnepropetrovsk. I often thought that living in Ukraine was hard sometimes. But when you get a chance to see what bad life really is, then you come to realize the advantages that you have. We may have problems with our authorities, there are economic issues too, but we have very good land, on which we can live. In Papua, you can not live, you can only fight for survival.”


Artur Priymak





57 - 1


Γεροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

ηγούμενος Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, +1980



Επιστολή Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου:

Την επιστολήν σας έλαβον και τα εν αυτή ανέγνων. Παρετήρησα ότι εις όσα σοι έγραφον, ότι νεω­τερίζεις, δεν απήντησες… Όσα δε αντέγραψας από το Πηδάλιον της Εκκλησίας, γνώμας και αποφάσεις των αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων και μας απέστειλας, διά να δείξης δήθεν ότι α­κολουθείς τους Αγίους Πατέρας και τας αγίας Συνόδους διότι κρατείς το παλαιόν ημερολόγιον, είναι τελείως άσχετα με το παλαιόν ημερολόγιον, καθότι αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι δεν συνεκροτήθησαν διά το παλαιόν ημερολόγιον, αλλά δι’ άλλα ζητήματα τα οποία ως εγγράμματος, όταν αναγνώσης μετά προσοχής, δύνασαι να τα εννοήσης. Αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι συνεκροτήθησαν από το έτος 325 έως το έτος 783, η δε μεταβολή του εορτολογίου εγένετο το 1924.

Ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος ησχολήθη με το παλαιόν και νέον εορτολόγιον, μόνον η Α’ Οικουμενική Σύνοδος ώρισε τα περί της εορτής του Πάσχα και ο οποίος όρος, κατά την γνώμην πολλών διδασκάλων της Εκκλησίας μας, δεν φυλάττεται, αλλά τούτο δεν βλάπτει ουδέ ποσώς την πίστιν. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος ήκμασε εγγύς μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδον, λέγει. «Χρόνων ακρίβειαν και ημερών παρα­τήρησιν δεν ηξεύρει η του Χριστού Εκκλησία. επειδή οσάκις τρώγει τον ζωοποιόν Άρτον τούτον, και το ποτήριον τούτο πίνει, καταγγέλλει τον θάνατον του Κυρίου και Πάσχα επιτελεί».

Και ο ιερός Νικόδημος, ερμηνευτής των ιερών κανόνων, λέγει. «Δεν φροντίζει ο Θεός και η Εκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν χρόνων και ημερών πάρεξ διά μοναχήν ομόνοιαν και ειρήνην». Τί λοιπόν αναφέρεις αγίας Συνόδους και αγίους Πατέρας οι οποίοι ήκμασαν προ χιλίων περίπου ετών, διά να στηρίξης την πλάνην σου διά το παλαιόν εορτολόγιον, του οποίου η μεταβολή έγινε προ 20 ετών και το οποίον λατρεύεις ως Θεόν διά να μη είπω και περισσότερον; Διότι, εφ’ όσον παραδέχεσαι και πιστεύεις ότι χωρίς το παλαιόν εορτολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται, συμβουλεύεις δε τους ανθρώπους, να μη βαπτίζουν τα παιδιά των, να μη εξομολογούνται, να μη κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, να μη εκκλησιάζονται, διότι οι ιερείς ακολουθούν το νέον ημερολόγιον, και επομένως άνευ του παλαιού ημερολογίου ουδέν μυστήριον τελείται. Άρα πιστεύεις ότι το Πανάγιον Πνεύμα, το Οποίον επικέκληνται οι ακολουθούντες το νέον εορτολόγιον, δεν δύναται να τελειώνη μυστήριον, πρέπει να έχη συνεπίκουρον και το Άγιον Παλαιόν ημερολόγιον!!! Φευ της πλάνης και κακοδαιμονίας!! Αρμόζουν εις σε τα λόγια του θεοκήρυκος Παύλου τα διά τους ανοή­τους Γαλάτας γραφέντα. «πώς επιστρέφετε πάλιν επί τα ασθενή και πτωχά στοιχεία, οις πάλιν άνωθεν δου­λεύειν θέλετε; ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς! φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς» (Γαλ. 4, 9-11).

Το μεν παλαιόν ημερολόγιον το ονομάζεις Άγιον ημερολόγιον, το δε νέον το ονομάζεις Βάαλ, διότι γράφεις να μη κλίνωμεν γόνυ προ του ειδώλου της συγχρόνου Βάαλ της λεγομένης αστρονομίας. Και το παλαιόν ημερολόγιον έχει ημέρας, επίσης και το νέ­ον. Όλας τας ημέρας τας εποίησεν ο Κύριος. Όλαι είναι καλαί και άγιαι. Διατί λοιπόν συ τας μεν ονομάζεις αγίας και καλάς, τας δε ονομάζεις Βάαλ και κακάς;

Δεν επιτρέπεται εις υμάς, άνθρωπον επιστήμονα, να λέγετε το νέον ημερολόγιον και την αστρονομίαν Βάαλ. Αλλ’ ως φαίνεται ο φανατισμός και η εμπάθεια σας έχει σκοτίσει το λογικόν και δεν γνωρίζετε ούτε αισθάνεσθε τί λέγετε. Ο μεν Βάαλ ήτο θεός των ειδωλολατρών, τον οποίον οι μεν Έλληνες ωνόμαζον Δία, οι δε Φοίνικες, Χαναναίοι και Τύριοι Βάαλ και οι Βαβυλώνιοι Βηλ.

[Με] το να γράφης ότι κλίνομεν γόνυ τω Βάαλ, είσαι ψεύτης και συκοφάντης, διότι ημείς προσκυνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον. Πιστεύομεν, προσκυνούμεν και λατρεύομεν τον αληθή Θεόν τον Ποιητήν των απάν­των, αλλά και ουδείς των χριστιανών εκείνων οι οποίοι ακολουθούν το νέον εορτολόγιον κλίνει γόνυ εις τον Βάαλ. Εάν και αμαρτωλοί είναι, οι πλείστοι κλίνουν γόνυ και προσκυνούν τον αληθή Θεόν των απάντων. Υμείς κ. Μ., δεν λέγω ότι δεν προσκυνείς και λατρεύεις τον αληθή Θεόν, αλλά προσκυνείς και λατρεύεις ως Θεόν και το παλαιόν ημερολόγιον. Η δε ομολογία σου, εφ’ όσον πιστεύεις ως Θεόν το ημερο­λόγιον (διότι λέγεις και γράφεις, ότι χωρίς το πα­λαιόν ημερολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται), δεν είναι ομολογία γνησίου χριστιανού. Η αληθής ομολογία του χριστιανού είναι να πιστεύη εκείνα τα οποία διαλαμβάνει το Άγιον Σύμβολον της πίστεως ημών, το οποίον συνέταξαν οι θεοφόροι Πατέρες εις την Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον και συνεπλήρωσεν η Β’ και επεκύρωσαν όλαι αι άλλαι Οικουμενικαί και τοπικαί Σύνοδοι. Το ιερόν Σύμβολον δεν διαλαμβάνει να πιστεύωμεν και εις ένα παλαιόν Ιουλιανόν ημερολό­γιον, το εφευρεθέν υπό του ειδωλολάτρου Σωσιγένους και θεσπισθέν υπό του επίσης ειδωλολάτρου αυτοκράτορος Ιουλίου Καίσαρος, και ότι άνευ του παλαιού εορτολογίου δεν υπάρχει σωτηρία. Λοιπόν πλανάσαι!

Η δε Αστρονομία δεν είναι και αυτή είδωλον του Βάαλ. είναι επιστήμη, την οποίαν εσπούδασαν πολλοί και από τους θεοφόρους Πατέρας της Εκκλησίας μας, ως ο Μ. Βασίλειος, ο άγ. Γρηγόριος και άλλοι. Είναι επιστήμη όχι μεν αναγκαία εις την σωτηρίαν, αλλ’ ε­πιστήμη χρήσιμος και ωφέλιμος. Υπό λαμπρού αστέρος οδηγηθέντες οι των Περσών βασιλείς αστρολόγοι προσεκύνησαν τον εν Σπηλαίω τεχθέντα Βασιλέα Ουράνιον.

Νομίζεις ότι, εάν φυλάξης το παλαιόν ημερολόγιον, εφύλαξας όλον τον νόμον, είσαι γνήσιος ορθόδοξος, διότι εις το παλαιόν εορτολόγιον, κατά την στρεβλήν γνώμην σου, όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται! Αλλ’ εάν, ως λογικός και συνετός, στοχασθής καλώς τας καταφρονήσεις που κάμνεις εις άλλας παραδόσεις της Αγίας μας Εκκλησίας, τας παρακοάς που κάμνεις εις τον Νόμον του Θεού και τας εντολάς Του, τας παρακοάς που κάμνεις εις τας συμβουλάς και νουθεσίας του πνευματικού σου πατρός, θα ίδης ότι εκείναι μεν είναι κάμηλος, το δε ημερολόγιον κώνωψ. Αλλοίμονόν σου ότι διυλίζεις τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνεις.

Άκουσον δι’ υστάτην φοράν και πρόσεξε εις τα λεγόμενα. Το τέλος πάντων ημών έφθασεν μετ’ ολί­γον θα αναχωρήσωμεν και θα παρασταθώμεν ενώπιον του απροσωπολήπτου και δικαίου Κριτού να δώσωμεν λόγον των πράξεών μας, ο Οποίος θα μας εξετά­ση εάν εφυλάξαμεν, όχι τα ημερολόγια, αλλά τας εντολάς Του, εάν εποιήσαμεν έργα καλά, πράξεις αγαθάς, εάν εφυλάξαμε την πίστιν μας καθαράν, πίστιν εννοώ όχι εις τα άψυχα ημερολόγια, αλλά πίστιν εις Αυτόν τον Χριστόν τον υπέρ ημών σαρκωθέντα, παθόντα, ταφέντα και αναστάντα τριήμερον, και ανελθόντα εις ουρανούς και εις τα δεξιά εστώτα του Ουρανίου Πατρός, τον πανταχού παρόντα, τον και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς. Λοιπόν άφησε τα ημερολόγια πριν σε καταλάβη η νυξ του θανάτου, οπότε δεν θα σε βοηθήση το ημερολόγιον, αλλ’ ούτε και η μετάνοια, επειδή εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια.

Δεν πρέπει να νομίζης ότι εξ αιτίας του εορτολογίου ο Θεός ωργίσθη τον κόσμον. Ο Θεός τιμωρεί τον κόσμον διά τας ασεβείας, βλασφημίας, απιστίας, μοιχείας, πορνείας, μέθας, ασωτίας, αδικίας, πλεονεξίας, υπερηφανίας, φθόνους, φόνους κ.λπ., και όχι δι’ ημερολόγια.

Εάν θέλης να με ακούσης, ακολούθει το παλαιόν εορτολόγιον χωρίς να το πιστεύης ως Θεόν και να υβρίζης όσους ακολουθούν το νέον και να τους συμβουλεύης να αρνηθούν την Εκκλησίαν, τα Μυστήρια κ.λπ..

Μετ’ αγάπης και εγκαρδίων ευχών

Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος


Αρχιμανδρίτου Φιλοθέου Ζερβάκου ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου,

Ανέκδοτες επιστολὲς για τα ημερολογιακὸ ζήτημα,

εκδ. Ι. Μ. Λογγοβάρδας, Πάρος 2009






Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

ηγούμενος Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, +1980

“Οἱ μοναχοὶ τῆς Λογγοβάρδας δὲν ἀκολουθοῦν ἡμερολόγια, ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸν ὁ Ὁποῖος εἶπεν: “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι” (Μάρκ. 8, 34). Δὲν εἶπε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἄψυχον ἡμερολόγιον καὶ ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς (εἰς αὐτὸ) σωθήσεται. Ὁ πιστεύσας εἰς τὸν Χριστὸν καὶ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον σωθήσεται, ὄχι εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Πλανῶνται δεινὴν πλάνην πολλοὶ τῶν φανατικῶν καὶ ζηλωτῶν παλαιοημερολογιτῶν πιστεύοντες ὅτι χωρὶς τὸ ἡμερολόγιον δὲν σῴζεται ὁ ἄνθρωπος” (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Τὰ Μυστήρια τὰ τελούμενα ὑπὸ τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι ἔγκυρα, διότι δὲν τὰ τελειοῖ καὶ ἁγιάζει τὸ ἡμερολόγιον, ἀλλὰ τὰ τελειοῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται καὶ οἱ νεοημερολογῖται νὰ τὰ ἁγιάσῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος σῴζεται διὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων, ὄχι διὰ τῶν ἡμερολογίων”(Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Ἡ λατρεία, τὴν ὁποίαν ἀπονέμουν πολλοὶ τῶν παλαιοημερολογιτῶν εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον καὶ κατήντησαν ἀληθεῖς χρονολάτραι, ἡ ἔλλειψις τῆς πραγματικῆς, τῆς εἰλικρινοῦς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, ἡ ἔλλειψις τῆς ἀγάπης πρὸς ἀλλήλους καὶ αὐτῶν τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἀκόμη, ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀπιστία, ἡ κακὴ πολιτεία, ἡ καταφρόνησις πρὸς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, τὰς θείας ἐντολὰς καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῶν πλείστων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν νεοημερολογιτῶν, παρατείνουν τὴν διαίρεσιν, τὸ σχίσμα”(Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Η δε ομολογία σου, εφ’ όσον πιστεύεις ως Θεόν το ημερο­λόγιον (διότι λέγεις και γράφεις, ότι χωρίς το πα­λαιόν ημερολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται), δεν είναι ομολογία γνησίου χριστιανού” (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Τί λοιπόν αναφέρεις αγίας Συνόδους και αγίους Πατέρας οι οποίοι ήκμασαν προ χιλίων περίπου ετών, διά να στηρίξης την πλάνην σου διά το παλαιόν εορτολόγιον, του οποίου η μεταβολή έγινε προ 20 ετών και το οποίον λατρεύεις ως Θεόν διά να μη είπω και περισσότερον; Διότι, εφ’ όσον παραδέχεσαι και πιστεύεις ότι χωρίς το παλαιόν εορτολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται, συμβουλεύεις δε τους ανθρώπους, να μη βαπτίζουν τα παιδιά των, να μη εξομολογούνται, να μη κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, να μη εκκλησιάζονται, διότι οι ιερείς ακολουθούν το νέον ημερολόγιον, και επομένως άνευ του παλαιού ημερολογίου ουδέν μυστήριον τελείται. Άρα πιστεύεις ότι το Πανάγιον Πνεύμα, το Οποίον επικέκληνται οι ακολουθούντες το νέον εορτολόγιον, δεν δύναται να τελειώνη μυστήριον, πρέπει να έχη συνεπίκουρον και το Άγιον Παλαιόν ημερολόγιον!!! Φευ της πλάνης και κακοδαιμονίας!! Αρμόζουν εις σε τα λόγια του θεοκήρυκος Παύλου τα διά τους ανοή­τους Γαλάτας γραφέντα. «πώς επιστρέφετε πάλιν επί τα ασθενή και πτωχά στοιχεία, οις πάλιν άνωθεν δου­λεύειν θέλετε; ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς! φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς» (Γαλ. 4, 9-11)” (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Το ιερόν Σύμβολον δεν διαλαμβάνει να πιστεύωμεν και εις ένα παλαιόν Ιουλιανόν ημερολό­γιον, το εφευρεθέν υπό του ειδωλολάτρου Σωσιγένους και θεσπισθέν υπό του επίσης ειδωλολάτρου αυτοκράτορος Ιουλίου Καίσαρος, και ότι άνευ του παλαιού εορτολογίου δεν υπάρχει σωτηρία. Λοιπόν πλανάσαι!” (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Νομίζεις ότι, εάν φυλάξης το παλαιόν ημερολόγιον, εφύλαξας όλον τον νόμον, είσαι γνήσιος ορθόδοξος, διότι εις το παλαιόν εορτολόγιον, κατά την στρεβλήν γνώμην σου, όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται!”(Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος)

“Λοιπόν άφησε τα ημερολόγια πριν σε καταλάβη η νυξ του θανάτου, οπότε δεν θα σε βοηθήση το ημερολόγιον, αλλ’ ούτε και η μετάνοια, επειδή εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια”(Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).

“Εάν θέλης να με ακούσης, ακολούθει το παλαιόν εορτολόγιον [εννοεί το κανονικό παλαιό ημερολογιο με το οποίο πάει το Άγ. Όρος, το Σινά, η Ρωσία κλπ. και όχι τους σχισματικούς παλαιοημερολογίτες “Γ.Ο.Χ.”] χωρίς να το πιστεύης ως Θεόν και να υβρίζης όσους ακολουθούν το νέον και να τους συμβουλεύης να αρνηθούν την Εκκλησίαν, τα Μυστήρια κ.λπ.” (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος).





Alpine Lakes Wilderness, Washington

SP 724 8a

Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος τῆς Πάρου (+1980)



«Ἀληθεῖς χρονολάτρας» ὀνομάζει ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος τοὺς παλαιοημερολογῖτες ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναγάγει σὲ δόγμα πίστεως τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ἐνῷ παράλληλα ἀρνοῦνται τὴν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων τῶν νεοημερολογιτῶν ἱερέων.

 Ἡ ψυχή του δὲν μποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν βλασφημία αὐτή. Ἀνάμεσα στὶς ἀμέτρητες ἐπιστολὲς ποὺ ἐξαπέλυε ἀπὸ τὸ εὐλογημένο κελλί του, πολλὲς ἀναφέρονται στὸ θέμα αὐτό.

 Ἔτσι ἀνέπτυξε σπουδαία ἀλληλογραφία τόσο μὲ σκανδαλιζομένους Χριστιανούς, γιὰ νὰ τοὺς στηρίξῃ στὴν ὀρθὴ πίστι, ὅσο καὶ μὲ φανατικοὺς παλαιοημερολογῖτες, γιὰ νὰ ἀναιρέσῃ τὶς κακοδοξίες τους.

 Ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς συγκεντρώθηκαν καὶ δημοσιεύθηκαν στὸ παρακάτω εἰκονιζόμενο βιβλίο. 

Κατωτέρω ἀναδημοσιεύουμε ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ μία ἐπιστολή του, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν οἱ ἀναγνῶστες μας τί φρονοῦσε ὁ ὅσιος γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό.

SP 724 8b

Επιστολή οσίου Φιλοθέου Ζερβάκου:

«Οἱ μοναχοὶ τῆς Λογγοβάρδας δὲν ἀκολουθοῦν ἡμερολόγια, ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸν ὁ Ὁποῖος εἶπεν: “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι” (Μάρκ. 8, 34).

 Δὲν εἶπε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἄψυχον ἡμερολόγιον καὶ ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς (εἰς αὐτὸ) σωθήσεται.

Ὁ πιστεύσας εἰς τὸν Χριστὸν καὶ εἰς τὸ Εὐαγγέλιον σωθήσεται, ὄχι εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον.

Πλανῶνται δεινὴν πλάνην πολλοὶ τῶν φανατικῶν καὶ ζηλωτῶν παλαιοημερολογιτῶν πιστεύοντες ὅτι χωρὶς τὸ ἡμερολόγιον δὲν σῴζεται ὁ ἄνθρωπος.

Οἱ Ἅγιοι Πάντες, Προφῆται, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες καὶ Ὅσιοι, δὲν ἐσώθησαν καὶ δὲν ἐθαυματούργησαν μὲ τὰ ἡμερολόγια ἀλλὰ διὰ τῆς πίστεως…

Τὰ μυστήρια τὰ τελούμενα ὑπὸ τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι ἔγκυρα, διότι δὲν τὰ τελειοῖ καὶ ἁγιάζει τὸ ἡμερολόγιον, ἀλλὰ τὰ τελειοῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται καὶ οἱ νεοημερολογῖται νὰ τὰ ἁγιάσῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος σῴζεται διὰ τῆς ὀρθῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων, ὄχι διὰ τῶν ἡμερολογίων…

Ἡ λατρεία, τὴν ὁποίαν ἀπονέμουν πολλοὶ τῶν παλαιοημερολογιτῶν εἰς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον καὶ κατήντησαν ἀληθεῖς χρονολάτραι, ἡ ἔλλειψις τῆς πραγματικῆς, τῆς εἰλικρινοῦς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, ἡ ἔλλειψις τῆς ἀγάπης πρὸς ἀλλήλους καὶ αὐτῶν τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἀκόμη, ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀπιστία, ἡ κακὴ πολιτεία, ἡ καταφρόνησις πρὸς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, τὰς θείας ἐντολὰς καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῶν πλείστων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν νεοημερολογιτῶν, παρατείνουν τὴν διαίρεσιν, τὸ σχίσμα· αὐξάνουν τὰ πάθη, τὰ μίση, τὴν κακίαν, τὰς ἁμαρτίας• σκληρύνουν τὰς καρδίας ἀμφοτέρων, ἀπομακρύνουν τὴν μετάνοιαν καὶ πλησιάζομεν, ἐὰν δὲν μετανοήσωμεν, εἰς τὴν ἀπώλειαν.

Ἐὰν μὴ μετανοῆτε”, εἶπεν ὁ Κύριος, “πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε” (Λουκ. 13, 3).

Ἐγίναμεν οἱ πάντες, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, γενεὰ πονηρά, σκολιὰ καὶ διεστραμμένη• καὶ πρὸς τοὺς σκολιοὺς σκολιὰς ὁδοὺς ἐξαποστέλλει ὁ Κύριος.

Τοὺς πονηροὺς ἐξολοθρεύει, καθὼς καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς, καὶ φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας Αὐτόν.

Δὲν θὰ κριθοῦν καὶ καταδικασθοῦν οἱ ἄνθρωποι τόσον διὰ τὰ ἡμερολόγια, ὅσον θὰ καταδικασθοῦν διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀγάπης καὶ τῶν καλῶν ἔργων.

Ἂς ἀγαπήσωμεν τὸν Κύριον, ἂς φυλάξωμεν τὰς ἐντολάς Του, καί, ἐὰν ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτήσωμεν, ἂς μετανοήσωμεν διὰ νὰ μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ…»

Ὁσιος Φιλόθεος Ζερβάκος

(ἀπὸ τὸ βιβλίον † Ἀρχιμανδρίτου Φιλοθέου Ζερβάκου ἡγουμένου Ἱ. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου,

Ἀνέκδοτες ἐπιστολὲς γιὰ τὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα,

ἔκδ. Ἱ. Μ. Λογγοβάρδας, Πάρος 2009,

σσ. 78-79, τιμὴ 5,00)


περιοδ. Χριστιανικοί Σπίθα





 “Να ακολουθείς το ημερολόγιο που έχει η Εκκλησία”

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης της Αθήνας (+1991)



Είπε ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης (+1991) για τον Παλαιό Ημερολόγιο: “Αν πρόκειται να ζήσεις μέσα στον κόσμο, να ακολουθείς το ημερολόγιο που έχει η Εκκλησία, για να μη φέρνεις αναστάτωση στον κόσμο, εκτός και επιθυμείς να ζήσεις στο Άγιον Όρος”.

 Ακόμα όμως και στο Άγιον Όρος να ζεις, ο Όσιος γέροντας εννοούσε: Να έχεις κοινωνία με την Εκκλησία και τα μοναστήρια και όχι να ζεις στην πλάνη του “ζηλωτισμού”, διότι δια του αδιάκριτου ζηλωτισμού σου υπάρχει διάσπαση μέσα στην Εκκλησία, ο καθένας σηκώνει δικό του μπαϊράκι, είναι ένδειξη εγωισμού και όχι ορθοδόξου φρονήματος το οποίο είναι στολισμένο με την ταπείνωση και την υπακοή…

Γι’αυτό και τόνιζε: “Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούομε στον ίδιο το Χριστό. Να πονάμε για την Εκκλησία. Να μη δεχόμαστε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της.

Στο Άγιο Όρος το πνεύμα που έμαθα ήταν Ορθόδοξο, βαθύ, άγιο, σιωπηλό, χωρίς έριδες, χωρίς καυγάδες και κατακρίσεις. Να μην πιστεύουμε τους ιεροκατηγόρους. Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύομε, ούτε να το σκεπτόμαστε, ούτε να το μεταφέρουμε. Το ίδιο ισχύει και για τα λαϊκά μέλη της εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία. Όσοι κατηγορούν την Εκκλησία για τα λάθη των εκπροσώπων της, με σκοπό δήθεν να βοηθήσουν για τη διόρθωση, κάνουν μεγάλο λάθος. Αυτοί δεν αγαπούν την Εκκλησία. Ούτε βέβαια το Χριστό. Τότε αγαπάμε την Εκκλησία, όταν με την προσευχή μας αγκαλιάζομε κάθε μέλος της και κάνομε ό,τι κάνει ο Χριστός. Θυσιαζόμαστε, αγρυπνούμε, κάνομε το παν, όπως εκείνος, ο οποίος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει».


Ανθολόγιο Συμβουλών Γέροντος Πορφυρίου




Lago di Oeschinen - Vittorio Vaninetti Photography 500px.com_photo_87239385 #lake #mountains #alps

Κοίμηση Αυγουστίνου Καντιώτη, +2014

Απόσπασμα από την ομιλία του ηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου

Η έξοδος από τον Ι. Ν. Αγίου Παντελεήμονος του σεπτού σκηνώματος του

Μητροπολίτη πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

Οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες “Γ.Ο.Χ.” συκοφαντούν τον π. Αυγουστίνο Καντιώτη Επίσκοπο Φλωρίνης ότι ήταν Παλαιοημερολογίτης “Γ.Ο.Χ.”. Ξεχνάνε, όμως, ότι ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης κοιμήθηκε στις 28 Αυγούστου 2014 σε ηλικία 104 ετών με το νέο ημερολόγιο και όχι με το παλαιό ημερολόγιο των σχισματικών “Γ.Ο.Χ.” οι οποίοι είναι εκτός Εκκλησίας.


Scotland-Isle of Skye-Landscape

The Orthodox Monastery of All Celtic Saints

An Orthodox Presence in the Hebrides Islands, Scotland, UK


Photos: Hebrides Islands








Αξιοπιστία Αγίας Γραφής:

Η Αλήθεια είναι απόλυτη ή σχετική;


Preston Condra



Ο Δυτικός Πολιτισμός σε μια μεγάλη και σε επίπεδα συναγερμού έκταση, έχει -για να χρησιμοποιήσω έναν αποδεκτό πολιτισμικό όρο- εξελιχθεί σε έναν πολιτισμό που δεν πιστεύει τίποτε, αλλά αποδέχεται το κάθετί. Ωραία, η κουλτούρα μας αποδέχεται απλά κάθετί με τον αποκλεισμό των αποκαλούμενων στενόμυαλων, ακραίων και μη ανεκτικών απόψεων του βιβλικού Χριστιανισμού. Ας συζητήσουμε για λίγο την ως τώρα εξέλιξη της κουλτούρας.

Βασικά, η κουλτούρα σε έναν μεγάλο βαθμό, απορρίπτει την ιδέα της απόλυτης αλήθειας. Ο λόγος που αυτό είναι  θεμελιώδες ή βασικό, είναι επειδή εάν η αντίληψη της αλήθειας είναι σχετική, καθώς η δεσπόζουσα τάση της Δυτικής κοινωνίας θεωρεί, τότε οτιδήποτε και καθετί είναι αποδεκτό γιατί το υπόδειγμα για την αλήθεια, για το σωστό και το λάθος, επικίνδυνα εκτρέπεται προς τις προσωπικές απόψεις των ατόμων.

Ενώ είναι αλήθεια ότι κάθε πρόσωπο έχει μια άποψη, δεν είναι αλήθεια ότι κάθε άποψη θα έπρεπε να γίνεται αποδεκτή σαν αληθινή. Μερικές απόψεις των ανθρώπων είναι ξεκάθαρα λάθος. Μερικές απόψεις δεν είναι εφαρμόσιμες και μερικές είναι σωστές.

Σήμερα, στην Δυτική κουλτούρα, η δημοφιλής νοοτροπία είναι ότι όλες οι απόψεις είναι έγκυρες και το να λέμε ή σκεφτόμαστε διαφορετικά είναι κάπως μικρόμυαλο, στενόμυαλο, μη ανεκτικό και προσωπικά προσβλητικό. Η κριτική σκέψη σήμερα είναι κοινωνικά απαράδεκτη στις ΗΠΑ [1], το σπίτι της ελευθερίας.

Η ιδέα της αλήθειας έχει εξελιχθεί ή για να το θέσουμε καλύτερα, έχει αποεξελιχθεί, και τώρα γίνεται αποδεκτή ως σχετική. Η κριτική σκέψη ωστόσο, που αμφισβητεί τα αμφισβητήσιμα, είναι ένα αγαθό σήμερα. Είναι κάτι που πολύ χρειάζεται για το καλό της κουλτούρας. Πώς θα έπρεπε οι Χριστιανοί να πραγματευτούν με την «υποτίμηση της αλήθειας» για να μοιράζονται αποτελεσματικά το Ευαγγέλιο του Χριστού με την κουλτούρα;

Για να μοιράζονται το Ευαγγέλιο, είναι σπουδαίο οι Χριστιανοί να αναγνωρίσουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα θεωρούν ότι εμείς απλά μιλάμε για τις προσωπικές πεποιθήσεις μας αντί της αλήθειας του Θεού. Οι περισσότεροι άνθρωποι στην κουλτούρα θα ακούσουν προσεκτικά και θα πουν  πράγματα που φαίνονται σαν να υπάρχει κάποια σύνδεση, αλλά σε μια σωρεία περιπτώσεων η νοοτροπία τους είναι «εκείνο είναι αληθινό για σένα, αλλά δεν είναι αληθινό για μένα».

Καθώς μοιράζεσαι την πίστη , ρώτα τους ανθρώπους εάν πιστεύουν ότι η ιδέα της αλήθειας είναι σχετική ή απόλυτη. Μπορείς να ρωτήσεις αυτούς με αυτές τις γραμμές: «Πιστεύεις ότι μπορείς να γνωρίσεις πράγματα για βέβαια;». Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν γελοία ερώτηση για να πρέπει να ρωτήσεις κάποιο έξυπνο άτομο, αλλά για αποτελεσματική επικοινωνία, είναι μια αναγκαιότητα με τους περισσότερους ανθρώπους.

Τι εάν απαντήσουν, ότι η αλήθεια δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική; Ρώτα αυτούς εάν είναι απόλυτα σίγουροι ότι η αλήθεια είναι σχετική. ΄Η ρώτα τους εάν αυτοί γνωρίζουν απόλυτα σίγουρα ότι η αλήθεια δεν είναι απόλυτη. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, το πρόσωπο θα συλλάβει την φανερή του αυτοαντίφαση στις ερωτήσεις σου επειδή το να ισχυρίζεσαι ότι η αλήθεια είναι σχετική πραγματικά θεμελιώνει το γεγονός ότι η αλήθεια είναι απόλυτη. Επίσης, αυτό θεμελιώνει το γεγονός ότι μπορούμε να γνωρίζουμε πράγματα για βέβαια.

Γιατί είναι η αντίληψη της αλήθειας τόσο σπουδαίο θέμα για τους Χριστιανούς, ώστε να είναι άγρυπνοι και έτοιμοι να απαντήσουν; Πρώτα απ’ όλα, εάν η αλήθεια υποτεθεί ότι είναι σχετική, στα μάτια του παρατηρητή, τότε η τελική εξουσία για το σωστό και το λάθος μετατοπίζεται από τον Θεό στο άτομο. Όταν η ιδέα της απόλυτης αλήθειας θεμελιωθεί, αυτή εδραιώνει το γεγονός ότι υπάρχει κάποια εξουσία πάνω από τις ατομικές ανθρώπινες υπάρξεις.

Με άλλα λόγια, η απόλυτη αλήθεια είναι μια απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού και ότι τελικά είναι Αυτός που έχει προσδιορίσει την αλήθεια και Αυτός το έχει κάνει ξεκάθαρο στους ανθρώπους διαμέσου του λόγου Του, της Βίβλου. Ακόμη, επειδή μπορεί κανείς να γνωρίσει για βέβαια τα πράγματα και επειδή ο Θεός είναι η υπέρτατη εξουσία για την αλήθεια και επειδή Αυτός έχει κάνει την αλήθεια γνωστή διαμέσου της Βίβλου, εμείς μπορούμε να γνωρίσουμε τα πνευματικά πράγματα για βέβαια επίσης. Ακόμη περισσότερο, οι ανθρώπινες υπάρξεις μπορούν επίσης προσωπικά να γνωρίσουν τον Θεό, την τελική εξουσία και την πηγή της αλήθειας.

Πώς μπορούμε πνευματικά πράγματα να τα γνωρίσουμε για βέβαια; Ο πρώτος λόγος είναι πως εμείς γνωρίζουμε ότι η αντίληψη της αλήθειας είναι απόλυτη και ότι αυτή έρχεται από μια πηγή ανώτερη από τους ανθρώπους και αφού μπορούμε να γνωρίσουμε εκείνο, γιατί να μην μπορούμε να γνωρίσουμε τα πνευματικά πράγματα για βέβαια;

Εξετάστε αυτό το παράδειγμα: έχει κάποιος την ανάγκη να διδαχθεί κάποτε για να αμαρτάνει; Ας φέρουμε μια κοντινή ματιά στο σπίτι. Δίδαξες ποτέ τα παιδιά σου να αμαρτάνουν; Εσένα σε δίδαξαν οι γονείς σου να αμαρτάνεις; Η φανερή απάντηση είναι όχι. Αυτό το παράδειγμα ζωγραφίζει μια εικόνα για ένα ζευγάρι πολύ σπουδαίων αντιλήψεων.

Μια σημαντική αντίληψη από αυτό το μικρό παράδειγμα είναι φανερή: καθένας εκ φύσεως είναι αμαρτωλός. Καμμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν είχε ποτέ την ανάγκη να διδαχθεί να αμαρτάνει, επειδή όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι γεννημένες με μια φυσική κλίση να αμαρτάνουν. ΄Εχουμε μια αμαρτωλή φύση, η οποία, καθώς η Βίβλος καθαρά διδάσκει, είναι αποτέλεσμα της πρωταρχικής αμαρτίας του Αδάμ και της Εύας. Δεύτερον, αυτό το μικρό παράδειγμα, δείχνει ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι είμαστε όλοι αμαρτωλοί, εξαιτίας του γεγονότος ότι όλοι οι άνθρωποι ζουν την ατυχή αλήθεια της αμαρτωλής μας φύσης.

Ακόμη περισσότερο, το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, με ψεγάδια και ατελείς, ανατρέπει την ελπίδα ότι οι άνθρωποι έχουν το δυναμικό κάπως να τελειοποιηθούν ή να θεοποιηθούν καθώς οι Νεοεποχίτες, οι Μορμόνοι, οι Μουσουλμάνοι, οι Ινδουιστές και άλλοι πιστεύουν. Ακόμη, η αντίληψη της αμαρτωλότητας της ανθρωπότητας δείχνει ότι κανένα πρόσωπο, με την δική του δύναμη, δεν αντεπεξήλθε ποτέ σε ένα σύστημα σωτηρίας βασισμένο στα έργα, επειδή ο φανερός στόχος είναι η τελειότητα, μια και εκείνο που χρειάζεται είναι τελικά να ευχαριστήσουν την θεότητα εκείνων των συστημάτων πίστεως.

Το αποτέλεσμα είναι μια ζωή απογοήτευσης και εκείνοι που προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στα κριτήρια που απαιτούνται από συστήματα πίστεως βασισμένα στα έργα, γνωρίζουν ότι θα αποτύχουν σύντομα και ξανά και συχνά μεταχειρίζονται από εκείνους που διδάσκουν το σύστημα έργων.

Παρόμοια, το αποτέλεσμα του να πιστεύεις το ψέμα ότι η ιδέα της αλήθειας είναι σχετική, προκύπτει σε απογοήτευση ανασφάλειας επειδή τώρα το άτομο είναι το κριτήριο και τίποτε δεν είναι βέβαιο. Βλέπεις, η αλήθεια πραγματικά σε ελευθερώνει. Παρόμοια, τα ψέματα δένουν τους ανθρώπους.

Ο Ιησούς είπε ότι Αυτός είναι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή, και ότι κανένας δεν έρχεται προς τον Πατέρα, παρά μόνο διαμέσου Αυτού (Ιωάννου 14, 6). Ο Ιησούς Χριστός είναι η ενσωμάτωση της αλήθειας. Αφού μπορείς να γνωρίσεις Αυτόν, μπορείς να γνωρίσεις την αλήθεια και μπορείς να γνωρίσεις την ελευθερία (Ιωάννου 8, 31-32).

Preston Condra

[1] Σ.Μ.:Ο συγγραφέας είναι Αμερικάνος κι έχει υπόψη του τις ΗΠΑ, αν και οι παρατηρήσεις του εφαρμόζονται και στην χώρα μας, όπως και σε κάθε τμήμα του Δυτικού κόσμου.

Τίτλος πρωτότυπου: The “evilution” of Truth. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  THE EVANGEL-October 2000. Το άρθρο δημοσιεύεται κατόπιν ευγενικής άδειας του κ.Preston Condra.






14 - 1

Αγία Γραφή: Ιστορία ή Μύθος;

Μανώλης Καλομοίρης – Ο Ερευνητής της Αλήθειας



Η Αγία Γραφή είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα βιβλία στον κόσμο. Έχει παντού θερμούς οπαδούς καθώς και πολλούς που την εχθρεύονται ή την περιφρονούν. Εσείς σε ποια κατηγορία ανήκετε; Έχετε ποτέ εξετάσει την Αγία Γραφή; Ο Ντοστογιέφσκι έχει πει: “Σου συνιστώ να διαβάσεις ολόκληρη τη Βίβλο και θα πεισθείς ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ούτε μπορούσε ν’ αποκτήσει άλλο βιβλίο εξίσου πολύτιμο”.

  Πολλοί άνθρωποι κατηγορούν ή απορρίπτουν τη Βίβλο, χωρίς ποτέ να την έχουν μελετήσει, αλλά απλά στηρίζονται στο τι άλλοι είπαν γι’ αυτήν! Και οι άλλοι, μπορεί επίσης την γνώμη τους να την διαμόρφωσαν από άλλους, χωρίς ποτέ πραγματικά να ασχοληθούν οι ίδιοι!  Μία  βιβλική  παροιμία  λέει:

“ Όταν κάποιος αποκρίνεται σε ένα ζήτημα πριν το ακούσει, αυτό είναι ανοησία από μέρους του και ταπείνωση”- Παροιμίες 18:13 . Γι’ αυτό αξίζει να εξετάσετε την Αγία Γραφή απροκατάληπτα και ειλικρινά ώστε να σχηματίσετε προσωπική γνώμη γι’ αυτήν βασισμένη σε στοιχεία .

Είναι η Βίβλος ένα βιβλίο που μπορεί κανείς να το εμπιστευθεί; Μήπως είναι τα περιεχόμενά της μύθοι και φανταστικές ιστορίες με ηθικά διδάγματα μόνο;

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας, παρ’ όλες τις επιθέσεις που δέχτηκε από εχθρούς και “φίλους”. Έχουν διασωθεί τουλάχιστον 10.000 χειρόγραφα των Γραφών, τα οποία, φθάνουν  όσον αφορά την ‘Παλαιά Διαθήκη’, το 200 π.Χ., και όσον αφορά την ‘Καινή Διαθήκη’, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Κι έτσι σήμερα η επιστήμη της Κριτικής των Κειμένων έχει αποδείξει ότι η αντιγραφή των χειρογράφων έγινε πιστά διαμέσου των αιώνων και πως ελάχιστα λάθη παρεισύφρησαν μέσα στο Πρωτότυπο, τα οποία ήδη έχουν εντοπιστεί. Η επικεφαλής του ‘Ινστιτούτου για την Έρευνα της Καινής Διαθήκης’ Δρ. Μπάρμπαρα Άλαντ ανέφερε ότι “Τα κείμενα που αποτελούν τις Ελληνικές Γραφές έχουν αντιγραφεί σχολαστικά και έχουν παραδοθεί με μεγάλη επιμέλεια”. Φαίνεται η θεϊκή πρόνοια πίσω από την διατήρηση του κειμένου της Αγίας Γραφής γιατί οι κάτοχοί της αντιμετώπιζαν διωγμούς και συχνά οι διώκτες τους, καίγανε τα αντίτυπα που έβρισκαν στα χέρια τους. Αυτό είναι εκπλήρωση μίας βιβλικής προφητείας που έγινε 750 χρόνια προ Χριστού: “Το χορτάρι ξεράθηκε, το άνθος μαράθηκε. Ο λόγος όμως, του Θεού μας μένει στον αιώνα”- Ησαΐας 40:8.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η αμεροληψία της. Τολμά και εκθέτει τα ελαττώματα και τις αποτυχίες των συγγραφέων της ή των ηρώων της!  Αποκαλύπτει π.χ. για τον Μωυσή, ο οποίος έγραψε τα πέντε πρώτα βιβλία της Γραφής ότι ήταν “βραδύστομος και βραδύγλωσσος”– Έξοδος 4:10. Περιγράφει την αμαρτία του Μωυσή και του Ααρών, του αδελφού του όταν σε κάποια περίπτωση απείθησαν στην φωνή του Θεού και τούς κόστισε την…είσοδο στην Γη της Επαγγελίας! (Δευτερονόμιο 32:50-52). Καταγράφει την αμαρτία του Βασιλιά Δαβίδ ,ο οποίος διέπραξε μοιχεία και φόνο, καθώς και τον έλεγχό του από τον προφήτη του Θεού (Β΄Σαμουήλ 11:2-17,26-27,12:1-14). Δεν διστάζει να αναφέρει την αμαρτία του προφήτη Ιωνά , ο οποίος στενοχωρήθηκε επειδή δεν καταστράφηκε η Νινευή, αφού μετανόησε στο κήρυγμά του! (Ιωνάς 4: 1-11). Δεν κρύβει η Βίβλος ούτε την αμαρτία ολόκληρου του έθνους Ισραήλ, το οποίο συχνά απομακρύνονταν από τον θεϊκό Νόμο καθώς και τον έλεγχό του από τούς προφήτες του Θεού ( Έξοδος 14:11-12, Αριθμοί 14:1-10, Ησαίας 1:3-4). Περιγράφει ακόμη , δύο αμαρτίες που έκανε ο μαθητής του Χριστού, Πέτρος, ο κορυφαίος των αποστόλων, η μία από τις οποίες ήταν να αρνηθεί τον ίδιο τον Κύριό του! (Μάρκος 14:66-72, Γαλάτες 2:11-14). Η Αγία Γραφή διαφέρει ριζικά απ’ όλα τα άλλα αρχαία γραπτά ,τα οποία,  επειδή είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα, προσπαθούν να εξυψώσουν τούς ήρωές τους γράφοντας υπερβολές και αποκρύβοντας σκόπιμα τα ελαττώματά τους. Το ότι αυτό το βιβλίο δεν προσπαθεί να κρύψει τις αδυναμίες ή τις αμαρτίες των ηρώων του ή και των συγγραφέων του ή και ολοκλήρου του Εβραϊκού λαού, φανερώνει ότι δεν κρύβεται από πίσω του ένας ανθρώπινος νους, αλλά ο νους του Θεού, ο οποίος “είναι δίκαιος και ευθύς”-Δευτ.32:4.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε ότι η Βίβλος δεν αναφέρει απλά κάποιες ιστορίες, οι οποίες όπως κάνουν οι μύθοι, είναι τοποθετημένες αόριστα κάπου στο παρελθόν, σε κάποια άγνωστη χώρα με άγνωστους ήρωες. Αντίθετα , οι διηγήσεις της είναι τοποθετημένες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, μαζί με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα.  Π.χ. διαβάζουμε “Τα λόγια του Ιερεμία…προς τον οποίο έγινε λόγος του Κυρίου, στις ημέρες του Ιωσία, γιου του Αμών, βασιλιά του Ιούδα, κατά τον 13ο χρόνο της βασιλείας του. Έγινε και στις ημέρες του Ιωακείμ, γιου του Ιωσία, του βασιλιά του Ιούδα, μέχρι το τέλος του 11ου χρόνου του Σεδεκία, γιου του Ιωσία, βασιλιά του Ιούδα, μέχρι την αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ, κατά τον 5ο μήνα” (Ιερεμίας 1: 1-3). ΄Η διαβάζουμε “Και κατά τον 15ο χρόνο της ηγεμονίας του Καίσαρα Τιβέριου, όταν ο Πόντιος Πιλάτος ηγεμόνευε στην Ιουδαία, και στη Γαλιλαία τετράρχης ήταν ο Ηρώδης, ενώ ο αδελφός του ο Φίλιππος ήταν τετράρχης της Ιτουραίας …με αρχιερείς τον Άννα και τον Καϊάφα, έγινε λόγος Θεού στον Ιωάννη, τον γιο του Ζαχαρία, μέσα στην έρημο” (Λουκάς 3:1-2). Δίνονται συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες στη Βίβλο. Γι’ αυτό μαρτυρεί ο απόστολος Πέτρος σχετικά με το περιστατικό της μεταμόρφωσης του Ιησού “Όχι, δεν σας γνωστοποιήσαμε τη δύναμη και παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ακολουθώντας επιτήδεια επινοημένες ψεύτικες ιστορίες, αλλά έχοντας γίνει αυτόπτες μάρτυρες της μεγαλειότητάς του” (Β’ Πέτρου 1:16-18). Συνεπώς η Αγία Γραφή αποτελεί αληθινή ιστορία, πραγματικών ανθρώπων, οποίοι έζησαν σε υπαρκτούς τόπους. Η ιστορικότητα των διηγήσεών της έχει αποδειχτεί από την  αρχαιολογική σκαπάνη.(Μπορείτε να μας ζητήσετε να σας στείλουμε δωρεάν το βιβλιάριο “Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΓΡΑΦΗ”).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Βίβλου είναι ότι παρ’ όλο που δεν είναι κάποιο επιστημονικό εγχειρίδιο, περιέχει πολλές επιστημονικές αλήθειες, οι οποίες όχι μόνο ήταν παντελώς άγνωστες στην εποχή τους, αλλά και οι οποίες δεν ανακαλύφθηκαν παρά μόνο στούς τέσσερις τελευταίους αιώνες! Ενώ πολλοί στην αρχαία εποχή πίστευαν ότι η γη στηρίζεται πάνω σε κάτι (γιγάντιους ελέφαντες ή χελώνες ή κολόνες κλπ), η Βίβλος διακήρυξε από 15 αιώνες προ Χριστού ότι ο Θεός “κρεμάει τη γη στο τίποτα”– Ιώβ 26:7. Ενώ οι περισσότεροι πίστευαν ότι η Γη ήταν τετράγωνη ή ένα πελώριο…ταψί, η Βίβλος διακήρυξε ότι ο Θεός “κατοικεί πάνω από τον κύκλο της γης”– Ησαΐας 40:22. Επίσης αποκαλύπτει έμμεσα την σφαιρικότητα της Γης όταν δηλώνει ότι κατά την Δεύτερη Έλευση του Μεσσία την ίδια στιγμή αλλού θα είναι νύχτα και αλλού ημέρα ! Δείτε Λουκάς 17:34-36. Ενώ μέχρι τον προηγούμενο αιώνα δεν γνώριζαν τίποτε περί μικροβίων και της χρησιμότητας του πλυσίματος και της απολύμανσης, η Βίβλος από 35 αιώνες πριν (!) περιέχει άριστους κανόνες υγιεινής. Π.χ. διέταζε ο Θεός τούς αρχαίους Ισραηλίτες να σκεπάζουν με χώμα τα περιττώματά τους έξω από το στρατόπεδο (Δευτ.23:13), να βάζουν σε καραντίνα όσους μολύνονται με λέπρα για να μην μολυνθούν άλλοι (Λευιτ.13:1-5), να πλένουν κάθε πράγμα που θα ακουμπήσει σε ψόφια ζώα (Λευιτ.11:27-28,32-33) κλπ.  Πώς η Αγία Γραφή κατάφερε να περιέχει επιστημονικές γνώσεις που ήταν πέρα από την δυνατότητα των ανθρώπων της εποχής της ; Πώς , αν δεν κρύβεται από πίσω της, η σοφία του Παντογνώστη Θεού ;

Ναι, η Αγία Γραφή είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Διατηρήθηκε θαυμαστά μέχρι σήμερα, είναι αμερόληπτη, ιστορικά εχέγγυη, και επιστημονικά αξιόπιστη. Είναι ένα βιβλίο που από πίσω του βρίσκεται ο Θεός, ο Δημιουργός του Σύμπαντος. Γι’ αυτό έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που κανένα άλλο ανθρώπινο σύγγραμμα δεν περιέχει. Αξίζει να το εμπιστευθείς! Έχει μοναδικό περιεχόμενο επειδή δεν περιέχει την ανθρώπινη, αλλά την θεία σοφία! Διάβασέ την, Μελέτησέ την, κάνε την οδηγό στη ζωή σου επειδή εκεί θα βρεις ποιος είναι ο αληθινός Θεός, ποιο είναι το σχέδιό του για την ανθρωπότητα , τι ο Θεός απαιτεί από σένα προκειμένου να τον ευαρεστείς. Πράγματι, όπως είπε ο Δαβίδ “Λύχνος στα πόδια μου είναι ο λόγος σου, και φως στα μονοπάτια μου”– Ψαλμός 119:105. Άραγε θα αρχίσεις να μελετάς το καταπληκτικό αυτό βιβλίο ; Είθε να αφήσεις το φως του να λάμψει στη ζωή σου!










Αξιοπιστία Αγίας Γραφής

Μανώλης Καλομοίρης – Ο Ερευνητής της Αλήθειας




















¤ Η ΒΙΒΛΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ- Μια θαυμαστή επιβεβαίωση της Βίβλου!





















¤ ΠΟΤΕ ΓΡΑΦΤΗΚΕ Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ; – Συνέντευξη Κάρστεν Πήτερ Θίντε



¤ ΤΖΙΟΒΑΝΙ ΠΑΠΙΝΙ (1881-1956)










Guatemala – Γουατεμάλα…


Lake Atitlan, Guatemala Desktop Background

Guatemala – Γουατεμάλα






Πρώην εγκληματίες προστατεύουν

Ορθόδοξο Μοναστήρι στη Γουατεμάλα


Η μοναχή Iness, Γουατεμάλα




(Μόσχα, Interfax) –Η κόρη ενός από τους  πλουσιότερους κατοίκους της Γουατεμάλας και πρώην Καθολική καλόγρια ίδρυσε ένα Ορθόδοξο μοναστήρι στο βουνό στην περιοχή της λίμνης Amatitlan κοντά σε ένα από τα πιο ενεργά ηφαίστεια της Περιφέρειας Pacaya.

Μέχρι την ηλικία των 36 ετών η ηγουμένη της Μονής της Αγίας Τριάδας αδελφή Iness (Ayau Garcia) ήταν μια καλόγρια σε ένα Καθολικό μοναστήρι.

Ωστόσο, όταν διάβασε για το βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, η ζωή της άλλαξε και η γυναίκα άρχισε να διαβάζει τους Αγίους Πατέρες και στη συνέχεια μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία.

«Νιώθω ασφαλής στην Ορθοδοξία, αισθάνομαι ήρεμη και νιώθω… ένα είδος σταθερότητας. Η ψυχή μου είναι ήρεμη στην Ορθοδοξία», είπε η αδελφή Iness.

Η Μεγάλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στη Γουατεμάλα προστατεύεται από ένα υψηλό φράκτη και ελέγχεται από την υπηρεσία ασφαλείας οπλισμένων με τουφέκια και αυτόματα πιστόλια. Οι κάτοικοι της περιοχής λένε ότι η υπηρεσία ασφαλείας αποτελείται από πρώην εγκληματίες.

Κάποια στιγμή διάφορες εγκληματικές ομάδες της Γουατεμάλα ζήτησαν αμοιβή από την αδελφή Iness «για παροχή προστασίας» στο μοναστήρι της, αλλά τελικά προσφέρθηκαν εθελοντικά για την προστασία της εκκλησίας αλλά και της γύρω περιοχής.

Ο πατέρας της Iness, τοπικός μεγαλοκτηματίας και γνωστός οικονομολόγος στη Γουατεμάλα φέρει το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών δαπανών που συνδέονται με την κατασκευή εκκλησιών.

Πρώτα, ήταν ενάντιος στην απόφαση της κόρης του να φύγει από τον Καθολικισμό, αλλά στη συνέχεια, στην ηλικία των 84 ετών έγινε και ο ίδιος Ορθόδοξος.

Στην Αμερική πολλοί προσέρχονται τελευταία στην Ορθοδοξία και μάλιστα μεταξύ αυτών πολλοί ιθαγενείς Ινδιάνοι. Ιδιαίτερα στην Γουατεμάλα οι πιστοί στην Ορθοδοξία αυξάνουν συνεχώς

Πρόσφατα, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική, που ενώνει περισσότερες από 700 ενορίες στο Μεξικό, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, δέχτηκε στον κόλπο της 5.000 βαπτισμένους Ινδιάνους.

Σύντομα στην εκκλησία θα προστεθούν πολλές χιλιάδες πολίτες της Γουατεμάλας που θέλουν να δεχτούν την Ορθοδοξία, τονίζει σε συνέντευξη στο «Pravoslavie.ru», ο Μητροπολίτης Αμερικής και Καναδά κ. Ιωνάς (OCA).

Ο κ. Ιωνάς ακόμη τόνισε: «Οι περισσότεροι από τους πολίτες της Γουατεμάλας, που σκοπεύουν να γίνουν Ορθόδοξοι, ανήκουν στο λαό των Μάγια (Mayas)».
«Αν πάρουμε αυτούς τους πολίτες της Γουατεμάλας, καθώς και εκπροσώπους των αυτοχθόνων πληθυσμών από άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, τότε οι Ινδιάνοι θα μπορούσαν να γίνουν η κύρια εθνική ομάδα στην Αμερικανική Ορθόδοξη Εκκλησία. Προσωπικά, εγώ θα χαιρόμουν για αυτό», ανέφερε ο Μητροπολίτης Ιωνάς.

Ο Μητροπολίτης τόνισε, επίσης, ότι η Καθολική Εκκλησία γρήγορα χάνει την επιρροή της στη Λατινική Αμερική και η αιτία γι’ αυτό είναι οι στενοί δεσμοί της με τις ανώτερες τάξεις της κοινωνίας.
«Ένα μεγάλο μέρος των φτωχών, που αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής, απογοητεύτηκε από τους Καθολικούς ποιμένες και εντάχθηκε στους Προτεστάντες, Μορμόνους και άλλους αιρετικούς», εξήγησε ο Μητροπολίτης Ιωνάς.

Τέλος, μιλώντας για τους Ινδιάνους Ορθοδόξους στην Αμερική, ο Μητροπολίτης Ιωνάς ανέφερε ότι ίσως σύντομα στην Αλάσκα πραγματοποιηθεί Συνέδριο Ορθοδόξων Ινδιάνων.







Mayan Orthodoxy in Guatemala & South Mexico




The Word from Guatemala





Μᾶς ἀναφέρει ο καλός Κληρικός π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος ἀπ᾽ τόν Πειραιά:

«“Τό ἔτος 1978, τήν Ε´ Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἔκανα ἕνα κήρυγμα στόν Ἅγιο Βασίλειο Πειραιῶς, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἑορτῆς τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, περί μετανοίας.

Ἀναφέρθηκα στίς διάφορες κατηγορίες μετανοούντων καί στήν ἐξομολόγησι, πού γινόταν δημόσια τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, μέσα στίς Κατακόμβες καί στούς τότε Ἱερούς Ναούς.

Ἕνας ἐκκλησιαζόμενος χριστιανός, γύρω στήν ἡλικία τῶν 60 ἐτῶν, εἶχε ἕνα μεγάλο πάθος, ἀπ᾽ τό ὁποῖο —καί στήν ἡλικία αὐτή— δέν μποροῦσε νά ἀπαλλαγῆ καί ἔτσι ἐστερεῖτο τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Τήν ἑπομένη Κυριακή, πού ἦταν τῶν Βαΐων, εἴχαμε ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία. Ὅταν σύν Θεῷ φθάσαμε στό τέλος καί σταθήκαμε ὅλοι οἱ ἱερεῖς μπροστά στήν Ὡραία Πύλη γιά νά γίνη ἡ Ἀπόλυσι, τοῦ διακόνου λέγοντος ῾τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν᾽ καί καθώς ὁ Μητροπολίτης θ᾽ ἄρχιζε τήν Ἀπόλυσι μέ τό Ἑὐλογία Κυρίου καί ἔλεος Αὐτοῦ ἔλθοι ἐφ᾽ ἡμᾶς…᾽, πάνω ἀπ᾽ τό δεσποτικό θρόνο ἀκούσαμε μιά δυνατή φωνή ἑνός χριστιανοῦ… Ἦταν ὁ χριστιανός πού σᾶς εἶπα, μέ τό μεγάλο πάθος.

Πάνω ἀπ᾽ τό δεσποτικό θρόνο, λοιπόν, φώναξε δυνατά δύο φορές: Ἑἶμαι τέτοιος… εἶμαι τέτοιος…᾽ καί εἶπε τό πάθος του. Μπροστά στόν κατάμεστο ἀπό χριστιανούς Ναό ὁμολόγησε τό πάθος του! Ὅλοι μας ἐκπλαγήκαμε, μείναμε ἄφωνοι. Ὁ δεσπότης ὅμως δέν τά ᾽χασε, συνέχισε καί τελείωσε τήν Ἀπόλυσι.

Ποιό τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ὁμολογίας; Ὅπως μοῦ ᾽λεγε ὁ ἴδιος κατόπιν, ἔφυγε ἀπ᾽ τά μέλη τοῦ σώματός του ἕνας βράχος, ἀπαλλάχθηκε ἀπ᾽ τό πάθος του μιά γιά πάντα καί στήν πρώτη του Θεία Κοινωνία εἶχε πανηγύρι”[ὑπ.: Ἀπ᾽ τίς προσωπικές μου σημειώσεις]».


Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἠ Εξομολόγηση

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012




Ὧρες Εξομολόγησης


03.10.2014 - 1



«Μιά νέα κοπέλα ἀπ᾽ τήν Πετρούπολι, ἡ Μαρία, ἀρρώστησε πολύ σοβαρά. Ἄν καί ξόδεψε πολλά χρήματα στούς γιατρούς δέν βρῆκε καμμία βελτίωσι. Ἀπελπίσθηκε καί ἀποφάσισε ν᾽ αὐτοκτονήση. Πῆγε σέ μία ἀπ᾽ τίς γέφυρες τοῦ ποταμοῦ Νέβα, πού διασχίζει τήν Πετρούπολι, καί ἑτοιμάσθηκε νά πέση. Τήν τελευταία στιγμή τήν πλησίασε μία κυρία καί τῆς εἶπε:

—Ἀδελφή, δέν εἶναι σωστό αὐτό τό ὁποῖο πᾶς νά κάνης. Ἔλα μαζύ μου καί θά σέ πάω σ᾽ ἕνα πολύ καλό γιατρό. Αὐτός θά σέ θεραπεύση.

Ἡ Μαρία κοντοστάθηκε.

—Ἔχω τόσο καιρό πού τρέχω στούς γιατρούς. Ξόδεψα πολλά χρήματα καί ἀντί ἡ ὑγεία μου νά καλυτερεύση, μᾶλλον χειροτερεύει. Ξέρω ὅτι γρήγορα θά πεθάνω.

Ἡ κυρία συνέχισε:

—Ὁ γιατρός στόν ὁποῖο θά σέ πάω δέν θέλει χρήματα. Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί γιατρεύει μέ τήν προσευχή.

Ἡ Μαρία συμφώνησε. Πῆγαν μαζύ στή Λαύρα καί συνάντησαν τόν π. Σεραφείμ τῆς Βίριτσα. Πρίν προλάβη νά πῆ κάτι, ὁ Γέροντας τῆς μίλησε σάν νά τήν ἤξερε ἀπό παληά.

—Μαρία, μήν ἀπελπίζεσαι. Νήστεψε μία μέρα καί ὁ Κύριος θά σοῦ δείξη τό ἔλεός Του.

Ἡ Μαρία χάρηκε καί πίστεψε στά λόγια τοῦ γέροντος. Σέ λίγο διάστημα ἦταν ἐντελῶς καλά κι ἔγινε ἀπ᾽ τά πιό ἀγαπημένα πνευματικά παιδιά τοῦ γέροντος.

Λίγα χρόνια ἀργότερα στήν τράπεζα ὅπου δούλευε μπῆκαν ληστές καί κινδύνευσε νά χάση τή ζωή της. Οἱ ληστές μέ τό πιστόλι τήν ἀπειλοῦσαν καί αὐτή ἄρχισε νά ἐξομολογῆται τίς ἁμαρτίες της φωνακτά [: δημόσια ἐξομολόγησι]. Ἔπειτα φώναξε τό γέροντα:

—Παππούλη μου, μέ ἀκοῦς;

Τελικά οἱ ληστές ἔφυγαν χωρίς νά τῆς κάνουν κακό. Τήν ἑπόμενη μέρα ἐπισκέφθηκε τό γέροντα στή Λαύρα.

Καί πάλι, πρίν προλάβη νά μιλήση, ὁ π. Σεραφείμ τῆς Βίριτσα τῆς εἶπε:

—Γιά τή μετάνοιά σου, σ᾽ ἔσωσε ὁ Κύριος»(ΣΒ, 97).


Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Ἡ Ἐξομολόγηση

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012




(Ὥρες Εξομολόγησης)





The dark legacy of Carlos Castaneda


Robert Marshall


Photo: Carlos Castaneda, PERU

The godfather of the New Age led a secretive group of devoted followers in the last decade of his life. His closest “witches” remain missing, and former insiders, offering new details, believe the women took their own lives.


Much has been written about the slippery boundaries between fiction and nonfiction, the publishing industry’s responsibility for distinguishing between the two, and the potential damage to readers. There’s been, however, hardly a mention of the 20th century’s most successful literary trickster: Carlos Castaneda.

If this name draws a blank for readers under 30, all they have to do is ask their parents. Deemed by Time magazine the “Godfather of the New Age,” Castaneda was the literary embodiment of the Woodstock era. His 12 books, supposedly based on meetings with a mysterious Indian shaman, don Juan, made the author, a graduate student in anthropology, a worldwide celebrity. Admirers included John Lennon, William Burroughs, Federico Fellini and Jim Morrison.

Under don Juan’s tutelage, Castaneda took peyote, talked to coyotes, turned into a crow, and learned how to fly. All this took place in what don Juan called “a separate reality.” Castaneda, who died in 1998, was, from 1971 to 1982, one of the best-selling nonfiction authors in the country. During his lifetime, his books sold at least 10 million copies.

Castaneda was viewed by many as a compelling writer, and his early books received overwhelmingly positive reviews. Time called them “beautifully lucid” and remarked on a “narrative power unmatched in other anthropological studies.” They were widely accepted as factual, and this contributed to their success. Richard Jennings, an attorney who became closely involved with Castaneda in the ’90s, was studying at Stanford in the early ’70s when he read the first two don Juan books. “I was a searcher,” he recently told Salon. “I was looking for a real path to other worlds. I wasn’t looking for metaphors.”

The books’ status as serious anthropology went almost unchallenged for five years. Skepticism increased in 1972 after Joyce Carol Oates, in a letter to the New York Times, expressed bewilderment that a reviewer had accepted Castaneda’s books as nonfiction. The next year, Time published a cover story revealing that Castaneda had lied extensively about his past. Over the next decade, several researchers, most prominently Richard de Mille, son of the legendary director, worked tirelessly to demonstrate that Castaneda’s work was a hoax.

In spite of this exhaustive debunking, the don Juan books still sell well. The University of California Press, which published Castaneda’s first book, “The Teachings of Don Juan: A Yaqui Way of Knowledge,” in 1968, steadily sells 7,500 copies a year. BookScan, a Nielsen company that tracks book sales, reports that three of Castaneda’s most popular titles, “A Separate Reality,” “Journey to Ixtlan” and “Tales of Power,” sold a total of 10,000 copies in 2006. None of Castaneda’s titles have ever gone out of print — an impressive achievement for any author.

Today, Simon and Schuster, Castaneda’s main publisher, still classifies his books as nonfiction. It could be argued that this label doesn’t matter since everyone now knows don Juan was a fictional creation. But everyone doesn’t, and the trust that some readers have invested in these books leads to a darker story that has received almost no coverage in the mainstream press.

Castaneda, who disappeared from the public view in 1973, began in the last decade of his life to organize a secretive group of devoted followers. His tools were his books and Tensegrity, a movement technique he claimed had been passed down by 25 generations of Toltec shamans. A corporation, Cleargreen, was set up to promote Tensegrity; it held workshops attended by thousands. Novelist and director Bruce Wagner, a member of Castaneda’s inner circle, helped produce a series of instructional videos. Cleargreen continues to operate to this day, promoting Tensegrity and Castaneda’s teachings through workshops in Southern California, Europe and Latin America.

At the heart of Castaneda’s movement was a group of intensely devoted women, all of whom were or had been his lovers. They were known as the witches, and two of them, Florinda Donner-Grau and Taisha Abelar, vanished the day after Castaneda’s death, along with Cleargreen president Amalia Marquez and Tensegrity instructor Kylie Lundahl. A few weeks later, Patricia Partin, Castaneda’s adopted daughter as well as his lover, also disappeared. In February 2006, a skeleton found in Death Valley, Calif., was identified through DNA analysis as Partin’s.

Some former Castaneda associates suspect the missing women committed suicide. They cite remarks the women made shortly before vanishing, and point to Castaneda’s frequent discussion of suicide in private group meetings. Achieving transcendence through a death nobly chosen, they maintain, had long been central to his teachings.

Castaneda was born in 1925 and came to the United States in 1951 from Peru. He’d studied sculpture at the School of Fine Arts in Lima and hoped to make it as an artist in the United States. He worked a series of odd jobs and took classes at Los Angeles Community College in philosophy, literature and creative writing. Most who knew him then recall a brilliant, hilarious storyteller with mesmerizing brown eyes. He was short (some say 5-foot-2; others 5-foot-5) and self-conscious about having his picture taken. Along with his then wife Margaret Runyan (whose memoir, “A Magical Journey With Carlos Castaneda,” he would later try to suppress) he became fascinated by the occult.

According to Runyan, she and Castaneda would hold long bull sessions, drinking wine with other students. One night a friend remarked that neither the Buddha nor Jesus ever wrote anything down. Their teachings had been recorded by disciples, who could have changed things or made them up. “Carlos nodded, as if thinking carefully,” wrote Runyan. Together, she and Castaneda conducted unsuccessful ESP experiments. Runyan worked for the phone company, and Castaneda’s first attempt at a book was an uncompleted nonfiction manuscript titled “Dial Operator.”

In 1959, Castaneda enrolled at UCLA, where he signed up for California ethnography with archaeology professor Clement Meighan. One of the assignments was to interview an Indian. He got an “A” for his paper, in which he spoke to an unnamed Native American about the ceremonial use of jimson weed. But Castaneda was broke and soon dropped out. He worked in a liquor store and drove a taxi. He began to disappear for days at a time, telling Runyan he was going to the desert. The couple separated, but soon afterward Castaneda adopted C.J., the son Runyan had had with another man. And, for seven years, he worked on the manuscript that was to become “The Teachings of Don Juan.”

“The Teachings” begins with a young man named Carlos being introduced at an Arizona bus stop to don Juan, an old Yaqui Indian whom he’s told “is very learned about plants.” Carlos tries to persuade the reluctant don Juan to teach him about peyote. Eventually he relents, allowing Carlos to ingest the sacred cactus buds. Carlos sees a transparent black dog, which, don Juan later tells him, is Mescalito, a powerful supernatural being. His appearance is a sign that Carlos is “the chosen one” who’s been picked to receive “the teachings.”

“The Teachings” is largely a dialogue between don Juan, the master, and Carlos, the student, punctuated by the ingestion of carefully prepared mixtures of herbs and mushrooms. Carlos has strange experiences that, in spite of don Juan’s admonitions, he continues to think of as hallucinations. In one instance, Carlos turns into a crow and flies. Afterward, an argument ensues: Is there such a thing as objective reality? Or is reality just perceptions and different, equally valid ways of describing them? Toward the book’s end, Carlos again encounters Mescalito, whom he now accepts as real, not a hallucination.

In “The Teachings,” Castaneda tried to follow the conventions of anthropology by appending a 50-page “structural analysis.” According to Runyan, his goal was to become a psychedelic scholar along the lines of Aldous Huxley. He’d become disillusioned with another hero, Timothy Leary, who supposedly mocked Castaneda when they met at a party, earning his lifelong enmity. In 1967, he took his manuscript to professor Meighan. Castaneda was disappointed when Meighan told him it would work better as a trade book than as a scholarly monograph. But following Meighan’s instructions, Castaneda took his manuscript to the University of California Press’ office in Powell Library, where he showed it to Jim Quebec. The editor was impressed but had doubts about its authenticity. Inundated by good reports from the UCLA anthropology department, according to Runyan, Quebec was convinced and “The Teachings” was published in the spring of 1968.

Runyan wrote that “the University of California Press, fully cognizant that a nation of drug-infatuated students was out there, moved it into California bookstores with a vengeance.” Sales exceeded all expectations, and Quebec soon introduced Castaneda to Ned Brown, an agent whose clients included Jackie Collins. Brown then put Castaneda in touch with Michael Korda, Simon and Schuster’s new editor in chief.

In his memoir, “Another Life,” Korda recounts their first meeting. Korda was told to wait in a hotel parking lot. “A neat Volvo pulled up in front of me, and the driver waved me in,” Korda writes. “He was a robust, broad-chested, muscular man, with a swarthy complexion, dark eyes, black curly hair cut short, and a grin as merry as Friar Tuck’s … I had seldom, if ever, liked anybody so much so quickly … It wasn’t so much what Castaneda had to say as his presence — a kind of charm that was partly subtle intelligence, partly a real affection for people, and partly a kind of innocence, not of the naive kind but of the kind one likes to suppose saints, holy men, prophets and gurus have.” The next morning, Korda set about buying the rights to “The Teachings.” Under his new editor’s guidance, Castaneda published his next three books in quick succession. In “A Separate Reality,” published in 1971, Carlos returns to Mexico to give don Juan a copy of his new book. Don Juan declines the gift, suggesting he’d use it as toilet paper. A new cycle of apprenticeship begins, in which don Juan tries to teach Carlos how to “see.”

New characters appear, most importantly don Juan’s friend and fellow sorcerer don Genaro. In “A Separate Reality” and the two books that follow, “Journey to Ixtlan” and “Tales of Power,” numerous new concepts are introduced, including “becoming inaccessible,” “erasing personal history” and “stopping the world.”

There are also displays of magic. Don Genaro is at one moment standing next to Carlos; at the next, he’s on top of a mountain. Don Juan uses unseen powers to help Carlos start his stalled car. And he tries to show him how to be a warrior — a being who, like an enlightened Buddhist, has eliminated the ego, but who, in a more Nietzschean vein, knows he’s superior to regular humans, who lead wasted, pointless lives. Don Juan also tries to teach Carlos how to enter the world of dreams, the “separate reality,” also referred to as the “nagual,” a Spanish word taken from the Aztecs. (Later, Castaneda would shift the word’s meaning, making it stand not only for the separate reality but also for a shaman, like don Juan and, eventually, Castaneda himself.)

In “Journey to Ixtlan,” Carlos starts a new round of apprenticeship. Don Juan tells him they’ll no longer use drugs. These were only necessary when Carlos was a beginner. Many consider “Ixtlan,” which served as Castaneda’s Ph.D. thesis at UCLA, his most beautiful book. It also made him a millionaire. At the book’s conclusion, Carlos talks to a luminous coyote. But he isn’t yet ready to enter the nagual. Finally, at the end of “Tales of Power,” don Juan and don Genaro take Carlos to the edge of a cliff. If he has the courage to leap, he’ll at last be a full-fledged sorcerer. This time Carlos doesn’t turn back. He jumps into the abyss.

All four books were lavishly praised. Michael Murphy, a founder of Esalen, remarked that the “essential lessons don Juan has to teach are the timeless ones that have been taught by the great sages of India.” There were raves in the New York Times, Harper’s and the Saturday Review. “Castaneda’s meeting with Don Juan,” wrote Time’s Robert Hughes, “now seems one of the most fortunate literary encounters since Boswell was introduced to Dr. Johnson.”

In 1972, anthropologist Paul Riesman reviewed Castaneda’s first three books in the New York Times Book Review, writing that “Castaneda makes it clear that the teachings of don Juan do tell us something of how the world really is.” Riesman’s article ran in place of a review the Times had initially commissioned from Weston La Barre, one of the foremost authorities on Native American peyote ceremonies. In his unpublished article, La Barre denounced Castaneda’s writing as “pseudo-profound deeply vulgar pseudo-ethnography.”

Contacted recently, Roger Jellinek, the editor who commissioned both reviews, explained his decision. “The Weston La Barre review, as I recall, was not so much a review as a furious ad hominem diatribe intended to suppress, not debate, the book,” he wrote via e-mail. “By then I knew enough about Castaneda, from discussions with Edmund Carpenter, the anthropologist who first put me on to Castaneda, and from my reading of renowned shamanism scholar Mircea Eliade in support of my own review of Castaneda in the daily New York Times, to feel strongly that ‘The Teachings of Don Juan’ deserved more than a personal put-down. Hence the second commission to Paul Riesman, son of Harvard sociologist David Riesman, and a brilliant rising anthropologist. Incidentally, in all my eight years at the NYTBR, that’s the only occasion I can recall of a review being commissioned twice.”

Riesman’s glowing review was soon followed by Oates’ letter to the editor, in which she argued that the books were obvious works of fiction. Then, in 1973, Time correspondent Sandra Burton found that Castaneda had lied about his military service, his father’s occupation, his age and his nation of birth (Peru not Brazil).

No one contributed more to Castaneda’s debunking than Richard de Mille. De Mille, who held a Ph.D. in psychology from USC, was something of a freelance intellectual. In a recent interview, he remarked that because he wasn’t associated with a university, he could tell the story straight. “People in the academy wouldn’t do it,” he remarked. “They’d be embarrassing the establishment.” Specifically the UCLA professors who, according to de Mille, knew it was a hoax from the start. But a hoax that, he said, supported their theories, which de Mille summed up succinctly: “Reality doesn’t exist. It’s all what people say to each other.”

In de Mille’s first exposé, “Castaneda’s Journey,” which appeared in 1976, he pointed to numerous internal contradictions in Castaneda’s field reports and the absence of convincing details. “During nine years of collecting plants and hunting animals with don Juan, Carlos learns not one Indian name for any plant or animal,” De Mille wrote. The books were also filled with implausible details. For example, while “incessantly sauntering across the sands in seasons when … harsh conditions keep prudent persons away, Carlos and don Juan go quite unmolested by pests that normally torment desert hikers.”

De Mille also uncovered numerous instances of plagiarism. “When don Juan opens his mouth,” he wrote, “the words of particular writers come out.” His 1980 compilation, “The Don Juan Papers,” includes a 47-page glossary of quotations from don Juan and their sources, ranging from Wittgenstein and C.S. Lewis to papers in obscure anthropology journals.

In one example, de Mille first quotes a passage by a mystic, Yogi Ramacharaka: “The Human Aura is seen by the psychic observer as a luminous cloud, egg-shaped, streaked by fine lines like stiff bristles standing out in all directions.” In “A Separate Reality,” a “man looks like a human egg of circulating fibers. And his arms and legs are like luminous bristles bursting out in all directions.” The accumulation of such instances leads de Mille to conclude that “Carlos’s adventures originated not in the Sonoran desert but in the library at UCLA.” De Mille convinced many previously sympathetic readers that don Juan did not exist. Perhaps the most glaring evidence was that the Yaqui don’t use peyote, and don Juan was supposedly a Yaqui shaman teaching a “Yaqui way of knowledge.” Even the New York Times came around, declaring that de Mille’s research “should satisfy anyone still in doubt.”

Some anthropologists have disagreed with de Mille on certain points. J.T. Fikes, author of “Carlos Castaneda, Academic Opportunism and the Psychedelic Sixties,” believes Castaneda did have some contact with Native Americans. But he’s an even fiercer critic than de Mille, condemning Castaneda for the effect his stories have had on Native peoples. Following the publication of “The Teachings,” thousands of pilgrims descended on Yaqui territory. When they discovered that the Yaqui don’t use peyote, but that the Huichol people do, they headed to the Huichol homeland in Southern Mexico, where, according to Fikes, they caused serious disruption. Fikes recounts with outrage the story of one Huichol elder being murdered by a stoned gringo.

Among anthropologists, there’s no longer a debate. Professor William W. Kelly, chairman of Yale’s anthropology department, told me, “I doubt you’ll find an anthropologist of my generation who regards Castaneda as anything but a clever con man. It was a hoax, and surely don Juan never existed as anything like the figure of his books. Perhaps to many it is an amusing footnote to the gullibility of naive scholars, although to me it remains a disturbing and unforgivable breach of ethics.”

After 1973, the year of the Time exposé, Castaneda never again responded publicly to criticism. Instead, he went into seclusion, at least as far as the press was concerned (he still went to Hollywood parties). Claiming he was complying with don Juan’s instruction to become “inaccessible,” he no longer allowed himself to be photographed, and (in the same year the existence of the Nixon tapes was made public) he decided that recordings of any sort were forbidden. He also severed ties to his past; after attending C.J.’s junior high graduation and promising to take him to Europe, he soon banished his ex-wife and son.

And he made don Juan disappear. When “The Second Ring of Power” was published in 1977, readers learned that sometime between the leap into the abyss at the end of “Tales of Power” and the start of the new book, don Juan had vanished, evanescing into a ball of light and entering the nagual. His seclusion also helped Castaneda, now in his late 40s, conceal the alternative family he was starting to form. The key members were three young women: Regine Thal, Maryann Simko and Kathleen “Chickie” Pohlman, whom Castaneda had met while he was still active at UCLA. Simko was pursuing a Ph.D. in anthropology and was known around campus as Castaneda’s girlfriend. Through her, Castaneda met Thal, another anthropology Ph.D. candidate and Simko’s friend from karate class. How Pohlman entered the picture remains unclear.

In 1973, Castaneda purchased a compound on the aptly named Pandora Avenue in Westwood. The women, soon to be known both in his group and in his books as “the witches,” moved in. They eventually came to sport identical short, dyed blond haircuts similar to those later worn by the Heaven’s Gate cult. They also said they’d studied with don Juan.

In keeping with the philosophy of “erasing personal history,” they changed their names: Simko became Taisha Abelar; Thal, Florinda Donner-Grau. Donner-Grau is remembered by many as Castaneda’s equal in intelligence and charisma. Nicknamed “the hummingbird” because of her ceaseless energy, she was born in Venezuela to German parents and claimed to have done research on the Yanomami Indians. Pohlman was given a somewhat less glamorous alias: Carol Tiggs. Donner-Grau and Abelar eventually published their own books on sorcery.

The witches, along with Castaneda, maintained a tight veil of secrecy. They used numerous aliases and didn’t allow themselves to be photographed. Followers were told constantly changing stories about their backgrounds. Only after Castaneda’s death did the real facts about their lives begin to emerge. This is largely due to the work of three of his ex-followers.

In the early ’90s, Richard Jennings, a Columbia Law graduate, was living in Los Angeles. He was the executive director of Hollywood Supports, a nonprofit group organized to fight discrimination against people with HIV. He’d previously been the executive director of GLAAD, the Gay and Lesbian Alliance Against Defamation. After reading an article in Details magazine by Bruce Wagner about a meeting with Castaneda, he became intrigued. By looking on the Internet, he found his way to one of the semi-secret workshops being held around Los Angeles. He was soon invited to participate in Castaneda’s Sunday sessions, exclusive classes for select followers, where Jennings kept copious notes. From 1995 to 1998 he was deeply involved in the group, sometimes advising on legal matters. After Castaneda’s death, he started a Web site, Sustained Action, for which he compiled meticulously researched chronologies, dating from 1947 to 1999, of the lives of Patricia Partin and the witches.

Another former insider is Amy Wallace, author of 13 books of fiction and nonfiction, including the best-selling “Book of Lists,” which she co-authored with her brother David Wallechinksy and their father, novelist Irving Wallace, also a client of Korda’s. (Amy Wallace has contributed to Salon.) She first met Castaneda in 1973, while she was still in high school. Her parents took her to a dinner party held by agent Ned Brown. Castaneda was there with Abelar, who then went under the name Anna-Marie Carter. They talked with Wallace about her boarding school. Many years later, Wallace became one of Castaneda’s numerous lovers, an experience recounted in her memoir, “Sorcerer’s Apprentice.” Wallace now lives in East Los Angeles, where she’s working on a novel about punk rock.

Gaby Geuter, an author and former travel agent, had been a workshop attendee who hoped to join the inner circle. In 1996 she realized she was being shut out. In an effort to find out the truth about the guru who’d rejected her, she, along with her husband, Greg Mamishian, began to shadow Castaneda. In her book “Filming Castaneda,” she recounts how, from a car parked near his compound, they secretly videotaped the group’s comings and goings. Were it not for Geuter there’d be no post-1973 photographic record of Castaneda, who, as he aged, seemed to have retained his impish charm as well as a full head of silver hair. They also went through his trash, discovering a treasure-trove of documents, including marriage certificates, letters and credit card receipts that would later provide clues to the group’s history and its behavior during Castaneda’s final days.

During the late ’70s and early ’80s, Jennings believes the group probably numbered no more than two dozen. Members, mostly women, came and went. At the time, a pivotal event was the defection of Carol Tiggs, who was, according to Wallace, always the most ambivalent witch. Soon after joining, she tried to break away. She attended California Acupuncture College, married a fellow student and lived in Pacific Palisades. Eventually, Wallace says, Castaneda lured her back.

Castaneda had a different version. In his 1981 bestseller, “The Eagle’s Gift,” he described how Tiggs vanished into the “second attention,” one of his terms for infinity. Eventually she reappeared through a space time portal in New Mexico. She then made her way to L.A., where they were joyously reunited when he found her on Santa Monica Boulevard. In homage to her 10 years in another dimension, she was now known as the “nagual woman.”

Wallace believes this was an incentive to get Tiggs to rejoin. According to Wallace and Jennings, one of the witches’ tasks was to recruit new members. Melissa Ward, a Los Angeles area caterer, was involved in the group from 1993 to 1994. “Frequently they recruited at lectures,” she told me. Among the goals, she said, was to find “women with a combination of brains and beauty and vulnerability.” Initiation into the inner family often involved sleeping with Castaneda, who, the witches claimed in public appearances, was celibate.

In “Sorcerer’s Apprentice,” Wallace provides a detailed picture of her own seduction. Because of her father’s friendship with Castaneda, her case was unusual. Over the years, he’d stop by the Wallace home. When Irving died in 1990, Amy was living in Berkeley, Calif. Soon after, Castaneda called and told her that her father had appeared to him in a dream and said he was trapped in the Wallace’s house, and needed Amy and Carlos to free him.

Wallace, suitably skeptical, came down to L.A. and the seduction began in earnest. She recounts how she soon found herself in bed with Castaneda. He told her he hadn’t had sex for 20 years. When Wallace later worried she might have gotten pregnant (they’d used no birth control), Castaneda leapt from the bed, shouting, “Me make you pregnant? Impossible! The nagual’s sperm isn’t human … Don’t let any of the nagual’s sperm out, nena. It will burn away your humanness.” He didn’t mention the vasectomy he’d had years before.

The courtship continued for several weeks. Castaneda told her they were “energetically married.” One afternoon, he took her to the sorcerer’s compound. As they were leaving, Wallace looked at a street sign so she could remember the location. Castaneda furiously berated her: A warrior wouldn’t have looked. He ordered her to return to Berkeley. She did. When she called, he refused to speak to her.

The witches, however, did, instructing Wallace on the sorceric steps necessary to return. She had to let go of her attachments. Wallace got rid of her cats. This didn’t cut it. Castaneda, she wrote, got on the phone and called her an egotistical, spoiled Jew. He ordered her to get a job at McDonald’s. Instead, Wallace waitressed at a bed and breakfast. Six months later she was allowed back.

Aspiring warriors, say Jennings, Wallace and Ward, were urged to cut off all contact with their past lives, as don Juan had instructed Carlos to do, and as Castaneda had done by cutting off his wife and adopted son. “He was telling us how to get out of family obligations,” Jennings told me. “Being in one-on-one relationships would hold you back from the path. Castaneda was telling us how to get out of commitments with family, down to small points like how to avoid hugging your parents directly.” Jennings estimates that during his four years with the group, between 75 and 100 people were told to cut off their families. He doesn’t know how many did.

For some initiates, the separation was brutal and final. According to Wallace, acolytes were told to tell their families, “I send you to hell.” Both Wallace and Jennings tell of one young woman who, in the group’s early years, had been ordered by Castaneda to hit her mother, a Holocaust survivor. Many years later, Wallace told me, the woman “cried about it. She’d done it because she thought he was so psychic he could tell if she didn’t.” Wallace also describes how, when one young man’s parents died soon after being cut off, Castaneda singled him out for praise, remarking, “When you really do it, don Juan told me, they die instantly, as if you were squashing a flea — and that’s all they are, fleas.”

Before entering the innermost circle, at least some followers were led into a position of emotional and financial dependence. Ward remembers a woman named Peggy who was instructed to quit her job. She was told she’d then be given cash to get a phone-less apartment, where she would wait to hear from Castaneda or the witches. Peggy fled before this happened. But Ward said this was a common practice with women about to be brought into the family’s core.

Valerie Kadium, a librarian, who from 1995 to 1996 took part in the Sunday sessions, recalls one participant who, after several meetings, decided to commit himself fully to the group. He went to Vermont to shut down his business, but on returning to L.A., he was told he could no longer participate; he was “too late.” He’d failed to grasp the “cubic centimeter of chance” that, said Kadium, Castaneda often spoke of. Jennings had to quit his job with Hollywood Supports; his work required him to interact with the media, but this was impossible: Sorcerers couldn’t have their pictures taken.

But there were rewards. “I was totally affected by these people,” Jennings told me. “I felt like I’d found a family. I felt like I’d found a path.” Kadium recalls the first time she saw Tensegrity instructor Kylie Lundahl onstage — she saw an aura around her, an apricot glow. Remembering her early days with the group, she remarked, “There was such a sweetness about it. I had such high hopes. I wanted to feel the world more deeply — and I did.”

Although she was later devastated when Castaneda banished her from the Sunday sessions, telling her “the spirits spit you out,” she eventually recovered, and now remembers this as the most exciting time of her life. According to all who knew him, Castaneda wasn’t only mesmerizing, he also had a great sense of humor. “One of the reasons I was involved was the idea that I was in this fascinating, on the edge, avant garde, extraordinary group of beings,” Wallace said. “Life was always exciting. We were free from the tedium of the world.”

And because, as Jennings puts it, Castaneda was a “control freak,” followers were often freed from the anxiety of decision-making. Some had more independence, but even Wallace and Bruce Wagner, both of whom were given a certain leeway, were sometimes, according to Wallace, required to have their writing vetted by Donner-Grau. Jennings and Wallace also report that Castaneda directed the inner circle’s sex lives in great detail.

The most difficult part, Wallace believes, was that you never knew where you stood. “He’d pick someone, crown them, and was as capable of kicking them out in 48 hours as keeping them 10 years. You never knew. So there was always trepidation, a lot of jealousy.” Sometimes initiates were banished for obscure spiritual offenses, such as drinking cappuccino (which Castaneda himself guzzled in great quantities). They’d no longer be invited to the compound. Phone calls wouldn’t be returned. Having been allowed for a time into a secret, magical family, they’d be abruptly cut off. For some, Wallace believes, this pattern was highly traumatic. “In a weird way,” she said, “the worst thing that can happen is when you’re loved and loved and then abused and abused, and there are no rules, and the rules keep changing, and you can never do right, but then all of a sudden they’re kissing you. That’s the most crazy-making behavioral modification there is. And that’s what Carlos specialized in; he was not stupid.”

Whether disciples were allowed to stay or forced to leave seems often to have depended on the whims of a woman known as the Blue Scout. Trying to describe her power, Ward recalled a “Twilight Zone” episode in which a little boy could look at people and make them die. “So everyone treated him with kid gloves,” she said, “and that’s how it was with the Blue Scout.” She was born Patricia Partin and grew up in LaVerne, Calif., where, according to Jennings, her father had been in an accident that left him with permanent brain damage. Partin dropped out of Bonita High her junior year. She became a waitress, and, at 19, married an aspiring filmmaker, Mark Silliphant, who introduced her to Castaneda in 1978. Within weeks of their marriage she left Silliphant and went to live with Castaneda. She paid one last visit to her mother; in keeping with the nagual’s instructions, she refused to be in a family photograph. For the rest of her life, she never spoke to her mother again.

Castaneda renamed Partin Nury Alexander. She was also “Claude” as well as the Blue Scout. She soon emerged as one of his favorites (Castaneda officially adopted her in 1995). Followers were told he’d conceived her with Tiggs in the nagual. He said she had a very rare energy; she was “barely human” — high praise from Castaneda. Partin, a perpetual student at UCLA and an inveterate shopper at Neiman Marcus, was infantilized. In later years, new followers would be assigned the task of playing dolls with her.

In the late ’80s, perhaps because book sales had slowed, or perhaps because he no longer feared media scrutiny, Castaneda sought to expand. Jennings believes he may have been driven by a desire to please Partin. Geuter confirms that Castaneda told followers that the Blue Scout had talked him into starting Cleargreen. But she also suggests another motivation. “He was thinking about what he wanted for the rest of his life,” Geuter told me. “He always talked about ‘going for the golden clasp.’ He wanted to finish with something spectacular.”

Castaneda investigated the possibility of incorporating as a religion, as L. Ron Hubbard had done with Scientology. Instead, he chose to develop Tensegrity, which, Jennings believes, was to be the means through which the new faith would spread. Tensegrity is a movement technique that seems to combine elements of a rigid version of tai chi and modern dance. In all likelihood the inspiration came from karate devotees Donner-Grau and Abelar, and from his years of lessons with martial arts instructor Howard Lee. Documents found by Geuter show him discussing a project called “Kung Fu Sorcery” with Lee as early as 1988. The more elegant “Tensegrity” was lifted from Buckminster Fuller, for whom it referred to a structural synergy between tension and compression. Castaneda seems to have just liked the sound of it.

A major player in promoting Tensegrity was Wagner, whose fifth novel, “The Chrysanthemum Palace,” was a finalist for the PEN/Faulkner prize (his sixth, “Memorial,” was recently released by Simon and Schuster). Wagner hadn’t yet published his first novel when he approached Castaneda in 1988 with the hope of filming the don Juan books. Within a few years, according to Jennings and Wallace, he became part of the inner circle. He was given the sorceric name Lorenzo Drake — Enzo for short. As the group began to emerge from the shadows, holding seminars in high school auditoriums and on college campuses, Wagner, tall, bald and usually dressed in black, would, according to Geuter and Wallace, act as a sort of bouncer, removing those who asked unwanted questions. (Wagner declined requests for an interview.) In 1995 Wagner, who’d previously been wed to Rebecca De Mornay, married Tiggs. That same year his novel “I’m Losing You” was chosen by the New York Times as a notable book of the year. John Updike, in the New Yorker, proclaimed that Wagner “writes like a wizard.”

In the early ’90s, to promote Tensegrity, Castaneda set up Cleargreen, which operated out of the offices of “Rugrats” producer and Castaneda agent (and part-time sorcerer) Tracy Kramer, a friend of Wagner’s from Beverly Hills High. Although Castaneda wasn’t a shareholder, according to Geuter, “he determined every detail of the operation.” Jennings and Wallace confirm that Castaneda had complete control of Cleargreen. (Cleargreen did not respond to numerous inquiries from Salon.) The company’s official president was Amalia Marquez (sorceric name Talia Bey), a young businesswoman who, after reading Castaneda’s books, had moved from Puerto Rico to Los Angeles in order to follow him.

At Tensegrity seminars, women dressed in black, the “chacmools,” demonstrated moves for the audience. Castaneda and the witches would speak and answer questions. Seminars cost up to $1,200, and as many as 800 would attend. Participants could buy T-shirts that read “Self Importance Kills — Do Tensegrity.” The movements were meant to promote health as well as help practitioners progress as warriors. Illness was seen as a sign of weakness. Wallace recalls the case of Tycho, the Orange Scout (supposedly the Blue Scout’s sister). “She had ulcerative colitis,” Wallace told me. “She was trying to keep it a secret because if Carlos knew you were sick he’d punish you. If you went for medical care, he’d kick you out.” Once Tycho’s illness was discovered, Wallace said, Tycho was expelled from the group.

  • – – – – – – – – – – –

If Castaneda’s early books drew on Buddhism and phenomenology, his later work seemed more indebted to science fiction. But throughout, there was a preoccupation with meeting death like a warrior. In the ’90s, Castaneda told his followers that, like don Juan, he wouldn’t die — he’d burn from within, turn into a ball of light, and ascend to the heavens.

In the summer of 1997, he was diagnosed with liver cancer. Because sorcerers weren’t supposed to get sick, his illness remained a tightly guarded secret. While the witches desperately pursued traditional and alternative treatments, the workshops continued as if nothing was wrong (although Castaneda often wasn’t there). One of the witches, Abelar, flew to Florida to inspect yachts. Geuter, in notes taken at the time, wondered, “Why are they buying a boat? … Maybe Carlos wants to leave with his group, and disappear unnoticed in the wide-open oceans.”

No boats were purchased. Castaneda continued to decline. He became increasingly frail, his eyes yellow and jaundiced. He rarely left the compound. According to Wallace, Tiggs told her the witches had purchased guns. While the nagual lay bedridden with a morphine drip, watching war videos, the inner circle burned his papers. A grieving Abelar had begun to drink. “I’m not in any danger of becoming an alcoholic now,” she told Wallace. “Because I’m leaving, so — it’s too late.” Wallace writes: “She was telling me, in her way, that she planned to die.”

Wallace also recalls a conversation with Lundahl, the star of the Tensegrity videos and one of the women who disappeared: “If I don’t go with him, I’ll do what I have to do,” Wallace says Lundahl told her. “It’s too late for you and me to remain in the world — I think you know exactly what I mean.”

In April 1998, Geuter filmed the inner circle packing up the house. The next week, at age 72, Castaneda died. He was cremated at the Culver City mortuary. No one knows what became of his ashes. Within days, Donner-Grau, Abelar, Partin, Lundahl and Marquez had their phones disconnected and vanished. A few weeks later, Partin’s red Ford Escort was found abandoned in Death Valley’s Panamint Dunes.

Even within the inner circle, few knew that Castaneda was dead. Rumors spread. Many were in despair: The nagual hadn’t “burned from within.” Jennings didn’t learn until two weeks later, when Tiggs called to tell him Castaneda was “gone.” The witches, she said, were “elsewhere.”

In a proposal for a biography of Castaneda, a project Jennings eventually chose not to pursue, he writes that Tiggs “also told me she was supposed to have ‘gone with them,’ but ‘a non-decision decision’ kept me here.” Meanwhile, the workshops continued. “Carol also banned mourning within Cleargreen,” Jennings writes, “so its members hid their grief, often drowning it in alcohol or drugs.” Wallace, too, recalls a lot of drug use: “I don’t know if they tried to OD so much as to ‘get there.’ Get to Carlos.” Jennings himself drove to the desert and thought about committing suicide.

The media didn’t learn of Castaneda’s death for two months. When the news became public, Cleargreen members stopped answering their phones. They soon placed a statement, which Jennings says was written by Wagner, on their Web site: “For don Juan, the warrior was a being … who embarks, when the time comes, on a definitive journey of awareness, ‘crossing over to total freedom’ … warriors can keep their awareness, which is ordinarily relinquished, at the moment of dying. At the moment of crossing, the body in its entirety is kindled with knowledge … Carlos Castaneda left the world the same way that his teacher, don Juan Matus did: with full awareness.”

Many obituaries had a curious tone; the writers seemed uncertain whether to call Castaneda a fraud. Some expressed a kind of nostalgia for an author whose work had meant so much to so many in their youth. Korda refused comment. De Mille, in an interview with filmmaker Ralph Torjan, expressed a certain admiration. “He was the perfect hoaxer,” he told Torjan, “because he never admitted anything.”

Jennings, Wallace and Geuter believe the missing women likely committed suicide. Wallace told me about a phone call to Donner-Grau’s parents not long after the women disappeared. Donner-Grau had been one of the few allowed to maintain contact with her family. “They were weeping,” Wallace said, “because there was no goodbye. They didn’t know what had happened. This was after decades of being in touch with them.”

Castaneda’s will, executed three days before his death, leaves everything to an entity known as the Eagle’s Trust. According to Jennings, who obtained a copy of the trust agreement, the missing women have a considerable amount of money due to them. Deborah Drooz, the executor of Castaneda’s estate, said she has had no contact with the women. She added that she believes they are still alive.

Jennings believes Castaneda knew they were planning to kill themselves. “He used to talk about suicide all the time, even for minor things,” Jennings told me. He added that Partin was once sent to identify abandoned mines in the desert, which could be used as potential suicide sites. (There’s an abandoned mine not far from where her remains were found.) “He regularly told us he was our only hope,” Jennings said. “We were all supposed to go together, ‘make the leap,’ whatever that meant.” What did Jennings think it meant? “I didn’t know fully,” he said. “He’d describe it in different ways. So would the witches. It seemed to be what they were living for, something we were being promised.”

The promise may have been based on the final scene in “Tales of Power,” in which Carlos leaps from a cliff into the nagual. The scene is later retold in varying versions. In his 1984 book, “The Fire From Within,” Castaneda wrote: “I didn’t die at the bottom of that gorge — and neither did the other apprentices who had jumped at an earlier time — because we never reached it; all of us, under the impact of such a tremendous and incomprehensible act as jumping to our deaths, moved our assemblage points and assembled other worlds.”

Did Castaneda really believe this? Wallace thinks so. “He became more and more hypnotized by his own reveries,” she told me. “I firmly believe Carlos brainwashed himself.” Did the witches? Geuter put it this way: “Florinda, Taisha and the Blue Scout knew it was a fantasy structure. But when you have thousands of eyes looking back at you, you begin to believe in the fantasy. These women never had to answer to the real world. Carlos had snatched them when they were very young.”

Wallace isn’t sure what the women believed. Because open discussion of Castaneda’s teachings was forbidden, it was impossible to know what anyone really thought. However, she told me, after living so long with Castaneda, the women may have felt they had no choice. “You’ve cut off all your ties,” she said. “Now you’re going to go back after all these decades? Who are you going to go be with? And you feel that you’re not one of the common herd anymore. That’s why they killed themselves.”

On its Web site, Cleargreen maintains that the women didn’t “depart.” However, “for the moment they are not going to appear personally at the workshops because they want this dream to take wings.”

Remarkably, there seems to have been no investigation into at least three of the disappearances. Except for Donner-Grau, they’d all been estranged from their families for years. For months after they vanished, none of the other families knew what had happened. And so, according to Geuter, no one reported them missing. Salon attempted to locate the three missing women, relying on public records and phone calls to their previous residences, but discovered no current trace of them. The Los Angeles Police Department and the FBI confirm that there’s been no official inquiry into the disappearances of Donner-Grau, Abelar and Lundahl.

There is, however, a file open in the Marquez case. This is due to the tireless efforts of Luis Marquez, who told Salon that he first tried to report his sister missing in 1999. But the LAPD, he said, repeatedly ignored him. A year later, he and his sister Carmen wrote a letter to the missing-persons unit; again, no response. According to Marquez, it wasn’t until Partin’s remains were identified that the LAPD opened a file on Amalia. “To this day,” he told me, “they still refuse to ask any questions or visit Cleargreen.” His own attempts to get information from Cleargreen have been fruitless. According to Marquez, all he’s been told is that the women are “traveling.” Detective Lydia Dillard, assigned to the Marquez case, said that because this is an open investigation, she couldn’t confirm whether anyone from Cleargreen had been interviewed.

In 2002, a Taos, N.M., woman, Janice Emery, a Castaneda follower and workshop attendee, jumped to her death in the Rio Grande gorge. According to the Santa Fe New Mexican, Emery had a head injury brought on by cancer. One of Emery’s friends told the newspaper that Emery “wanted to be with Castaneda’s people.” Said another: “I think she was really thinking she could fly off.” A year later, a skeleton was discovered near the site of Partin’s abandoned Ford. The Inyo County sheriff’s department suspected it was hers. But, due to its desiccated condition, a positive identification couldn’t be made until February 2006, when new DNA technology became available.

Wallace recalls how Castaneda had told Partin that “if you ever need to rise to infinity, take your little red car and drive it as fast as you can into the desert and you will ascend.” And, Wallace believes, “that’s exactly what she did: She took her little red car, drove it into the desert, didn’t ascend, got out, wandered around and fainted from dehydration.”

Partin’s death and the disappearance of the other women aren’t Castaneda’s entire legacy. He’s been acknowledged as an important influence by figures ranging from Deepak Chopra to George Lucas. Without a doubt, Castaneda opened the doors of perception for numerous readers, and many workshop attendees found the experience deeply meaningful. There are those who testify to the benefits of Tensegrity. And even some of those who are critical of Castaneda find his teachings useful. “He was a conduit. I wanted answers to the big questions. He helped me,” Geuter said. But for five of his closest companions, his teachings — and his insistence on their literal truth — may have cost them their lives.

Long after Castaneda had been discredited in academia, Korda continued to insist on his authenticity. In 2000, he wrote: “I have never doubted for a moment the truth of his stories about don Juan.” Castaneda’s books have been profitable for Simon and Schuster, and according to Korda, were for many years one of the props on which the publisher rested. Castaneda might have achieved some level of success if his books had been presented, as James Redfield’s “Celestine Prophecy” is, as allegorical fiction. But Castaneda always insisted he’d made nothing up. “If he hadn’t presented his stories as fact,” Wallace told me, “it’s unlikely the cult would exist. As nonfiction, it became impossibly more dangerous.”

To this day, Simon and Schuster stands by Korda’s position. When asked whether, in the face of overwhelming evidence to the contrary, the publisher still regarded Castaneda’s books as nonfiction, Adam Rothenberg, the vice president for corporate communication, replied that Simon and Schuster “will continue to publish Castaneda as we always have.” Tensegrity classes are still held around the world. Workshops were recently conducted in Mexico City and Hanover, Germany. Wagner’s videos are still available from Cleargreen. According to the terms of Castaneda’s will, book royalties still help support a core group of acolytes. On Simon and Schuster’s Web site, Castaneda is still described as an anthropologist. No mention is made of his fiction.