14 - 1

Όταν μια παλαιοημερολογίτισσα συνάντησε

τον Γέροντα Εφραίμ το Φιλοθεΐτη της Arizona, ΗΠΑ





Όταν έλεγα μια φορά τους λογισμούς μου στον Γέροντα και χτυπάει το τηλέφωνο, μου λέει..
-Να το σηκώσω αγόρι μου;
-Έ, σηκώστε το Γέροντα λέω, μπορεί να είναι καμιά ανάγκη, να πεθαίνει κανένας άνθρωπος, πάλι δεν θα σας ξανά βρώ;Το σηκώνει, ακούω μια γυναίκα, έκλαιγε, φώναζε, χτυπιότανε, τσίριζε.
Και έλεγε ο Γέροντας..- Είδες κορίτσι μου που σου τα έλε
γα εγώ, είδες που σου έλεγα να το κάνεις αυτό το πράγμα; Ναι κορίτσι μου δίκιο έχεις, ναι έτσι είναι.Έκλεισε το τηλέφωνο..

-Αν είναι (λέω) Γέροντα κάτι εξομολογητικό μην μου το πείτε, αν είναι…
κάτι άλλο, τι είχε και έκανε έτσι;

Ήταν μια δασκάλα από την Ήπειρο, ήταν παλαιοημερολογίτισσα και συνάντησε τον π.Εφραίμ, δεν ξέρω που και τον άρχισε, τον πήρε παραμάζωμα.

-Έχετε προδώσει τον Χριστιανισμό εσείς οι νεοημερολογίτες, έχετε πάει με τον Πάπα τον σατανά, ο Πατριάρχης είναι αιρετικός, δεν έχετε Χάρη Ιεροσύνης, το Άγιο Πνεύμα έχει φύγει από την Εκκλησία με το νέο ημερολόγιο.

-Όχι κορίτσι μου (να λέει αυτός) δεν είναι έτσι, οι ιερείς μας έχουν Ιεροσύνη.Και δεν μπορούσε να την πείσει. Τότε της λέει…- Πήγαινε κορίτσι μου σε μία Εκκλησία με το νέο ημερολόγιο να κοινωνήσεις και θα σου απαντήσει ο Κύριος.

Και επειδή ήταν ειλικρινής η κοπέλα το έκανε. Σου λέει τι έχω να χάσω, το πολύ, πολύ θα πιώ λιγο κρασί και θα φάω ένα κοματάκι ψωμί, δεν έχω να χάσω τίποτα. Πηγαίνει. Την ώρα που κοινωνούσε ο παπάς, ανοίγει το στόμα της, κοινωνάει ,φεύγει, μετά ο άλλος, ο άλλος και έφυγε από την πλευρά των γυναικών. Προσπαθούσε να μασίσει και λαστιχάριζε αυτό που είχε βάλει στο στόμα της ο παπάς.

-Τι μου έβαλε (λέει) στο στόμα, πήγε να το δαγκώσει, δεν δαγκωνώτανε, τι μου έκανε (λέει) ο παπάς.Βάζει στο στόμα τα δάχτυλά της και βγάζει τα δάχτυλά της γεμάτα αίμα και να κρατάει ένα κομάτι κρέας και να αρχίζει να φωνάζει..- Χριστέ μου, Παναγία μου, λυπήσου με, λυπήσου με Παναγία μου, λυπήσου με Χριστέ μου.

Την είδαν οί άλλες γυναίκες. Καταλάβανε τι θαύμα έγινε και της είχαν πιάσει το χέρι μην της πέσει κάτω. Εκείνη δεν μπορούσε. Το σπρωξανε με το ζόρι . Το έβαλε στο στόμα της και έγινε ψωμί και μπόρεσε και το κατάπιε. Και βγήκε το αίμα από τα δάχτυλά της με το κρασί, πήγαν και πλύναν τα δάχτυλά της. Έτσι ξέρουμε αν είναι σωστά αυτά που λέει η Εκκλησία ή όχι.

(Αυτό είναι ένα περιστατικό που διηγείται ο Γέροντας Νίκων από την Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους και ο Γέροντας στον οποίο συνέβη είναι ο π. Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης της Αριζόνα).







Facebook of Palagia Yu





A Paschal epistle

“By Saint John Maximovitch,

to his Western European and East Asian flock

and to his priritual children, 1956″



Let us cleanse our senses and see through the gleaming, unapproachable light of Christ’s Resurrection.

Now is everything filled—full with light—the heavens, the earth, and the underworld. All is presently bathed in light: Christ is risen from the dead. The heavens make merry, the earth rejoiceth,  the underworld exulteth.

The Angels in Heaven hymn Thy Resurrection, O Christ- Saviour. Do Thou make us, on earth, also worthy to glorify Tree with a pure heart.

The Angelic Choir, horrified at seeing Its Creator and Master dead, doth now, in joyous song, glorify Him resurrected. Today doth Adam exult, and Eve rejoiceth; and with them do the Prophets and Patriarchs sing worthy songs to the Creator of all and to our Deliverer,

Who did descend into the underworld for our sake.

The Giver of Life doth lead men out of hell this day, and up-lifteth them to Heaven;

He layeth low the powers of the enemy and breaketh down the gates of hell by the Divine power of His authority.

On earth, the Angels an¬nounce the gladsome tidings to men and declare Christ’s Resurrection. Attired in gleaming white robes, the Angels ask the Myrrh-bearing Women: Why seek ye the Living One amongst the dead? He is risen; He is not here! Come, see the place when the Lord did lie.

Τhe myrrh-bearing women rush to the Apostles, bearing to them the joyous news. And through the Apostles the Gospel is Christ’s Resurrection preached unto the entire world today.

Not all the Apostles immediately saw the risen Christ through spiritual eyes. Two disciples travelling to Emmaus did see Jesus walking with them, but did not recognize Him till such time as He had warmed their saddened hearts; and then were their spiritual eyes opened. Mary Magdalene conversed with Christ in the garden, but neither recognized Him nor was cognizant of the mystery of the Resurrection, until the voice of her beloved Teacher touched her heart and illumined her soul, which had been given to thinking in worldly fashion.

It was the Beloved Disciple John, whose heart was pure and undimmed by timidity, who before all others exalted the light of the risen Christ through spiritual eyes; and with his bodily eyes did he behold the manifested Lord.

Scattering and dispersing the dark and gloomy tempest of sin, Christ, the Sun of Righteousness, shone forth, gleaming not in the hearts and souls of the Apostles only, but in those of all who draw near to Him with faith seeking salvation.

Blessed are those who have not seen and have believed, Christ proclaimed; Blessed are those who have perceived Me not with bodily eyes, but with the eyes of the heart.

It was with his spiritual eyes that Archdeacon Stephen, the proto-martyr, saw the heavens opened and the Lord Jesus at the right hand of God the Father. It was with eyes of faith that the risen Lord was beheld by Great-martyr George the Trophy-bearer and by all the other martyrs who laid down their earthly lives for Christ, in order that they might receive from Him life eternal. It was upon Him that podvizhniki [athIetes”-of-the-spirit did fix their spiritual gaze; despising earthly pleasures, they were crowned in the heavens with glory unfading.

But neither the Scribes nor the Pharisees, His enemies, saw the resurrected Christ.

Nor did the tormentors of the martyrs see Him, strengthening the martyrs. Neither did, nor do, all those whose spiritual gaze is dimmed by unbelief, whose heart is befouled with sins and vices, whose will is directed only toward the earthly, ever see the light of the glory of the risen Christ.

Let us cleanse our hearts from all filth and foulness, and our spiritual eyes will be enlightened.

The light of Christ’s Resurrection will flood and fill our souls, in like manner as the Church of the Resurrection, yearly, throughout the centuries, on Great Saturday, is illumined with light when the Orthodox—and only the Orthodox—Patriarch receives the Heavenly Fire.

Let us lift up our hearts! Let us forsake everything worldly; let us rejoice in this day and be exceeding glad! Christ is risen from the dead, having trampled death by death.

Christ is risen!

Archbishop John, The Pascha of Christ, 1956, Paris

Vol. 12, Issue 03-04





Οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες – Αντιαιρετικό Εγκόλπιο


Το νέο μου site:








http://www.truthtarget.gr – TRUTH TARGET


“Η εξέλιξη είναι ένα είδος δόγματος στο οποίο δεν πιστεύουν οι ιερείς του,

το διατηρούν όμως για το ποίμνιο τους”
(Paul Lemoine)

57 - 1

Σε πάρα πολλά σημεία τού παρόντος αναφερθήκαμε στο γεγονός ότι η θεωρία της εξελίξεως όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί, άλλα δεν είναι ούτε καν αποδείξιμη. Στο κεφάλαιο αυτό θα συνοψίσουμε κάπως τις σχετικές απόψεις μας, όπως θα παραθέσουμε και απόψεις των ίδιων των εξελικτικών οι οποίες τονίζουν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Λοιπόν: Οτιδήποτε έλαβε χώρα στο παρελθόν, δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο αποδείξεως από κάποιον ο οποίος είναι μεταγενέστερος από το γεγονός αυτό. Το μόνο το οποίο μπορεί να συμβεί καμμιά φορά είναι το εξής: να συνέβη κάτι στο παρελθόν το οποίο να παρατηρήθηκε και να καταγράφηκε τότε από κάποιον άνθρωπο και να  δ ι α π ι σ τ ω θ ε ί  σε κατοπινούς χρόνους ότι η καταγραφή αφορούσε ιστορικό γεγονός και όχι μύθο. Μπορεί π. χ. κάποιος συγγραφέας να αφηγείται με λεπτομέρειες μία μάχη, αναφέροντας τον τόπο συνάψεώς της, τον οπλισμό των στρατιωτών, το πλήθος τους κ.τ.ο. Όταν μετά από 500 χρόνια, οδηγούμενοι από την περιγραφή του, προβούμε σε ανασκαφές και διαπιστώσουμε ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όσα αναφέρει, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ιστορικό και όχι για μυθοποιό. Το βασικό όμως είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρξε κάποιος άνθρωπος ο οποίος κατέγραψε ή περιέγραψε. Στην περίπτωση όμως της θεωρίας της εξελίξεως, δεδομένου ότι οι εξελικτικοί πρεσβεύουν πώς ο άνθρωπος είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας της ζωής με αφετηρία το πρώτο κύτταρο, δεν μπορεί να υπάρξει εκ των πραγμάτων1 κάποιος άνθρωπος ο οποίος να διαπίστωσε την πορεία της εξελίξεως, διότι τότε θα έπρεπε να είναι προγενέστερος από την αρχή του (!!!). Εδώ πλέον φθάνουμε στα όρια της επιστήμης και της λογικής, τα οποία βεβαίως δεν πρόκειται ποτέ να υπερπηδηθούν, διότι ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να επιστρέψει στο παρελθόν. Στην περίπτωση όμως αυτή, δεν θα μπορέσει να υπάρξει ποτέ απόδειξη της θεωρίας της εξελίξεως, αφού θα απουσιάζει κατά τα στάδια της μεταβολής, εκείνος ακριβώς ο οποίος θα την διαπίστωνε – ο άνθρωπος δηλαδή!

Οι εξελικτικοί προσπαθούν να παρακάμψουν το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο λέγοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της εξελίξεως βρίσκονται μέσα στα σπλάχνα της γης σαν απολιθώματα. Όμως εκτός από τις δυσκολίες στη χρονολόγηση των τελευταίων (κεφ. Α’) καθώς και στην ερμηνεία τους – κυρίως ως προς το σε ποιο είδος ανήκουν και τι μέλη των σκελετών είναι στην πραγματικότητα (κεφ. Β’)-παρουσιάζεται μια επιπλέον δυσκολία: Δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί η γενετική σχέση των ειδών στα οποία ανήκαν τα απολιθώματα. Δεν μπορεί δηλ. να αποδειχθεί ότι ένα συγκεκριμένο απολίθωμα υπήρξε π ρ ο γ ο ν ι κ ο2, και όχι απλώς προγενέστερο, τού άλλου. Δεν διαπιστούται εξάλλου ούτε βαθμιαία μεταβολή στα απολιθώματα. Αντίθετα, τα είδη εμφανίζονται απότομα και δίχως μεταβατικές μορφές, υπάρχουν δηλ. χάσματα, τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι γεφυρώνονται ούτε με τις απότομες μεταβολές (μεταλλάξεις π.χ. – κεφ. Στ’). Έχουν διαπιστωθεί επίσης και είδη αμετάβλητα επί εκατομμύρια- κατά τους εξελικτικούς- έτη,χωρίς να αποκλείεται ότι θα ανευρεθούν στο μέλλον και άλλα (βλ. και πάλι κεφ. Στ’). Προφανώς βέβαια με τα είδη αυτά τραυματίζεται καίρια η περί μεταβολής των ειδών θέση των εξελικτικών. Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι, αν ήσαν αποδεδειγμένες οι θέσεις των εξελικτικών, θα έπρεπε να μην υπάρχουν καθόλου αντιφατικά συμπεράσματα βασιζόμενα στα απολιθώματα όσον αφορά τα γενεαλογικά δένδρα των διαφόρων ειδών. Κάτι τέτοιο όμως, όπως φάνηκε στο κεφ. Γ’, κάθε άλλο παρά αληθινό είναι. Ίσως στην παγκόσμια σχετική βιβλιογραφία τα προβαλλόμενα, αντιτιθέμενα κατ’ ανάγκην, γενεαλογικά δένδρα να υπολείπονται ελάχιστα από τον αριθμό των επιστημόνων οι οποίοι τα παρουσιάζουν !

Ούτε όμως και οι βιοχημικοί θα μπορέσουν ποτέ να αποδείξουν ότι έλαβε χώρα η εξέλιξη, εφόσον αυτή μεν αναφέρεται στο παρελθόν, ενώ οι σχετικές ομοιότητες διαπιστώνονται στα σημερινά είδη. Εξάλλου αυτές οι τελευταίες μπορούν κάλλιστα να ερμηνευθούν και με τη θεώρηση τού κοινού σχεδίου. Ο Σχεδιαστής δηλαδή και Δημιουργός των ειδών εδημιούργησε τα διάφορα είδη, ανεξάρτητα μεν το ένα προς το άλλο, με αρκετές ωστόσο ομοιότητες μεταξύ τους. Τι θα εμπόδιζε π. χ. το Δημιουργό τού ανθρώπου και τού χιμπατζή να τους δημιουργήσει όχι με σχέση προγόνου – απογόνου, αλλά ανεξάρτητα τον ένα από τον άλλο, με κοινό όμως το 98-99% τού γενετικού τους υλικού; Εξάλλου αν αποδεικνυόντουσαν και πάλι οι θέσεις των εξελικτικών που βασίζονται τώρα στη βιοχημεία, θα έπρεπε να μην εμφανίζονται καθόλου αντιφατικά συμπεράσματα όσον αφορά τις σχέσεις συγγενείας των ειδών. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται, καθόλου στην πραγματικότητα, εφόσον διαπιστώθηκε ένα πλήθος από διαφωνίες κατά την εξέταση τού θέματος αυτού στο κεφ. Ε’. Υπάρχουν τέλος και οι διαφωνίες μεταξύ παλαιοντολογικής και βιοχημικής θεωρήσεως της εξελίξεως, ένα επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο της θέσεως μας ότι οι εξελικτικές απόψεις δεν αποδεικνύονται.
Όσα αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο σχετικά με την, χωρίς αποδεικτικά διαπιστευτήρια, επέκταση των συμπερασμάτων τού παρόντος και στο παρελθόν, ισχύουν και για όλες τις άλλες προσεγγίσεις όπως π. χ. την ηθολογία, την οικολογία ή τη γενετική των σημερινών ειδών. Όπως παραδέχεται και ο εξελικτικός Pilbeam, «αναφύονται σοβαρά προβλήματα όταν οι ανθρωπίδες τού παρελθόντος ερμηνεύονται με βάση τους ανθρωπίδες τού παρόντος. Οι πρώιμοι ανθρωπίδες ήσαν . . . έντονα διαφορετικοί από κάθε σημερινό οργανισμό. Σε αρκετές περιπτώσεις πάντως αυτές οι διαφορές αγνοήθηκαν» (Sa, Μρ ’84, 60• πρβλ και ΑΠ 216).

Στη συνέχεια θα αναφέρουμε ορισμένα από τα προβλήματα των προσεγγίσεων αυτών. Και αρχίζουμε με την ηθολογία. Οι εξελικτικοί όπως είναι γνωστό μελετούν τη συμπεριφορά των ανθρωποειδών πιθήκων και επεκτείνουν τα σχετικά συμπεράσματα και στους προγόνους τού ανθρώπου: «Ο άνθρωπος και οι ανθρωποειδείς ακολούθησαν δρόμους παράλληλους μεν, αλλά ανισόμακρους. Γι’ αυτό το λόγο η παραβολή των συμπεριφορών τους δεν στερείται εννοίας και βοηθάει, ως ένα σημείο, να καταλάβουμε το παρελθόν τού ανθρώπου» (Θ 169).

Μια τέτοια όμως τακτική εμπερικλείει κινδύνους, πράγμα το οποίο τονίζει και ο ίδιος ο εξελικτικός Γκρασσέ στη συνέχεια: «Δεν πρέπει όμως να την παρατραβάμε, γιατί υπάρχει ο φόβος να μας οδηγήσει σε σφάλματα, προπαντός όταν η σύγκριση αυτή αφορά τις ψυχικές ιδιότητες» (Θ 169).Και πιο συγκεκριμένα: «Μια σύγκριση για νάχει επιστημονική άξια πρέπει να αναφέρεται σε χαρακτήρες επακριβείς και εκφραζόμενους, αν γίνεται, με αριθμούς. Η σύγκριση, όμως, ανάμεσα στη συμπεριφορά των Πιθήκων και τού Ανθρώπου, όπως επιχειρήθηκε, δεν ανταποκρίνεται στις εύλογες αυτές απαιτήσεις. Η γνώση που διαθέτουμε για την ψυχολογία των Πιθήκων είναι ελλιπής και συχνά αβέβαιη. Βέβαια, τα στοιχεία αφθονούν, υπεραφθονούν μάλιστα, αλλά η ποιότητά τους είναι αμφίβολη. Και τούτο, γιατί η παρατήρηση των Πιθήκων δεν επιχειρείται πάντοτε με απροκατάληπτο πνεύμα. Ο πειραματιστής αντιπαραβάλλει τη θεωρία του με την πραγματικότητα, χωρίς να κάνει δίκαιη μοιρασιά ανάμεσα στις δύο. Ο ανθρωπομορφισμός, που είναι τόσο δύσκολο να τον αποφύγει κανείς, κάνει μεγάλη θραύση στη “φιλολογία” τη σχετική με τη βιολογία των Πιθήκων.

»Ο εθιμολόγος, πάρα πολύ συχνά, και εν αγνοία του, παρεμβαίνει στο πείραμα. Μ’ αυτό τον τρόπο, στη θέση τού φαινομένου που νομίζει πώς μελετάει, έχει δημιουργήσει ένα άλλο φαινόμενο.
«Τέλος, για να εκτιμήσουμε σωστά την αξία και τη σημασία των αντιδράσεων που εκδηλώνουν οι πίθηκοι στη μια ή την άλλη κατάσταση, των αποκρίσεων που δίνουν στο ένα ή το άλλο πρόβλημα, πρέπει να γνωρίζουμε το παρελθόν κάθε πειραματόζωου.
»Η αιχμαλωσία, το εμπόριο που κάνουν οι άνθρωποι, η απομόνωση ή η συμβίωση ασκούν στη συμπεριφορά των πιθήκων επίδραση που είναι δύσκολο να την αντιληφθούμε και να τη μετρήσουμε.
»Από τη στιγμή που ένας πίθηκος είτε αιχμάλωτος είτε σε περιορισμένη ελευθερία ζει σ’ επαφή με τον άνθρωπο και τον βλέπει να ενεργεί, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Τα άτομα πάνω στα οποία πειραματίζονται οι ζωοψυχολόγοι δεν έχουν την αρχική τους απλότητα. Είναι βαθύταταεπηρεασμένα απ’ όσα έχουν δει, απ’ όσα έχουν μάθει εν αγνοία τού “εξεταστή” τους. Αν δεν πάρουμε υπόψη μας αυτό το στοιχείο κατά την ερμηνεία των πειραματικών αποτελεσμάτων, είναι σαν να πάμε γυρεύοντας να κάνουμε λάθος.

»Το ιδεώδες θα ήταν να γνωρίζουμε εξακριβωμένα τις νόρμες συμπεριφοράς και της ατομικής και της κοινωνικής που εκδηλώνουν τα διάφορα είδη στο φυσικό τους περιβάλλον. Απέχουμε πολύ ακόμα από κάτι τέτοιο. Ωστόσο, εδώ και μια δεκαετία διεξάγονται παρατηρήσεις, ακόμα και πειράματα σε πληθυσμούς ελεύθερους και άγριους. Έχουν καλυτερεύσει πολύ απ’ αυτό οι γνώσεις μας για τα Πρωτεύοντα. Μα μένει να ανακαλυφθούν και να κατανοηθούν ένα σωρό στοιχεία συμπεριφοράς και είναι πάμπολλα τα εργαστηριακά πειράματα που καταρρίπτονται από τους μύδρους των επικρίσεων οι οποίες διατυπώνονται πιο πάνω!» (Θ 184).

Οι μύδροι όμως των επικρίσεων που διατυπώθηκαν παραπάνω, συμπληρώνουμε εμείς, καταρρίπτουν και τα συμπεράσματα που βασίζονται στη μελέτη «των διαφόρων ειδών στο φυσικό τους περιβάλλον». Και στους ελεύθερους πληθυσμούς δηλ. ο μελετητής «αντιπαραβάλλει τη θεωρία του με την πραγματικότητα, χωρίς να κάνει δίκαιη μοιρασιά ανάμεσα στις δύο». Ο ανθρωπομορφισμός επίσης «κάνει μεγάλη θραύση και στη “φιλολογία” τη σχετική με τη βιολογία» των ελευθέρων πιθήκων. Δεν μπορεί τέλος να αποδειχθεί ότι δεν υπέστη ποτέ κατά το παρελθόν επίδραση, είτε από επιστήμονες είτε από γειτονικές προς αυτόν φυλές, ένας μελετώμενος ελεύθερος πληθυσμός πιθήκων. Ακόμα όμως κι αν δεχθούμε ότι• θα μπορέσει να επιτευχθεί στο μέλλον η μελέτη της συμπεριφοράς αποδεδειγμένα ανεπηρέαστων από ανθρώπους πληθυσμών πιθήκων, ακόμα και τότε δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η εν λόγω μελέτη παρέχει στοιχεία που «βοηθούν να καταλάβουμε το παρελθόν του άνθρωπου»• η οποιαδήποτε ομοιότητα των δύο αυτών ομάδων εξηγείται άριστα και με τη θεώρηση ενός Σχεδιαστή ο οποίος τις εδημιούργησε έτσι ώστε να εμφανίζουν και κοινή συμπεριφορά.

Στη συνέχεια θα παραθέσουμε ορισμένες οικολογικές απόψεις για την προέλευση των ανθρωπιδών. Όπως αναφέρουν οι τρεις καθηγητές της Βritannica:
«Βασισμένη σε σπάνια ευρήματα, η οικολογική αντιμετώπιση της προελεύσεως των Ανθρωπιδών είναι γεμάτη από συγκεχυμένες και αντιφατικές απόψεις. Από τα σύγχρονα Πρωτεύοντα, κανένα δεν φαίνεται να αποτελεί κατάλληλο πρότυπο για την αναπαράσταση της οικολογικής καταστάσεως του άμεσου προγόνου των Ανθρωπιδών. Μια δεδομένη άποψη είναι ότι το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στους Προανθρωπίδες και τους Ανθρωπίδες απετέλεσε μια ενδιάμεση δενδρόβια μορφή των Hominoidea με βραχιόνωση (Από την ίδια αυτή μορφή πιστεύεται ότι προήλθαν και οι σύγχρονοι ανθρωποειδείς πίθηκοι). Άλλη άποψη είναι ότι οι πρόγονοι των Ανθρωπιδών ήταν εδαφόβιοι, με κοινωνική ζωή οργανωμένη σε αρκετά υψηλό βαθμό, περίπου όπως στους σύγχρονους μπαμπουίνους. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι η προανθρωπιδική μορφή ήταν δενδρόβια, κρατιόταν κρεμασμένη από τις άκρες των κλαδιών ψηλών δέντρων του δάσους και τρεφόταν από τα φύλλα τους. Τέλος προτάθηκε και μια τέταρτη εκδοχή: ότι πριν από τους Ανθρωπίδες υπήρξε μία ημιεδαφόβια, ημιβραχιονωτή μορφή. Αύτη η άποψη, παρ’ ότι προσωρινά δημοφιλής, βασίζεται σε υποθέσεις αμφίβολης ορθότητας.
»Πώς όμως μπορεί κανείς να αποφασίσει για την ορθότητα μιας από τις παραπάνω απόψεις; Κάθε μια από αυτές προϋποθέτει ένα ειδικό φυσικό περιβάλλον και ένα συγκεκριμένο οικοσύστημα. Τα ανατομικά δεδομένα (που αποτελούν τις πιο βάσιμες ενδείξεις) σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές υποδηλώνουν ότι η διάταξη των οστών και των μυών στους ώμους τού γένους Homo είναι η σχετικά πρόσφατη απόληξη μιας προγονικής σειράς που τη χαρακτήριζε η βραχιόνωση. Άλλοι, εξίσου αξιόπιστοι ειδικοί, προτιμούν την εξήγηση ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανατομικής διατάξεως προέρχεται μάλλον από τη βασική δομή του όρθιου κορμού όλων των Πρωτευόντων, παρά από ανατομική κατασκευή ειδικά προσαρμοσμένη στη βραχιόνωση. Το ανθρώπινο χέρι μοιάζει με το χέρι των εδαφόβιων Πρωτευόντων, και αρκετοί θεωρούν αυτό το γεγονός ως ένδειξη ενισχυτική της απόψεως ότι ο άμεσος πρόγονος των Ανθρωπιδών πρέπει να ήταν εδαφόβιος. Άλλοι πάλι επισημαίνουν τις εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στο χέρι τού ανθρώπου και του γίββωνα, που είναι ζώο με σαφή βραχιόνωση. Η αντίληψη ότι οι πρόγονοι των Ανθρωπιδών διαβιούσαν πάνω σε μικρά κλαδιά δέντρων στηρίζεται στη μελέτη εξειδικευμένων σύγχρονων Πρωτευόντων. Τα ελάχιστα οστά των απολιθωμάτων από το Κατώτερο Μειόκαινο αποδίδονταν παλαιότερα σε Πρωτεύοντα με βριαχιόνωση. Όμως αυτή η άποψη είναι αβάσιμη, αφού όλα τα γνωστά μειοκαινικά Hominoidea ήταν τετράποδα και δεν είχαν βραχιόνωση όπως οι σύγχρονοι γίββωνες. Άρα ο δομικός ή ο οικολογικός προγονικός τύπος των Ανθρωπιδών δεν μπορεί να ήταν δενδρόβιος με βραχιόνωση.

»Τα αδρανή απολιθώματα δεν προσφέρουν άμεσες ενδείξεις για τον καθορισμό των προσαρμογών που διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά και τη δομή των προανθρωπιδών και των πρώτων Ανθρωπιδών» (Π 9, 235). Νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να τονίσουμε το αναπόδεικτο των θέσεων των «αξιόπιστων ειδικών», οι οποίοι φθάνουν να προτείνουν τέσσερεις αντιτιθέμενες απόψεις σχετικά με την οικολογική προσέγγιση της προελεύσεως των Ανθρωπιδών, διαφωνώντας τόσο στην επιλογή των ανατομικών ομοιοτήτων συγχρόνων ειδών όσο και στην ερμηνεία των απολιθωμένων οστών, οι οποίες βεβαίως ενέργειες έχουν προφανώς εντελώς υποκειμενικό χρώμα.

Ούτε τέλος η γενετική παρέχει αποδεικτικό στήριγμα στη θεωρία της εξελίξεως, διότι οτιδήποτε διαπιστώνεται στο πεδίο αυτό αφορά το σήμερα και μόνο με μετάθεση στο παρελθόν, με ενέργεια δηλ. η οποία εντάσσεται σε πλαίσια πίστεως, μπορεί να εφαρμοσθεί και στα είδη τα οποία άφησαν απολιθώματα. Η γενετική αφορά ζωντανούς οργανισμούς, γι’ αυτό και δεν θα μπορέσει να αποδείξει ποτέ τίποτα σ’ ότι αφορά τις σχέσεις συγγενείας των ειδών που έζησαν κατά το παρελθόν, δεδομένης ταυτόχρονα και της ανυπέρβλητης αδυναμίας τού ανθρώπου να ζήσει στο παρελθόν και να είναι συνεπώς αυτόπτης μάρτυρας των όσων διαβεβαιώνει. Εξάλλου η μελέτη τού πολλαπλασιασμού των ειδών έχει δείξει ότι δεν έχουν υπερπηδηθεί ποτέ τα όρια τού είδους. Όπως αναφέρει πολύ σωστά ο Βελικόφσκυ: «Στην εκλεκτική αναπαραγωγή, ο αναπαραγωγός δημιουργεί συνθήκες που δεν υπάρχουν στη φύση. Και οι νέες ράτσες ή ποικιλίες ζώων που δημιουργούνται με την επιλογή και την απομόνωση επιστρέφουν στις προγονικές μορφές τους μόλις αφεθούν ελεύθερες στη φύση. . . Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες, οι αναπαραγωγοί δεν κατάφεραν να δρασκελίσουν τα αληθινά σύνορα ενός είδους. Τότε, πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο είδος με τυχαίες αλλοιώσεις και διασταυρώσεις στη φύση;» (ΗΓ 277).

Εδώ είναι αναγκαίο να γίνει η εξής διευκρίνηση: Πολλές φορές θριαμβολογούν οι εξελικτικοί αναφέροντας τον σχηματισμό νέων ειδών κατά τη διεξαγωγή των πειραμάτων τους. Το ζήτημα όμως δεν είναι αυτό. Όταν μιλούμε για την εξέλιξη, δεν εξετάζουμε αν μπορούν να γίνουν αλλαγές στα είδη, αλλά αν έγιναν κατά το παρελθόν και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση τού ανθρώπου. Ο άνθρωπος, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να επιτύχει αλλαγές στα είδη, είτε με κατάλληλες διασταυρώσεις είτε έμμεσα (με πυρηνικές εκρήξεις π. χ. ). Ότι επιτυγχάνει όμως ο άνθρωπος, δεν σημαίνει ότι το κατορθώνει και η φύση. Ο άνθρωπος σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει και μεταμορφώνει τη φύση. Η φύση όμως από μόνη της δεν μπορεί να επιτύχει τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Και για να παραδώσουμε λίγο τη γραφίδα στον Ι. Σκαλτσούνη: «Πολλές φορές ο άνθρωπος εφαρμόζοντας τα μέσα που επινόησε ο ίδιος και ακολουθώντας μεθόδους τις οποίες εδημιούργησε βάσει της πείρας ή της επιστημονικής θεωρίας, παράγει με την κατεύθυνση που δίδει ο ίδιος στους φυσικούς νόμους αποτελέσματα τα οποία η φύση δεν παρήγαγε ποτέ αυτομάτως. Όταν βρεθούμε μπροστά σ’ ένα πανάρχαιο ναό ή οβελίσκο ή άλλο μνημείο, τού οποίου αγνοούμε την ιστορία και το χρόνο ανεγέρσεως, ανακαλύπτουμε σ’ αυτό, το έργο τού μυαλού και τού χεριού τού ανθρώπου. Αν κάποιος μας πει ότι και η φύση, κατά το διάστημα πολλών αιώνων και με τη βαθμιαία προσθήκη και συνένωση των ατόμων της ύλης, θα μπορούσε να κατασκευάσει το μνημείο ή τον οβελίσκο. . . θα απορρίπταμε [την υπόθεση αυτή] λέγοντας ότι έχουμε παρατηρήσει μεν τον άνθρωπο να ανεγείρει κτίρια και μνημεία, αλλά δεν είδαμε ποτέ τη φύση να ενεργεί και να παράγει με τον ίδιο τρόπο. Ότι ο άνθρωπος με τα τεχνητά μέσα και με τη διαλογή των ποικιλιών πετυχαίνει την αλλαγή της μορφής και των ιδιοτήτων των ζώων, αυτό είναι βέβαιο και αναμφισβήτητο, αλλά έπραξε άραγε αυτό το πράγμα και η φύση με τη φυσική διαλογή έτσι ώστε από ένα ζωικό είδος να παραχθεί. . . άλλο; Αυτό είναι κάτι που δεν το είδαμε ποτέ, οι δε δαρβινιστές δεν είναι σε θέση να υποδείξουν ούτε ένα γεγονός το οποίο να μαρτυρεί ότι η φ ύ σ η προέβη σε μια τέτοια αλλαγή με τη φυσική επιλογή, όπως ο άνθρωπος προβαίνει με την τεχνητή. Η υπόθεση άρα, η οποία στηρίζεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, λόγω ελλείψεως κάποιου θετικού γεγονότος που να μαρτυρεί την ίδια κατεύθυνση των δυνάμεων της φύσεως από την ίδια, δεν έχει καμμία λογική βάση. Και δεν αρκεί αυτό. Επειδή η υπόθεση του Δαρβίνου θεμελιώνεται πάνω σε συλλογισμό που απορρέει εξ αναλογίας από γεγονός της ανθρώπινης δραστηριότητας, η αναλογία αυτή πρέπει να περιορισθεί μέσα στα όρια του γεγονότος, το οποίο αποτέλεσε τη βάση. . . της υποθέσεως. Τώρα, είναι μεν βέβαιο ότι ο άνθρωπος κατορθώνει με τεχνητά μέσα να μεταβάλλει τις ιδιότητες των ατόμων του ίδιου είδους και να σχηματίσει πολυάριθμες ποικιλίες, αλλά δεν κατόρθωσε ποτέ να μεταμορφώσει τα είδη και να δημιουργήσει πουλιά από ψάρια, πρόβατα από βόδια, ή λαγούς από σκύλους. Σύμφωνα όμως με τη δαρβινική υπόθεση, από τη φυσική επιλογή δεν δημιουργήθηκαν απλώς ποικιλίες, αλλά και όλα τα είδη επήγασαν από. . . ένα αρχέτυπο» (Σκ 145).

Στο σημείο αυτό, εξ αφορμής της τελευταίας θέσεως τού Σκαλτσούνη – σημειωτέον ότι τα παραπάνω εγράφησαν τον περασμένο αιώνα-, ας αναφέρουμε και τα εξής: Οι εξελικτικοί (σκοπίμως άραγε;) συντηρούν μια ασάφεια γύρω από την έννοια «είδος» συμπεριλαμβάνοντας πολλές φορές σ’ αυτό και τις ποικιλίες. Μιλάνε π. χ. για τα είδη Drosophila Miranda, Drosophila pseudoobscura, κλπ. Ακόμα όμως κι αν δεχθούμε ότι όλες αυτές οι ποικιλίες είναι είδη, και πάλι δεν νομίζουμε ότι οι πειραματισμοί τού ανθρώπου πέτυχαν να μεταμορφώσουν το ένα «είδος» απ’ αυτά στο άλλο, την D. miranda π. χ. σε D. pseudoobscura . Πολύ περισσότερο δεν επιτεύχθηκε η μεταμόρφωση της Drosophila σε αναμφισβήτητα άλλο είδος, σε ψύλλο λόγου χάρη ή μέλισσα. Ακόμα και η περίφημη περίπτωση της Raphanobrassica τού Karpechenko, υβριδίου μεταξύ ραπανιού και λάχανου – αν βέβαια δεν πρόκειται για απάτη-, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο υπέρ της εξελίξεως, υπέρ του ότι δηλ. έλαβε χώρα η εξέλιξη . (Θα) αποτελεί απλώς αποδεικτικό στοιχείο τού γεγονότος ότι ο άνθρωπος μπορεί να επεμβαίνει στο φυτικό ή ζωικό βασίλειο και να τροποποιεί τα υπάρχοντα είδη, πράγμα το οποίο θα ισχύει προφανώς και σε περίπτωση αλλαγής της Drosophila.

1 Πρβλ. τη θέση τού R. Lewontin: «Δεν μπορείς να ισχυρισθείς ότι έχεις διαπιστώσει τη γένεση των θηλαστικών από τα μη-θηλαστικά. Δεν ήσουν παρών» (Δλ, τεύχ. 52, 70). Αυτό βέβαια ισχύει για όλη τη βιόσφαιρα, προφανώς.

  1. Πρβλ. όσα ωραιότατα λέει ο εξελικτικός R. Lewontin σε συνέντευξη του στον TOM BETCHEL τού Περιοδικού Harper’s: «Τράβηξε ένα αντίτυπο τού βιβλίου του, Ανθρώπινη Ποικιλομορφία, τού 1982, λέγοντας: “Κοιτάξτε, το λέω απερίφραστα στο βιβλίο αυτό, ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για την καταγωγή τού ανθρώπου”. Πραγματικά, στην σελίδα 163 τού βιβλίου γράφει: «Παρά τις ενθουσιώδεις και αισιόδοξες εκρήξεις μερικών παλαιοντολόγων, πρέπει να ομολογηθεί ότι κανένα απολίθωμα ανθρωποειδούς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατ’ ευθείαν πρόγονος τού ανθρώπου. . . ” Σηκώθηκε μετά από την καρέκλα του και με κιμωλία στο χέρι άρχισε να γράφει πράγματα πάνω στον μαυροπίνακα. “Εδώ έχεις τον Χόμο Σάπιενς, εκεί έχεις ένα άλλο απολίθωμα και εκεί ένα άλλο. Μεταξύ τους υπάρχουν χρονικά χάσματα. Το πώς θα γεφυρώσεις τα χάσματα αυτά είναι υπόθεση δική σου. Η φύση δεν σου προσφέρει γέφυρες. Δεν νομίζω ότι κάποιο από τα απολιθώματα αυτά όντως είναι ο άμεσος πρόγονος τού ανθρώπου. Αλλά και αν ήταν, πώς θα το γνώριζες; Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσες να σιγουρευτείς ότι κάποιο απολίθωμα είναι άμεσος πρόγονος τού ανθρώπου, θα ήταν να εμφανίζει το απολίθωμα αυτό τόσα [δηλ. τόσο λίγα] ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ώστε να μη μπορείς να τα κατατάξεις στην κατηγορία τού Χόμο Σάπιενς. Υπάρχει εδώ όμως ένα ενδιαφέρον στοιχείο, που δεν έχει προσεχθεί αρκετά, κατά την γνώμη μου: Αν το απολίθωμα που βρίσκεις διαφέρει αισθητά από τον άνθρωπο, το βρίσκεις αρκετά ενδιαφέρον για να το μελετήσεις, μη μπορώντας όμως και να είναι σίγουρος ότι πρόκειται όντως για τον πρόγονο τού ανθρώπου. Αν πάλι το απολίθωμα δεν διαφέρει αισθητά από τον άνθρωπο, τότε απλούστατα δεν το μελετάς. Πάλι, δεν βρίσκεις τον πρόγονό σου”» (βλ, τεύχ. 52, 71).


Ιωάννης Κωστώφ, Φυσικός

Συμβολή στην Τελετή Λήξεως της Θεωρίας της Εξελίξεως

εκδ. Αποστολική Διακονία

Αθήνα 1985

http://www.truthtarget.gr (Ώρες Εξομολόγησης)





Das orthodoxe Wiedererwachen in Rußland im Vergleich zum Westen – Priestermönch Seraphim Rose (German)


Vater Seraphim Rose, Kalifornien, USA, +1982


Das orthodoxe Wiedererwachen in Rußland im Vergleich zum Westen –

Priestermönch Seraphim Rose

Auszug aus: Der Königsweg in der Postmoderne-Priestermönch Seraphim Rose. Edition Hagia Sophia

Der Kollaps der Ideologie

Als erstes sehen wir in Rußland den Zusammenbruch einer allgemein geglaubten Ideologie, auf der die Gesellschaft gründet und die sie in Gang hält. Der Beginn des religiösen Erwachens in Rußland wird unabänderlich von einem Verlust an Vertrauen und an Glauben in den Kommunismus begleitet — und dieser vorerst nicht als politisches und ökonomisches System, sondern als ein Glaube. Dies ist natürlich, weil der erste Artikel des kommunistischen Glaubens der Atheismus ist, jene „Staatsreligion“ der UdSSR, die nur als Ersatz für den Glauben an Gott Sinn macht. Glaube an Gott ist natürlich mit Unglauben gegenüber dem Atheismus und dem Kommunismus verbunden und gerade deshalb ist das religiöse Wiedererwachen in Rußland heute nicht etwas schlichtweg Persönliches, sondern es nimmt den Charakter einer nationalen Bewegung an.

Auf den ersten Blick mag es den Anschein haben, daß unsere Situation im Westen nicht sehr anders ist. Auch im Westen sehen wir den Kollaps der allgemein geglaubten Ideologie des Fortschritts, der Demokratie und der so genannten „Aufklärung“ — eine verweltlichte Religion, die bis in die Mitte des zwanzigsten Jahrhunderts fraglos von jedermann in Amerika und im westlichen Europa angenommen worden ist. Die „Beat-“ und „Hippie“-Bewegung der 50er und 60er Jahre waren nur der Anfang für eine Haltung der Desillusionierung, die jetzt in der westlichen Gesellschaft weit verbreitet ist — und dies so sehr, daß ein Sprecher wie Solschenizyn dem Westen frei heraus sagen kann, er habe den Willen verloren, gegen den Kommunismus zu kämpfen, weil wir keinen Glauben in unser System haben, der tief genüg wäre.


Priestermönch Seraphim Rose

Endstation der Zivilisation

Zusammen mit dem Verlust des Vertrauens in eine allgemein geglaubte Ideologie ist sowohl in Rußland als auch im Westen die Empfindung gereift, daß die Zivilisation an eine Endstation gelangt ist. In Rußland ist da das Gefühl, der Kommunismus sei am Ende als eine Macht, die nur noch eine kleine Gruppe unbarmherziger Fanatiker begeistern kann und daß der Kommunismus nur noch als nackte Kraft aufrecht bleibt — in der Armee und in der geheimen Staatspolizei. Im Westen ist das Fehlen des Willens, was Solschenizyn richtig diagnostiziert hat, ein direktes Ergebnis des Gefühls, daß der Westen keine Ideologie mehr hat, für die es zu sterben wert wäre.

Suche nach dem Glauben

Schließlich haben der Zusammenbruch der allgemein geglaubten Ideologie und die Empfindung der Endstation, wozu dies führt, sowohl Rußland als auch den Westen zu einer Suche gebracht, um in der Form eines religiösen Glaubens daraus herauszufinden. Es gibt zweifelsohne mehr Interesse an Religion, mehr Gespräche (über das Christentum wie über nicht christliche Religionen) sowohl in Rußland als auch in der freien Welt als je zuvor seit Jahrhunderten. Von diesen Gesprächen beziehen sich in Rußland wahrscheinlich die meisten auf die Orthodoxie. Auf diese Bewegung des religiösen Wiedererwachens möchte ich unsere Aufmerksamkeit nun lenken, und dabei zunächst auf Rußland und danach darauf schauen, wie Rußlands Erfahrung uns im Westen betrifft.

Eine typische Bekehrung

Laßt uns zuerst auf die Bekehrung eines Menschen in Rußland schauen. Die wir zur Orthodoxie bekehrte Konvertiten sind, können wir unsere eigene Erfahrung, zum Glauben zu kommen, mit dieser typischen Bekehrungserfahrung in Sowjet-Rußland vergleichen und in Kontrast stellen. Und jene, die „orthodox geboren“ sind, können umso mehr lernen, den Glauben als Schatz zu bewahren, wenn ihr seht, durch welche Qualen ein Mensch oft geht, um ihn zu finden. Dies ist die Erfahrung von Juri Maschkov0, ein vor drei Jahren aus Rußland emigrierter. Er wurde eingeladen, anläßlich des Russia Orthodox Labor-Day Conference in New Jersey im Jahre 1978 zu sprechen, gerade drei Monate, nachdem er in Amerika angekommen war. Ich werde einen Teil seiner Rede zitieren und dabei meine Kommentare dazu abgeben. Er beginnt damit, als er eingeladen wurde, eine Rede zu halten, „bin ich verstört gewesen. Es schien mir, daß ich euch nichts zu sagen habe. Die erste Lebenshälfte verbrachte ich als Student und die zweite Lebenshälfte brachte ich in Gefängnissen und politischen Konzentrationslagern im Gulag zu. Was kann ich den Leuten schon sagen, die gebildeter als ich sind, die ja selbst besser über die Ereignisse in der Sowjetunion informiert sind?“

Bereits hier tritt ein schlagender Kontrast zur Erfahrung von uns westlichen Konvertiten, aber auch der meisten Russen im Westen, auf. Für gewöhnlich haben wir viele Bücher über die Orthodoxie gelesen (wenn wir an unserem Glauben interessiert sind), und wir haben ein breites theoretisches Wissen darüber. Sodann haben wir eine sichere Kindheit und keine Erfahrung mit Repression oder mit dem Gefängnis gemacht. Doch ist dies ein Mensch, der unfreiwillig spricht, und dies nicht aus Bücherwissen und nach einer sicheren Vergangenheit, sondern schlicht aus seiner eigenen Erfahrung im Leiden. Bereits hier können wir etwas lernen.

Er fährt fort: „Darum habe ich mich entschlossen, meine Rede nicht niederzuschreiben, sondern zu sagen, was auch immer Gott mir in meine Seele eingibt. Und als wir dann aus Bridgeport, Connecticut, forteilten in einem prächtigen Auto über die erstaunlichen Autobahnen inmitten einer üppigen Natur, da begriff ich, daß mein ganzes im Geistlichen quälendes Leben im kommunistischen ‚Paradies‘, mein Weg vom Atheismus und vom Marxismus zum orthodoxen Glauben und zum russischen Nationalismus hin die einzige Information mit Wert ist, die euch interessieren kann. Mein Leben ist nur insofern von Interesse, als es ein Tropfen in den Ozean der religiösen und nationalen Wiedergeburt Rußlands ist.“

Auch hier können wir im Westen einen großen Unterschied zu unserer eigenen Erfahrung empfinden. Einige dieser Punkte mögen wie kleine Details erscheinen, doch sie offenbaren unseren geistlichen Zustand sehr. Wir im Westen haben gelernt, prächtige Autos, Autobahnen und die schöne Natur als gegeben hinzunehmen — wir würden keinen Kommentar über dergleichen abgeben. Doch solche Dinge, welche die Annehmlichkeit des Lebens in unserem Amerika darstellen, sind in der Sowjetunion unbekannt. Kürzlich sprach ich mit einer Emigrantin aus der UdSSR, und sie sprach von einer Verlogenheit und vom Verbrechen im heutigen Rußland, was uns in der freien Welt nahezu unbegreiflich ist: Sie liegt darin, daß ein Schriftsteller schön über die Blumen auf einem Feld sprechen und dabei die Tatsache verschweigen kann, daß dieses Feld der Ort von Folter und Ermordung unschuldiger Leute war. Ganz Rußland ist mit solchen Plätzen übersät. Und an einem dieser Orte, beim Konzentrationslager von Solovki werden die Touristen gewarnt, „auf den Wegen zu bleiben“ —, weil einige davon weggegangen sind und unerwartet menschliche Knochen fanden, die aus der Erde herausragten —, Überreste von Tausenden, die dort ermordet wurden. Wenn dies die Erfahrung eures Landes ist, dann könnt ihr euch nicht mit prächtigen Autos, Autobahnen und der Natur wohl fühlen. Dann ist da ein Schmerz in eurer Seele, der nach etwas Tieferem sucht.

„Ich wurde (fährt er fort) im blutigen Jahr 1937 im Dorf Klishev geboren, fünfundvierzig Kilometer von Moskau entfernt (in der Gegend von Ryazan). Mein Vater war von Beruf Schmied und starb im Krieg. Ich habe keine Erinnerungen an ihn. Meine Mutter arbeitete an mehreren Stellen, und sie war der Religion gegenüber gleichgültig. Ja, meine Großmutter war religiös, doch sie hatte in meinen Augen keine Autorität, weil sie vollauf Analphabetin war. Selbstverständlich wurde ich als Kind getauft, doch in meinen Schuljahren nahm ich mein Kreuz ab und bis zum Alter von 25 Jahren war ich überzeugter Atheist. Nachdem ich die siebenjährige Primarschule absolviert hatte, hatte ich das gut Glück, in Moskau in die höhere Schule für Kunst und Industrie einzutreten (in die frühere Stroganov Schule). Dort studierte ich fünf Jahre von sieben. So hat mein Leben äußerlich sehr erfolgreich begonnen … Mit der Zeit sollte ich das Diplom eines Künstlers erlangt haben und imstande, überall zu arbeiten, wo ich wollte.“

Dies ist ein typisches sowjetisches Leben — doch wie ernüchternd im Vergleich zu unserem wohl behüteten Leben in Amerika! Geboren in den „blutigen“ Jahren, nicht eines Krieges mit einem äußeren Feind, sondern von Stalins Säuberungsaktionen und Liquidationen, hat er den Vater im Krieg verloren und wuchs in einer Atmosphäre des Atheismus auf (wenn auch mit Erinnerungen an die orthodoxe Vergangenheit, insbesondere an die Taufe). Er hatte eine gute Zukunft in Aussicht in jenem sowjetischen Schulsystem, das so sehr auf Wettbewerb ausgerichtet ist. Dies alles ist eine weitaus andere Erfahrung als diejenige der Jugend unserer westlichen Welt. Doch dann stieß ihm etwas zu.

„Doch das langweilige Sowjetleben und die fehlende geistliche Befriedigung ließen mir keine Ruhe. Irgendwann am Ende des Jahres 1955, als ich 19 war, geschah etwas äußerlich Bemerkenswertes, das mein Leben auf den Kopf stellte und mich (schließlich) hierher brachte. Dieses Ereignis geschah in meiner Seele und bestand aus der Tatsache, daß ich begriff, in welcher Art Gesellschaft ich da lebte. Ungeachtet aller nackten sowjetischen Propaganda verstand ich, daß ich unter einem Regime absoluter Rechtlosigkeit und bedingungsloser Gewalt lebte. Sehr viele Studenten kamen zu jener Zeit zur selben Schlußfolgerung wie ich und mit der Zeit traten jene in Erscheinung, die wie ich dachten. Wir alle erachteten es als unsere Pflicht, den Leuten unsere Entdeckung mitzuteilen und irgendwie gegen den Triumph des Bösen zu handeln.“

Hier ist etwas Ähnliches mit der idealistischen Jugend im Westen und hier ist das Erwachen eines Bewußtseins für Wahrheit und höhere Werte, wie es in diesem Alter allgemein erfahren wird — mit der wichtigen Ausnahme, daß der Hintergrund dieser Erfahrung in Rußland ein schwieriges Leben, Leiden und Terror ist, während im Westen für gewöhnlich ein voller Bauch, ein leichtes Leben und eine Fülle von Freizeit vorherrscht. Im Westen hat diese jugendliche Erfahrung aus unterschiedlichen Gründen zu den zahlreichen Demonstrationen in den vergangenen Jahrzehnten geführt, einige von ihnen von äußerst niedrigem und unwürdigem Niveau. In der UdSSR ist das Ergebnis indes ein anderes.

„Doch der KGB schaut sorgsam nach allen Bürgern der UdSSR. Und als wir uns am 7. November 1958 zu einem Organisationstreffen versammelten (ich war damals 21 Jahre alt), um die Frage nach einem Untergrund-Samizdat zu entscheiden, wurden sechs von uns verhaftet und alle, die nicht bereuten, erhielten die Höchststrafe wegen anti-sowjetischer Agitation — jeder sieben Jahre Konzentrationslager. So begann in meinem Leben ein neuer Weg.“

Es sollte vermerkt werden, daß nichts über irgendeine religiöse Bekehrung gesagt wird. Dies ist immer noch jugendlicher Idealismus darüber, im Gulag auf die Probe gestellt zu werden.

„Alle zehn waren wir Atheisten und Marxisten des Lagers ‚Euro-Kommunist‘. Das heißt, wir glaubten, der Marxismus in sich selbst, sei eine wahre Lehre, welche die Leute in eine lichte Zukunft führte, ins Reich der Freiheit und der Gerechtigkeit. Und die Kriminellen aus Moskau wollten diese Lehre nur nicht im Leben anerkennen. Im Konzentrationslager erstarb diese Idee vollständig und auf immer in uns.“

Und jetzt beginnt die geistliche Wiedergeburt.

„Ich möchte etwas vom Prozeß der geistlichen Wiedergeburt offen legen, damit ihr sehen könnt, wie unfehlbar er in den Russen vor sich geht. Nicht nur ich und jene mit mir waren es, die jenen geistlichen Weg vom Marxismus zum religiösen Glauben durchmachten … Dies ist eine typische Erscheinung der sowjetischen Konzentrationslager.“ (Er erwähnt Vladimir Osipov und Diakon Barsanufi Haibulin als Beispiele jener, die als Atheisten in die Konzentrationslager kamen und sie als orthodoxe Gläubige verließen.) „Was geht mit diesen Russen vor sich? Der Prozeß der geistlichen Wiedergeburt hat zwei Stufen. Zunächst erwägen wir die Essenz des Marxismus und werden von jeglichen Illusionen diesbezüglich befreit. Unter einer tiefgreifenden und gedankenreichen Analyse entdecken wir, daß der Marxismus in seiner Essenz eine Lehre des vollständigen Totalitarismus ist, das heißt, absolute kommunistische Sklaverei. Und wenn sie einmal die Verwirklichung des marxistischen Programms unternommen hat, wird jede kommunistische Partei in jedem Land gezwungen zu wiederholen, was die Moskauer Kommunisten getan haben und tun, oder sie muß dem Marxismus eine Absage erteilen und sich selbst liquidieren. Wenn wir diese schlichte Wahrheit einmal verstanden haben, verlieren wir die ideologische Basis, mit welcher wir uns der marxistischen Sklaverei widersetzten.“

Diese Erfahrung ist nicht viel anders als das, was im Westen geschieht, wenn eine junge Person ihre Illusionen in Bezug auf Demokratie und Fortschritt verliert, auch wenn dies für gewöhnlich eine weniger extreme Erfahrung ist, als das was in Rußland geschieht, wo der Kommunismus praktisch „Staatsreligion“ ist. Doch die nächste Stufe der „geistlichen Wiedergeburt“ geschieht in Rußland unter ganz anderen Umständen.

„Wenn wir ins Lager kommen, sind wir Russen von Feinden umgeben, weil die Nationalisten jeglicher Färbung (Ukrainer, Balten, Armenier, Usbeken und andere) die historische Einzigartigkeit der marxistischen Diktatur nicht begreifen, gehen sie den Weg des geringsten geistigen Aufwands und identifizieren die internationale Macht (des Kommunismus) mit der orthodoxen Monarchie und klagen uns Russen des Chauvinismus an. So gibt es nirgends Rettung: Einerseits vernichten uns die Kommunisten, andererseits bereiten die Nationalisten das Gleiche für uns vor. Wenn wir aus dem Lager befreit sind, sind unsere Aussichten so, wie wir es keinem Feind wünschen möchten: Entweder ins Lager zurückzugehen um für den Rest unseres Lebens dort zu bleiben oder in einem psychiatrischen Gefängnis zu sterben oder sich durch die Tschekisten ohne Gerichtsverfahren und Untersuchung ermorden zu lassen.

In dieser Verfassung der geistlichen Krise ohne Ausweg kommt unausweichlich die Hauptfrage zum Weltbild auf: Wozu lebe ich, wenn es keine Rettung gibt? Und wenn dieser angsterfüllte Augenblick kommt, fühlt ein jeder von uns, daß der Tod ihn schon an der Gurgel gepackt hat: Wenn keine Antwort irgendeiner Art kommt, gelangt das Leben zu einem Ende, weil ohne Gott nicht nur ‚alles erlaubt ist‘, sondern das Leben selbst keinen Wert und keinen Sinn hat. Ich sah im Lager, wie Leute ihren Verstand verloren und im Selbstmord endeten. Und ich selbst spürte deutlich, wenn ich nach alledem zur unverrückbaren und endgültigen Schlußfolgerung kommen sollte, daß es keinen Gott gibt, dann bin ich schlicht verpflichtet, im Selbstmord zu enden, weil es für ein Geschöpf mit Vernunft schändlich und herabsetzend ist, ein sinnloses und peinigendes Leben auszustehen. So entdecken wir auf der zweiten Stufe der geistlichen Wiedergeburt, daß der Atheismus bis zu seinem logischen Ende gedacht einen Menschen unausweichlich ins Verderben bringt, weil es eine Lehre der Unsterblichkeit, des Bösen und des Todes ist.“

Diese Erfahrung ähnelt auch dem, was gewisse westliche Konvertiten erfahren haben. Doch die Dringlichkeit der Situation auf Leben und Tod, in der er sich vorfand, von Angesicht zu Angesicht mit dem sowjetischen Terrorapparat, ergreift eine tiefere Ebene, als wir hier es je erfahren haben.

„Ein tragisches Ende (Selbstmord oder Irrsinn) wäre auch mein Los gewesen, wenn zu meinem Glück sich am 1. September 1962 nicht das größte Wunder in meinem Leben ereignet hätte. An jenem Tag geschah nichts, es gab keine Impulse von außen. Ganz allein dachte ich über mein Problem nach: ‚Sein oder nicht sein?‘ Zu jener Zeit hatte ich mir schon hinlänglich vergegenwärtigt, daß der Glaube an Gott rettet. Ich wollte wirklich sehr an Ihn glauben. Doch ich konnte mich nicht täuschen: Ich hatte keinen Glauben.

Und plötzlich kam da eine Sekunde, als ich zum ersten Mal irgendwie sah (als ob sich eine Tür geöffnet hätte aus einem dunklen Raum heraus auf eine sonnige Straße), und in der nächsten Sekunde wußte ich schon mit Sicherheit, daß es Gott gibt und daß Gott jener Jesus Christus der Orthodoxie ist, und nicht ein Hindu, ein Buddhist, ein Jude oder ein anderer Gott. Ich nenne diesen Augenblick das größte Wunder, weil dieses genaue Wissen nicht zu mir kam durch räsonieren (das weiß ich sicher) sondern irgendwie anders. Und ich bin außerstande, diesen Augenblick rational zu erklären … Und durch ein solches Wunder begann mein geistliches Leben in Konzentrationslagern und Gefängnissen und in einer erzwungenen Emigration. Ich hoffe, Gott wird mir helfen, all die Schwierigkeiten eines Emigrantenlebens zu ertragen.

Und dieser ‚Augenblick des Glaubens‘, dieses größte Wunder wird jetzt in Rußland von Tausenden erfahren und nicht nur in Konzentrationslagern und Gefängnissen. Igor Ogurtsov, der Gründer der Social-Christian Union kam nicht in den Lagern zum Glauben, sondern an der Universität. Die religiöse Wiedergeburt ist ein typisches Phänomen im zeitgenössischen Rußland. Alles, was geistlich lebendig ist, kehrt unausweichlich zu Gott zurück. Und es ist absolut offensichtlich, daß ungeachtet der ganzen Macht der kommunistischen Politik ein solches rettendes Wunder nur vom allmächtigen Gott vollzogen werden kann, Der das russische Volk nicht in schrecklichem Leiden und in scheinbarer vollständiger Verteidigungslosigkeit gegenüber den vielen Feinden gelassen hat.“

Meine Webseiten:

http://edelweissofmyheart.wordpress.com – DE

http://stjohnmaximovits.wordpress.com – Priestermönch Seraphim Rose




Συνέντευξη με το μεταστραφέντα στην Ορθοδοξία

πρώην Ρωμαιοκαθολικό Γάλλο Συγγραφέα Νικόλαο Ενί

Ο Νικόλαος Ενί, είναι Αλσατός Γάλλος συγγραφέας, πρώην Ρωμαιοκαθολικός, πρώην μαθητής και φίλος του Σαρτρ όπως και της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Τα βιβλία του, κυρίως θεατρικά έργα και νουβέλες, έχουν σχέση με το κίνημα του 1968 στην Γαλλία και τις συνέπειές του. Προσήλθε πρόσφατα στην Ορθοδοξία, βαπτισθείς στο Άγιον Όρος. Η συνέντευξη δόθηκε στον δημοσιογράφο Τάσο Μιχαλά και μεταδόθηκε από την Ραδιοφωνική εκπομπή «Σφυγμοί της εποχής (ΕΡΤ)» στις 18-11-1980.

Παρακαλέσαμε τον ορθόδοξο, μαθητή και φίλο του Σάρτρ, συγγραφέα Νικόλαο Ενί να μας εξηγήσειτι ήταν εκείνο που τον έκανε να αναζητήσει και να βρει τον δρόμο προς την Ορθοδοξία και να βαπτισθεί. Ποιος είναι ο μοχλός της αυτής της αλλαγής; Μας απάντησε:

 «Ο δρόμος ανήκει στον Θεό. Ειν’ ο Θεός. Μπορούμε όμως να προσδιορίσουμε μερικά σημεία. Είχα πάει στην Πάτμο. Αλλά γιατί πήγα στην Πάτμο; Επειδή πήγα στον Άθωνα. Και γιατί πήγα στον Άθωνα; Δεν ξέρω ακριβώς…

Στο Άγιον Όρος συνάντησα μερικούς μοναχούς. Μάλιστα ένας ιερομόναχος στη Μονή Γρηγορίου, έγινε αργότερα στενός φίλος μου.

Γιατί όλα αυτά; Ίσως επειδή γνώρισα πριν 25 χρόνια την Ελλάδα. Και γιατί όλες αυτές οι εμπειρίες δυνάμωσαν τόσο πολύ μέσα μου; Δεν ξέρω…

Οι εμπειρίες αυτές ήταν τόσο μεγάλες που πραγματικά δεν μπορώ να το εξηγήσω. Έχω γνωρίσει και την Αμερική, όμως τούτο εδώ ήταν κάτι άλλο.

Η Ορθοδοξία είναι ο πραγματικός κόσμος.Η Ορθοδοξία είναι το νόημα του κόσμου. Μέσα στον κόσμο ένιωθα άδειος. Γι’ αυτό και στα έργα μου υπάρχει για τον κόσμο μια ειρωνεία. Μια ειρωνεία που έχει την εξήγησή της και που δεν είναι άλλη από το ότι ο κόσμος στα μάτια μου έδειχνε δίχως νόημα και σκοπό».

Ρωτήσαμε τον Νικόλαο Ενί να μας πει αν αυτό ήταν κάποια επίδραση από τον κόσμο των ιδεών και των φιλοσοφικών αντιλήψεων του Ζαν Πωλ Σάρτρ κι εκείνος περιορίστηκε να μας πει: «Ο δρόμος του Σαρτρ αυτοαποκαλείται ‘δρόμος της ελευθερίας’. Όμως ποιος δεν το ξέρει; Η ελευθερία στη Δύση δεν είναι τίποτα άλλο απότο να κάνεις αυτό που σ’ αρέσει. Ό,τι πάει στα μέτρα σου. Γι’ αυτό ο καθένας κλείνεται σπίτι του, περιορίζεται μέσα στον εαυτό του, κάνει δηλαδήό,τι θέλει. Εδώ έχουμε ένα συμβολισμό, που όμως έχει πραγματικές επιπτώσεις».

Ζητήσαμε από τον διακεκριμένο Γάλλο συγγραφέα να μας πει αν πιστεύει πως η ελευθερία μέσα στην Ορθοδοξία είναι κάτι διαφορετικό κι αυτός τόνισε:

«Το ότι ο Σάρτρ μιλάει για την ελευθερία, αυτό το έκανε γιατί προηγουμένως είχε τονίσει πως δεν υπάρχει Θεός και πως δεν πιστεύει. Αυτό που ξέρω είναι ότι η πραγματική αίσθηση της ελευθερίας παρέχεται μόνο μέσα από την Πίστη. Με δυο λόγια: όλα αυτά μου φαίνονται διανοουμενίστικες κουταμάρες σε σχέση με το σώμα που είναι πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού. Όλα αυτά που συζητάμε τούτη εδώ τη στιγμή, τα βλέπω θεωρητικά και διανοουμενίστικα, αν τα συγκρίνω με την αίσθηση της ελευθερίας που σου δίνει ησυντριβή, ησιγήκιη μετάνοια μπροστά στο μυστήριο της θείας Λειτουργίαςπου είναι η εστία του φωσφορικού κάλλους».

Σε παρατήρησή μας μήπως συμβαίνει και με τον ίδιο αυτό που γίνεται με πολλούς ξένους, που στην Ορθόδοξη Λειτουργία βρίσκουν μιασυναισθηματική ικανοποίησηκαι τίποτα παρά πέρα, ο Νικόλαος Ενί είπε:

«Όχι, καθόλου. Έχω ζήσει στο παρελθόν πολλές λειτουργίες που μέσα τους είχαν αυτό το συναισθηματικό στοιχείο που λέτε. Παλιά είχα δουλέψει στη Ρώμη και είδα όλες τις πομπές της λειτουργίας των άλλων δογμάτων. Πιστεύω πως η Ορθόδοξη Λειτουργία είναι το κάτι άλλο. Είναι αληθινή Λειτουργία που κι αν ακόμα την δεις συναισθηματικά, η ίδια σε ελκύει στο πλήρωμα του κάλλους και της ελευθερίας. Κι αυτό γίνεται επειδή η Ορθόδοξη λειτουργία από τη φύση της ανταποκρίνεται και εκφράζει το αληθινό Δόγμα. Το δόγμα της Αγίας Τριάδος, δηλαδή το Ορθόδοξο Δόγμα.

Μέσα σ’ αυτή τη Λειτουργία, μέσα στην Εκκλησία δηλαδή, υπάρχει και μια προβληματική που τη χρησιμοποιεί και ο Σαρτρ: Είναι ο λαός. Μόνο με μια βασική διαφορά, την εξής:Ο λαός του Ζαν Πωλ Σάρτρ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μάζα, ενώ ο λαός της Εκκλησίας είναι ο λαός του Θεού».

Σε άλλη παρατήρησή μας ότι στα έργα του και τα βιβλία του εκπροσωπεί ιδέες απόλυτα συγγενείς με τις ιδέες του Σαρτρ, ο Νικόλαος Ενί μας εξήγησε:

«Το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο ‘η δόξα του αλήτη’, είχε στη Γαλλία μεγάλη απήχηση και υποστηρίχτηκε πολύ από την ομάδα του Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Αλλά το ίδιο το έργο είναι μια αποτυχία της υπαρξιακής εμπειρίας, γιατί ο αλήτης στο τέλος τινάζει με μια σφαίρα τα μυαλά του στον αέρα. Στα έργα μου υπάρχει και μια σχέση με την Ελλάδα.  Στο έργο ‘Ευγενία Κοπρώνυμος’ περιγράφω τους ανθρώπους που ζουν χωρίς καμιά πίστη. Τους ανθρώπους που τελικάπαγιδεύονται στα αδιέξοδα και στις παραπλανήσεις της ψεύτικης ελευθερίαςτους. Το έργο αυτό είναι θεατρικό. Το έγραψα στην Ελλάδα στα 1960 και δημοσιεύτηκε στα 1970. Παίχτηκε στη Γαλλία, Ιαπωνία, Αυστρία και Γερμανία. Εκεί περιγράφω τον Πάπα που ξέχασε πια να κάνει ακόμα και τον σταυρό του. Στο έργο αυτό υπάρχει μια κοπέλλα που έρχεται από άλλο κόσμο. Ψάχνει και αναζητάει την πίστη, έρχεται στον Πάπα να μάθει το σημείο του Σταυρού, μα εκείνος δεν είναι σε θέση να της το δείξει γιατί, απλούστατα, το έχει ξεχάσει.

Ο Πάπας λέει:‘Ουφ! Αυτά τα παλιά πράγματα. Είναι λεπτομέρειες του χριστιανικού ανθρωπισμού που ξεπεράστηκαν πια από το νέο μας υπαρξιακό ουμανισμό’. Τελικά η κοπέλλα μονάχη της θα ανακαλύψει το σημείο του σταυρού και θα μάθει μόνη της το ¨Πάτερ ημών¨, που τα διδάσκει και στον Πάπα.

Ο Πάπας στη συνέχεια πεθαίνει και διαλύεται σαν το σκουλήκι. Από εκεί ακριβώς πήρε και το έργο το όνομα ‘Κοπρώνυμος’.Είναι η κοινωνία που ζει μέσα στην κοπριά της. Η ‘Ευγενία Κοπρώνυμος’ δεν είναι άλλος από τον περήφανο και μεθυσμένο δυτικό πολιτισμό που η τέχνη του ξερνάει αδιάκοπα αυτή την κοπριά, στην οποία τελικά ο πολιτισμός αυτός πνίγεται και χάνεται. Είναι μια κοπριά ηθική, αλλά και φυσική.

Στο έργο, λοιπόν, αυτό όλοι στο τέλος πεθαίνουν και εξαφανίζονται, εκτός από την κοπελίτσα που τελικά παίρνει τον δρόμο για να βρεθεί στη ‘χώρα του λαού’, όπως την ονομάζω. Το έργο αυτό είχε μεγάλη απήχηση. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ έκανε μια εκτενή κριτική, ενώ όλοι θεώρησαν το έργο σαν μαοϊστικό. Εγώ τότε δεν ήμουν ορθόδοξος, αλλά όταν έγραφα, είχα υπόψη μου τους λαούς των ορθοδόξων χωρών που δεν αποτελούν μάζες. Η ιντελιγκέντσια της Δύσης νόμισε πως ‘η χώρα του λαού’ που περιέγραφα ήταν η Κίνα του Μάο και ότι η κοπέλλα, επειδή και εκεί η θρησκεία τελούσε υπό διωγμό, ήλθε στον Πάπα για να μάθει από αυτόν το σημείο του σταυρού και το ‘Πάτερ ημών’ . Τελικά αυτά τα δυο ξεπήδησαν μόνα τους και έμφυτα μέσα στον εαυτό της».

Σε άλλο μας ερώτημα πως βλέπει σήμερα σαν ορθόδοξος τις οντολογικές απόψεις και τις ιδέες του Σαρτρ, ο μαθητής και φίλος του Σαρτρ, Νικόλαος Ενί είπε:

«Απλούστατα: Σαν ιδέες. Ξέρετε δεν μπορώ μεμονωμένα να αναλύσω τις ιδέες του Σαρτρ. Ο Σαρτρ είναι ένα μέρος πολλών πραγμάτων.Ένα μέρος ενός σωρού από σκουπίδια που διαλύεται, μουχλιάζει και αφρίζει σ’ ένα σκουπιδοντενεκέ.

Η δημοσιογραφική ορολογία της Δύσης με κατατάσσει για πάντα στους αριστερούς συγγραφείς. Ίσως και τώρα που έγινα χριστιανός ορθόδοξος. Αλλά για μέναόλα αυτά δεν είναι παρά ιδέες, μούχλα, αφρός ενός σωρού από σκουπίδια που διαλύεται. Είναι ο κόσμος της α-ελευθερίας».

Ρωτήσαμε, τέλος, τον Γάλλο συγγραφέα να μας πει κάτι για τα μελλοντικά του σχέδια. Πως σκέφτεται να δουλέψει τώρα που θα ξαναγυρίσει στη Γαλλία. Είπε:

«Δεν είμαι θεολόγος, όμως η εμπειρία μου από την Ορθοδοξία βρίσκεται πολύ πέρα από τα λόγια. Εκεί όπου υπάρχει έναπρόσωπο. Το πρόσωπο του ανθρώπου. Το πρόσωπο του Θεού. Η Εικόνα. Όλη η ελευθερία εκεί βρίσκεται».







Confession and Spiritual Accounting


Elder Ephraim of Arizona


Elder Ephraim of Arizona, St. Anthony’s Monastery, ARIZONA, USA




This confession of yours gave my soul much joy, because God and the angels, who were awaiting it, rejoiced. You succeeded in putting the devil to shame, who greatly rejoices when someone hides his thoughts from his spiritual father. When a snake leaves its lair, it rushes to hide somewhere because it feels as if it will be struck—the same thing happens with a diabolical thought, which is like a poisonous snake. When such a thought leaves a person’s mouth, it disperses and disappears, because confession is humility, and since Satan cannot even bear the smell of humility, how could he possibly remain after a humble, sincere confession? My child, I wish you a good beginning and cautious progress. Don’t be ashamed before me. Don’t see me as a man, but as a representative of God. Tell me everything, even if you have a bad thought about me, because I am experienced with demonic influences, and I know how the devil fights man. I know that spiritual children have simple hearts and that if evil thoughts come to them, it is due to the devil’s malice and the spiritual child’s ego, who is permitted to fall and have such thoughts against his Elder, so that the spiritual child may be humbled more. Therefore, don’t worry. I will always rejoice when you speak freely and sincerely to me, for without frank confession, there will be no spiritual progress.

 My child, have no worries. I have taken up your burden. I only beg you to be at peace. Your words may be just on paper, but I feel the power, the meaning, and the essence of what you write; I enter into the spirit of your words. I entreat you to be at peace from now on. You are forgiven everything with the confession you made. Satan perceived your character and torments you, but without anything serious having occurred. Everything you write (that is, the thoughts that torture you ) is a trick of the evil one to make you despair, be distressed, and so forth. Throw everything that happened to you into the depths of the sea. Map out a new course in your life. If you keep thinking the same way, know that you will become the laughing-stock of the demons. I beg you, just be obedient to me. After your confession, everything has been forgiven, so let bygones be bygones. Don’t scratch a wound that made you suffer so much. Don’t be deceived by the thought that it is your fault. If you hadn’t taken him to the doctors, etc., then such thoughts would rightfully fight you. Whereas, as things are now, you have fulfilled your duty. God wanted to take him, for a reason that only His infinite wisdom knows, while you are thinking you killed him! Be careful with this thought, or else it might lurk in your heart. It is a ruse of the devil to harm you, as he knows how. This skilled trickster has drowned in the depths of hell countless multitudes with despair. When something happens and the devil sees that a person is upset by it, his trick is to pile on a multitude of supposedly legitimate thoughts in order to lead the poor person to a great storm and drown him. (As the saying goes, a fox loves a scuffle ). And when the storm passes, he sees that he was in danger of drowning in just a spoonful of water.

 Humble yourself, and from now on confess, for confession contains most holy humility, without which no one is saved.  The devil greatly rejoices when he manages to persuade a person to hide diabolical thoughts.  This is because he will achieve his premeditated, soul-destroying goal.

I have written to you about the conscience, that we must be careful not to do something that will make it reproach and condemn us. Bear in mind that God sees everything and that nothing is hidden from His eyes. So how could I tell lies before God? Don’t you know that lies are from the devil, and that by not being careful, it becomes a practice, then a habit, and then a passion, and don’t you know that liars will not inherit the Kingdom of God? (cf. Rev. 21:8 ). Fear God. God is not pleased with material offerings when we neglect attending to our inner heart. But it is necessary to do these also without leaving the others undone. (cf. Mt 23:23 ). Attend to your conscience, for we do not know the hour of our death. And if we do not repay our creditor (our conscience, that is ) everything we owe him, he will accuse us vehemently, without holding back. Then—alas!—our mouth will be silenced, not having any answer to give.

Every night, review how you passed the day, and in the morning review how the night passed, so that you know how your soul’s accounts are doing. If you see a loss, try to regain it through caution and forcefulness. If you see a profit, glorify God, your invisible helper. Do not let your conscience prick you for long, but quickly give it whatever it wants, lest it take you to the judge and the prison (cf. Mt. 5:25 ). Does your conscience want you to attend to your prayer rule* and regain prayer? Give it these things, and behold, you are delivered from going to the judge. Do not weaken the saving voice of your conscience by disregarding it, because later you will regret it to no avail.

*Prayer rule (κανών )

Α prayer rule consists of the prayers and metanoias** which one does daily, under the guidance of one’s spiritual father.

** Metanoia (μετάνοια )

Ιn its primary sense, «μετάνοια» (pronounced «meh-tah΄-nee-ah» ) means repentance, literally, “a change of mind”. However, it can also mean the specific act of making the sign of the cross, followed by a bow either down to the ground or to the waist. It is a gesture of reverence, worship, respect, or repentance. A typical prayer rule includes a number of metanoias done while saying the Jesus prayer. Some translators use the word “prostration” for this term.

See to it that you are sincere in your deeds as well as in your words, and especially in confession. For God searches out the hearts and reins (Ps. 7:9 ), and nothing remains obscure in the sight of His sleepless eye. Fear God; God is not mocked (Gal. 6:7 ); He is not fooled. He chastises severely when He does not see sincerity; so be careful. When you are disobedient and commit a secret sin, counteract it by openly revealing it in confession. Do not let your ego overcome you and make you hide the truth and remain uncorrected and passionate. Correct everything now if you want to see good days of dispassion* and peace.

*Dispassion (απάθεια )

Dispassion is achieved when all three aspects of the soul (i.e., the intelligent, appetitive, and incensive aspects ) are directed towards God. It is the transfiguration of the passionate aspect of the soul (i.e., the aspect of the soul which is more vulnerable to passion, namely, the appetitive and incensive aspects ), rather than its mortification. Thus dispassion in this context does not signify a stoic indifference, but rather, a transfiguration and sanctification of the powers of the soul and eventually of the body also.

Taken from “Counsels from The Holy Mountain” by Elder Ephraim of Arizona (Philotheou Mt.Athos)




My site:




Fr. Ephraim of Arizona


Photos from St Anthony’s Greek Orthodox Monastery, Arizona, USA


The Spiritual War – Father Efraim of Philotheou and Arizona


Facebook about Father Ephraim Philotheitis, Arizona, USA 



St Anthony’s Monastery in Arizona


The Monasteries of Fr. Ephraim in America



Sunday of All the Saints


Metropolitan Panteleimon of Antinoes



With our Lord’s love I welcome all of you at this divine service and pray that the Love of our Lord and Saviour Jesus Christ will rest in the hearts of all.  For He has said, “If anyone loves Me, he will keep My word” (John l4:23) and elsewhere He says: “If anyone loves Me, he will keep My word; and My Father will love him, and We will come to him and make Our home with him” (John l4:23).

Our Lord wishes to give us a peaceful heart, for He is the Prince of  Peace and He is the One who reconciled man to God.  “Peace I leave with you, My peace I give to you; not as the world   gives do I give to you.  Let not your heart be troubled, neither let it be afraid” (John l4:27).  The peace which God offers to man differs from that of the world.  The world seeks external peace; whereas God offers the internal peace, which no one can offer.  This peace man receives, when he opens his heart to Christ and welcomes Him within his soul with faith and trust.

In the Gospel of St. Matthew the Son of God teaches us saying, “Take My yoke upon you and learn from Me, for I am gentile and lowly in heart, and you will find rest for your souls” (Matt. ll:29).  Elsewhere He teaches us saying: “If anyone desires to come after Me, let him deny himself, and take up his cross, and follow Me.  For whoever desires to save his life will lose it, but whoever loses his life for My sake will find it.  For what profit is it to a man if he gains the whole world, and loses his own soul?  Or what will a man give in exchange for his soul? (Matt.l6:24-26).

Man’s aim in life is to achieve his sanctification and salvation in Jesus Christ.  St. Peter reminds us of what God had spoken to man in the Old Testament: “For I am the Lord your God: you shall therefore sanctify yourselves: and you shall be holy, for I am holy” (Lev. ll:44.  l Peter l:l6).  To achieve this sanctification one must follow Christ, for He said:  “For without Me you can do nothing” (John l5:5).  God is our only Lord, and Jesus Christ is our Lord and God.  He is the Son of God the Father, Who came into the world to save man from the bonds of death.  He is the Saviour of all mankind, Who took up flesh in order to sanctify man’s nature.  He is the Revelation of God the Father to the world, Who reveals to us the true knowledge of God and grants to us understanding of all heavenly things. He is the unique God-man, Who proclaims and says: “I am the way, the truth and the life.  No one comes to the Father except through Me” (John l4:6).

No one can achieve true knowledge of God except through the Revelation, which God Himself has revealed to man.  No one can achieve the true aim in life, which is man’s sanctification, except through the Church, which Christ has established by the shedding of His precious Blood. No one can achieve his salvation except through Jesus Christ.

Only when man turns to the true God, can he become a living image of His Divine glory.  St. Paul teaches us saying: “Do you not know that your body is the temple of the Holy Spirit” (l Corinth. 6:l9).  God abides within us, when we practice His Commandments.  This practice proves our love to God, because our Lord and Saviour Jesus Christ said, “if you love Me, practice My commandments”(John l4:l5).  “If you keep my commandments you shall abide in My love” (John l5:l0).  Elsewhere our Lord assures us saying, that man can bear fruit only if he abides in Him.  “Abide in Me, and I in you.  As the branch cannot bear fruit of itself, unless it abides in the vine, neither can you, unless you abide in Me … If anyone does not abide in Me, he is cast out as a branch and is withered; and they gather them and throw  them into the fire, and they are burned” (John l5:4, 6).

With these words of Jesus Christ one can understand the importance of abiding in Christ.  This means, that one must abide within the original Body of Christ and not to cast himself outside of the Church by creating his own man made organizations.  What man creates is unable to offer him salvation.  Man is indisposed to achieve salvation by his own authority.  If anyone separates himself from the Body of the Church, then the Church is neither injured, nor does She suffer.

God Himself has no need of anyone.  He did not create the invisible and visible world because He needed the logical beings to worship or glorify Him.  He created out of nothingness all things, those which we know and all those which we do not know.  The creation of the invisible world of the angels and the visible universe is the result of God’s love.  He was not forced to create, but out of love He created the world.

He gave us His Church out of love and wishes that all mankind will be saved.  “For God so loved the world that He gave His only begotten Son, that whoever believes in Him should not perish but have everlasting life” (John 3:l6).

See the greatness of God’s love!  He loves us so much, that He gave His only begotten Son to be sacrificed on the cross for our salvation.   God’s love is expressed through the creation of the world and especially in the work of the salvation of man.  St. Paul teaches us saying, that “God demonstrates His own love toward us, in that while we were still sinners, Christ died for us” (Rom. 5:8).

Christ invites every man to follow Him and to partake in salvation.  Man is free to choose whether he wishes to become a faithful disciple of the True God or to turn against Him.  God does not force anyone.  Man has received from God the gift of having a free will, to practice good or to do evil.  The beauty of man’s creation is that God respects man’s free decision so much that He never interferes in his actions.

Christ invites us all to take up our cross and follow Him.  This is the way of salvation.  We must follow in the footsteps of our Lord knowing, that at the end we will participate in His Heavenly Kingdom.  “The kingdom of God does not come with observation; nor will they say, ‘See here!’ or ‘See there!’ For indeed, the kingdom of God is within you” (Luke l7:20).   Again our Lord assures us saying:  “Assuredly, I say to you, whoever does not receive the kingdom of God as a little child will by no means enter it” (Luke l8:l7).

St. Paul, the Apostle of the Nations, teaches us saying:  “I beseech you therefore, brethren, by the mercies of God, that you present your bodies a living sacrifice, holy, acceptable to God, which is your reasonable service.  And do not be conformed to this world, but be transformed by the renewing of your mind, that you may prove what is that good and acceptable and perfect will of God” (Rom. l2:l-2).  Each and everyone of us must offer a living sacrifice to God, which is our whole life.  He gave us life and we are called to offer our life as a living sacrifice back to Him.  This means, that man should be holy in all aspects of life.  Not only when he is in Church, but in his whole life man must prove, project and testify the life of Christ through his own life and body.

Man in the Orthodox Church is called to imitate Christ Himself.  Man is called to become an imitator of God, because we have the honour of being God’s children by Grace in Jesus Christ.  St. Paul calls out:  “Be imitators of God as dear children.  And walk in love, as Christ also has loved us and given Himself for us, an offering and a sacrifice to God for a sweet-smelling aroma” (Eph. 5:l-2).  He also invites us to become imitators of the Saints of our Holy Orthodox Church, whose life reflect the life of our Lord and Saviour Jesus Christ.  “Imitate those who through faith and patience inherit the promises” (Heb. 6:l2).

The Saints of our Holy Orthodox Church are those fellow Christians, who through their life, revealed the life of Christ in this world.  They proved that all the teachings of our Lord, given to us through Holy Scriptures, can be practiced by all men irrelevant of age or sex.  They themselves had practiced the word of God in their life and found salvation.  They are the living proof that within our Church man can be saved.  Take out the Saints from the Church and man has no living proof that he can be saved.  Everything then is just good and fine words, which one finds in all religions.  But one thing is solid proof that within the Orthodox Faith man is sanctified by God, when he practices His Commandments and remains within the Body of Christ.

The Saints are Christ’s friends, who imitated Christ’s Sacrifice. They themselves offered their life as a living sacrifice and many, millions of them, have died for our Holy Orthodox Faith.  From the time of St. Steven’s martyrdom to the latest Saint in Orthodoxy, Christ reveals to His Church His beloved friends and faithful disciples in order to encourage the rest to follow their example.  This is the reason why our Orthodox Church projects the life of the Saints, in order to have prototypes in our life.  Here they are surrounding us.  Their holy icons are reminding us of one thing, that they gave their life for Christ’s glory; they followed Christ and they are now inviting all of us to follow the footsteps of our Saviour, to become holy as they became holy in Christ.

For them St. Paul spoke in the Epistle to the Hebrews saying: “Who through faith subdued kingdoms, worked righteousness, obtained promises, stopped the mouths of lions, quenched the violence of fire, escaped the edge of the sword, out of weakness were made strong, became valiant in battle, turned to flight the armies of the aliens.  Women received their dead raised to life again.  Others were tortured, not accepting deliverance, that they might obtain a better resurrection.  Still others had trial of mocking and scourging, yes, and of chains and imprisonment.  They were stoned, they were sawn in two, were tempted, and were slain with the sword.  They wandered about in sheepskins and goatskins, being destitute, afflicted, tormented – of whom the world was not worthy.  They wandered in deserts and mountains, in dens and caves of the earth.  And all these, having obtained a good testimony through faith, did not receive the promise, God having provided something better for us, that they should not be made perfect apart from us.  Therefore we also, since we are surrounded by so great a cloud of witnesses, let us lay aside every weight, and the sin which so easily ensnares us, and let us run with endurance the race that is set before us looking unto Jesus, the author and finisher of our faith” (Heb. ll: 33- l2:2).

We must never forget, my beloved friends, that “the saints will judge the world” (l Corinth. 6:2).  The Saints are not worshipped by our Church; nor do we offer to them sacrifices, as many who do not understand the truth of Orthodoxy accuse our Church.  This is a false accusation by those who believe in falsehood and heresy.  The Orthodox Church honours only the Saints as being Christ’s friends, who proved to be true Christians.  They are the true heroes of our Christian Faith.  They are the victorious soldiers of Christ, who gained victory over Satan and all his evil forces.

Their holy icons which decorate our Holy Churches and homes tell us about their life, their sufferings for Christ’s name sake and they  invite all of us to follow their example.

Today, my beloved friends, our Orthodox Church is celebrating the feast day of All the Saints.  Let us become imitators of those who inherited the promises of our Lord and Saviour Jesus Christ.  Let us change our life and practice God’s Commandments.  Let us project the life of Christ through our own bodies.  Let us renounce sin and the sinful desires of the flesh, which enslave us to this world of vanity.  Let us lead a spiritual life as holy people of God.  You hear the priest during every Sunday service inviting all to partake in Holy Communion and saying:  “The holy Gifts, for the holy people of God”.  Let us struggle to become holy through the Grace and Love of Christ.

My beloved friends, today, our Lord and Saviour Jesus Christ is offers to us the opportunity to become a living temple of His Divine Grace and Glory.  Let us all partake in this invitation, for this is the Will of God.  Let no one remain in sin, but rather let all of us turn to Christ our God to achieve our sanctification, for the glory of the Father and of the Son and of the Holy Spirit.  Amen.



My sites: