GPS ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

7o4WC

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

«Ὅπως συμβαίνει καί γιά τά ἐπίγεια ταξίδια, βοηθάει πολύ μιά σύγχρονη ἐφεύρεσι πού, φωνητικά καί ὀπτικά, ὑπαγορεύει τό ἀκολουθητέο δρομολόγιο: τό GPS (Global Positioning System) —τό Σύστημα Καθορισμοῦ Θέσεως στήν Ὑδρόγειο. Καί, βέβαια, στό πνευματικό ταξίδι πρός τόν Παράδεισο αὐτοί πού ὑποδεικνύουν διαδρομές, ἀλλά, ταυτόχρονα, καί βοηθοῦν εἶναι οἱ Ἅγιοι καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πού βάδισαν πρίν ἀπό μᾶς τόν ἴδιο δρόμο καί ξέρουν τίς κακοτοπιές, ἀλλά καί τίς σωστικές ὀάσεις του. Ἄς πάρουμε, λοιπόν, τίς πνευματικές ὁδηγίες τους καί ἄς ξεκινήσουμε.

Καί, ὅπως καί στά ἀεροπορικά ταξίδια, ὁ πιλότος (ὁ Κύριός μας) καί τό πλήρωμα (ἡ Παναγία, οἱ Ἅγιοι καί οἱ Ἄγγελοι) μᾶς καλωσορίζουν καί μᾶς εὔχονται καλό ταξίδι.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Ἐπίσης: «Θανάτωσε τήν ἁμαρτία καί τότε θά εἶναι περιττά τά δάκρυα τῆς ὀδύνης στούς ὀφθαλμούς σου. Ὅπου δέν ὑπάρχει πληγή, δέν χρειάζεται νυστέρι. Στόν Ἀδάμ πρίν ἀπό τήν παράβασι δέν ὑπῆρχαν δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς καί (στούς δικαίους) μετά τήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἐφόσον θα ἔχη καταργηθῆ ἡ ἁμαρτία καί “θά ἔχη ἐξαφανισθῆ ἡ ὀδύνη, ἡ λύπη καί ὁ στεναγμός”(Ἡσ 35, 10)».

Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος τονίζει: «Ποιός νά μήν ἐκπλαγῆ, διότι μέ τά δάκρυα λίγης ὥρας, ἀκόμη καί στήν ἴδια τήν ἑνδεκάτη ὥρα, ὁ Θεός συγχωρεῖ μύρια παραπτώματα, καί γιατρεύει, ἐπίσης, μύρια τραύματά μας· καί γιατρεύοντας, πάλι χαρίζει τό μισθό τῶν δακρύων. Διότι αὐτή εἶναι ἡ συνήθεια τῆς χάριτός Του· ὕστερα δηλαδή ἀπό τή θεραπεία, δίνει πολύ μισθό».

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος γράφει: «Ἡ σωματική ἐργασία προηγεῖται τῆς ψυχικῆς, ὅπως τό χῶμα προηγήθηκε τοῦ ἐμφυσήματος τῆς ψυχῆς στόν Ἀδάμ».

Ὁ ὅσ. Κύριλλος ὁ Φιλεώτης ἐπισημαίνει: «Ἄν θέλης νά ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν κακία “ἀπόφευγε τό κακό καί πράττε τό ἀγαθό”(πρβλ. Α´ Πέτρ 3, 11· Γ´ Ἰω 11), δηλαδή πολέμησε τούς ἀόρατους ἐχθρούς, γιά νά ἐλαττώσης τά πάθη· ἔπειτα νά ἀγρυπνῆς γιά νά μήν αὐξηθοῦν πάλι. Πολέμησε ἀκόμη γιά νά ἀποκτήσης τίς ἀρετές καί μετά νά ἀγρυπνῆς, γιά νά τίς διαφυλάξης· καί αὐτό ἀσφαλῶς θά σημαίνη τό ρητό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης “νά ἐργάζεσθε καί νά φυλάσσετε τόν Παράδεισο”(Γεν 3, 15)».

Κήρυττε ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἄν, αὐτά πού γίνονται, εἶναι ἁμαρτωλά, ἀκόμη κι ἄν εἶναι παληά συνήθεια κατάστρεψέ τα· ἄν δέν εἶναι πονηρά, ἀκόμα κι ἄν δέν εἶναι συνήθεια, εἰσάγαγε καί καταφύτεψέ τα».

«Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος ἔλεγε ὅτι “εἶναι προτιμότερο νά πηγαίνης, ἀκόμη καί κουτσαίνοντας πρός τή σωστή κατεύθυνσι, παρά νά τρέχης μ᾽ ὅλη σου τή δύναμι πρός ἐσφαλμένη κατεύθυνσι”».

«Ἡ μέν στόν Κύριο ἐλπίδα καί τό θάρρος δέν μᾶς ἀφήνει νά ἀπελπισθοῦμε· ὁ δέ στόν Κύριο πάλι φόβος δέν μᾶς ἀφήνει νά ἁμαρτήσουμε».

«Κάνε, καθώς ἔκανε ἕνας Ὅσιος, πού ὅταν ὁ διάβολος ἀνέβαινε πρός τήν κορυφή τῆς σκάλας, αὐτός κατέβαινε πρός τά κάτω· καί ὅταν ὁ διάβολος κατέβαινε πρός τά κάτω, αὐτός ἀνέβαινε πρός τήν κορυφή. Δηλαδή, ὅταν ὁ διάβολος δοκίμαζε νά τόν παρακινήση σέ καμμία ὑπερβολική αὐθάδεια καί ὑπερηφάνεια, αὐτός ἐδιαφεντεύετο (: ζοῦσε) μέ τίς αἰτίες τοῦ φόβου καί τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ· καί ὅταν ὁ διάβολος δοκίμαζε νά τόν ρίξη σέ ὑπερβολικό φόβο καί ἀπελπισία, αὐτός ἐδιαφεντεύετο μέ τά αἴτια τῆς ἐλπίδος καί τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ».

ΚΑΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ

Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος γράφει: «Εἶναι καλύτερο νά καταβάλη κανείς τά πάθη μέ τήν ἐνθύμησι τῶν ἀρετῶν, παρά μέ τήν ἔνστασι πρός αὐτά· ἐπειδή ὅταν διεγερθοῦν τά πάθη, καί κινηθοῦν σέ πόλεμο, τότε ἐντυπώνουν σχήματα καί εἴδωλα στό νοῦ· διότι ὁ πόλεμος αὐτός τῶν παθῶν ἔχει πολλή καί μεγάλη δύναμι κατά τοῦ νοῦ, ἀφοῦ ταράζει καί θορυβεῖ τίς ἐνθυμήσεις· ἀλλά ὅταν, κατά τόν πρῶτο ὅρο τῆς ἐνθυμήσεως τῶν ἀρετῶν, τά νικήση κανείς αὐτά, τότε οὔτε ἴχνος παθῶν δέν φαίνεται πλέον στό νοῦ».

Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος ἐπισημαίνει: «Μήπως μπορεῖ τό νησί πού βρίσκεται στή μέση τῆς θάλασσας νά ἐμποδίση τά κύματα νά μή κτυποῦν ἐπάνω του; Δέν μπορεῖ νά τά ἐμποδίση, ἀλλά ξέρουμε ὅτι τό νησί ἀντιστέκεται στά κύματα. Ἔτσι καί μεῖς δέν μποροῦμε νά ἐμποδίσουμε τούς λογισμούς, μποροῦμε, ὅμως, νά ἀντιστεκώμασθε στούς λογισμούς».

Ὁ Ἀββᾶς Μωϋσῆς τόνιζε: «Ἡ κακή σκέψι ἀμέσως μόλις ἀνακοινωθῆ χάνει τή δύναμί της. Καί πρίν ἀκόμη καταδικασθῆ τό ἀπαίσιο φίδι μέ τή δύναμι τῆς ἐξομολογήσεως, σύρεται, κατά κάποιο τρόπο, ἔξω ἀπ᾽ τή σκοτεινή σπηλιά του, ἔρχεται στό φῶς καί διώχνεται μακρυά ντροπιασμένο. Οἱ κακές σκέψεις κυριαρχοῦν μέσα μας, ὅσο αὐτές μένουν κρυμμένες στήν καρδιά μας».

«Τά πονηρά πνεύματα δέν μποροῦν νά γνωρίζουν τή φύσι τῶν λογισμῶν μας. Ἀλλά αὐτό γίνεται μόνο ἐξωτερικά, ἀπό συμπεράσματα πού στηρίζονται σέ κάποια φαινόμενα, ὅπως εἶναι αὐτά πού ἐκφράζουν τίς διαθέσεις μας ἤ τά λόγια μας ἤ ἀκόμη κι οἱ ἀσχολίες, στίς ὁποῖες βλέπουν ὅτι ἔχουμε ἰδιαίτερη κλίσι. Ἀλλά οἱ λογισμοί, πού δέν ἔχουν ἀκόμη βγῆ ἀπ᾽ τά βάθη τῆς ψυχῆς μας, τούς εἶναι ἐντελῶς ἀπρόσιτοι.

Ἄν οἱ λογισμοί τούς ὁποίους μᾶς ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες ἔχουν γίνει ἀποδεκτοί ἀπό μᾶς ἤ ὄχι, αὐτό δέν τό γνωρίζουν οἱ δαίμονες. Ἐπειδή αὐτοί δέν ἔχουν τή δυνατότητα τῆς κοινωνίας μέ τήν ψυχή μας —δηλαδή, δέν εἶναι σέ θέσι νά παρακολουθήσουν τήν ἐσωτερική διεργασία τῶν λογισμῶν μας, ἡ ὁποία εἶναι καλυμμένη κι ἄγνωστη— ἀλλά τό ἀντιλαμβάνονται ἀπ᾽ τίς ἐξωτερικές μας κινήσεις κι ἀπ᾽ τίς ἐνδείξεις τίς ὁποῖες παρουσιάζει ἡ συμπεριφορά μας. Ὑποβάλλουν γιά παράδειγμα στόν ἄνθρωπο τή ροπή πρός τό πάθος τῆς λαιμαργίας. Ἄν δοῦν τόν ἄνθρωπο νά σηκώνεται καί νά κοιτάζη πρός τό παράθυρο ἤ πρός τό μέρος τοῦ ἡλίου σκεπτικά καί νά ζητᾶ νά μάθη ἐναγώνια τί ὥρα εἶναι, τότε πληροφοροῦνται μ᾽ αὐτό τό σημάδι ὅτι ὁ πειρασμός τῆς λαιμαργίας ἔχει γίνει ἀποδεκτός ἀπ᾽ αὐτόν. Τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν περίπτωσι τοῦ πειρασμοῦ τῆς πορνείας. Ἄν τά πονηρά πνεύματα παρατηρήσουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέχεται χωρίς ἀντίστασι τό βέλος τοῦ πάθους, ἄν δοῦν δηλαδή ὅτι ἡ σάρκα ἐρεθίσθηκε κι ὅτι αὐτός δέν λυπήθηκε καί δέν ἔκλαψε, ὅπως θά ἔπρεπε νά εἶχε κάνει τή στιγμή κατά τήν ὁποία δέχθηκε τήν προσβολή, τότε ἀντιλαμβάνονται ὅτι τό κεντρί τῆς κακῆς ἐπιθυμίας ἔχει ἤδη καρφωθῆ στά βάθη τῆς ψυχῆς του.<strong >Σχετικά μέ τούς πειρασμούς τῆς θλίψεως, τοῦ θυμοῦ καί τῆς ὀργῆς, οἱ δαίμονες πληροφοροῦνται τά ἀποτελέσματα τῆς πειρασμικῆς ὑποβολῆς ἀπ᾽ τίς κινήσεις κι ἀπ᾽ τή συναισθηματική φόρτισι τήν ὁποία ἐκδηλώνει ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ἡ προσβολή ἔχη εἰσχωρήσει κι ἔχη πλήξει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, τό διακρίνουν ἀπό μιά σιωπηλή διέγερσι, ἀπό ἕνα ἀγανακτισμένο ἀναστεναγμό, ἀπό μιά ἀλλαγή, ἀπ᾽ τή χλωμάδα δηλαδή ἤ ἀπ᾽ τό κοκκίνισμα τοοῦ προσώπου. Αὐτά εἶναι τά μέσα, μέ τά ὁποῖα ἡ λεπτή νοημοσύνη τους διακρίνει ποιός ἄνθρωπος ἔχει παραδοθῆ σ᾽ ἕνα πάθος καί σέ ποιό ἀκριβῶς πάθος. Ἔτσι γιά καθένα ἀπό μᾶς γνωρίζουν μέ σιγουριά τί μᾶς ἀρέσει ἤ ὄχι. Δηλαδή, ἀπ᾽ τήν πρώτη ἀντίδρασι, τήν ὁποία ἡ δαιμονική προσβολή προκαλεῖ στό σῶμα μας, ἀπό μιά χειρονομία ἤ ἀπό μιά κίνησί μας, τά πονηρά πνεύματα συμπεραίνουν μέ βεβαιότητα ὅτι ὁ πειρασμός τόν ὁποῖο ἐξαπέλυσαν ἔχει κερδίσει τή συγκατάθεσί μας, γιά τήν ὁποία ἐμεῖς πιά θά ἔχουμε τήν εὐθύνη.

Σέ γενικές γραμμές, δέν εἶναι παράδοξο καί πρωτόγνωρο τό ὅτι τά πονηρά πνεύματα ἀντιλαμβάνονται τά αἰσθήματά μας καί τίς ἀντιδράσεις μας, ἐφόσον τήν ἴδια δυνατότητα μπορεῖ νά ἔχη κι ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἕνας εὔστροφος ἀνθρώπινος νοῦς μπορεῖ καί μέ τή θέα ἀκόμη τοῦ προσώπου, καί μέ τήν ἐξωτερική, δηλαδή, ἐμφάνισι ἑνός ἀνθρώπου, ν᾽ ἀναγνωρίση τήν ἐσωτερική κατάστασί του. Πόσο, λοιπόν, περισσότερο θά μποροῦν νά τό κάνουν αὐτό οἱ δαίμονες, πού εἶναι ἐξαιτίας τῆς πνευματικῆς τους φύσεως, πολύ πιό εὐαίσθητοι καί πολύ πιό ὀξυδερκεῖς ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους;

Ὑπάρχουν ὁρισμένοι κλέφτες πού μπαίνουν ἀθόρυβα μέσα στά σπίτια καί ψάχνουν γιά τά ἀντικείμενα τά ὁποῖα καλύπτει τό σκοτάδι. Καθώς, λοιπόν, αὐτοί κινοῦνται μέσα στό πυκνό σκοτάδι τῆς νύκτας, ρίχνουν, μέ πολύ ἐπιδέξιο τρόπο, ἕνα μικρό βότσαλο. Ἀπ᾽ τόν ἦχο τόν ὁποῖο αὐτό προκαλεῖ, συμπεραίνουν οἱ κλέφτες τήν ὕπαρξι τῶν θησαυρῶν, τῶν μεταλλικῶν καί μή, ὅλων δηλαδή αὐτῶν τά ὁποῖα ἐξαιτίας τοῦ σκοταδιοῦ δέν μποροῦν οἱ ἴδιοι νά διακρίνουν.

Ἔτσι κάνουν καί οἱ δαίμονες. Γιά ν᾽ ἀνιχνεύσουν τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς μας, ρίχνουν πάνω στόν ἄνθρωπο τό βότσαλο τῶν πειρασμῶν. Ἀπ᾽ τίς διάφορες ἀντιδράσεις τοῦ ἀνθρώπου, πού δέχθηκε τόν πειρασμό, ἀντιλαμβάνονται οἱ δαίμονες τήν ἀπήχησι τήν ὁποία εἶχε μέσα του ἡ προσβολή. Ὅπως ὁ κτύπος πού θά ἔβγαινε ἀπ᾽ τό ρίξιμο ἑνός βότσαλου στό σκοτεινό δωμάτιο, ἔτσι κι ἡ ἀντίδρασι τοῦ ἀνθρώπου δίνει στούς δαίμονες τή δυνατότητα ν᾽ ἀναγνωρίσουν κάθετί πού εἶναι κρυμμένο στά κατάβαθα τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς».

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἔγραφε: «Ὅταν ὁ ἀδελφός σου ἁμαρτάνη ἐναντίον σου κατά ὁποιοδήποτε τρόπο —λόγου χάριν, ἄν σέ κατηγορῆ ἤ διαστρέφη τά λόγια σου— μήν τόν καταδικάσης μέσα σου. Συλλογίσου τί καλές πλευρές ἔχει στό χαρακτῆρα του. Κάθε ἄνθρωπος, ὅσο ἀχρειωμένος κι ἄν εἶναι δέν παύει νά ἔχη καί κάποιες καλωσύνες. Οἱ χρυσωρύχοι δέν λογαριάζουν τήν ἄμμο πού περιβάλλει τούς κόκκους τοῦ χρυσοῦ, παρά μονάχα αὐτούς τούς κόκκους. Κι ὅσο λίγοι κι ἄν εἶναι, αὐτούς ὑπολογίζουν καί ξεπλένουν τό μῖγμα γιά νά τούς ἀποκτήσουν. Κατά παρόμοιο τρόπο κι ὁ Θεός ἐνεργεῖ μέ μᾶς, ξεπλένοντάς μας ἀπ᾽ τά προσμίγματα τῆς ἁμαρτίας».

«Ὅποιος θέλει νά ἐκμηδενίση πονηρές πράξεις, πρέπει πρῶτα νά ξερριζώση τίς πονηρές σκέψεις. Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά συγκρατήση τή ροή τοῦ νεροῦ, πρέπει πρῶτα νά ξεράνη τήν πηγή. Ἔτσι, λοιπόν, κανένας νά μή δικαιολογῆ τόν ἑαυτό του λέγοντας: “Δέν εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀφοῦ δέν ἔχω σκοτώσει, οὔτε ληστέψει, οὔτε βλασφημήσει κανέναν, οὔτε ἔχω πεῖ σέ κανένα ψέματα”. Δεῖτε, εἴμασθε γεμάτοι ἀπό θανατηφόρες σκέψεις κλοπῆς, βλασφημίας καί ὑποκρισίας! Κι ἄν δέν ἔχουμε διαπράξει ἁμαρτία μέ τίς πράξεις μας, αὐτό εἶναι μόνο χάρις στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί στίς ἐξωτερικές περιστάσεις. Ἄν ὁ Θεός τό εἶχε ἐπιτρέψει κι ἄν οἱ συνθῆκες ἦταν κατάλληλες, ἴσως θά εἴχαμε διαπράξει ὅλες τίς παραπάνω ἁμαρτίες τίς ὁποῖες σκεφθήκαμε. Τό φίδι εἶναι δηλητηριῶδες ὄχι μόνο ὅταν δαγκώση, ἀλλά καί ὅταν δέν δαγκώση —διότι τό δηλητήριο τό φέρει μέσα του».

«—Δέν μοῦ λέτε, ποιό ἔχει περισσότερη δύναμι, τό νερό ἤ ἡ φωτιά;

—Χμ… τό νερό, Γέροντα, ἀπάντησε ὁ ἕνας.

—Ἄν ἔχουμε μιά μεγάλη φωτιά καί ρίξουμε ἕνα ποτήρι νερό θά σβήση;

—Ὄχι, Γέροντα· ἡ φωτιά ἔχει περισσότερη δύναμι, εἶπε ὁ δεύτερος.

—Ἄν ἔχης μιά μικρή φωτιά καί ρίξης ἕνα τενεκέ νερό θά σβύση;

—Ναί Γέροντα.

—Οὔτε τό νερό οὔτε ἡ φωτιά ἔχει περισσότερη δύναμι, ἀλλά ἡ ποσότητα. Ἔτσι καί στά πνευματικά. Ἄν μέσα σας ὑπερισχύη τό κοσμικό φρόνημα, αὐτό θά κατανικήση τό πνευματικό. Ἄν, ὅμως, ὁ νοῦς σου εἶναι στραμμένος στά πνευματικά, θά κατανικηθῆ τό σαρκικό».

π. Παΐσιος: «Ὅταν βλέπουμε τά σφάλματα τῶν ἄλλων καί τά κρίνουμε, σημαίνει αὐτό ὅτι ἡ ψυχική μας ὅρασι δέν ἔχει καθαρίσει καλά καί βλέπουμε τούς ἀνθρώπους σάν δένδρα. Παραβολή τοῦ τυφλοῦ! Νά φτιάξουμε ἕνα ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν. Ἄν ἕνα ἐργοστάσιο βγάζη σφαῖρες καί τοῦ ρίξης μέσα σίδερο, θά βγάλη σφαῖρες. Ἄν φτιάχνη δισκοπότηρα καί τοῦ ρίξης χρυσό, θά βγάλη χρυσά δισκοπότηρα. Ἄν τοῦ ρίξης σίδερο, θά βγάλει σιδερένια. Ὅ,τι λογισμό ρίχνουμε στό νοῦ, αὐτό καί παίρνουμε. Ἐξαιτίας μας ὁ πειρασμός πειράζει τήν ἀδελφή [μιλοῦσε σέ μοναχές]. Ὅταν προσευχώμασθε νά μᾶς δώση ὁ Θεός ἀγάπη, τότε ἐξαιτίας μας μπορεῖ νά ἀρρωστήση μιά ἀδελφή, γιά νά μᾶς δώση δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τήν ἀγάπη, ὅταν θά ζητάη βοήθεια ἡ ἀσθενής. Μπορεῖ νά σοῦ ζητάη τσάι ἤ κάτι ἄλλο γιά νά δῆ ὁ Θεός τήν ἀγάπη μας καί τήν ὑπομονή μας. Ἀκόμα καί ἀπό τούς προεστῶτες ἀφαιρεῖ λίγο τή Χάρι Του ὁ Θεός, ὥστε νά μᾶς μιλήσουν ἀπότομα. Γιά νά δώσουμε ἐξετάσεις στήν ἀρετή μας, νά δῆ ἄν θά κατακρίνουμε ἤ ὄχι, ἀφοῦ Τοῦ ζητᾶμε νά μᾶς δώση τό ἀκατάκριτο. Ἔτσι στέλνει ὁ Θεός τίς ἀρετές. Ὄχι πόσα κιλά θέλεις ἀγάπη, πάρε. Πόση ταπείνωσι, πάρε. Δέν μᾶς τίς φέρνει σέ χαρτοσακοῦλες τίς ἀρετές ὁ Θεός. Μᾶς δίνει μόνο τίς ἀνάλογες εὐκαιρίες».

«Νά μή μένη πολύ χρόνο μέσα σας ὁ κακός λογισμός, γιατί κάνει ζημιά. Μοιάζει μέ τή μύγα πού κάθεται πάνω στό κρέας καί γεννάει αὐγά. Σέ λίγο τό κρέας σκουληκιάζει. Ἔτσι καί ὁ κακός λογισμός, ὅταν μείνη στό νοῦ, κάνει μεγάλη ζημιά».

«Ἕνας καλός λογισμός ἰσοδυναμεῖ μέ μιά πολύωρη ἀγρυπνία! Ἔχει μεγάλη δύναμι. Ὅπως τώρα κάποια νέα ὅπλα σταματοῦν μέ ἀκτῖνες laser τόν πύραυλο στή βάσι του καί τόν ἐμποδίζουν νά ἐκτοξευθῆ, ἔτσι καί οἱ καλοί λογισμοί προλαβαίνουν καί καθηλώνουν τούς κακούς λογισμούς στά “ἀεροδρόμια” τοῦ διαβόλου, ἀπό τά ὁποῖα ξεκινοῦν».

ΑΝΑΒΟΛΗ

Ἡ ἀναβολή τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα εἶναι ἕνα ἀπό τά ἰσχυρότερα ὅπλα τοῦ διαβόλου. Πολλοί ἄνθρωποι πέφτουν στήν παγίδα του κι ἔτσι τό «κάλλιο ἀργά παρά ποτέ» καταντάει νά γίνεται «κάλλιο ποτέ παρά ἀργά».

«Ὅσο ὁ διάβολος δείχνει προθυμία, τόσο ἐμεῖς ἀμελοῦμε καί ραθυμοῦμε».

«Μή συλλογίζεσαι λέγοντας· “Εἶναι πολύς ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως καί βαρύς καί ἐγώ εἶμαι ἀμελής καί ἀδύνατος καί δέν μπορῶ νά ἀγωνισθῶ”. Ἄκουσε μέ προσοχή τά λόγια τῆς ὡραίας καί καλῆς συμβουλῆς· μάθε καλά τί σοῦ λέω, φιλόχριστε ἀδελφέ. Ἄν θελήσης νά ἀναχωρήσης σέ ἄλλη μακρινή χώρα, δέν μπορεῖς νά διανύσης τήν ἀπόστασι ὅλου τοῦ δρόμου σέ μιά ὥρα, ἀλλά, ὑπολογίζοντας τό περπάτημά σου καθημερινά, κάνεις στάσι καί ἀναχωρεῖς, καί μετά ἀπό καιρό καί κόπο φθάνεις στή χώρα τήν ὁποία ζητᾶς. Ἔτσι εἶναι ἡ οὐράνια βασιλεία καί ἡ τρυφή τοῦ παραδείσου. Ὁ καθένας φθάνει ἐκεῖ μέ νηστεῖες καί ἐγκράτεια καί ἀγρυπνίες καί ἀγάπη. Αὐτοί εἶναι οἱ δρόμοι πού ὁδηγοῦν στόν οὐρανό, πρός τό Θεό. Μή φοβηθῆς νά βάλης ἀρχή τοῦ καλοῦ δρόμου, πού φέρνει στή ζωή. Νά θέλης μόνο νά βαδίσης στό δρόμο, καί ἄν βρεθῆς ὁλοπρόθυμος, ἀμέσως ὁ δρόμος γίνεται ἴσιος μπροστά σου. Καί, βαδίζοντας μέ χαρά, κάνεις στάσεις, τερπόμενος σ᾽ αὐτές· διότι δυναμώνουν τά βήματα τῆς ψυχῆς σου στήν κάθε στάσι. Καί γιά νά μή βρῆς δυσκολία στό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή ζωή, ὁ Κύριος ὁ ἴδιος ἔγινε διά μέσου τοῦ ἑαυτοῦ Του δρόμος τῆς ζωῆς (πρβλ. Ἰω 14, 6), γιά ὅσους θέλουν νά ἀναχωρήσουν καί νά ἔλθουν μέ χαρά στόν Πατέρα τῶν Φώτων (πρβλ. Ἰακ 1, 17)».

«Εἶπε κάποιος Γέροντας:

“Τό νἆσαι ἀκριβομίλητος, τ’ ἀηδόνι σέ μαθαίνει.

Τόν ἕνα μῆνα κελαϊδεῖ, τούς ἕνδεκα σωπαίνει”».

Ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος μᾶς μεταφέρει μιά τρομακτική ἐμπειρία του: «Ἔρχεται στήν μνήμη μου ἀπό παληότερες ἐποχές ἡ μορφή ἑνός ἀπό τούς πολύ γνωστούς μου: τοῦ μουσικοσυνθέτη Πασχάλωφ. Εἶχε μεγάλο ταλέντο. Στίς συναυλίες τίς ὁποῖες ἔδινε συγκεντρώνονταν χιλιάδες κόσμος. Ἐγώ σάν κοσμικός ἤμουν πολύ λάτρης τῆς μουσικῆς. Ἔπαιζα καί φυσαρμόνικα. Καί γιά νά τελειοποιηθῶ στό παίξιμό της ἄρχισα νά παίρνω μαθήματα. Μοῦ τά ἔκανε ὁ Πασχάλωφ. Στήν ἀρχή μοῦ ζητοῦσε πολύ μεγάλη ἀμοιβή γιά τό κάθε του μάθημα. Μά ἐγώ ἔχοντας χρήματα εἶχα συμφωνήσει. Ἀργότερα, ὅμως, μέ ἀγάπησε τόν ἀνάξιο. Μοῦ πρότεινε λοιπόν, νά μοῦ κάνη τά μαθήματα φιλικά, χωρίς λεφτά, πρᾶγμα πού ἐγώ τό ἀρνήθηκα.

Τά μαθήματά μας πήγαιναν καλά. Ἕνα μοῦ ἦταν δυσάρεστο: ὅτι ὁ Πασχάλωφ δέν πατοῦσε ποτέ στήν Ἐκκλησία. Γιά τό θέμα αὐτό πολλές φορές τοῦ εἶχα ἀνοίξει κουβέντα:

—Ἄν δέν πηγαίνης στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν νά σωθῆς, τοῦ ἔλεγα. Καί ἀφοῦ πιστεύεις στό Θεό, γιατί ἀφήνεις ἀνεκμετάλλευτα τά μέσα τῆς σωτηρίας;

—Μά καί τί κάνω; Ζῶ ὅπως ὅλοι· ἤ, τουλάχιστον, ὅπως οἱ πιό πολλοί. Τί μᾶς χρειάζονται οἱ τύποι; Τάχα, ἄν δέν πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία, δέν θά σωθοῦμε;

—Ὁπωσδήποτε ὄχι… Τό ἅγιο Βάπτισμα ἔχει τελεσθῆ σέ σᾶς. Καί συνεπῶς τήν μιά πύλη τήν περάσατε! Εἶναι, ὅμως, ἀπαραίτητο νά περάσετε καί τήν πύλη τῆς μετανοίας. Καί ἀκόμη νά ἑνωθῆτε μέ τό Χριστό μέ τή θεία Κοινωνία.

—Τί εἶναι αὐτά πού μοῦ λέτε;, Παῦλε Ἰβάνοβιτς. Ὁ καθένας μας λατρεύει τό Θεό, ὅπως ὁ ἴδιος ξέρει καί ὅπως τό βλέπει ἀναγκαῖο. Π.χ. ἐσεῖς πᾶτε στήν Ἐκκλησία, νηστεύετε κ.ο.κ.. Ἐγώ λατρεύω τό Θεό μέ τή μουσική μου! Δέν εἶναι τό ἴδιο;

Καί χωρίς νά περιμένη ἀπάντησι ἄρχισε νά παίζη! Δέν εἶχα ἀκούσει ποτέ μου τόσο ὡραία μουσική. Ἔπαιζε ἀπαράμιλλα ἐκεῖνο τό βράδυ. Κατοικοῦσα τότε σέ ἕνα πολυτελές διαμέρισμα, πού ξαφνικά γέμισε κόσμο. Γιατί ἄνοιξαν τήν πόρτα καί ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά ἄλλα διαμερίσματα· μπῆκαν μέσα νά ἀκούσουν τό μεγαλοφυῆ συνθέτη. Κάποτε τελείωσε.

—Ὑπέροχα!, παρατήρησα ἐγώ. Ἡ μουσική μπορεῖ νά γίνεται γιά τή μουσική. Μά δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήση τήν Ἐκκλησία. Κάθε πρᾶγμα στόν καιρό του. Καιρός παντί πράγματι.

Ἡ συνομιλία μας ἐκεῖνο τό βράδυ παρατάθηκε μέχρι τά μεσάνυκτα. Διεξήχθη σέ ἕνα ὡραῖο κλῖμα εἰρηνικό καί χαρούμενο. Τήν ἄλλη ἡμέρα ἦλθε νά μέ βρῆ. Καί μοῦ εἶπε:

—Ξέρεις, Παῦλε Ἰβάνοβιτς. Ὅλη τήν νύκτα τήν πέρασα μέ τή σκέψι, πόσο εἶμαι ἁμαρτωλός. Πόσα χρόνια δέν ἔχω κάνει τίποτε ἀπό τά θρησκευτικά μου καθήκοντα· καί νά, μετά ἀπό λίγο φθάνει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Ὁπωσδήποτε θά νηστεύσω. Καί θά κοινωνήσω.

—Καί γιατί νά περιμένετε τήν Τεσσαρακοστή; Ὅ,τι εἶναι νά κάνετε, κάντε το τώρα!

—Ὄχι. Σήμερα δέν εἶναι ἡ κατάλληλη περίστασι. Ἄλλωστε καί ἡ Τεσσαρακοστή δέν εἶναι πολύ μακρυά.

Καλή ἦταν ἡ ἀπόφασι τοῦ Πασχάλωφ. Μά ξέχασε τόν ἐχθρό, στόν ὁποῖο δέν εἶναι καθόλου εὐχάριστη μιά τέτοια μεταβολή μας· ὅτι πρέπει νά προετοιμαζώμασθε γιά πόλεμο. Ὅλα αὐτά τά ἄφησε νά φύγουν ἀπό τά μάτια του.

Κάποτε μοῦ ἦλθε ἀργά τό βράδυ στό σπίτι. Ἔδωσε ἐντολή στήν ὑπηρέτριά μου νά βγῆ νά πληρώση τόν ἁμαξᾶ. Ἐκείνη βγῆκε στόν δρόμο, μά ἀντί γιά ἁμαξᾶ εἶδε στήν θέση του ἕνα τέρας, μέ φρικαλέα ὄψη· καί ἡ ταλαίπωρη ἔπεσε κάτω λιπόθυμη! Ποῦ τόν ἐπῆγε τόν Πασχάλωφ ὁ ἐχθρός του εἶναι ἄγνωστο. Μόνο πού τήν ἄλλη μέρα πέθανε αἰφνίδια. Καί ἡ ψυχή του ἀπολέσθηκε γιά πάντα. Λυπᾶμαι γι᾽ αὐτό κατάκαρδα. Ὁ ἐχθρός στήνει παντοῦ τά δίκτυα του. Γιατί θέλει νά μᾶς πιάση σ᾽ αὐτά καί νά μᾶς ἀπολέση. Καί οἱ ἀπρόσεκτοι πιάνονται καί χάνονται».

«Μᾶς ἔπιασε μιά χειμωνιάτικη καταιγίδα μέσα στή νύκτα μέ δυνατούς ἀνέμους, χαμηλή θερμοκρασία, καί δυνατό χιόνι. Τό ἠλεκτρικό κόπηκε, καί ἦλθε πάλι. Ὁ σύζυγός μου κι ἐγώ ἑτοιμασθήκαμε γιά τήν πιθανότητα νά κοπῆ τό ρεῦμα ξανά. Ἔφτιαξα καφέ, γεμίζοντας τό thermos τοῦ συζύγου μου κι ἑτοιμάζοντας τό κολατσιό του γιά τή δουλειά. Γεμίσαμε λεκάνες μέ νερό γιά τό μπάνιο καί τήν κουζίνα. Βρήκαμε κεριά καί σπίρτα σέ περίπτωσι κατά τήν ὁποία θά τά χρειαζόμασθαν.

Τό ρεῦμα κόπηκε πάλι, αὐτή τή φορά γιά ὧρες. Ἀλλά ξεκουρασθήκαμε, ἀνακουφισμένοι ὅτι εἴχαμε κάνει τά πάντα γιά νά προετοιμασθοῦμε γιά ὅσο διαρκέση ἡ καταιγίδα.

Συγκρίνοντας αὐτή τήν ἐμπειρία μέ τήν πίστι μας στό Θεό μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι δέν πρέπει νά ἀναβάλλουμε γιά τό μέλλον νά οἰκοδομήσουμε τή ζωή μας στό Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἑδραιωμένοι στό βράχο, μέσα ἀπ᾽ τήν ἀκοή καί τήν πρᾶξι τοῦ Λόγου, θά εἴμασθε προετοιμασμένοι γιά τίς καταιγίδες τῆς ζωῆς».

ΣΥΝΕΡΓΙΑ

Οἱ Πατέρες τῆς ἐκκλησίας διδάσκουν ὅτι πρέπει πρῶτα ἐμεῖς νά συνεισφέρουμε στόν πνευματικό ἀγῶνα, νά κοιτάξουμε δηλ. πρῶτα νά σώσουμε τήν ψυχή μας καί στή συνέχεια θά συνεργήση κι ὁ Θεός καί στήν ἱεραποστολή μας:

Ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος γράφει: «Ἄν ἔχης φιλία μέ κάποιο ἀδελφό καί ἡ συνείδησί σου σέ κατακρίνη ὅτι βλάπτεται ἡ ψυχή σου ἀπό τή συναναστροφή του, ἀπομακρύνσου ἀπ᾽ αὐτόν. Γιατί ἔχει πεῖ κάποιος ἀπό τούς Ἁγίους: “Μέ ὅλους νά ἔχης ἀγάπη, ἀλλά νά κρατᾶς τόν ἑαυτό σου μακρυά ἀπό ὅλους”. Καί τά λέω αὐτά, ἀγαπητέ, ὄχι γιά νά μισήσης τούς ἀνθρώπους, ἀλλά τήν ἁμαρτία».

Ὁ π. Παΐσιος τόνιζε: «Ὑπακοή στό Γέροντα εἶναι, ἄς ὑποθέσουμε, σάν ἕνα βότανο πού χρειάζεται, ὅταν εἶσαι κρυωμένος. Ρωτᾶς τό Γέροντα, σοῦ τό δείχνει καί τό παίρνεις. Τελειώνει ἡ ὑπόθεσι. Ἐνῶ ὅταν εἶσαι μόνος σου, δοκιμάζεις ὅλα τά βότανα, μέχρι νά βρῆς τό κατάλληλο· καί ἴσως μέχρι νά τό βρῆς θά ’χης πάθει μεγαλύτερη ζημιά ἀπ’ τήν ὠφέλεια τήν ὁποία σοῦ προσφέρει».

Ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Μωϋσῆς: «Ἐάν μπορέσουμε νά δοῦμε τίς ἁμαρτίες μας, ἀσφαλῶς δέν θά ἔχουμε τή δύναμι νά παρατηρήσουμε τίς ἁμαρτίες τῶν συνανθρώπων μας. Διότι εἶναι πραγματικά τρέλλα γιά ἕναν ἄνθρωπο, πού ἔχει λείψανο στό σπίτι του, νά τό ἀφήση καί νά μεταβῆ σέ γειτονικό σπίτι γιά νά κλάψη τό νεκρό τοῦ πλησίον, ἀντί νά κλάψη στό σπίτι του τό δικό του νεκρό».

«Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ποιμήν, ὅτι ἄνθρωπος πού διδάσκει χωρίς νά πράττη αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει, εἶναι ὅμοιος μέ κρήνη· διότι ὅλους τούς ποτίζει καί τούς πλένει, τόν ἑαυτό της, ὅμως, δέν μπορεῖ νά καθαρίση».

Ἡ ἀμμᾶ Συγκλητική τόνιζε: «Εἶναι ἐπικίνδυνο νά διδάσκη ἕνας πού δέν ἔχει προχωρήσει στήν πρᾶξι τῆς ἀρετῆς. Ὅπως δηλαδή, καθώς κάποιος ἔχει σπίτι ἑτοιμόρροπο καί δεχθεῖ σ᾽ αὐτό φιλοξενούμενους, θά τούς κάνη κακό μέ τήν πτῶσι τῶν τοίχων, ἔτσι καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν κατάρτισαν πρῶτα τούς ἑαυτούς τους, θά προξενήσουν τήν ἀπώλεια σέ ὅσους προσέρχονται σέ αὐτούς. Γιατί μέ τά λόγια, βέβαια, τούς προσκάλεσαν στόν δρόμο τῆς σωτηρίας, μέ τήν κακή τους, ὅμως, συμπεριφορά θά βλάψουν τελικά τούς ἀγωνιστές».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς ἐπισημαίνει: «Ὅπως τό πουλί στό κλουβί, γεννημένο καί μεγαλωμένο στό κλουβί, δέν μπορεῖ νά πῆ τίποτε στά ἄλλα πουλιά ἀπ’ τό κλουβί γιά τήν ἐλευθερία στό δάσος καί γιά τή ζωή στό δάσος. Μόνο ἐκεῖνο τό πουλί, πού εἶναι γεννημένο καί μεγαλωμένο στό δάσος, μπορεῖ νά μιλήση στά πουλιά στό κλουβί γιά τήν ἐλευθερία στό δάσος καί γιά τή ζωή στό δάσος».

Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Αὐγουστίνος Καντιώτης ἔγραφε: «Ἡ ὀνομασία μας, τό ὅτι λεγόμασθε Χριστιανοί, δέν εἶναι ἀρκετό. Ἡ ὀνομασία τήν ὁποία πήραμε στό βάπτισμά μας, πρέπει ν’ ἀνταποκρίνεται καί σέ μία πραγματικότητα. Ὅπως τό χαρτονόμισμα· δέν ἀρκεῖ ἁπλῶς νά γράφη ἕνα ποσό, ἀλλά τό ποσό αὐτό πού εἶναι γραμμένο ἐπάνω στό χαρτονόμισμα πρέπει ν’ ἀνταποκρίνεται σ’ ἕνα ἀπόθεμα χρυσοῦ. Δηλαδή, τήν ὥρα κατά τήν ὁποία θά τό πᾶμε στήν τράπεζα, νά μπορῆ ἡ τράπεζα νά μᾶς δώση ἑκατό χρυσά φράγκα, ἄν γράφη ἑκατό, ἤ χίλια, ἄν γράφη χίλια. Διότι ἀλλιῶς, θά εἶναι ἕνα ἁπλό χαρτί. Κατά παρόμοιο τρόπο δέν ἀρκεῖ ἁπλῶς ἡ ὀνομασία μας, ὅτι λεγόμασθε Χριστιανοί, γιά νά δικαιώση τήν ὕπαρξί μας στόν κόσμο αὐτό.

Ἡ ὀνομασία δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις, συνοδεύεται ἀπό ὑποχρεώσεις καί καθήκοντα…».

ΟΣΟΙ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ

«Ὅσο ὁ στρατιώτης εἶναι ἔξω ἀπ᾽ τή μάχη, εἶναι σῶος καί ἀπείραχτος· ἀλλ᾽ ἄς μπῆ στή μάχη καί ἄς ἀκολουθήση τόν ἀρχηγό του, καί τότε θ᾽ ἀρχίσουν ἀμέσως οἱ σφαῖρες νά βουΐζουν τριγύρω του. Μερικοί περνᾶτε τίς ἡμέρες σας ἀνενόχλητοι, γιατί δέν ὑπάρχει λόγος νά σπαταλᾶ ὁ διάβολος τίς σφαῖρες του ἐναντίον σας· δέν τοῦ κάνετε κανένα κακό· ἀλλά μόλις ἀρχίσετε νά ξυπνᾶτε καί νά ἐργάζεσθε πραγματικά γιά τό Θεό, ὁ διάβολος θά δημιουργήση χίλια-δύο κακά γιά νά σᾶς ἐνοχλήση ἤ θά ἔλθη αὐτός ὁ ἴδιος νά σᾶς παρακολουθήση».

«Ἕνας γιατρός χειρουργείου, στήν πρώτη γραμμή τοῦ μετώπου, ὅταν μπῆ στό θάλαμο κοιτάζει ποιοί εἶναι νεκροί. Δέν ἀσχολεῖται μ᾽ αὐτούς. Εἶναι ἀνώφελο. Κοιτάζει ποιοί εἶναι ζωντανοί. Αὐτοί μποροῦν νά περιμένουν. Εἶναι καί οἱ ἑτοιμοθάνατοι. Σέ λίγο, ἄν ἀφεθοῦν στήν κατάστασί τους, θά εἶναι νεκροί. Μ᾽ αὐτούς ἀσχολεῖται».

ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΑ

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι στήν ἀρχή μποροῦμε νά ἀγωνιζώμασθε ἔστω καί μηχανικά καί σιγά-σιγά θά ἔλθη καί ἡ θέρμη τοῦ Χριστοῦ.

«Κατά τά ἔξωθεν σχήματα τοῦ σώματος συσχηματίζεται καί ἡ ψυχή ἔσωθεν, κατά τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, πού λέει: “ἡ ψυχή ἐξομοιώνεται μέ τήν ἐξωτερική ἐνδυμασία καί ἀσχολία καί παίρνει τή μορφή καί σχηματίζεται πρός αὐτά τά ὁποῖα πράττει”».

Ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος τόνιζε: «Ὅσο γιά τίς ἀκούσιες καί φευγαλέες ψυχράνσεις τοῦ ζήλου, πού ὀφείλονται σέ ψυχική κόπωσι ἤ σωματική ἀσθένεια, ὑπάρχει ἕνας κανόνας: Νά ὑπομένης καί νά ἐκτελῆς μέ συνέπεια τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἔστω καί τυπικά μόνο, δίχως ψυχική συμμετοχή. Χάρι στήν καρτερία καί τήν ἐμμονή σου, σύντομα ἡ ψυχρότητα θά ξαναδώση τή θέσι της στή θέρμη».

Ὁ π. Παΐσιος συμβούλευε: «Νά καταλάβετε πῶς ἀγωνίζεται ὁ πνευματικός ἄνθρωπος γιά νά φθάση στό Θεό. Ξεκινάει πρῶτα στήν πνευματική ζωή ἀπό τήν ὑποκρισία καί σιγά-σιγά φθάνει στήν εἰλικρίνεια. Ἀγωνίζεται στήν ἀρχή ὑποκριτικά καί στή συνέχεια, ἀγωνίζεται ἐνσυνείδητα, μέ εἰλικρίνεια. Ὅταν φθάνη, ὅμως, νά ἀγωνίζεται στήν πνευματική ζωή μέ εἰλικρίνεια τότε ἀρχίζουν τά δύσκολα. Ἡ εἰλικρίνεια δέν τόν βοηθάει πνευματικά. Λαμβάνει τή δόξα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τόν ἐπαινοῦν. Τότε, ξέρετε τί κάνει; Γιά νά μήν ἀπωλέση τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς δόξας τῶν ἀνθρώπων πέφτει πάλι στήν ὑποκρισία. Καί ὑποκρίνεται μέ ἀποτέλεσμα νά μήν πειράζεται στόν πνευματικό ἀγῶνα του καί ἔτσι νά βαδίζη ὁδό θεώσεως. Ὑποκρίνεται, οἱ ἄνθρωποι δέν τόν θαυμάζουν καί τότε ὁ πνευματικός ἄνθρωπος ἀγωνίζεται ἀπερίσπαστος, ἀτενίζοντας μόνο τό Θεό».

«Ἀμέλεια θά πῆ ὅτι λείπει τό μέλι. Δέν ἔχει γλυκανθῆ ὁ μοναχός [καί ὁ ἀγωνιζόμενος λαϊκός] στά πνευματικά. Ὅταν εἶναι ἀδιάθετη ἡ ψυχή στήν προσευχή, χρειάζεται νά βιάζη τόν ἑαυτό της, καί σιγά-σιγά ἀνοίγει ἡ ὄρεξι καί ἡ ψυχή γλυκαίνεται. Ὅπως ἕνας ἄρρωστος ὅ,τι τρώει, σοῦπες, γλυκά τοῦ φαίνονται ὅλα ἄνοστα, ἀλλά βιάζει τόν ἑαυτό του καί τά τρώει μέ τό ζόρι, καί τρώγοντάς τα δυναμώνει, καλυτερεύει ἡ ὑγεία του, ἀνοίγει ἡ ὄρεξί του καί νιώθει τήν καλή γεῦσι τοῦ φαγητοῦ».

ΣΤΟΧΕΥΣΙ

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμένουν ὅτι στόν πνευματικό στίβο πρέπει νά ὑπάρχη σωστή στόχευσι.

«Ἄν ἕνας ἄνθρωπος πάρη στό χέρι του σακκούλι μέ χρήματα καί πάη στό πανηγύρι θέλοντας ν᾽ ἀγοράση βόδια, μήπως ἐξετάζει τούς χοίρους; Κι ἄν θέλη ν᾽ ἀγοράση γαϊδούρια, μήπως ἐξετάζει τούς σκύλους;».

«Μερικοί μοῦ λένε: “Νά μᾶς πῆς πνευματικά”. Σάν νά πᾶνε στό μπακάλη καί νά τοῦ λένε: “Δῶσ᾽ μας ψώνια”. Τά χάνει κι ὁ μπακάλης. Δέν ἔχουν κάτι τό συγκεκριμένο νά ζητήσουν καί νά ποῦν: “Μοῦ χρειάζεται τόση ζάχαρι, τόσο ρύζι κλπ.”. ῎Η σάν νά πᾶνε στό φαρμακοποιό καί τοῦ λένε “δῶσ᾽ μας φάρμακα!”, χωρίς νά τοῦ ποῦν προηγουμένως ἀπό τί πάσχουν… Ἄντε τώρα νά βρῆς ἄκρη! Ἐκεῖνος πού ἔχει τήν πνευματική ἀνησυχία βλέπει τί τοῦ λείπει, τό ζητᾶ καί ὠφελεῖται».

Ὁ Γέροντας Τιμόθεος Τζανῆς συμβούλευε κάποιον: «Ἔχεις περιέργεια! Μήν παρατηρῆς ποτέ τί κάνουν οἱ ἄλλοι, μήν περιεργάζεσαι τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλά νά φροντίζης μέ κάθε τρόπο πῶς νά βρῆς τά ἐλαττώματά σου καί αὐτά μόνο νά πολεμᾶς. Διότι, ὅταν ὁ στρατιώτης εἶναι στόν πόλεμο καί γίνεται μέ τήν ξιφολόγχη μάχη, δέν κοιτάζει ἄν ὁ ἄλλος λίγο πιό πέρα πολεμᾶ ἤ ὄχι ἤ τί κάνει καί πῶς κάνει. Μόνο κοιτάζει πῶς νά δώση μέ τή λόγχη στόν ἐχθρό, νά μήν τοῦ τή μπήξη αὐτός. Ἐμεῖς κάνουμε τό ἑξῆς: ἀντί νά κοιτάζουμε τόν ἐχθρό, κοιτάζουμε τριγύρω καί ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας ἐκτεθειμένο στόν ἐχθρό καί μᾶς κάνει αὐτός ὅ,τι θέλει καί μᾶς καταστρέφει. Ἔτσι κάνουμε. Καί κρίνουμε καί κατακρίνουμε καί χάνουμε τήν προσευχή μας».

«Δέν ὑπάρχει οὔριος ἄνεμος γι᾽ αὐτόν πού δέν ξέρει πρός τά ποῦ ταξιδεύει».

«Ἐκεῖνος πού θέλει νά πετύχη τή μεγαλύτερη ἀπ᾽ ὅλες τίς νίκες δέν πρέπει νά ἀναλώνεται σέ ἀγχώδεις σκέψεις, ἀλλά νά κατανοῆ ὅτι ἡ σκόνη τῆς καθημερινῆς ζωῆς θά κηλιδώση κατά καιρούς τήν ἐνδυμασία του. Ὅποιος καθαρίζει διαρκῶς τό ροῦχο του θά χάση σύντομα τό στόχο του.

Δέν ὑπονοῶ, βέβαια, ὅτι πρέπει κανείς νά βαδίζη καί στή λάσπη, ἀλλά ὅποιος θέλει νά πετύχη τόν ἐσωτερικό του στόχο πρέπει νά μάθη νά μή δίνη καί τόση σημασία στή σκόνη καί σέ ὅλες ἐκεῖνες τίς μικροκηλίδες πού ἀναγκαστικά θά λερώσουν τήν ἐνδυμασία του στή διάρκεια τῆς πορείας του.

Δέν θά μπορέσετε νά κάνετε οὔτε ἕνα βῆμα καί δέν θά βρῆτε ποτέ τό φυσικό σας ρυθμό ἄν ἐπιτρέπετε σέ ὁρισμένα λάθη —τά ὁποῖα κανείς θνητός δέν μπορεῖ νά ἀποφύγη— νά σᾶς ξεστρατίζουν ἀπό τό ταξίδι σας… Ὅπως τό ἔργο τοῦ γλύπτη δέν χάνει τήν ἀξία του ἀπό τή μαρμαρόσκονη πού ὑπάρχει στό δάπεδο, ἔτσι καί ὁ διαχρονικός ἑαυτός σας, τόν ὁποῖο σκαλίζετε ἀπό τήν ἄμορφη πέτρα δέν χάνει καθόλου τήν ἀξία του ἀπό τά λιγοστά σκουπίδια πού ἀφήνετε μέχρις ὅτου τοῦ δώσετε τήν τελική του μορφή.

Ξεχᾶσθε τή σκόνη καί τά σκουπίδια καί ἔχετε πάντοτε στραμμένο τό νοῦ σας στό ἔργο τέχνης τό ὁποῖο δημιουργεῖτε στήν τωρινή σας ζωή —ἕνα ἔργο λαμπερῆς ὀμορφιᾶς καί μονιμότητος».

ΑΦΟΡΜΕΣ

Οἱ ἀφορμές τῆς ἁμαρτίας εἶναι πάμπολλες καί πρέπει ὁ Χριστιανός νά εἶναι ἄγρυπνος στόν ἀγῶνα του.

«Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος διηγεῖται ὅτι κάποιος δέν κατόρθωνε ν᾽ ἀποφύγη μιά μεγάλη ἀφορμή τῆς ἁμαρτίας, κι ἔλεγε πάντα: “Δέν μπορῶ νά μήν ἁμαρτήσω· εἶναι ἀνώτερο τῶν δυνάμεών μου” καί συνέχισε νά πηγαίνη στό ἴδιο σπίτι. Συνέβη στό ἴδιο σπίτι νά τόν συναντήση ἕνας ἄλλος ἐνάρετος πού, ἀφοῦ τόν ἐπέπληξε γιά τήν πρᾶξι, ἄρχισε νά τόν ξυλοκοπᾶ ἄγρια. Κατόρθωσε νά γλυτώση κι ὅπου φύγει-φύγει. Ἀπό τότε δέν ξανατόλμησε οὔτε νά πλησιάση αὐτό τό σπίτι. Καί συμπεραίνει ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος: “Quod non fecit Dominus, fecit baculus”, “ὅ,τι δέν μπόρεσε νά κάνη ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, τό ἔκανε ἡ ράβδος”. Ὅποιος λοιπόν, ὅπως λέει μιά ἑλληνική παροιμία, δέν ἔχει κεφάλι, ἄς ἔχη πόδια».

Ὁ ὅσ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ τονίζει: «Ὁ ἄνθρωπος πού παραδίδεται στούς πειρασμούς εἶναι σάν σπίτι χωρίς πόρτες καί παράθυρα. Σ’ ἕνα τέτοιο σπίτι δέν μπορεῖς νά φυλάξης κανένα θησαυρό. Εἶναι εὐάλωτο κι ἀνοικτό σέ ληστές, κλέπτες καί πόρνες»(ΙΜ, 31).

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς σημειώνει: «Σέ πολλούς ἀνθρώπους πάντα φαίνεται, ὅτι ἐάν ἦταν σέ ἄλλες συνθῆκες θά ἦταν καλύτεροι ἄνθρωποι.

Στόν πλούσιο φαίνεται, ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι ἐμπόδιο στήν ἀρετή, στό φτωχό ἡ φτώχεια, στό γνώστη ἡ γνῶσι, στόν ἀδαῆ ἡ ἄγνοια, στόν ἄρρωστο ἡ ἀρρώστια, στόν ὑγιῆ ἡ ὑγεία, στό γέρο τά γεράματα, ἐνῶ στό νέο ἡ νεότητα.

Τοῦτο εἶναι μόνο ἡ παραίσθησι καί ἡ ἀναγνώρισι τῆς ἠθικῆς μας ἥττας. Σάν νά δικαιολογεῖτο ἕνας κακός στρατιώτης: Σ᾽ αὐτή τή θέσι θά πρέπη νά ἡττηθῶ· ἄς μοῦ προσφέρουν ἄλλη θέσι κι ἐγώ θά εἶμαι θαρραλέος! Ὁ πραγματικός στρατιώτης εἶναι πάντα θαρραλέος, εἴτε εἶναι νά κρατηθῆ στή θέσι του, εἴτε νά σκοτωθῆ…

Ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο ἔχασε τήν πίστι του, ὁ Ἰώβ στή σαπίλα ἰσχυροποίησε τήν πίστι του.

Ὁ προφήτης Ἠλίας ποτέ δέν εἶπε: Ἡ πεῖνα μέ ἐμποδίζει νά εἶμαι ὑπάκουος στό Θεό! Οὔτε ὁ βασιλιάς Δαυΐδ εἶπε: Τό στέμμα μέ ἐμποδίζει νά εἶμαι ὑπάκουος στό Θεό!».

Ἐπίσης: «Μία καί μοναδική ἁμαρτία φθάνει, γιά νά ρίξη τόν πιό δυνατό ἄνθρωπο. Ὅπως ὅταν ἕνα σκουλήκι μόνο του μπαίνει κάτω ἀπ᾽ τή φλοίδα τῆς πιό δυνατῆς βελανιδιᾶς. Ποιός θά καταστρέψη ποιόν πιό εὔκολα: Τό σκουλήκι τή βελανιδιά ἤ ἡ βελανιδιά τό σκουλήκι; Εἶναι ξεκάθαρο ὅτι τό σκουλήκι θά καταστρέψη τή βελανιδιά κι ὄχι ἡ βελανιδιά τό σκουλήκι».

Ὁ Στάρετς Σέργιος ἔλεγε: «Νά μήν ἀφηνώμασθε, νά μήν ἀφήνουμε τίς αἰσθήσεις μας νά μᾶς κατευθύνουν, οὔτε τή φαντασία, οὔτε τίς ἐντυπώσεις μας. Ἀντίθετα, νά εἴμασθε κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅπως ἀκριβῶς κάνουμε καί μέ τό αὐτοκίνητο τό ὁποῖο ὁδηγοῦμε: δέν τό ἀφήνουμε νά μᾶς πάη ὅπου θέλει, ἀλλά ἐμεῖς τό κατευθύνουμε κρατώντας τό τιμόνι».

«Ἐκεῖνος, πού δέν σκοπεύει νά ψωνίση ἀπ᾽ τό διάβολο πρέπει νά μήν πατήση ποτέ τό πόδι του στό ἐμπορικό του κατάστημα».

«Τό ὄχι εἶναι μιά πολύ μικρή λέξι, ἀλλά λίγοι ἔχουν τό θάρρος νά τήν προφέρουν».

«Οἱ εὐκαιρίες σάν τίς μυλόπετρες, μποροῦν ἤ νά σέ πνίξουν ἤ ν᾽ ἀλέσουν τό σιτάρι σου».

ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ

«Νά ἀποφεύγης τή συναναστροφή τῶν κακόγνωμων ἀνθρώπων, ὄχι ἐπειδή μισεῖς τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐπειδή θέλεις νά ἀποφύγης τή βλάβη».

Ἐπίσης: «Μή γίνης, ὅπως τό τσεκούρι στό χέρι τοῦ διαβόλου, καί κόβεις σύρριζα καρποφόρα φυτά· οὔτε νά γίνης ὅπως ὁ καυτός ἄνεμος, καί καταστρέφεις καλούς καρπούς».

«Ἄν ἕνας ἔμπορος πέση σέ πειρατές, ἤ συμβῆ νά βυθισθῆ τό πλοῖο καί νά χάση τό φορτίο του, δέν ξεχνᾶ τόν τόπο, ὅπου τό ἔχασε· καί ἄν, μάλιστα, συμβῆ μετά ἀπό ἀρκετό καιρό νά περνᾶ ἀπό ἐκεῖνο τόν τόπο, περνᾶ ἀπ᾽ αὐτόν μέ πολλή προφύλαξι. Ἄς γίνουμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς μιμητές ἐκείνων, ἤ καλύτερα ἄς γίνουμε σοφότεροι. Ἐκεῖνοι ἄν καί ἔχασαν τό φθαρτό πλοῦτο, δέν ξέχασαν τόν τόπο· ἐμεῖς, ὅμως, χάσαμε ἄφθαρτο πλοῦτο».

«Ἀδύνατον χωρίς πειρασμούς νά γίνη σοφός κανείς στούς πνευματικούς πολέμους, καί νά γνωρίση τόν προνοητή του, καί νά αἰσθανθῆ τή δύναμι τοῦ Θεοῦ, καί νά στερεωθῆ κρυφά στήν πίστι του· καί ὅλα αὐτά γίνονται μέ τή δοκιμή».

Ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία τόνιζε: «Ἄν κατορθώση κανείς νά συζῆ μέ τόν κόσμο, ὅπως τό λάδι καί τό νερό στό καντήλι πού δέν ἀνακατεύονται, τότε εἶναι ἐν Θεῷ. Ἐν τῷ κόσμῳ ἀλλ᾽ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου».

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

«Καθώς οἱ περιεκτικές ἐντολές περιέχουν μέσα τους ὅλες τίς μερικές ἐντολές, ἔτσι καί οἱ περιεκτικές ἀρετές περιέχουν ὅλες τίς μερικές ἀρετές· διότι ἐκεῖνος πού θά πουλήση τά ὑπάρχοντά του καί τά διαμοιράση στούς πτωχούς, καί γίνη μία φορά πτωχός, μ᾽ αὐτή τήν ἐντολή ξεπλήρωσε ὅλες τίς μερικές· ἐπειδή δέν χρειάζεται πλέον νά δίδη σ᾽ ἐκεῖνον πού ζητᾶ».

Οἱ Ἅγιοι εἶναι παρόντες στίς ἐκκλησίες τους: «Ὑπάρχει ἕνα Παντοκρατορινό Κελλί στήν Καψάλα, πού τιμᾶται στό ὄνομα τοῦ Ἁγ. Τύχωνος τοῦ Ζαντόσκ. Ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης, Ρῶσος στήν καταγωγή, ἦταν πανηγυριστής. Ἤθελε δηλαδή νά κάνη λαμπρά πανήγυρι μέ κόσμο πολύ καί μεγαλοπρέπειες. Ἐπειδή ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Τύχωνος δέν εἶναι πολύ γνωστή, δέν πήγαιναν πολλοί Πατέρες στήν πανήγυρι τῆς Καλύβης. Γι’ αὐτό σκέφθηκε ἁπλᾶ ὁ Γέροντας νά ἀλλάξη τόν Ἅγιο. Πῆγε στό Μοναστήρι κανόνισε τό τυπικό μέρος καί ἔγραψε στό ὁμόλογο ὅτι τό Ἐκκλησάκι τοῦ Κελλιοῦ του τιμᾶται στήν τάδε μεγάλη ἑορτή. Τό βράδυ, ὅμως, βλέπει ὁ Γέροντας τόν Ἅγ. Τύχωνα λυπημένο νά φεύγη ἀπ’ τό καλύβι. Τρέχει, τόν προλαβαίνει καί τόν ρωτάει:

—Τί ἔχεις, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, καί εἶσαι ἔτσι κατηφής;

—Τί νά ἔχω, ἀπαντᾶ ὁ Ἅγ. Τύχων, πού εἶχα καί ἐγώ ἕνα Καλυβάκι ἐδῶ καί τώρα μέ διώχνουν.

Ἀμέσως ὁ Γέροντας συγκλονίσθηκε καί τήν ἄλλη μέρα πῆγε στό Μοναστήρι, ξαναγύρισε πάλι τό ὁμόλογο καί ἐπανέφερε τόν Ἅγιο τοῦ Κελλιοῦ του».

«Ἕνα ἀξιοπρόσεκτο σημεῖο στήν ἄσημη ἐργασία τοῦ Γερο-Συμεών τοῦ Γρηγοριάτη ἦταν καί τό ἑξῆς: Ἄν τόν ἐπαινοῦσες γιά τήν τελειότητα μέ τήν ὁποία σκούπιζε τό καλντερίμι ἀπαντοῦσε μέ μεγάλη σοβαρότητα: “Μά βέβαια! Δέν εἶναι δυνατόν νά γίνη ἀλλοιῶς. Σήμερα θά ἔλθη ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν· ἤ ὁ Δεσπότης Χριστός· ἤ ὁ μέγας Ἱεράρχης Νικόλαος· ἤ ὁ μέγας Στρατάρχης τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος κ.ο.κ.”, ἀναφέροντας τά ὀνόματα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας ἤ τοῦ Ἁγίου, τῶν ὁποίων τήν ἱερά μνήμη ἑτοιμάζονταν νά ἑορτάσουν. Ἔτσι στό ἀνθρώπινο καί εὐτελές ἔργο του ὁ Γερο-Συμεών ἔδινε ἕνα πολύ ὑψηλό καί ἱερό νόημα, μία θεολογική χροιά».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς γράφει: «Οἱ γνήσιοι χριστιανοί ποτέ δέν θεωροῦν τή ζωή αὐτή διαφορετικά παρά μόνο ὡς στρατιωτική ὑπηρεσία. Κάθε στρατιώτης πρέπει, ἀφοῦ ὑπηρετήση τή θητεία του, νά πηγαίνη στήν οἰκία του. Κι ὅπως οἱ στρατιῶτες μετροῦν τίς μέρες τῆς θητείας τους καί μετά χαρᾶς προσδοκοῦν τήν ἐπιστροφή τους στίς ἑστίες τους, ἔτσι κι οἱ χριστιανοί ἀπαύστως προσδοκοῦν τό τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς καί τῆς ἐπιστροφῆς στήν αἰώνια οἰκία τους».

Ὁ Στάρετς Μωυσῆς συμβούλευε: «Πρέπει νά παρακολουθοῦμε τόν ὄρθρο. Στή θεία λειτουργία προσφέρεται γιά μᾶς ἡ ἀναίμακτη θυσία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν παρακολουθοῦμε τόν ὄρθρο εἶναι σάν νά προσφέρουμε ἐμεῖς θυσία τόν ἑαυτό μας στό Θεό, θυσιάζουμε τήν ἀνάπαυσί μας γιά χάρι Του».

Ὁ Γερο-Γεώργιος Ἁγιοπαυλίτης «διηγήθηκε: Ἐνῶ στεκόμουν μία φορά στό νάρθηκα καί ἔβγαιναν οἱ Πατέρες ἀπ’ τήν Ἐκκλησία, εἶδα κάτι παράδοξο. Ἄλλοι Πατέρες ἦταν ντυμένοι μέ ἅπασα τή μοναχική ἐνδυμασία, ράσο, σκουφί, κουκούλι, Σχῆμα. Ἀπό ἄλλους τούς ἔλειπε τό κουκούλι, ἀπό ἄλλους τό σκουφί, ἀπό ἄλλους τό Σχῆμα, ἀπό ἄλλους τό ράσο, ἄλλοι ἦταν μέ τά ροῦχα μόνο. Τότε ἄκουσα φωνή δίπλα μου νά λέη: “Αὑτό τό ὁποῖο βλέπεις δείχνει τί ἔχει πάρει ὁ καθένας ἀπ’ τήν Ἀκολουθία, καθώς βγαίνει ἀπ’ τό ναό”».

«Κατά τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας ἕνας Ἐπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, συνεργείᾳ τοῦ πονηροῦ, ἐξώμοσε καί ἔγινε Μωαμεθανός. Κάποτε, λοιπόν, κατά τήν ἑορτή τοῦ Μπαϊραμιοῦ, τήν ὥρα κατά τήν ὁποῖα ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἔτρωγαν καί γλεντοῦσαν, ζήτησαν ἀπ’ τόν ἐξωμόσαντα νά τούς διακωμωδήση τά Μυστήρια τῶν Χριστιανῶν γιά νά γελάσουν. Αὐτός στήν ἀρχή ἀρνιόταν, ἀφοῦ, ὅμως, εἶδε ὅτι ἐπέμεναν, πῆρε ἕνα ποτήρι τό σήκωσε ψηλά καί ἐκφώνησε μελωδικά τό “Πάντων ἡμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεός”, κάνοντας ταυτόχρονα καί τό γύρο τοῦ τραπεζιοῦ, ὅπου οἱ Τοῦρκοι κάθονταν καί ἔτρωγαν. Ἄφησε τό ποτήρι στό τραπέζι καί γύρισε νά δῆ ἄν διασκέδασαν μ’ αὐτό οἱ συνδαιτυμόνες του. Ὅμως, τότε διεπίστωσε ἔκπληκτος πώς οἱ Τοῦρκοι ὄχι μόνο δέν γελοῦσαν, ἀλλά τόν κοιτοῦσαν ἔντρομοι. “Αἴ, βρέ”, τούς εἶπε, “ἐγώ σᾶς τό ἔκανα γιά νά γελάσετε καί σεῖς τί μέ κοιτᾶτε σάν χαμένοι;”.

Μετά ἀπό λίγη ὥρα ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἀπάντησε: “Παπᾶ ἐφέντημ, ὅση ὥρα τό ἔκανες αὐτό ἤσουνα δύο πήχεις πάνω ἀπ’ τή γῆ”.

Ἀκούγοντας αὐτό ὁ Ἐπίσκοπος ἐξεπλάγη καί βγαίνοντας ἔξω ἔκλαψε μετανοιωμένος λέγοντας: “Ἐγώ ἀρνήθηκε τόν Κύριο, ἀλλά αὐτός δέν μέ ἐγκατέλειψε. Ἡ θεία Χάρις Του μέ σκεπάζει ἀκόμα”.

Τήν ἴδια νύκτα ἀνεχώρησε κρυφά γιά τό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου ἔζησε τήν ὑπόλοιπη ζωή του μέ μετάνοια καί αὐταπάρνησι, χωρίς νά γνωρίζη κανείς ποιός ἦταν ἐκτός ἀπ’ τόν Πνευματικό του».

«Σέ ἐπισκέπτες πού δέν ἐκκλησιάζονταν τακτικά καί δικαιολογοῦσαν τόν ἑαυτό τους πώς τάχα εἶναι κουρασμένοι ἤ νυστάζουν κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας ἤ ὅτι δέν μποροῦν νά συγκεντρωθοῦν στήν προσευχή μέ πολύ κόσμο κλπ., ὁ Γέροντας εἶπε: “Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σάν ἕνα καράβι. Ὅταν μπῆς στό καράβι καί νά ξεχασθῆς καί νά νυστάξης καί νά κοιμηθῆς, αὐτό σέ πάει. Θά σέ βγάλη ἀπέναντι. Ἀρκεῖ νά μπῆς μέσα”».

«Ὅταν διορθώσω ἐγώ τόν ἑαυτό μου, διορθώνω ἕνα κομμάτι τῆς Ἐκκλησίας· ὁπότε μποροῦμε νά συνεννοηθοῦμε».

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

GPS γιά τόν Παράδεισο

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ & ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

TRUTH TARGET

Advertisements

ΜΙΚΡΗ ΚΛΙΜΑΚΑ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

Golf-Course-USA-21

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς ἔχει προσφέρει μιά θαυμάσια Κλίμακα πρός τόν οὐρανό. Τό σχετικό βιβλίο του ἔχει θρέψει ἑκατομμύρια ἀνθρώπους πνευματικά. Πρός τί, λοιπόν, ἡ συρραφή ἑνός παρομοίου βιβλίου; Ὁ λόγος εἶναι ἕνας καί μόνος: νά συμπεριλάβουμε στήν πνευματική φαρέτρα μας καί τή βοήθεια τῶν μεταγενεστέρων ἀπό τόν Ἅγ. Ἰωάννη Πατέρων, Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων καί ἄλλων ἀγωνιζομένων Χριστιανῶν. Ἄς ἀπολαύσουμε, λοιπόν, τά πνευματικά τους ἐδέσματα.

 ΒΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

«῎Ισως νά πῆ κάποιος: “Καί ἐγώ ἤθελα νά φυλάξω τόν ἑαυτό μου ἀπό τό μολυσμό, ἀλλά τί νά κάνω πού δέν ἔχω τή δύναμι;”. Αὐτό μοιάζει μ᾽ ἐκεῖνον πού θέλει νά νικήση τούς ἐχθρούς χωρίς μάχη καί χωρίς κόπο· ἐπειδή κι ἐμεῖς προσφέρουμε σ᾽ ἐκείνους πού μᾶς πολεμοῦν βέλη ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅταν, δηλαδή, εἴμασθε ὀκνηροί καί ἀπρόσεκτοι στή φύλαξι τῶν παραθύρων τῆς ψυχῆς, δέν ἐπιβουλευόμασθε οἱ ἴδιοι τή σωτηρία μας, προσφέροντας πέρασμα στούς ἀντιπάλους;».

«Ἄν καί δέν εἶναι καιρός μαρτυρίου, ἄς γίνουμε μάρτυρες μέ τή συνείδησί μας, ἀντιστεκόμενοι στά σχέδια τοῦ Διαβόλου μέ τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑπομονή, καί μέ τήν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τόν πλησίον, καί μέ τό νά συμπεριφερώμασθε μέ ἀγάπη μεταξύ μας γιά χάρι τοῦ Θεοῦ».

Διαβάζουμε στά Κείμενα τῶν Βαρσανουφίου καί Ἰωάννου: «Πρόσεχε τί εἶπε ὁ Κύριος στό φίδι: “Αὐτός θά σοῦ συντρίψη τό κεφάλι καί σύ θά τοῦ κτυπήσης λίγο τή φτέρνα του”. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, μέχρι τήν ἐσχάτη του ἀναπνοή, δέν πρέπει νά ἀμεριμνήση καθόλου»

Ὁ ὅσ. Παΐσιος Βελιτσκόφσκι παρότρυνε: «Ἄς κοπιάσουμε στήν προσευχή καί τίς ἄλλες ἀρετές μέ ὅλη μας τή θέρμη καί τή δύναμι, μέ ὅλη μας τήν καρδιά καί τό νοῦ, ὅπως ἕνας δρομέας τρέχει στό δρόμο χωρίς νά κοιτάζη ὁλόγυρα ἤ ὅπως ἐγκρατεύεται σέ ὅλα ἕνας ὑπερβολικά τσιγγούνης, διότι τέτοια ἀντιμετώπισι χρειάζεται ἡ πανουργία τῶν πονηρῶν δαιμόνων».

«Μήν ἀπελπίζεσθε γιά τίς προσπάθειες πού σᾶς φαίνονται ἄκαρπες. Θυμηθῆτε πῶς μάθατε νά πλέκετε ἤ νά διαβάζετε ἤ νά γράφετε. Πόσους κόπους καταβάλατε τότε… Τώρα, ὅμως, τά κάνετε ὅλα ἄνετα. Τό ἴδιο θά συμβῆ καί μέ τήν ψυχική σας καλλιέργεια. Πρός τό παρόν φαίνεται δύσκολο νά νικήση κανείς τούς λογισμούς. Ἀργότερα, ὅμως, θά τούς διώχνη εὐκολότερα. Μόνο πού δέν πρέπει νά σταματήση ποτέ τόν ἀγῶνα μ᾽ αὐτούς, ἀλλά ν᾽ ἀγωνίζεται ὁλοένα καί περισσότερο».

ΚΟΣΜΙΚΑ

Ὁ ὅσ. Παΐσιος ὁ Βελιτσκόφσκι δίδασκε: «Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά κοιτάζης μέ τό ἕνα μάτι τόν οὐρανό καί μέ τό ἄλλο τή γῆ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νά ἐνδιαφέρεσαι ταυτόχρονα καί γιά τήν ψυχή καί γιά τό σῶμα. Ὅπως δέν μπορεῖ νά βγαίνη ἀπό τήν ἴδια πηγή ταυτόχρονα νερό γλυκό καί γλυφό, ἔτσι δέν μπορεῖς νά ὑπηρετῆς τό Θεό καί τό συνάνθρωπό σου καί συνάμα νά ἀναπαύης τή σάρκα σου».

Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ γράφει: «Ὅπως ὁ νεκρός δέν τό καταλαβαίνει ὅτι εἶναι νεκρός, ἔτσι καί ὅποιος ἔχει φρόνημα σαρκικό, δέν μπορεῖ νά καταλάβη, τί εἶναι ἡ ἀπώλεια. Καί, ὅπως ἀκριβῶς δέν μπορεῖ νά καταλάβη τί σημαίνει ἀπώλεια καί νέκρωσι, ἔτσι δέν μπορεῖ νά καταλάβη καί ὅτι πρέπει νά ζωοποιηθῆ. Καί ἔτσι ἡ λανθασμένη του αὐτή ἀντίληψι τόν κάνει καί ἀπορρίπτει καί ἀρνεῖται τήν ἀληθινή ζωή, τό Θεό».

Ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος δίδασκε: «Ὁ Θεός νά δώση, ὥστε νά παραμείνη γιά πάντα μέσα σου αὐτή ἡ διάθεσι, ἡ ἀπόρριψι τῆς κοσμικῆς ζωῆς καί τῶν ἀπολαύσεών της. Ὑπάρχει, ὅμως, καί ἡ πιθανότητα νά τήν ἀγαπήσης. Ἄν θέλης ν’ ἀποφύγης αὐτό τόν κίνδυνο, θά πρέπη νά μείνης μακρυά ἀπό μιά τέτοια ζωή. Γιατί μπορεῖ τή δεύτερη φορά νά σοῦ φανῆ λιγότερο βλαβερή, λιγότερο δυσάρεστη× τήν τρίτη φορά, ἀκόμη λιγότερο× καί μετά τήν τρίτη, δέν θά σοῦ φαίνεται πιά καθόλου ἄσχημη. Εἶναι, βλέπεις, σάν τή βότκα: Μέ τό πρῶτο ποτήρι, λένε, σπᾶς μόνο τούς φραγμούς× μέ τό δεύτερο, πετᾶς στά ὕψη σάν ἀετός× καί μετά τό τρίτο, δέν κάνης πιά τίποτε ἄλλο παρά νά γεμίζης τό ποτήρι σου…

Τί συμβαίνει, ὅταν ἐπισκεφθῆ κανείς μιά καπνοβιομηχανία; Τά μάτια του τσούζουν, ἡ μύτη του τρέχει, ἡ ἀναπνοή του κόβεται. Ὅσοι, ὅμως, ἐργάζονται ἐκεῖ, δέν αἰσθάνονται ἀπολύτως τίποτε. Μά καί ὁ ἐπισκέπτης, ἀφοῦ μείνη στό χῶρο τοῦ ἐργοστασίου γιά ἕνα μικρό διάστημα, δέν σφίγγει πιά τά μάτια του, δέν φτερνίζεται, δέν βήχει τόσο πολύ. Καί ὕστερα ἀπό κάμποση ὥρα, προσαρμόζεται ἀπόλυτα στό περιβάλλον. Πρόσεξε, λοιπόν, μή σοῦ συμβῆ κάτι παρόμοιο!».

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἐπισημαίνει: «Ὅσο περισσότερο ζῆ ὁ ἄνθρωπος τήν πνευματική ζωή, τόσο περισσότερο πνευματοποιεῖται, ἀρχίζει νά βλέπη παντοῦ τό Θεό. Μά ὅσο περισσότερο ζῆ τή σαρκική πλευρά τῆς ὑποστάσεώς του, τόσο περισσότερο γίνεται χοϊκός, πουθενά δέν διακρίνει τό Θεό καί τή θεία Του δύναμι. Παντοῦ βλέπει σάρκα καί ὕλη. Πουθενά καί ποτέ δέν ἀντικρύζει τό Θεό».

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος τόνιζε: «Ἡ μεγαλυτέρα ἡδονή καί ἀπόλαυσι εἶναι νά ζῆ κά­­ποιος χωρίς ἡδονές καί ἀπολαύσεις. Διότι τότε ἀ­κριβῶς δρέπει τίς ἀπείρως γλυκύτερες πνευματικές ἡδονές».

ΥΠΑΚΟΗ

«Ὅλες οἱ τέχνες, ὅλα τά ἐπαγγέλματα πού ἐπινοήθηκαν ἀπ᾽ τήν ἀνθρώπινη σοφία —πού τό μόνο καλό πού προσφέρουν στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐξασφάλισι τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῆς ζωῆς, πού ἀνήκουν στό χῶρο τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἐφήμερου— ἀπαιτοῦν ὁπωσδήποτε ἕναν ἐκπαιδευτή. Κι αὐτή ἡ τέχνη, αὐτός ὁ μυστικός κι ἀόρατος χῶρος τῆς πνευματικῆς παιδείας, τῆς ὁποίας ἀντικείμενο εἶναι ὁ λεπτός κι εὐαίσθητος χῶρος τῆς ψυχῆς, εἶναι ποτέ δυνατόν νά ἔχη ἐκπαιδευτή τόν “ἴδιο (: τοῦ ἑαυτούλη μας) λογισμό” καί νά ὁλοκληρωθῆ χωρίς ἔμπειρο διδάσκαλο κι ὁδηγό; Καί πολύ περισσότερο μάλιστα, ὅταν τό σφάλμα δέν δημιουργῆ μονάχα μιά προσωρινή μικρή ζημιά, πού μπορεῖ εὔκολα νά διορθωθῆ, ἀλλά ἕνας λανθασμένος χειρισμός μπορεῖ νά προκαλέση τό χάος καί τόν αἰώνιο θάνατο;».

«Ἀνδρόγυνο χωρίς πνευματικό εἶναι γήπεδο μέ ποδοσφαιριστές, πού παίζουν χωρίς διαιτητή. Ὁ κοινός πνευματικός εἶναι ὅπως ὁ μαραγκός, πού χειρίζεται μόνος του τό ξύλο καί ξέρει πῶς θά τό φέρη στίς διαστάσεις του. Ἔτσι καί ὁ κοινός πνευματικός χειρίζεται μέ τρόπο ἀριστοτεχνικό τήν ἁρμονία τοῦ ἀνδρογύνου, πού μετά τό γάμο ἔχει γίνει σάρκα μία.

Ὄταν, ὅμως, τό ξύλο τό πελεκᾶνε δύο μαστόροι ὁ καθένας μέ τή δική του γνώμη, ποτέ το ξύλο δέν θά πάρη ὁριστική μορφή, πάγια. Ἔτσι δέν θά ὑπάρξη προκοπή καί στό ἀνδρόγυνο, πού δέν ἔχει κοινό πνευματικό».

«Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ἀκόλουθοι τοῦ διαβόλου φαίνεται νά πετυχαίνουν περισσότερα ἀπό τούς ἀκολούθους τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι ὑπακοῦνε τέλεια στόν ἀρχηγό τους, ἐνῶ τά παιδιά τοῦ Θεοῦ ὄχι».

ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

«Διά μιᾶς δέν γίνονται ὅλα. Ὅπως καί σωματικά διά μιᾶς δέν ἔγινες ἀπό νήπιο, ἄνδρας».

Ὁ Στάρετς Ἰωσήφ ἀπαντᾶ σέ μιά ἀπορία: «Ρώτησε κάποιος:

—Γιατί, γέροντα, νέοι ἄνθρωποι αὐτοκτονοῦν τόσο συχνά; Τί τούς λείπει;

—Ὑπομονή τούς λείπει! Εἶναι λάθος, ὅτι τάχα οἱ νέοι αὐτοκτονοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν πίστι. Ὑπομονή δέν ἔχουν. Δέν ἔμαθαν νά ὑπομένουν. Καί δέν μποροῦν νά ὑπομένουν τίποτε! Καί ἄν ὁ Κύριος δέν εἶχε βάλει μέσα μας ἔμφυτο τόν πόθο τῆς ζωῆς, θά αὐτοκτονοῦσαν ὅλοι! Ὁ ἅγιος Βασίλειος γράφει, ὅτι ἕνας εἰδωλολάτρης εἶχε πεῖ: “Ἤθελα ὅλα νά γίνωνται, ὅπως ἐγώ θά ἤθελα. Μά διαπίστωσα, ὅτι γινόταν τό ἀντίθετο! Εἶπα λοιπόν: ἐγώ πρέπει νά διορθωθῶ! Καί ἀπό τότε ἄρχισα νά θέλω, τό κάθετί νά μοῦ ἀρέση, ὅπως κι ἄν γινόταν. Καί ἔτσι, χωρίς νά τό καταλάβω, μετά διαπίστωσα ὅτι ὅλα γίνονταν ὅπως ἐγώ τά ἤθελα”! Βλέπετε; Εἰδωλολάτρης ἦταν καί, ὅμως, κατάλαβε ὅτι χρειάζεται ὑπομονή! Ἐμεῖς, τούς ὁποίους ὁ Χριστός καί οἱ ἅγιοι μᾶς διδάσκουν τόσο ζωντανά τί ἀξία ἔχει ἡ ὑπομονή, πότε θά τό καταλάβουμε; Πότε θά τήν ἀγαπήσουμε;».

Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος:«Ἀφοῦ πέρασε ἀρκετό διάστημα, κατά τό ὁποῖο ζοῦσα ζωή ὅσο γινόταν κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ρώτησα τό Γέροντα Παΐσιο τί θά γινόταν μέ μένα. Καί μοῦ ἀπάντησε:

—Ἐσύ σήμερα φύτεψες τήν κληματαριά καί θέλεις ἀμέσως νά πιῆς κρασί. Πρέπει νά περιμένης, νά βγῆ τό σταφύλι, νά ὡριμάση, νά τό ραντίσης, νά τό κόψης, νά τό πατήσης, νά τό βάλης στό βαρέλι, νά γίνη καλό κρασί καί μετά νά πιῆς. Μή βιάζεσαι, λοιπόν. Ἀκόμα εἶσαι ἀρχάριος. Ἀφήνεις τά βασικά καί καταπιάνεσαι μέ τά σχολαστικά πράγματα. Βρέ παιδί μου, ζαλίζεσαι ἔτσι καί, ἐνῶ τό στομάχι σου δέν μπορεῖ νά χωνέψη τό γάλα, πᾶς νά φᾶς μπριζόλα!».

«Ὅταν ἔχουμε κάποια ἀναπηρία, ἄν κάνουμε ὑπομονή καί δέν γκρινιάζουμε, τότε ἔχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί ὅλοι οἱ ἀνάπηροι ἀποταμιεύουν. Ἕνας κουφός ἔχει τσέκ στό Ταμιευτήριο τοῦ Θεοῦ ἀπ᾽ τό κουφό αὐτί, ἕνας τυφλός ἀπ᾽ τό τυφλό μάτι, ἕνας κουτσός ἀπ᾽ τό κουτσό πόδι. Εἶναι μεγάλη ὑπόθεσι! Ἄν κάνουν καί λίγο ἀγῶνα κατά τῶν ψυχικῶν παθῶν, θά ἔχουν νά λάβουν καί στεφάνια ἀπ᾽ τό Θεό. Βλέπεις, οἱ ἀνάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξι, παίρνουν καί παράσημα».

Ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: «Ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι στάσιμη. Ὁπωσδήποτε θά κάνετε πρόοδο. Ἡ παρατήρησι καί παρακολούθησι τῆς προόδου, ὅμως, δέν εἶναι δυνατή. Κάτι τέτοιο συμβαίνει καί μέ τά παιδιά μας: Ἐπειδή βρίσκονται πάντα κοντά μας, μπροστά στά μάτια μας, δέν μποροῦμε νά παρακολουθήσουμε καί ν᾽ ἀντιληφθοῦμε τήν ἀνάπτυξί τους».

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΙ

«Ἄν σέ πληγώση κάποιο βέλος τοῦ πονηροῦ Ἐχθροῦ, καθόλου μήν πέσης σέ ἀπελπισία, ἀλλά ἀπεναντίας, ὅποια φορά θά νικηθῆς, νά μή μείνης στήν ἧττα σου, ἀλλά ἀμέσως σήκω ἐπάνω καί πολέμα ἐναντίον τοῦ Ἐχθροῦ· καί διότι εἶναι ἕτοιμος ὁ ἀγωνοθέτης νά σοῦ δώση τό χέρι Του, ὥστε νά σέ σηκώση ἐπάνω ἀπό τό πέσιμό σου. Ὅταν δηλαδή ἐσύ πρῶτος ἁπλώσης τό χέρι σου ζητώντας βοήθεια, τότε καί ὁ Ἴδιος προσφέρει τό χέρι Του σ᾽ ἐσένα, γιά νά σέ σηκώση ἐπάνω. Διότι ὁ ἄθλιος ἐχθρός δείχνει ὅλη του τήν προθυμία ὥστε νά σέ φέρη σέ ἀπελπισία, ὅταν ἁμαρτήσης.

Ἐσύ, λοιπόν, ἀγαπητέ, μήν πεισθῆς σ᾽ αὐτόν, ἀλλά ἀπεναντίας καί ἄν ἀκόμη πέσης ἑπτά φορές τή μέρα, φρόντιζε νά σηκώνεσαι ἐπάνω καί μέ τή μετάνοια νά ἐξιλεώνης τό Θεό. Ποιός, λοιπόν, ὅταν ἄδειασε τό βαλάντιό του, τό ἐξαφάνισε, ἤ ποιός ἔμπορος, ἐπειδή τοῦ ἔλειψε τό ἐμπόρευμα, συγκέντρωσε καί ὅ,τι ἄλλο τοῦ ἔμεινε καί τό πέταξε στή θάλασσα; Μήν πετάξης τά ὅπλα σου, αὐτά τά ὁποῖα σοῦ ἔχει δώσει ὁ Χριστός, καί ὑποχωρήσης μπροστά στόν Ἐχθρό, ντροπιάζοντας τό Δεσπότη σου. Θά σοῦ παρουσιάσω ἕνα παράδειγμα φανερό καί κατανοητό. Ὁ ἀθλητής τοῦ κόσμου, ἐννοῶ τοῦ μάταιου κόσμου, καί ἄν ἀκόμη κτυπηθῆ δυνατά ἀπό τόν ἀντίπαλό του, δέν ἀπελπίζεται ὥστε νά φύγη ἀπό τόν ἀγῶνα· διότι ἄν συμβῆ τώρα νά νικηθῆ, στή συνέχεια νικᾶ ὁ ἴδιος».

«Μερικοί λένε: Ἀπό ποῦ ὥς ποῦ, νά γίνουμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί σάν τούς ἁγίους; Πῶς εἶναι δυνατόν νά σωθοῦμε ἐμεῖς, ἀφοῦ ζοῦμε στόν κόσμο καί ἔχουμε τόσες δεσμεύσεις, τόσα πάθη, τόσες ὑποχρεώσεις;

Ἄχ, ἀδελφοί μου. Αὐτό δέν εἶναι μόνο ψέμα. Εἶναι καί βλασφημία. Εἶναι καί προσβολή τοῦ Δημιουργοῦ μας. Ὅταν κάνουμε τέτοιες σκέψεις εἶναι σάν νά κατηγοροῦμε τό Δημιουργό μας, ὅτι δέν ἤξερε τί ἔφτιαξε!

Ὄχι. Ποτέ νά μή λέμε τέτοια πράγματα. Γιατί αὐτά δέν εἶναι συλλογισμοί. Εἶναι σκέτη βλασφημία».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς τονίζει: «Ὁ μοναδικός αἰσιόδοξος χωρίς πλάνη εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τό θάρρος νά βλέπη ὅλη τή φρίκη τῆς ζωῆς αὐτῆς, ὅμως, καί νά βλέπη τό θάνατο ὄχι ὡς τό τέλος, ἀλλά ὡς μία ὑποστιγμή τῆς ζωῆς μας μετά τήν ὁποία θά μᾶς δοθῆ ἕνα καθαρό φύλλο, τό ὁποῖο δέν θά ὑπογράφεται μέ αἶμα καί δάκρυα, ἀλλά μέ χρυσές ἀκτίνες τῆς θείας ἁγιωσύνης καί χαρᾶς».

Ἡ Παναγία εἶπε σέ ἐμφάνισί της: «Πρόσεξε, μοῦ εἶπε, μήν ἀπελπίζεσαι· μήν ἐπιτρέπης στή σύγχυσι νά ταράζη τήν ψυχή σου. Κοίταξε πῶς τό συνδαύλιστρο ὑποτάσσεται στόν ἀφέντη του. Τά ἀναμοχλεύει ὅλα: τή στάκτη, τά κάρβουνα —σβηστά καί ἀναμμένα—, τό χρυσάφι, τό ἀσήμι… Κάνει τή δουλειά του ὑπομονητικά καί σιωπηλά, ἀκόμη κι ἄν τό βάλουν μέσα στή φωτιά γιά νά βγάλη τ᾽ ἀναμμένα κάρβουνα, ὅταν τό θέλη ὁ κύριός του. Δέν καυχᾶται καί δέν ὑπερηφανεύεται γιά ὅ,τι κάνει. Ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ ἀφέντη, ἐπειδή εἶναι φτιαγμένο γι᾽ αὐτό τό σκοπό. Πρέπει νά καταλάβης ὅτι αὐτό ἰσχύει καί γιά σένα. Νά θεωρῆς τόν ἑαυτό σου ὅτι εἶσαι τό φτυάρι, τό σκαλιστήρι, τό συνδαύλιστρο, πού λυτρώνει τίς ψυχές ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τίς εἰσάγει στίς οὐράνιες μονές τῆς αἰώνιας χαρᾶς, εἰρήνης καί δόξας».

«—Γέροντα, μέ ἀπογοητεύει ἡ πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Καί τά καλά τά ὁποῖα νόμιζα ὅτι εἶχα, ἀποδείχθηκαν σκάρτα.

—Ποιά δηλαδή;

—Νά, τό φιλότιμο τό ὁποῖο νόμιζα ὅτι εἶχα, ἀποδείχθηκε ὅτι εἶναι τελικά ἐγωϊσμός.

—Δέν εἶναι ἔτσι, εὐλογημένη! Ἕνα πέτρωμα ἔχει μέσα διάφορα μέταλλα. Μπορεῖ νά ἔχη πολλή ἄμμο, ἀλλά ἔχει καί χαλκό καί σίδηρο καί λίγο χρυσάφι… Ἄν μπῆ στό χωνευτήρι, θά ξεχωρίση ὁ χρυσός. “Ὁ χρυσός ἐν τῷ χωνευτηρίῳ”, δέν λέει; (ΣΣολ 3, 6)».

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

«Ὁ φακός μπορεῖ ν᾽ ἀνάψη ἕνα ξύλο, χαρτί ἤ κάποιο ἄλλο εὔφλεκτο ὑλικό, ὅταν τό τοποθετήσουμε σέ τέτοια θέσι, ὥστε οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου νά ἐπικεντρώνωνται στή μέση τοῦ φακοῦ καί ἀπό ᾽κεῖ σ᾽ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο τοῦ ὑλικοῦ. Τότε ἡ συγκεντρωμένη δύναμι τῶν ἀκτίνων ἐνεργεῖ πάνω στό ὑλικό καί τό ἀνάβει. Ἔτσι γίνεται καί τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ὅταν οἱ ψυχές μας εἶναι θερμές, ζωντανές καί φλεγόμενες ἀπ᾽ τό Νοητό Ἥλιο, τό Θεό. Τότε μέσα ἀπ᾽ τό νοῦ μας, πού λειτουργεῖ σάν φακός, κατευθύνουμε στήν καρδιά μας, δηλ. στό κεντρικό σημεῖο τῆς ὑπάρξεώς μας, τό Νοητό Ἥλιο πού ἐνεργεῖ μ᾽ ὅλη Του τή δύναμι. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους. Χάραξε στήν καρδιά σου τήν εἰκόνα τους ὅπως εἶναι, μέ ὅλη τους τή δύναμι καί τήν ἁγιότητα. Ἄσε τήν καρδιά σου ἐλεύθερη νά λάβη ἀπ᾽ αὐτούς φωτισμό… Προσπάθησε νά τήν ἀνάψης μέ τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς φωτιᾶς. Καί τότε ἡ ἁγιότητα, ἡ ἁγνότητα καί ἡ ἀγαθότητα θά ἐγκατασταθοῦν στήν καρδιά σου, πού ἔτσι θά καθαρισθῆ καί θά ἐνισχυθῆ μέ πίστι καί ἀγάπη. Καί ὅσο πιό ἀποφασιστικά καί μέ περισσότερη ἔντασι ἡ καρδιά σου στρέφεται πρός τό Θεό καί τούς ἁγίους Του, τόσο περισσότερο θά φωτίζεται, θά καθαρίζεται καί θ᾽ ἁγιάζεται».

«Ὅποιος σπέρνει τό χωράφι του χωρίς προηγουμένως νά τό ὀργώση, χάνει ἄδικα τό σπόρο του. Αὐτός, ἀντί γιά καρπό, θερίζει ἀγκάθια. Τό ἴδιο γίνεται ὅταν σπέρνουμε τούς σπόρους τῆς προσευχῆς χωρίς πρῶτα νά καθαρίζουμε τήν ἁμαρτία. Ἡ προσευχή μας θά πάη χαμένη. Θά λεηλατηθῆ ἀπό διάφορους λογισμούς καί φαντασίες καί θά μολυνθῆ ἀπό αἰσθησιακές σκέψεις. Τό σῶμα μας προέρχεται ἀπ’ τό χῶμα. Κι ἄν δέν καλλιεργηθῆ, ὅπως καλλιεργοῦμε τή γῆ, δέν μπορεῖ ν’ ἀποδώση καρπούς δικαιοσύνης (: ἀρετῆς).

Ἄν πάλι κάποιος καλλιεργῆ τόν ἀγρό του μέ μεγάλους κόπους καί καταβάλλη πολλά ἔξοδα ἀλλά δέν τόν σπέρνη, τότε ὁ ἀγρός του θά καλυφθῆ ἀπό ἄφθονα ζιζάνια. Τό ἴδιο γίνεται ὅταν τό σῶμα καθαρίζεται μέ τή νηστεία, ἀλλά ἡ ψυχή μένει ἀκαλλιέργητη, χωρίς προσευχή, χωρίς μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χωρίς ταπείνωσι. Τότε ἡ νηστεία θά γίνη αἰτία νά ξεφυτρώσουν πολλά ζιζάνια, ψυχικά πάθη ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ματαιοδοξία, ἡ καταφρόνησι κ. ἄ.».

Ὁ Γέροντας Τιμόθεος, ρῶσος μοναχός (†1848) δίδασκε: «Οἱ δαίμονες ἀπαύστως πολεμοῦν ἐναντίον τοῦ νοῦ μας καί διαρκῶς προσβάλλουν μέ τά βέλη τους τήν καρδιά μας καί τήν τραυματίζουν. Τό ὅτι μᾶς στοχεύουν δέν ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς καί δέν μποροῦμε νά τούς τό ἀπαγορεύσουμε· ἀπό τή θέλησί μας, ὅμως, ἐξερτᾶται ἄν θά προφυλασσώμασθε, ἄν διαρκῶς θά προβάλλουμε ἀντίστασι καί θά ἀποκρούουμε τά βέλη, δηλαδή ἄν ἀδιαλείπτως λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ».

«Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο ἀπομακρυσμένο ἀπό τό Θεό νά εἶναι σκληρός, ἄσπλαγχνος κ.λπ., τότε πρέπει νά κάνετε μέρα-νύχτα προσευχή, νά κάνη “ἀποβίβασι” ὁ Θεός στήν καρδιά του, γιά νά πάρη στροφή».

ΑΝΑΓΝΩΣΙ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Διδάσκει ὁ ὅσ. Ἐφραίμ ὁ Σύρος: «Νά προετοιμάζεσαι στόν ἀγρό σου· ἀγρός εἶναι αὐτή ἡ ζωή. Πάρε τήν καλή δικέλλα, δηλαδή τήν Καινή Διαθήκη, περίφραξε τό κτῆμα σου μέ ἀγκαθιές, δηλαδή μέ τή νηστεία, μέ τήν προσευχή καί μέ τή διδασκαλία. Ἄν ἔχης αὐτό τό φράκτη, δέν θά μπῆ μέσα τό θηρίο, δηλαδή ὁ διάβολος. Νά καλλιεργῆς τήν ψυχή σου σάν καλό ἀμπέλι. Καί ὅπως αὐτοί πού φυλάγουν τά ἀμπέλια κάνουν κρότο μέ τά χέρια τους, κραυγάζουν δυνατά  καί ἔτσι μέ τούς θορύβους σταματοῦν ἐκείνους πού θέλουν νά προξενήσουν καταστροφές, ἔτσι καί σύ φώναξε δυνατά, κραύγασε μέ τήν ψαλμωδία, καί θά διώξης μακρυά τό πονηρό θηρίο, τήν ἀλεπού, πού εἶναι ὁ διάβολος· γι᾽ αὐτό τό θηρίο ἔλεγε ἡ Γραφή· “Πιάστε γιά μᾶς μικρά ἀλεπουδάκια, καί τά λοιπά”(ἎἈσμ 2, 15)».

Ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Ἐπειδή τά πάθη μπῆκαν στή φύσι τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν ἀμέλεια, τήν ἔκαμαν ἀσθενῆ· γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν, ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς σάν ἰατρικά τίς θεῖες καί ζωοποιές Του ἐντολές [πού ὑπάρχουν στή Γραφή], ὥστε τηρώντας τις, νά καθαρίσουμε τή φύσι μας ἀπό τίς πληγές τῶν παθῶν καί ἔτσι νά ἐπανέλθουμε πάλι στήν προηγούμενη ὑγεία μας».

Τονίζει καί ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Ὁ σωματικός κόπος καί ἡ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν φυλάσσουν τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ· καί τό μέν κόπο στερεώνει ἡ ἐλπίδα καί ὁ φόβος, τήν δέ ἐλπίδα καί τό φόβο συνιστᾶ στή διάνοια ἡ ἀπομάκρυνσι τῶν ἀνθρώπων καί ἡ ἀδιάκοπη προσευχή. Μέχρι νά λάβη ὁ ἄνθρωπος τή χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, χρειάζεται νά διαβάζη τίς θεῖες Γραφές, γιά νά ἐντυπωθῆ στό νοῦ του ἡ ἐνθύμησι τῶν καλῶν, καί ἀπό τήν ἀδιάλειπτη ἀνάγνωσι νά ἀνανεωθῆ σ᾽ αὐτόν ἡ πρός τό καλό κίνησι, καί νά φυλάξη τήν ψυχή του ἀπό τή λεπτότητα τῆς ἁμαρτίας· ἐπειδή ἀκόμη δέν ἀπέκτησε τή δύναμι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τήν πλάνη, πού αἰχμαλωτίζει τίς ψυχωφελεῖς ἐνθυμήσεις καί πλησιάζει μέ τήν ψυχρότητα πού προέρχεται ἀπό τό διασκορπισμό τοῦ νοῦ».

«Λένε οἱ πατέρες, ὅτι ἡ ψυχή βοηθεῖται ἀπό τήν ἀνάγνωσι στήν προσευχή, καί πάλι ἀπό τήν προσευχή φωτίζεται στήν ἀνάγνωσι».

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ἀναιρετική τῆς ἁμαρτίας: «Θάνατε, εὐεργέτη μας, ἐμεῖς δέν ἔπρεπε νά σέ ὀνομάζουμε θάνατο. Διότι καί μόνο ἡ ἐνθύμησί σου, δίνει ζωή στήν ψυχή μας».

Ἐπίσης: «Ὅταν εἰσέλθης σέ πανδοχεῖο, πές μου, καλλωπίζεις τό πανδοχεῖο; Ὄχι, ἀλλά τρῶς καί πίνεις καί βιάζεσαι νά ἐξέλθης. Πανδοχεῖο εἶναι ὁ παρών βίος. Εἰσήλθαμε, τελειώνουμε τόν παρόντα βίο. Ἄς φροντίζουμε νά ἐξέλθουμε μέ καλή ἐλπίδα, νά μήν ἀφήσουμε τίποτε ἐδῶ, γιά νά μή μᾶς λείπη ἐκεῖ. Ὅταν εἰσέλθης στό πανδοχεῖο, τί λές στόν ὑπηρέτη; Πρόσεχε ποῦ βάζεις τά πράγματα, μήν ἀφήσης τίποτε ἐδῶ, ὥστε νά μή χαθῆ τίποτε, οὔτε τό ἐλάχιστο, οὔτε εὐτελές, ὥστε νά τά ἐπαναφέρουμε ὅλα στό σπίτι. Ἔτσι καί ἐμεῖς στήν παροῦσα ζωή· νά βλέπουμε ὡς πανδοχεῖο τό βίο, καί ἄς μήν ἐγκαταλείψουμε τίποτε ἐδῶ στό πανδοχεῖο, ἀλλά ὅλα νά τά ἐπαναφέρουμε στήν πατρίδα. Εἶσαι διαβάτης καί ὁδοιπόρος, μᾶλλον δέ καί διαβάτου κατώτερος. Γιατί; Ἐγώ θά σοῦ πῶ. Ὁ διαβάτης γνωρίζει πότε εἰσέρχεται στό πανδοχεῖο καί πότε ἐξέρχεται· διότι στό χέρι του εἶναι νά ἐξέλθη, ὅπως ἦταν καί τό νά εἰσέλθη· ἐγώ, ὅμως, εἰσερχόμενος στό πανδοχεῖο, δηλαδή, στόν παρόντα βίο, δέν γνωρίζω πότε ἐξέρχομαι. Καί ἐνίοτε ἐνῶ προετοιμάζω γιά πολύ χρόνο τροφές, ὁ Δεσπότης μέ καλεῖ ἀμέσως· “Ἀνόητε, αὐτά τά ὁποῖα ἑτοίμασες, σέ ποιόν θά πᾶνε; Διότι τή νύκτα αὐτή παίρνουν τήν ψυχή σου”(πρβλ. Λκ 12, 20). Ἄγνωστη ἡ ἔξοδος, ἄστατη ἡ κατοχή, μυριάδες γκρεμοί, ἀπό παντοῦ κύματα. Γιατί τρελλαίνεσαι γιά τίς σκιές; Γιατί ἀφήνοντας τήν ἀλήθεια τρέχεις πρός τίς σκιές;».

«Ἄς μάθουμε νά ἀντιμετωπίζουμε τό θάνατο χωρίς φόβο, ὡς τήν ἀπόφασι τοῦ Ἐπουρανίου Πατρός, ἡ ὁποία μέ τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ἔχασε τή φρίκη της».

Ἄς εἴμασθε συνειδητοί Χριστιανοί:«Τήν ὕστατη ὥρα πρέπει νά εἶναι λαμπρό τό ἔνδυμά μας… Ὅπως τά φύλλα πού ντύνονται χρυσά, ὅταν πεθαίνουν…».

Δέν πρέπει, τέλος, νά ξεχνᾶμε ὅτι γιά νά ὑπομένης στήν κόλασι, δέν θά ἔχης οὔτε φιλοσόφους οὔτε ψυχαναλυτές, ὅπως, ἴσως, σ᾽ αὐτή τή ζωή.

ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΓΩΪΣΜΟΣ

«Πολλοί ἄνθρωποι γιά πολλούς λόγους κολυμποῦν στή θάλασσα. Μερικοί ἀπ’ αὐτούς ξέρουν πραγματικά καλό κολύμπι καί ὅταν ἔρχεται καταπάνω τους τό κύμα, σκύβουν καί λουφάζουν ἀπό κάτω του μέχρι νά περάση. Ἔτσι ἐξακολουθοῦν νά κολυμποῦν ἀκίνδυνα. Ἄν, ὅμως, θελήσουν ν’ ἀντισταθοῦν, τό κύμα τούς σπρώχνει ἔξω καί τούς ἐκσφενδονίζει πολύ μακρυά. Πάλι, μόλις ἀρχίσουν νά κολυμποῦν ἔρχεται καταπάνω τους ἄλλο κύμα. Ἄν πάλι ἀντισταθοῦν, πάλι τό κύμα θά τούς σπρώξη καί θά τούς πετάξη ἔξω καί τό μόνο τό ὁποῖο κατορθώνουν εἶναι νά συντρίβωνται, χωρίς καθόλου νά προχωροῦν. Ἄν, ὅμως, ὅπως εἶπα, σκύψουν καί ταπεινωθοῦν κάτω ἀπ’ τό κύμα, αὐτό περνάει χωρίς νά τούς κάνη κακό. Ἐξακολουθοῦν τότε νά κολυμποῦν ὅσο θέλουν καί τελειώνουν τή δουλειά τους. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς πειρασμούς. Ἄν κανείς βαστάση τόν πειρασμό μέ ὑπομονή καί ταπείνωσι, τόν ξεπερνάει χωρίς νά πάθη κακό. Ἄν, ὅμως, παραμείνη μέ τήν καρδιά γεμάτη λύπη καί ταραχή καί θεωρώντας καθένα αἴτιο τοῦ κακοῦ πού τοῦ συμβαίνει, κολάζει τόν ἑαυτό του, φορτώνοντας πάνω του τόν πειρασμό. Ἔτσι ὄχι μόνο δέν ὠφελεῖται ἀπ’ αὐτόν, ἀλλά καί βλάπτεται».

«Ἐκεῖνος πού θέλει νά μετακινήση μιά πέτρα, βάζει τό μοχλό ἀπό κάτω, ὄχι ἐπάνω της, διότι τότε μέ εὐκολία θά τήν κυλίση· αὐτό, λοιπόν, εἶναι παράδειγμα ταπεινοφροσύνης».

«Μιά ὁμάδα μοναχῶν —καί μεταξύ τους ὁ μεγάλος ἀββᾶς Νισθερῶος—περπατοῦσε στήν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου, ὅταν ἐμφανίσθηκε ἕνα λιοντάρι. Τρομοκρατημένοι, ἄρχισαν ὅλοι νά τρέχουν. Χρόνια μετά, ὅταν ὁ Νισθερῶος ἦταν ἑτοιμοθάνατος, ἕνας μοναχός ἀποφάσισε νά ρωτήση:

—Ἀββᾶ, θυμᾶσαι τή μέρα κατά τήν ὁποία συναντήσαμε τό λιοντάρι;

Ὁ Νισθερῶος ἔνευσε καταφατικά μέ τό κεφάλι.

—Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού σέ εἶδα νά φοβᾶσαι.

—Δέν φοβήθηκα, ὅμως, τό λιοντάρι.

—Τότε γιατί ἔτρεξες μαζί μας;

—Θεώρησα καλύτερο νά τρέξω ἕνα ἀπόγευμα γιά νά ξεφύγω ἀπό ἕνα ζῶο, παρά νά περάσω ὅλη μου τή ζωή τρέχοντας γιά νά ξεφύγω ἀπό τή ματαιοδοξία».

Ὁ Ἱερός Αὐγουστίνος δίδασκε: «Ὑπάρχει κάτι χειρότερο ἀπό τήν ἁμαρτία· ἡ ἀλαζονεία τῆς ἀρετῆς».

Ὁ Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ γράφει: «Ἄν δέν ταπεινώσουμε τόν ἑαυτό μας κάτω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, θά μᾶς ταπεινώση Ἐκεῖνος κάτω ἀπό τήν θεία δίκη Του».

«Ἐάν ἀνάψης ὅλες τίς ἀρετές μέσα σου σάν τά κεριά, καλά θά κάνης· ὅμως, ἐάν ταυτόχρονα κρατήσης τή φιλοδοξία, ἐκείνη σάν τόν ἰσχυρό ἄνεμο γρήγορα θά σβήση ὅλα τά ἀναμμένα κεριά. Ἐσύ ἴσως θά τά ἀνάψης ξανά, ὅμως, ὁ ἄνεμος θά τά σβήση πάλι. Γι᾽ αὐτό πρῶτα σταμάτησε τόν ἄνεμο».

«Συνήθιζε νά συμβουλεύη χαρακτηριστικά ἕνας σύγχρονος ὅσιος Γέροντας: “Σέ ὅλα τά πράγματα νά ἔχετε μέτρο. Νά νηστεύετε μέ μέτρο. Νά ἀσκητεύετε μέ μέτρο. Ταπείνωσι νά ἔχετε ἄνευ μέτρου”».

«Οἱ ἔπαινοι καί τά ἐγκώμια βλάπτουν τό μοναχό. Σάν νά θέλη ὁ ἄνθρωπος νά πιάση τόν ἴσκιο του. Ἔτσι μοιάζει ὅταν ζητάη ἐπαίνους».

«Ρώτησα ἕναν ἁπλοϊκό γέροντα ἀσκητή:

—Γιατί οἱ λεμονιές σας, γέροντα, ἔχουν τόσο πολύ καρπό;

—Διότι ταπεινώνω τά κλαδιά τους, τέκνο μου, ἀπάντησε».

«Μήν προσπαθῆτε, μᾶς συμβούλευε, νά ἀποκτήσετε ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία καί τίς ἄλλες ἀρετές. Μάταια θά κουράζεσθε, διότι δέν σᾶς βοηθᾶ ὁ Θεός, ἐπειδή σᾶς λείπει ἡ ταπείνωσι. Κι αὐτό, ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί, ἄν σᾶς βοηθήση, θά καταστραφῆτε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. Ὁ Θεός μόνο τήν ταπείνωσι ζητᾶ ἀπό μᾶς. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι ὁ φυσικός καρπός τῆς καλῆς συνεργασίας ἀνάμεσα στήν ταπεινή διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου καί στήν τῶν πάντων τῶν ἀγαθῶν πρόξενο Θεία Χάρι. “Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν (ὅταν ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἐπιτρέπει νά ῾ἀνθῆ᾽) ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης (: καλωσύνη), ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια …”(Γαλ 5, 22-23).

Βλέπετε πῶς καί ἡ Παναγία μας ὁμολογεῖ, ἀλλά καί μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Θεός “… ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ”;(Λκ 1, 48)».

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος δίδασκε: «Οἱ πτώσεις εἶναι ὑλικό ταπεινώσεως».

ΟΡΓΗ-ΘΥΜΟΣ

Ὁ Ἅγ. Δημήτριος τοῦ Ροστώφ γράφει: «Μήν ὀργίζεσαι ποτέ ἐναντίον κανενός καί γιά καμμιά αἰτία ἐκτός κι ἄν κάποιος θελήση νά σέ χωρίση ἀπό τό Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Ποιός, ὅμως, ἔχει τή δύναμι νά τό κατορθώση αὐτό, ἄν δέν τό θέλης ἐσύ ὁ ἴδιος;».

«Δέν ὑπάρχει σ᾽ αὐτό τόν κόσμο καμμιά εὔλογη αἰτία γιά νά ὀργίζεσαι καί νά θυμώνης, ἐκτός ἀπό τίς περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες προσβάλλεται ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καί περιφρονεῖται ὁ νόμος Του. Ἀλλά καί τότε πρέπει νά συζεύξης τήν ὀργή μέ τή διάκρισι, γιά νά μή βλάψης τήν ψυχή σου. “Ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε”(Ἐφ 4, 26), παραγγέλλει μέ σοφία ὁ Ἀπόστολος».

«Μήν ταράζεσαι, ὅταν ἡ μνησικακία μαίνεται μέσα σου καί προσπαθῆ νά σέ κάνη νά βγάλης λόγια πικρά. Καλύτερα νά τῆς ἐπιβάλης σιωπή, νά πεθάνη μέσα σου. Ἀλλιῶς, ἄν δῆ ὅτι τή συνηθίζεις καί λόγια πικρά βγαίνουν ἀπ᾽ τά χείλη σου, θά κυριαρχήση μέσα σου. Τό νερό πού βρίσκεται πίσω ἀπό ἕνα φράγμα, μόλις βρῆ κάποια χαραμάδα, τήν κάνει ὅλο καί μεγαλύτερη καί ξεχύνεται ἀπό κεῖ. Ἄν δέν προλάβουμε νά ἐνισχύσουμε τό φράγμα ἤ ἡ ἐνίσχυσι αὐτή δέν εἶναι ἀρκετή, στό τέλος τό νερό πού τρέχει θά γίνεται ὅλο καί πιό ὁρμητικό καί θά εἶναι δύσκολο, ἄν ὄχι ἀδύνατον, νά τό συγκρατήσης. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή μνησικακία πού κρύβεται στήν ἀνθρώπινη καρδιά. Ἄν τήν ἀφήσουμε νά προβάλη μία, δύο καί τρεῖς φορές, θά ξεχυθῆ πρός τά ἔξω ὁρμητικά καί στό τέλος μπορεῖ νά σπάση τό φράγμα καί νά γίνη ἀνεξέλεγκτη. Μέσα στήν ψυχή ὑπάρχουν τά νερά τοῦ πονηροῦ. Ὅπως εἶπε καί ὁ Ψαλμωδός, “εἰσήλθοσαν (: μπῆκαν) ὕδατα ἕως ψυχῆς μου”(Ψ 68, 1)».

Καί ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς τονίζει: «Μᾶς ἔλεγε ἕνας χωρικός ὅτι μεταξύ ἐκείνου καί τοῦ γείτονά του εἶχε μεγαλώσει μίσος σάν τά ἀγκάθια, καί δέν μποροῦσαν μέ τίποτε οὔτε νά κοιταχθοῦν σάν ἄνθρωποι. Μιά χειμωνιάτικη νύκτα, ὁ μικρός γιός του διαβάζοντας τήν Καινή Διαθήκη διάβασε δυνατά καί ἐκεῖνα τά λόγια τοῦ Σωτῆρος: “Καλῶς ποιεῖτε (: νά εὐεργετῆτε) τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς”. Ὅλη τή νύκτα ἐκείνη δέν μπόρεσε νά κοιμηθῆ ὁ χωρικός καί σκεπτόταν πῶς θά μποροῦσε κι ἐκεῖνος νά ἐκπληρώση αὐτή τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Καί ποῦ θά μποροῦσε νά τοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νά κάνη κάποια καλή πρᾶξι στό γείτονά του. Ὅμως, ὅπου ὑπάρχει καλός σκοπός ὅλα γίνονται. Μιά μέρα ἄκουσε κραυγές στή γειτονιά. Ρώτησε ἄλλους καί ἔμαθε, ὅτι ἡ ἐφορία κατάσχεσε ὅλα τά ζῶα ἀπό τό γείτονά του καί τόν πῆγε στό δικαστήριο, ὥστε νά πουληθοῦν γιά τό χρέος του στήν ἐφορία. Σάν ἀστραπή ἦλθε ἡ σκέψι στήν καρδιά του: “Νά, τώρα σοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία!”. Ἀμέσως πῆγε στό δικαστήριο, πλήρωσε τήν ἐφορία γιά τόν ἄνθρωπο πού τόν μισοῦσε ὅσο τίποτε ἄλλο στόν κόσμο, καί τά ζῶα του τά γύρισε σπίτι. Ὅταν ἐκεῖνος τό ἔμαθε, ἄρχισε νά περπατᾶ σκεπτικός γύρω ἀπό τό σπίτι του. Τό βράδυ συναντήθηκαν. Ἐκεῖνος ἄρχισε νά κλαίη μέ λυγμούς. Καί δέν μποροῦσε οὔτε μιά λέξι νά πῆ, μόνο ἔκλαιγε. Ἀπό τότε ζοῦνε οἱ δύο τους μέ μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπ’ ὅ,τι τά ἀδέλφια».

ΣΥΓΧΩΡΗΣΙ

Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος ἔλεγε: «Προσευχήσου κατά τῆς κακίας τοῦ ἐχθροῦ σου. Νά πεθάνη αὐτή καί νά ζήση αὐτός. Ἄν ὁ ἐχθρός σου πεθάνη, χάνεις ἕνα ἐχθρό, ἀλλά δέν ἀποκτᾶς ἕνα φίλο. Ἄν ἀντίθετα πεθάνη ἡ κακία του, ἀπαλλάσσεσαι ἀπό ἕνα ἐχθρό καί ξαναβρίσκεις ἕνα φίλο».

Ὁ Γέροντας Ἐφραίμ διδάσκει: «Πῶς ὁ Θεός θά διαγράψη ὅλους τούς τόμους μέ τά δικά μας ἁμαρτήματα, ὅταν ἐμεῖς δέν θελήσαμε μόνο μιά σελίδα νά διαγράψουμε τῶν ἀδελφῶν μας τά πταίσματα; Ἀπαιτεῖται ἀγῶνας ἐναντίον τῆς μνησικακίας, τῆς ἐχθρότητος καί τῆς ἐκδικητικότητος».

Ὁ π. Dimitri Doudko κήρυττε: «Νά τείνης τήν παρειά (: τό μάγουλο) δέν σημαίνει νά παίρνης παθητική στάσι ἔναντι τοῦ κακοῦ, ἀλλά σημαίνει νά μή μετρᾶς τήν ἀλήθεια μόνο καί μόνο σύμφωνα μέ τό συμφέρον σου· σημαίνει νά βρίσκεσαι πιό πάνω ἀπό προσωπικές προσβολές. Γι᾽ αὐτό ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά διατηρῆ στή μνήμη του τίς προσωπικές προσβολές καί νά ζητάη νά ἐκδικηθῆ, ἀλλά νά μπορῆ νά θυσιάζεται γιά τούς φίλους του. Ἄν προσβάλλεται ἡ ἀλήθεια καί δράστης εἶναι τό ψέμα, ἄν προσβάλλεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια (γιά νά μιλήσουμε τή σύγχρονη γλῶσσα) τότε ὁ χριστιανός ὀφείλει νά τά ξεχνάη ὅλα καί νά πολεμάη μέ αὐταπάρνησι τό κακό, χωρίς νά λογαριάζη τή ζωή του. Νά πεθαίνης γιά τούς φίλους σου εἶναι τό μεγαλύτερο χριστιανικό κατόρθωμα καί κάθε ἄλλο εἶναι παρά παθητικότητα. Ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι αὐτοί πού δέν ξεχνοῦν τίς προσβολές πού τούς ἔγιναν καί ἐκδικοῦνται γι᾽ αὐτές, φέρονται τίς περισσότερες φορές μέ δειλία ὅταν προσβάλλωνται ἄλλοι. Κι αὐτό γιατί φοβοῦνται μήπως χάσουν τήν καλοπέρασί τους. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν τήν ἀπεριόριστη χριστιανική συγγνώμη, γιατί δέν θέλουν τίποτε νά συγχωρήσουν. Μέ ἄλλα λόγια δέν βλέπουν παρά μόνο τόν ἑαυτό τους καί αὐτόν προστατεύουν. Γι᾽ αὐτό ἀπαντοῦν σέ ὁποιαδήποτε προσβολή μέ μιά ἄλλη προσβολή καί μέ ἐκδίκησι. Ἰσχυρίζονται ὅτι διεξάγουν ἕναν ἀγῶνα ἐνάντια στό κακό ἐνῶ στήν πραγματικότητα φανερώνουν μόνο τό πληγωμένο τους φιλότιμο, τήν καχυποψία καί τόν ἐγωϊσμό τους».

Ὁ Ἀναστάσιος Μ., Χριστιανός πού δοκιμάσθηκε πολύ, γράφει: «Τίς προσβολές μόνο ἡ προσευχή τίς διαλύει. Λειώνει τήν ἀδικία. Ἄν εἶναι θλιμμένη ἡ προσευχή μου, θά πάθουν κακό, γι’ αὐτό θέλει προσοχή νά μή ριζώση τό μίσος μέσα μου. Ὄχι. Ἅμα πέσω σέ θλιμμένη προσευχή θά πάθη ὁ ἄλλος ζημιά. Ὄχι νά κάνω ζημιά στόν ἄλλο. Ἔρχομαι σέ ἀπαρηγόρητη προσευχή καί πέφτω στό ἥμαρτον, ζητῶ μιά παρηγοριά, συγχώρεσι…

Τόν ἐχθρό μας νά τόν φέρνουμε στό ὕψος κι ἐμεῖς στά πόδια του νά παρακαλοῦμε τό Θεό νά τόν συγχωρέση· νά δίνης ἐκτίμησι στόν ἐχθρό. Στό ὕψος νά τούς βάλουμε, κι ἐμεῖς στά πόδια νά εἴμασθε τῶν ἐχθρῶν μας. Τό πιστεύω μας δέν εἶναι ἀέρας, θά πῆ νά μή χαλάσης τήν καρδιά τοῦ ἄλλου. Ὅσο πιστεύεις στό Θεό τόσο δέν θέλεις νά χαλάσης τήν ψυχή τοῦ ἄλλου. Δέν λέει προσευχηθῆτε γιά ὅσους σᾶς κατατρέχουν; Ἄν σοῦ ἔλθη φώτισι νά πῆς· ἄχ, Θεέ μου! Θά πονέσης καί θά κλάψης γιά τό Εὐαγγέλιο.

Ἐμένα μέ κύκλωσαν ἀδικίες κι ἔκανα προσευχή. Ὅταν ἔβλεπα ἀδικία καί δέν μποροῦσα νά τή σταματήσω γονάτιζα καί φώναζα συγχώώώώρεσέ με Κύριε… Ἔτσι μοῦ περνοῦσε ἡ στενοχώρια… Γιατί οἱ προσευχές φθάνουν ἐπάνω. Οἱ προσευχές τά πάντα τά λειώνουν κι ἀμέσως προλαβαίνει ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ».

ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης τόνιζε: «Ἡ λογική ἀπαιτεῖ νά μή λέμε τήν ἀλήθεια παντοῦ καί στόν καθένα. Γιά παράδειγμα δέν ὑπάρχει λόγος νά ὁμολογοῦμε τήν ἀλήθειά μας στίς παρακάτω περιπτώσεις:

α) ὅταν δέν μᾶς πέφτη λόγος ἤ ὅταν γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι τῶν ὁποίων ἡ δουλειά ἤ ἡ θέσι τους εἶναι νά μιλοῦν τήν ἀλήθεια καί

β) ὅταν δοῦμε πώς τό νά ὁμολογήσουμε τήν ἀλήθεια θά μᾶς μπλέξη σέ προφανῆ κίνδυνο κι ὅτι κανένα ὄφελος δέν θά προκύψη ἀπ’ τήν ὁμολογία μας.

Σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι καλύτερα νά προσευχηθῆς μυστικά στό Θεό ὥστε νά φέρη Ἐκεῖνος τόν ἄδικο σ’ ἐπίγνωσι καί νά τόν ὁδηγήση στόν ἴσιο δρόμο ἤ νά στείλη δυνατούς καί ἱκανούς ἀνθρώπους γιά ν’ ἀποκαταστήσουν τήν ἀδικία. Ἡ ἀρετή θέλει διάκρισι καί μέτρο. Χωρίς διάκρισι ἡ ἀρετή χάνει πολλή ἀπ’ τήν ἀξία της ἤ δέν εἶναι καθόλου ἀρετή».

Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος ἀνέφερε: «Μιά καλή λέξι, τόν ἄλλοτε ἀκάθαρτο ἐκεῖνο ληστή, τόν ἔκανε καθαρό καί ἅγιο καί τόν ἔβαλε στόν Παράδεισο (Λκ 23, 42-43). Καί μιά λέξι ἀνάρμοστη ἔφραξε στό Μωϋσῆ τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας (Ἀρθ 20, 12). Νά μή νομίσουμε, λοιπόν, μικρή ἀρρώστια τή φλυαρία· γιατί οἱ φιλοκατήγοροι καί φλύαροι ἀποκλείουν τόν ἑαυτό τους ἀπ’ τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει κακή γλῶσσα, κι ἄν ἀκόμη προκόψη στήν ἐδῶ ζωή, ὅμως, ἐκεῖ δέν θά προκόψη, ἀλλά θά σκοντάψη καί θά τόν συλλάβουν ὡς θήραμά τους οἱ κακές τιμωρίες καί θά τόν καταστρέψουν (Ψ 139, 12). Σωστά ἔλεγε κάποιος σοφός, ὅτι εἶναι καλύτερο νά πέσης ἀπό ψηλά στό ἔδαφος, παρά ἀπό γλῶσσα (ΣΣειρ 20, 18). Πρέπει, λοιπόν, νά πιστέψουμε τόν Ἀπόστολο Ἰάκωβο, πού γράφει: “Κάθε ἄνθρωπος ἄς εἶναι γρήγορος ν’ ἀκούση καί ἀργός νά μιλήση”(Ἰακ 1, 19)».

Ὁ Στάρετς Σάββας ὁ Παρηγορητής «κάποτε μᾶς ἔστειλε τό ποίημα Ἡ Γλῶσσα. Ἐμεῖς τό διαβάσαμε μέ ἐνδιαφέρον, συζητήσαμε ὅλο ἐνθουσιασμό τό πόσο πιστά ἀπεικονίζει τήν ἀλήθεια. Σύντομα ὕστερα ἀπ’ αὐτό ξέσπασε μεταξύ μας φιλονεικία. Ξεχνώντας τό ποίημα, δώσαμε τή θέλησί μας στή γλῶσσα καί ὅταν μαυρίσαμε τήν ψυχή μας μέ ἁμαρτίες, τότε μόνο καταλάβαμε ὅτι ὁ στάρετς μᾶς προειδοποιοῦσε γιά τόν ἐπικείμενο πειρασμό καί ἤθελε νά περιφράξη τό στόμα μας μέ τή σιωπή. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ ἀνόητοι μόνο μετά τό θυμηθήκαμε καί ἀποκτήσαμε τήν πεῖρα πόσα κακά συμβαίνουν μέ τή γλῶσσα».

Ἐπισήμανσι τοῦ π. Πορφυρίου: «Εἶναι μιά συντροφιά καί συζητᾶ πνευματικά πράγματα; Ὁ ἀντικείμενος ζηλεύει καί θέλει νά τούς τραβήξη ἀπ᾽ τά πνευματικά. Γίνεται ἕνας “κροκόδειλος”, νά ποῦμε, καί μπροστά σέ καθένα τους ἀνοιγοκλείνει τά σαγόνια του (κι ἔκανε μέ τίς παλάμες τήν ἀναπαράστασι τῶν σαγονιῶν πού ἀνοιγοκλείνουν). Ἄν δῆ ὅτι κανείς δέν τόν προσέχει, ἀλλά ἔχουν ὅλοι τό νοῦ τους στά πνευματικά, ἀποσύρεται σιγά, ἀνοιγοκλείνοντας μάταια τά σαγόνια του».

ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ

Ἀναφέρει ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Φιλοθεΐτης: «Ἕνας ἄνθρωπος, σήμερα καλός Χριστιανός, μετανοημένος, ἦλθε κι ἐξομολογήθηκε. Στήν ἐρώτησι, ἄν βλασφημῆ, εἶπε ὅτι ἄλλοτε ναί, ἀλλά τώρα ὄχι. Μοῦ λέει:

—Ξέρετε, πάτερ, πῶς ἐγώ σταμάτησα αὐτό τό μεγάλο ἁμάρτημα; Βλασφημοῦσα πάρα πολύ καί ἰδιαιτέρως τήν Παναγία μας. Κάποια μέρα κοιμώμενος νοιώθω κάποιος νά μέ σκουντᾶ κι ἀνοίγω τά μάτια μου. Βλέπω μπροστά μου μιά μαυροφόρα, ὁλόλευκη καί πανέμορφη στό πρόσωπο καί μοῦ λέει:

—Παιδί μου —δέν τόν εἶπε “ἀσεβῆ”, ἀλλά “παιδί μου”— τί κακό σοῦ ἔκανα στή ζωή σου; Γιατί μέ βλασφημεῖς;

Τότε κατάλαβα ὅτι βρέθηκα μπροστά στήν Παναγία μας κι ἔμεινα σάν κεραυνοβολημένος. Κι ἀμέσως μέ τό χεράκι της μοῦ παίρνει τή γλῶσσα, μοῦ τήν τραβάει καί μοῦ τήν κάνει τόσο μεγάλη, πού τήν κόλλησε στό ταβάνι τοῦ δωματίου μου καί μοῦ λέει:

—Τώρα, ἄν θέλης, βλασφήμα με.

Ἐγώ δέν μποροῦσα, βέβαια. Τότε τῆς κάνω νεῦμα, ὅτι δέν θά τό ξανακάνω. Μοῦ λέει:

—Θά σοῦ θεραπεύσω τή γλῶσσα σου, ἀλλά ἐάν τό ξανακάνης, τότε ἴσως σοῦ πάρω τό παιδί.

Ἀπό τότε, πάτερ, οὐδέποτε ἀσέβησα στήν Κυρία μου Θεοτόκο».

«Τούς λογισμούς ἀμφιβολίας, καθώς καί τούς αἰσχρούς λογισμούς καί τούς βλάσφημους λογισμούς, πρέπει νά τούς καταφρονοῦμε: Νά μήν τούς δίνουμε καμμιά σημασία. Καταφρονεῖτε τους. Καί τότε ὁ ἐχθρός, ὁ διάβολος, δέν θά τό ἀντέξη. Καί θά φύγη. Ὁ Διάβολος δέν τήν ἀντέχει τήν καταφρόνησι· γιατί ἔχει ἔπαρσι. Ἄν, ὅμως, ἀρχίσετε μέ τούς λογισμούς αὐτούς διάλογο (μήν τό ξεχνᾶτε ὅτι οἱ λογισμοί αὐτοί δέν εἶναι δικοί σας, ἀλλά ἀπ᾽ ἔξω, ἀπ᾽ τόν ἐχθρό!), ὁ διάβολος θά σᾶς φέρη τόσους λογισμούς, πού μέ τό βάρος τους θά λυγίσετε· καί ἔτσι θά σᾶς “σκοτώση”.

Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει καί ἀγαπάει τό Θεό, δέν βλασφημεῖ. Τότε ὅμως παρατηρεῖ μέσα του δύο νήματα σκέψεως: ἀγαπάει καί βλασφημεῖ. Ἀπό αὐτό γίνεται φανερό, ὅτι κάποια ξένη πονηρή δύναμι φέρνει τίς ἀμφιβολίες καί τούς αἰσχρούς καί βλάσφημους λογισμούς.

Γι᾽ αὐτό, αὐτούς τους λογισμούς νά τούς καταφρονῆτε. Τότε μόνο δέν θά σᾶς βλάψουν! Καί ἰδίως, ἄν τούς φανερώσετε στό Γέροντα. Καί ὅταν τούς φανερώνετε, νά μήν προχωρῆτε σέ λεπτομέρειες, γιατί εἶναι δυνατόν νά βλάψετε καί τόν ἑαυτό σας καί τό Γέροντα. Ἰδίως δέν πρέπει νά διηγῆσθε μέ λεπτομέρειες τούς πορνικούς λογισμούς. Αὐτό τό βρώμικο βόθρο εἶναι προτιμότερο νά τόν κλείσετε καί νά τόν σκεπάσετε. Καί ὄχι νά τόν ἀνακατώνετε. Οἱ πορνικοί λογισμοί δέν θά σᾶς καταλογισθοῦν σάν ἁμαρτία παρά μόνο, ἄν σεῖς ἀρχίσετε νά ἡδονίζεσθε μέ αὐτούς.

Νά διώξουν τους λογισμούς αὐτούς ἀντικρούοντας τους, μποροῦν μόνο οἱ ἅγιοι. Ἐμεῖς μποροῦμε νά σωθοῦμε μόνο μέ τή φυγή. Ὅταν δέν ἔχετε τή δύναμι νά καταπολεμήσετε καί νά νικήσετε τούς πονηρούς λογισμούς, νά ἐπικαλῆσθε τόν Κύριο· καί τότε θά τούς διώξη τό ὄνομά Του…».

«—Γέροντα, πῶς νά διώξω ἕνα βλάσφημο λογισμό τήν ὥρα τῆς ἀκολουθίας;

—Μέ τήν ψαλτική. “Ἀνοίξω τό στόμα μου…”. Δέν ξέρεις μουσικά; Νά μήν τόν ξεσκαλίζης. Περιφρόνησέ τον. Ὅταν συζητάη κανείς τέτοιους λογισμούς τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, εἶναι σάν νά ξεσκαλίζη ὁ στρατιώτης μιά χειροβομβίδα τήν ὥρα κατά τήν ὁποία δίνει ἀναφορά».

ΑΓΑΠΗ

«Σπεῖρε τή λίγη ἀγάπη πού σοῦ ἔμεινε, γιά νά φυτρώση ἀγάπη, νά μεγαλώση, νά καρπίση καί νά θερίσης ἀγάπη. Μετά θά σπείρης τήν περισσότερη ἀγάπη τήν ὁποία θά θερίσης, καί σιγά-σιγά θά γεμίση τό ἀμπάρι σου καί δέν θά ἔχης ποῦ νά τή βάλης, γιατί, ὅσο σπέρνεις ἀγάπη, τόσο πιό πολύ αὐξάνει. Ἄς ποῦμε, ἕνας γεωργός ἔχει ἕνα σακκουλάκι σπόρο καί τόν σπέρνει. Μετά μαζεύει τόν καρπό καί γεμίζει μιά μεγάλη σακούλα. Ἄν σπείρη ὕστερα τόν καρπό τόν ὁποῖο ἔχει στή σακκούλα, θά γεμίση ἕνα σακκί. Καί ὅταν μαζέψη πολύ σπόρο καί τόν σπείρη, θά γεμίση ἕνα ἀμπάρι. Ἐνῶ, ἄν κρατήση τό σπόρο στό σακκουλάκι καί δέν τόν σπείρη, ὁ σπόρος θά σκουληκιάση. Πρέπει νά πετάξη τό σπόρο στή γῆ, γιά νά φυτρώση, νά μεγαλώση καί νά κάνη καρπό.

Ἔτσι, θέλω νά πῶ, γίνεται καί μέ τήν ἀγάπη. Γιά νά αὐξηθῆ ἡ ἀγάπη, πρέπει νά τή δώσης. Ὅποιος, ὅμως, δέν δίνει ἔστω καί τή λίγη ἀγάπη τήν ὁποία ἔχει, εἶναι σάν νά ἔχη ἁπλόχερο σπόρο, ἀλλά τόν κρατάει καί δέν τόν σπέρνει. Αὐτός εἶναι ὁ πονηρός δοῦλος πού ἔκρυψε τό τάλαντο».

«Ἀγάπη χωρίς ἀντιπαροχή! Νά μήν κάνουμε καλωσύνες, γιά νά πάρουμε εὐλογίες. Νά καλλιεργήσουμε τήν ἀρχοντική, τήν ἀκριβή ἀγάπη, τήν ὁποία ἔχει ὁ Θεός, καί ὄχι τή φθηνή κοσμική ἀγάπη, ἡ ὁποία ἔχει κάθε ἀνθρώπινη ἀδυναμία».

Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς μᾶς προφυλάσσει: «Ὅταν βλέπης ἕνα μεθυσμένο πεσμένο στή λάσπη, θά ξαπλώσης καί σύ δίπλα του; Δέν θά προσπαθήσης νά τόν σηκώσης καί νά τόν βγάλης ἀπ’ τή λάσπη; Κάθε ἁμαρτία εἶναι λάσπη καί κάθε πάθος εἶναι μέθη. Ἄν ὁ ἀδελφός σου ἔχη βυθίσει τήν ψυχή του στή λάσπη τῆς ἁμαρτίας, γιατί θ’ ἀφήσης καί τή δική σου ψυχή νά κυλισθῆ στήν ἴδια λάσπη; Πρέπει ν’ ἀποφύγης ἐκεῖνο τό ὁποῖο κάνει ὁ ἀδελφός σου, νά βιασθῆς νά τόν βγάλης ἀπ’ τή λάσπη, νά τόν καθαρίσης, ὥστε ὁ οὐράνιος Πατέρας σου νά σηκώση καί σένα, νά σέ καθαρίση ἀπό κάθε ἁμαρτία καί στήν τελική κρίσι νά σέ τοποθετήση μαζί μέ τούς ἀγγέλους».

Ἰδού καί ἡ ἱεραποστολή: «Μιά ἀτμομηχανή τραβᾶ εὔκολα ἕνα συρμό ἀπό βαρειά φορτωμένα βαγόνια. Ἔτσι τό παιδί τοῦ Θεοῦ, χάρι στήν πίστι του καί τήν ἀφοσίωσί του, δέν ἔχει καμμιά δυσκολία νά διασχίση αὐτή τή δίνη, παρόλους τούς κόπους καί τούς ἀγῶνες, καί ταυτόχρονα τραβάει τούς ἄλλους καί τούς ὁδηγεῖ στό Θεό».

Ὁ ὅσ. Παΐσιος Βελιτσκόφσκι ἀναφέρει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι περιεκτική ἀρετή: «Ἡ ἀγάπη, μέ τήν ὁποία εἶναι ἀχώριστο τό ἔλεος, μοιάζει μέ ἕνα δίκτυ ὅπου συγκεντρώνονται ὅλες οἱ ἀρετές. Περικλείει καί περιλαμβάνει μέσα της ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά τηρήση ὅλες τίς ἐντολές εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά τηρήση τήν ἀγάπη».

«“Αἴ, παιδί μου, ξέρεις τί εἶναι ἡ ἀγάπη! Αὐτά πού μπορεῖ νά σοῦ πῆ ὁ Γέροντας, σοῦ τά λένε τά βιβλία, ὅμως, ὁ Γέροντας, καθώς σοῦ τά λέει, σοῦ μεταδίδει καί τό βίωμά του· ἔτσι σέ λίγο πᾶς καί σύ κατά μόνας καί προσεύχεσαι καθώς ὁ Γέροντας. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι μυστήριο. Ὅπως ἕνας ληστής μπορεῖ νά σοῦ κακοποιήση τό σῶμα, ἔτσι κι ἕνας πού ἔχει κακία μπορεῖ νά σέ κακοποιήση στήν ψυχή. Ἐκτός κι ἄν ἔχης ἐσύ πολλή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη σέ ὀχυρώνει, εἶναι σάν ῾μόνωσι᾽. Δέν ἀφήνει τήν κακή δύναμι νά σέ φθάση. Τό πεῖσμα γεννάει τό πεῖσμα. Ὅταν μιά μητέρα ἔχη ἀδυναμίες, ὅ,τι καί νά πῆ στό παιδί της, ἐκεῖνο θά πάη καί θά κάνη αὐτό τό ὁποῖο τοῦ ἀπαγορεύει. Ἄν, ὅμως, ἡ μητέρα ἔχει πραότητα καί ἀγάπη, τό παιδί δέν θά τό κάνη”.

“Ἁπαλά, χωρίς βία!”. Αὐτό ἦταν μιά ἐπίμονη συμβουλή. Τόν πνευματικό ἀγῶνα νά τόν κάνης ἁπαλά χωρίς βία. Νά μήν πολεμᾶς τίς ἀδυναμίες σου, ἀλλά νά τίς μεταμορφώνης σέ δυνάμεις. “Ὅταν εἶναι σκοτάδι στό δωμάτιο, τί κάνεις; Πολεμᾶς νά τό διώξης; Διώχνεται τό σκοτάδι; Ἀνάβεις τό φῶς καί φεύγει τό σκοτάδι. Ἡ ψυχή ἔχει ἕναν ἀνθῶνα κι ἕναν ἀκανθῶνα. Μήν καταγίνεσαι νά ξερριζώνης τ᾽ ἀγκάθια, μόνο νά ποτίζης τόν ἀνθῶνα· ὅλο τό νερό νά τό κατευθύνης ἐκεῖ καί τ᾽ ἀγκάθια θά ξεραθοῦν”».

ΝΗΣΤΕΙΑ

«Ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός, συμβουλεύοντας τούς νεώτερους ἀδελφούς ν’ ἀγαπήσουν τή νηστεία, τούς ἔλεγε συχνά:

Ὁ καλός στρατηγός, πού ἐπιχειρεῖ νά καταλάβη μιά πόλι ἐχθρική, γερά ὀχυρωμένη, κάνει ἀποκλεισμό στίς τροφές καί στό νερό. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀτονεῖ ἡ ἀντίστασι τοῦ ἐχθροῦ καί στό τέλος παραδίδεται. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει μέ τίς σαρκικές ὁρμές, πού ἀνελέητα πολεμοῦν τόν ἄνθρωπο στή νεότητά του. Ἡ εὐλογημένη νηστεία καταβάλλει τά πάθη καί τούς δαίμονες καί τελικά τά ἀπομακρύνει ἀπ’ τόν ἀγωνιστή».

Ἐπισημαίνει ὁ ὅσ. Βαρσανούφιος: «Φρόντισε νά φυλάξης τή νηστεία τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, τηρώντας τήν ἐντολή τοῦ νά μή φᾶς ἀπό τό “δένδρο” καί φύλαξε τόν ἑαυτό σου ἀπό τά ὑπόλοιπα πάθη. Τότε γίνεται δεκτή ἀπό τό Θεό ἡ νηστεία αὐτή τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί σέ σκεπάζει σχετικά καί μέ τή σωματική νηστεία».

Τόνιζε καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης: «Τρώγοντας ὑπερβολικά γίνεσαι ἄνθρωπος σαρκικός, πού δέν ἔχει πνεῦμα μέσα του, ἤ ἄψυχη σάρκα· νηστεύοντας, ὅμως, πρεσελκύεις μέσα σου τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γίνεσαι πνευματικός ἄνθρωπος. Πάρε βαμβάκι πού δέν ἔχει βραχῆ μέ νερό· εἶναι ἐλαφρό καί, σέ μικρή ποσότητα, πετᾶ στόν ἀέρα· ἄν, ὅμως, τό βρέξης, γίνεται βαρύ καί ἀμέσως πέφτει στό δάπεδο. Τό ἴδιο γίνεται καί μέ τήν ψυχή. Ὤ, πόσο εἶναι ἀναγκαῖο νά φροντίζουμε καί νά προφυλάττουμε τήν ψυχή μέ τή νηστεία!».

Τόνιζε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος: «Πῶς ἀποτυπώνεται στήν ψυχή τό πνεῦμα τῆς κακίας; Ὅπως συμβαίνει καί μέ τά αἰσθητά πράγματα. Γεμίστε μία αἴθουσα μέ διάφορα ἀντικείμενα καί ἀφῆστε τα πολύ καιρό ἐκεῖ. Ἄν κάποτε τά ἀποσύρετε, ἡ χαρακτηριστική πνοή τους θά ἐπηρεάζη ἐπί μακρόν τό χῶρο ἐκεῖνο. Ἐάν, μάλιστα, τά ἀντικείμενα ἦταν εὐώδη θά παραμείνη ἐπί πολύ ἡ εὐωδία τους· ἐάν ἦταν δύσοσμα, ἐπί πολύ θά μείνη ἡ δυσάρεστη ὀσμή τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Ὅταν ἡ ψυχή γεμίζη ἀπό μία ἀρετή ἤ ἀπό μία κακία, ἀποτυπώνεται ἐκεῖ τό “πνεῦμα” τῆς κυρίαρχης ἀρετῆς ἤ τῆς κακίας. Ἐάν κάποιος, ἐπί παραδείγματι, κατά τή Μ. Τεσσαρακοστή ἀσκήση μέ ἐπιμέλεια τόν ἀγῶνα τῆς νηστείας, στόν ἄνθρωπο αὐτό, καί μετά τήν περίοδο ἐκείνη, θά παραμείνη τό “πνεῦμα” τῆς νηστείας καί θά τόν κάμη νηφάλιο καί ἐγκρατῆ σέ ὅλα. Ἀντιθέτως, ἐάν κάποιος, πρό τῆς ἁγίας νηστείας, παραδοθῆ μέ ἀκράτεια στήν ἀπόλαυσι καί τήν ἡδυπάθεια, αὐτός οὔτε στό στάδιο τῶν νηστειῶν θά κατορθώση ν᾽ ἀπαλλαγῆ εὐκόλως ἀπό τό “πνεῦμα” τῆς φιληδονίας καί τῆς ἀπολαύσεως. Εἶναι δυνατόν, μάλιστα, καί σέ καιρό πνευματικῶν ἐνασχολήσεων καί ἐν μέσῳ ἐξόχως ἱερῶν στιγμῶν, ὁ ἄνθρωπος αὐτός νά ταράσσεται ἀπό ἐνθυμήσεις καί ἐμπαθεῖς λογισμούς».

Ἔλεγε ὁ π. Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης: «Τό σῶμα εἶναι σάν τό σκύλο: ὅταν τρώη πολλά καί καλά ἀγριεύει καί φωνάζει καί ζητεῖ τά δικά του, ὅταν,  ὅμως, εἶναι νηστικός ἐκεῖνος, δέν ἔχει δύναμι οὔτε νά περπατήση, οὔτε νά γαυγίση καί νά κτυπᾶ ὅπου θέλει, ἀλλά κάθεται ζαρωμένος, ψωριασμένος καί φαίνεται μόνο ὅτι ἔχει ζωή…».

Ἡ Γερόντισσα Γαβριηλία ἔλεγε: «Πόσο εὔκολα γίνεται ἡ νηστεία τῆς δίαιτας, ὅταν πρόκηται γιά ἀδυνάτισμα! Καί πόσο δύσκολα τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, ἐπειδή τό θέλει ἡ Ἐκκλησία μας…».

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

«Ἐμεῖς πολλές φορές κάνουμε σάν τά μικρά παιδιά καί παραπονιόμασθε, γιατί δέν ἔδωσε καί σ’ ἐμᾶς ὁ Πατέρας ἕνα φράγκο ἤ ἕνα δίφραγκο, ὅπως ἔδωσε στά ἀδέλφια μας, ἐνῶ σ’ ἐμᾶς ἔχει δώσει ὁλόκληρο ἑκατοστάρικο. Νομίζουμε ὅτι αὐτό τό ὁποῖο ἔδωσε σ’ ἐμᾶς δέν εἶναι τίποτε, γιατί περνᾶμε τό ἑκατοστάρικο γιά χαρτί, καί μᾶς συγκινεῖ τό φράγκο ἤ τό δίφραγκο τό ὁποῖο ἔδωσε στά ἀδέλφια μας καί κλαῖμε καί ἀγανακτοῦμε μέ τόν Καλό Πατέρα μας».

«Μιά ἀδελφή ἔλεγε: “Δέν θέλω χαρά· θέλω νά στενοχωριέμαι γιά τό Χριστό. Ἀφοῦ ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μένα, πῶς ἐγώ νά χαίρωμαι; Γιατί ὁ Χριστός μοῦ δίνει χαρά;”. Ζοῦσε καταστάσεις πνευματικές καί, ὅσο συμμετεῖχε στό Πάθος τοῦ Χριστοῦ καί στενοχωριόταν φιλότιμα, τόσο πιό πολλή χαρά τῆς ἔδινε ὁ Χριστός. Τήν εἶχε παλαβώσει!».

«Ἕνας γνωστικός πατέρας δέν θά δώση στό μικρό του ἀγοράκι κοφτερό ξίφος. Ἕνα παιδάκι δέν εἶναι σέ θέσι νά χρησιμοποιήση ξίφος ἐνάντια στόν ἐχθρό· θά παίξη μ᾽ ἕνα ἐπικίνδυνο ξίφος καί θά τρυπήση μ᾽ αὐτό ἐλαφριά κι εὔκολα τό κορμάκι του. Ὅποιος εἶναι νήπιο σέ πνευματική ἀνάπτυξι δέν εἶναι κατάλληλος γιά πνευματικές δωρεές. Δέν θά τίς χρησιμοποιήση γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά ὠφέλεια δική του ἤ τοῦ πλησίον του οὔτε γιά νά κατανικήση τούς ἀόρατους ἐχθρούς· θά τίς χρησιμοποιήση, ὅμως, γιά νά πλήξη τόν ἑαυτό του, θά γίνη ἀλαζόνας καί θά φουσκώση μέ τή μοιραία ἔπαρσι καί τήν καταστρεπική περιφρόνησι γιά τόν πλησίον του. Κι ὅταν ἀκόμα δέν ἔχουμε πνευματικά χαρίσματα καί ἀναδίδουμε γύρω τή δυσοσμία τῶν παθῶν, εἴμασθε περήφανοι γιά τόν ἑαυτό μας καί κομπάζουμε, καί δέν σταματᾶμε νά ἐπικρίνουμε καί νά ταπεινώνουμε τόν πλησίον μας πού ἀπό κάθε ἄποψι εἶναι καλύτερος ἀπό μᾶς! Τί θά συνέβαινε ἄν μᾶς εἶχαν ἐμπιστευθῆ κάποιο πνευματικό θησαυρό, κάποιο πνευματικό χάρισμα πού ξεχωρίζει τόν κάτοχό του ἀπό τούς ἀδελφούς του καί ἀποτελεῖ μαρτυρία πώς αὐτός εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ; Δέν θά γινόταν αὐτό γιά μᾶς ἡ αἰτία μιᾶς τρομερῆς πνευματικῆς καταστροφῆς;».

Ἰδού καί μιά λεζάντα πού τονίζει ὅτι τά χαρίσματα παρέχονται ἀπό τό Θεό: «Κάτω ἀπό ἕνα λάβαρο μποροῦμε νά διαβάσουμε: “Ἐλᾶτε καί ἀγορᾶστε χωρίς χρήματα”, ὁ Χριστός παριστάνεται νά μοιράζη φάρμακα γιά τό σῶμα καί γιά τό πνεῦμα σ᾽ ἕνα ἀλληγορικό πίνακα καμωμένο ἀπό Γερμανό ζωγράφο τό 1731. Τά τετράγωνα δοχεῖα μέ τά φάρμακα πάνω στόν πάγκο φέρουν τίς ἐπιγραφές: πίστι, ἐλπίδα, εὐσπλαγχνία, καρτερία, ἔλεος, εὐχαριστία».

Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, τέλος: ἀνέφερε: «Σέ ἄλλες ἀρετές ἀγωνιζόμασθε πολλές φορές καί μέ ἄλλα μᾶς πιστώνει ὁ Θεός.

Ἐννοοῦσε μ᾽ αὐτό ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά ἀμείβη τόν ἀγωνιστή σέ ἄλλα πεδία ἤ νά τοῦ δίνη κάποια ἰ­δι­αίτερη χάρι, ἡ ὁποία φαινομενικά δέν σχετίζεται μέ τήν προσπά­θειά του»

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ

Τόνιζε κι ὁ π. Γερμανός Σταυροβουνιώτης: «Μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι νά κάνουν χρήματα, ὅμως τά χρήματα δέν κάνουν ἀνθρώπους».

«Ρώτησαν ἕνα γέροντα Ἀσκητή πῶς μεταχειρίζεται ὁ φιλάργυρος τούς φίλους του: “Σάν πουγγιά”, ἀπάντησε. “Ὅσο εἶναι γεμάτοι, τούς κρατάει. Ὅταν ἀδειάσουν, τούς πετάει”».

Ἀναφέρει ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος γιά τή τσιγγουνιά: «Ὅταν ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος, ἐπήγαινε στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο, στό δρόμο στάθηκε σέ κάποιο ξενοδοχεῖο. Ἐκεῖ ἕνας μοναχός πού τόν συνόδευε, τοῦ εἶπε: Πάτερ, δέν μπορῶ νά καταλάβω, πῶς τό ἄλογό μας δέν τρώει τό λάχανο, τό ὁποῖο τοῦ ἀγόρασα ἀπό τόν ξενοδόχο. Καί ἕνα λάχανο! Τί φρέσκο! Ἄνθρωπος τό λαχταράει! Καί τό ἄλογο δέν τό τρώει!

Ἀπάντησε ὁ ἅγιος Σπυρίδων: Γι᾽ αὐτό δέν τό τρώει. Διότι τό ζῶο αἰσθάνεται νά βγαίνη ἀπό τό λάχανο μιά ἀνυπόφορη βρῶμα. Καί βγαίνει, διότι ὁ ξενοδόχος μας ταλαιπωρεῖται ἀπό τό πάθος τῆς τσιγγουνιᾶς.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχη φωτισμό ἁγίου Πνεύματος, κάτι τέτοια δέν τά καταλαβαίνει. Μά οἱ ἅγιοι ἔχουν τό χάρισμα νά βλέπουν τά πάθη. Ἀπό τά πράγματά μας, οἱ ἅγιοι καταλαβαίνουν, τί πάθη διαλύουν τήν ψυχή μας».

«Δέν πρέπει, ἀκόμα, νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη πρέπει νά τηρῆται σ᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλοιῶς καταντᾶ ἄκαιρη φιλανθρωπία, ὅπως ἐκείνη τοῦ πλουσίου στήν παραβολή: «Ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς (: νά τούς διαβεβαιώση μέ ἐπιμονή), ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου»(Λκ 16, 28).

Τέλος: «Μερικοί ὑποκλίνονται τιμητικά στό νόμισμα, ἐνῶ ἄλλοι στό εἰκόνισμα».

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Μικρή Κλίμακα

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ & ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

TRUTH TARGET

ΟΙ ΘΛΙΨΕΙΣ & ΤΟ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥΣ – BONUS ΓΙΑ ΠΟΝΟΥΣ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

1361142962_ogromnie_polya_tyulpanov-pays-bas

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

ΠΗΓΗ: http://www.truthtarget.gr

Ἡ ζωή μας στόν πλανήτη αὐτό, μετά τό Προπατορικό Ἁμάρτημα, εἶναι μιά ζωή δακρύων, πόνου καί, τέλος, θανάτου, παρά τήν ὕπαρξι καί εὐτυχισμένων στιγμῶν. «Ἡ εὐτυχία μέ τή δυστυχία σ᾽ ἕνα ἕλκηθρο ταξιδεύουν»(Ρωσική Παροιμία). Τά δύο συναισθήματα, χαρά καί λύπη, εἶναι ἀχώριστα. «Ἔρχονται πάντα μαζί, κι ὅταν τό ἕνα κάθεται μόνο του δίπλα σου στό τραπέζι, θυμήσου ὅτι τό ἄλλο κοιμᾶται στό κρεββάτι σου». Παράλληλα μέ τή δυστυχία πιστεύουμε σ᾽ ἕνα Θεό ἀγάπης, συμπόνιας καί συγχωρητικότητος. Πῶς συμβιβάζονται αὐτές οἱ δύο πραγματικότητες; Πολλά δυνατά μυαλά, ἀνά τούς αἰῶνες, ἀσχολήθηκαν μέ τό γρίφο αὐτό καί συνεισέφεραν, ἀνάλογα μέ τά πιστεύω τους, στήν προσέγγισι λύσεώς του. Οἱ ἄπιστοι διακήρυξαν τήν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ, μιᾶς καί ὑπάρχει τό κακό. Οἱ πιστοί, ἀπό τήν ἄλλη, βιώνοντας «στό πετσί τους» τό κακό, διαφυλάσσουν,παρά ταῦτα, τήν πίστι στήν ὕπαρξι, ἀλλά καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε: “Ὅποιοι μποῦν στόν καλό δρόμο, θά βροῦν ταραχές κι ἀνησυχίες πολλές”(Πρξ 14, 21). Τοῦτα τά λόγια θά δώσουν παρηγοριά σ᾽ ἐκείνους πού περνοῦν αὐτά τά κακά, γιατί, ὄντας ἀπό πρίν εἰδοποιημένοι πώς ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ τόν ὁποῖο θέλουν νά πορευθοῦν, εἶναι γεμᾶτος ἀπό τέτοια ἐμπόδια, χρωστοῦν νά χαίρωνται πού βρίσκονται μπροστά τους τοῦτα τά σημάδια, πού τούς δείχνουν πώς πορεύονται πάνω στό σωστό δρόμο. Ὡστόσο τοῦτες οἱ δοκιμασίες δέν εἶναι δίχως εὐχαρίστησι καί σάν τίς περάση ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα χαρούμενος. Διότι, ὅπως ἐκεῖνοι πού ἀφήνουν τό Θεό γιά νά στρέψουν πίσω στόν κόσμο, τό κάνουν γιατί βρίσκουν πώς εἶναι πιό γλυκειές οἱ ἡδονές τῆς γῆς ἀπό τήν ἀγαλλίασι νά ᾽ναι κοντά στό Θεό, καί τούτη ἡ γλυκύτητα τούς νικᾶ, καί τούς τραβᾶ καί τούς κάνει νά μετανοήσουν γιά τό δρόμο τόν ὁποῖο διάλεξαν καί γίνονται οἱ μετανοιωμένοι τοῦ σατανᾶ, ὅπως τούς λέει ὁ Τερτυλλιανός, ἔτσι, λοιπόν, κι ὁ χριστιανός δέν θά παρατοῦσε ποτέ τίς χαρές τοῦ κόσμου γιά νά βάλη στόν ὦμο του τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέν εὕρισκε περισσότερη γλυκύτητα στήν καταφρόνησι, στή φτώχεια, στή στέρησι καί στό χωρισμό ἀπό τούς ἀνθρώπους, παρά τίς ἡδονές τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔτσι, ὅπως λέει πάλι ὁ Τερτυλλιανός, “δέν πρέπει νά ᾽χη κανένας τήν ἰδέα πώς ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι μιά ζωή πικραμένη”. Ὁ χριστιανός καταφρονεῖ τίς χαρές τῆς ζωῆς γιά νά ἀξιωθῆ κάποιες ἄλλες πιό μεγάλες. “Πάντοτε χαίρετε”, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, “ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε”(Α´ Θεσ 5, 16-18). Ἡ χαρά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό ὅτι βρῆκε τό Θεό, καί τούτη βγαίνει ἀπό τή λύπη του πώς Τόν εἶχε πικράνει, κι ἀπό τό ὅτι ἄλλαξε ἡ ζωή του. Ὁ Κύριος λέει στό Εὐαγγέλιο πώς ἕνας ἄνθρωπος βρῆκε θησαυρό μέσα σ᾽ ἕνα χωράφι καί πῆρε τέτοια χαρά, πού πῆγε καί πούλησε ὅ,τι εἶχε γιά νά ἀγοράση ἐκεῖνο τό χωράφι. Οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι δεμένοι μέ τοῦτο τόν κόσμο, δέν τήν ἔχουν αὐτή τή χαρά, πού ὁ κόσμος δέν μπορεῖ μήτε νά τή δώση μήτε νά τήν πάρη, ὅπως λέει ὁ Χριστός ὁ ἴδιος. Οἱ δίκαιοι τήν ἔχουν τούτη τή χαρά, δίχως νά θολώνεται ἀπό καμμία λύπη, καί οἱ χριστιανοί τήν ἔχουν τούτη τή χαρά ἀνακατεμένη μέ τή θλῖψι πώς εἶχαν ζήσει πρωτίτερα μέ ἄλλες χαρές, κι ἐπειδή ἔχουν τό φόβο μήπως τραβηχθοῦν ἀπό ἐκεῖνες τίς ἄλλες ἡδονές πού μᾶς σκανδαλίζουν ὁλοένα, καί χάσουν τή γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ».

«Ὁ χρυσός θρῦλος διηγεῖται τή ζωή ἑνός ταπεινοῦ “πού εἶχε δύο δεξιά χέρια”. Εἶχε τή συνήθεια νά βάζη ὅλες τίς χαρές πού δεχόταν κάθε μέρα στό δεξί του χέρι καί ὅλες τίς λῦπες στό ἀριστερό του χέρι, καί τό ἀριστερό του χέρι ἦταν πάντα γεμᾶτο. Τότε, λοιπόν, ἀπό πνεῦμα ταπεινώσεως, ὅ,τι ἔπεφτε μέσα στό ἀριστερό του χέρι τό ξανάβαζε στό δεξί, καί ἡ ζωή του ἔγινε ὅλη φῶς καί χαρά».

«Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα στόν κόσμο, εἶναι καί τό φαινόμενο τοῦ σεισμοῦ, τοῦ ὁποίου φρικῶδες παράδειγμα μᾶς παρέχει σήμερα ἡ σεισμοπαθής Χίος. Τό ἀποτελεσματικό αὐτό φαινόμενο, ἐξηγεῖται βεβαίως μέ ἄλλο φαινόμενο, τῶν μετάλλων πού βρίσκονται κρυμμένα στά ἔγκατα τῆς γῆς, δηλαδή λιθανθράκων, θειωδῶν οὐσιῶν [εἶναι οἱ ἐπιστημονικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς του] καί μεγάλων ἑστιῶν φωτιᾶς, τά ὁποῖα ἀναφλεγόμενα, ἐπιφέρουν φρικαλέες δονήσεις, χάσματα τῆς γῆς καί γενικά τήν καταστροφή. Ἕως ἐδῶ παρακολουθεῖ καί πιστοποιεῖ ἡ πεῖρα. Ἀλλά κάθε λογικός ἄνθρωπος, ὡς προικισμένος μέ λογική νόησι, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά συλλογισθῆ ἄν τά μέταλλα αὐτά ἔχουν τήν ἰδιότητα νά σείουν τή γῆ αὐτομάτως, γιατί νά μήν ἀναφλέγωνται ταυτοχρόνως, ὅπου ὑπάρχουν μέταλλα μέσα στή γῆ, ἀλλά τό 1881 νά καταστρέφουν τή Χίο, τό 1860 νά καταστρέφουν τήν Κόρινθο, τό 1856 τήν Κεφαλλονιά, τό 1822 τή Συρία ὅπου χάθηκαν 25 χιλιάδες ἄνθρωποι, καί ἐπί Ἰουστινιανοῦ τό 626 μ.Χ. τήν Ἀντιόχεια ὅπου πέθαναν ἀπό τό σεισμό 250 χιλιάδες ἄνθρωποι; Ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι καί οἱ παράγωγοι νόμοι της ἔχουν κι αὐτοί ρολόι καί ἡμερολόγιο, ὥστε κατά βούλησι καί συνείδησι νά κάνουν κάτι ὅπως θέλουν καί ὅταν τό θέλουν; Ἄς ἀποκριθῆ ἡ θετική φιλοσοφία. Δέν ἀρνούμασθε ὅτι ὑπάρχουν ὕλη καί δύναμι καί παράγωγοι νόμοι, ἀλλά αὐτοί ὑπακούουν στήν ἀπειροδύναμη καί πάνσοφη θέλησι μιᾶς ἀπόλυτης καί ἀναίτιας δυνάμεως πού τούς διευθύνει σέ ἕνα σκόπιμο τέλος, καί ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος, διότι αὐτοί οὔτε αὐθύπαρκτοι εἶναι οὔτε παρήγαγαν τούς ἑαυτούς τους. Ἄρα εἶναι ἀληθινός ὁ Θεός γιά τόν Ὁποῖο ὁ Δαυΐδ λέει: “συνέσεισας τήν γῆν καί συνετάραξας αὐτήν· ἴασαι (: θεράπευσε) τά συντρίμματα αὐτῆς, ὅτι ἐσαλεύθη”(Ψ 59, 4). Ἐάν ἡ ὕλη καί ἡ δύναμι εἶναι τό πᾶν, ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι νά φωνάζουν: σταματῆστε μέταλλα, σῶστε μας μέταλλα· ἀλλά στό στόμα τους κάθε στιγμή φέρνουν τό Θεό οἱ καημένοι οἱ Χῖοι!

Ἕνα ἀπό τά φαινόμενα εἶναι καί ἡ ἀνομβρία, ἡ ὁποία πότε μέν μαστίζει ἕνα ἔθνος, ἤ μιά πόλι, πότε ἄλλο καί οὕτω καθεξῆς. Στήν Κύπρο ἐπικράτησε ἑξαετής ἀνομβρία, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας λίγο ἔλειψε νά ἐρημωθῆ τό νησί ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως. Ποιά δύναμι ἐμπόδισε τούς παραγωγούς νόμους τῆς βροχῆς νά βρέξουν, ὅπως ἀκριβῶς καί ἄλλοτε κατά τό συνήθη χρόνο τῶν βροχῶν, κατά τόν ὁποῖο σέ ὅλο τόν ἄλλο κόσμο ἔβρεχε; Ἴσως ποῦν ὅτι δέν ἔχει δάση πού προκαλοῦν τή βροχή· ἀλλά μήπως δέν βρέχει ὅπου δέν εἶναι δάση; Καί ἐάν δέν βρέχη ὅπου δέν εἶναι δάση, ποτέ δέν ἔπρεπε νά βρέξη καί στήν Κύπρο, ἀλλά μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἔβρεξε, καί οἱ παράγωγοι νόμοι τῆς βροχῆς ἄρχισαν κανονικά πάλι νά λειτουργοῦν. Τί μπορεῖ ἐδῶ νά ἀντιτάξη ἡ πεῖρα τῆς θετικῆς φιλοσοφίας; Λυπούμασθε τό νεαρό ὑφηγητή, ὁ ὁποῖος καί τά αὐτιά του ἔκλεισε καί τά μάτια του σφράγισε στή θεία φωνή “ἐάν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε καί τάς ἐντολάς μου φυλάσσησθε καί ποιήσητε αὐτάς, δώσω τόν ὑετόν (: τή βροχή) ὑμῖν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί ἡ γῆ δώσει τά γεννήματα αὐτῆς. Ἐάν δέ μή, ἐντελοῦμαι ταῖς νεφέλαις τοῦ μή βρέξαι, καί θήσω τόν οὐρανόν ὑμῖν ὡς σιδηροῦν καί τήν γῆν ὑμῶν ὡς χαλκῆν”(Ἀρθ 26, 4, 20).

«Τό μόνο τό ὁποῖο χρειάζεται νά κάνουμε εἶναι νά παρατηρήσουμε τή φύσι γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι τίς περισσότερες φορές ἡ ἀντιξοότητα εἶναι ἕνας σύμμαχος, κι ὄχι ἕνας ἐχθρός. Ξέρατε ὅτι ὁ ἦχος τοῦ βιολιοῦ ἐξαρτᾶται τόσο ἀπ᾽ τό ξύλο πού χρησιμοποιήθηκε στήν κατασκευή του ὅσο καί ἀπ᾽ τήν ἐπιδεξιότητα καί τήν ἐκπαίδευσι τοῦ βιολιστοῦ; Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον ὅτι, δέν εἶναι ὁ τύπος τοῦ δένδρου πού ἔχει τήν πρωταρχική σημασία γιά τήν κατασκευή ἑνός βιολιοῦ, παγκοσμίου κλάσεως, ἀλλά περισσότερο ἡ ἀντιξοότητα τήν ὁποία τό δένδρο ἔχει ὑποστῆ.

Γι᾽ αὐτό τό λόγο σήμερα ἕνα ἀπ᾽ τά καλύτερα εἴδη ξύλου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν προέρχεται ἀπ᾽ τά δένδρα τῶν Βραχωδῶν Ὀρέων, 3.700 μέτρα πάνω ἀπ᾽ τήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄνεμοι φυσοῦν τόσο δυνατά, ὥστε ὁ φλοιός μπορεῖ ν᾽ ἀναπτυχθῆ στήν ἀπάνεμη μόνο μεριά καί τά κλαδιά μποροῦν νά μεγαλώσουν πρός μία μόνο κατεύθυνσι, μπορεῖ νά βρεθῆ τό καλύτερο ξύλο τοῦ κόσμου γιά τήν κατασκευή βιολιῶν. Τά ἴδια δένδρα, σ᾽ ἕνα λιγότερο ἀπαιτητικό περιβάλλον, θά παρῆγαν μέτρια μόνο ὄργανα.

Ἡ ἀρχή ἰσχύει γιά τούς ἀνθρώπους ὅπως καί γιά τά δένδρα: ὅπως οἱ κακουχίες τῆς ἐκπαιδεύσεως κάνουν τό μουσικό, τόν ἀθλητή καί τό στρατιώτη δυνατοτέρους, ἔτσι καί τά τείχη τῆς ἀντιξοότητος μποροῦν νά κάνουν τόν καθένα ἀπό μᾶς δυνατότερο».

«“Οἱ χαρταετοί ἀνεβαίνουν ψηλότερα κόντρα στόν ἄνεμο —ὄχι μαζί του”».

«Κάποτε ἕνας ἡλικιωμένος παθολόγος μέ συμβουλεύθηκε γιατί ἔπασχε ἀπό σοβαρή κατάθλιψι. Δέν μποροῦσε νά ξεπεράση τό χαμό τῆς γυναίκας του, πού εἶχε πεθάνει πρίν δύο χρόνια καί πού τήν εἶχε ἀγαπήσει πάνω ἀπ᾽ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τώρα πῶς θά μποροῦσα νά τόν βοηθήσω, τί ἔπρεπε νά τοῦ πῶ; Ἔτσι, ἀπέφυγα νά τοῦ πῶ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἀλλά νά τοῦ θέσω τήν ἐρώτησι: “Τί θά εἶχε συμβῆ, γιατρέ, ἐάν εἶχες πεθάνει πρῶτος καί ἡ γυναῖκα σου θά ἔπρεπε νά ἐπιζήση;”. “Ὤ”, εἶπε, “αὐτό θά ἦταν τρομερό γι᾽ αὐτήν· πόσο θά ὑπέφερε”! Μετά ἀπ᾽ αὐτό ἀπάντησα: “Βλέπεις, γιατρέ, ἕνα τέτοιο πόνο τόν γλύτωσε καί εἶσαι ἐσύ πού τή γλύτωσες ἀπό τέτοιο πόνο, ἀλλά τώρα πρέπει νά πληρώσης γι᾽ αὐτό μέ τό νά ἐπιζήσης καί νά πενθῆς”. Δέν εἶπε λέξι, ἀλλά μοῦ ἔσφιξε τό χέρι καί ἥσυχα ἔφυγε ἀπό τό γραφεῖο μου. Ὁ πόνος γίνεται ὑποφερτός ἀπ᾽ τή στιγμή κατά τήν ὁποία θά βρεθῆ ἕνα νόημα, ὅπως τό νόημα τῆς θυσίας.

Βέβαια, αὐτή δέν ἦταν θεραπεία μέ τήν ὀρθή σημασία. Ἀλλά, πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα, ἡ ἀπελπισία του δέν ἦταν μιά ἀρρώστια καί ἐξάλλου ἐγώ δέν θά μποροῦσα ν᾽ ἀλλάξω τή μοίρα του, δέν μποροῦσα νά τοῦ ξαναφέρω τή γυναῖκα του στή ζωή. Ἀλλά, τουλάχιστο, πέτυχα ν᾽ ἀλλάξω τή στάσι του μπροστά σέ ἕνα μοιραῖο γεγονός πού δέν ἄλλαζε, οὕτως ὥστε ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα θά μποροῦσε τουλάχιστον νά δῆ ἕνα νόημα στόν πόνο του… Ἡ κύρια φροντίδα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι νά ψάχνη νά βρῆ εὐχαρίστησι (pleasure) ἤ ν᾽ ἀποφεύγη τόν πόνο, ἀλλά μᾶλλον νά βρῆ ἕνα νόημα στή ζωή του. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νά ὑποφέρη, μόνο ὅταν μπορῆ νά ἔχη τήν ἱκανοποίησι ὅτι ὁ πόνος του εἶχε ἕνα νόημα».

«Κατά τή διάρκεια τοῦ Α´ Παγκ. πολέμου ἕνας Ἑβραῖος στρατιωτικός γιατρός στόν Αὐστριακό στρατό βρισκόταν δίπλα σ᾽ ἕνα συνταγματάρχη, ὅταν ἄρχισαν νά πέφτουν πυκνοί πυροβολισμοί. Ὁ συνταγματάρχης εἶπε κοροϊδευτικά: “Ἀκόμη μιά ἀπόδειξι ὅτι ἡ Ἄρεια φυλή εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τή Σημιτική. Φοβᾶσαι, δέν εἶναι ἔτσι;”. “Καί, βέβαια, φοβᾶμαι”, ἦταν ἡ ἀπάντησι τοῦ γιατροῦ. “Ἀλλά ποιός εἶναι ἀνώτερος; Ἐάν ἐσύ, ἀγαπητέ μου συνταγματάρχα, φοβόσουν ὅπως ἐγώ, θά εἶχες φύγει πρό πολλοῦ”. Ὁ φόβος καί ἡ ἀνησυχία αὐτές καθ᾽ ἑαυτές δέν ὑπολογίζονται. Αὐτό πού μετράει εἶναι ἡ στάσι μας μπροστά στά γεγονότα μᾶλλον παρά αὐτά καθ᾽ ἑαυτά τά γεγονότα».

«Φαντασθεῖτε πῶς θά ἦταν ἄν ζούσαμε τή ζωή μας χωρίς ποτέ νά ἐμπλακοῦμε μ᾽ ἕνα ἐχθρό ἤ κάποια ἄλλα ἐμπόδια ἐν προκειμένῳ, ἄν ἀπό τήν κούνια μας μέχρι τόν τάφο μας ὁ καθένας τόν ὁποῖο θά συναντούσαμε μᾶς κανάκευε, μᾶς στήριζε, μᾶς τάιζε (μαλακή, ἤπια, εὔπεπτη τροφή), μᾶς ψυχαγωγοῦσε μέ ἀστεῖες γκριμάτσες καί τά συνηθισμένα “κούκου”. Ἄν ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς περιέφεραν μέσα σέ ἕνα καλάθι (ἀργότερα ἴσως μέσα σέ ἕνα φορεῖο), χωρίς ποτέ νά συναντήσουμε καμμιά πρόκλησι, χωρίς ποτέ νά δοκιμασθοῦμε —ἐν συντομίᾳ, ἄν ὅλοι συνέχιζαν νά μᾶς μεταχειρίζωνται σάν μωρά. Αὐτό στήν ἀρχή ἴσως νά φαντάζη καλό. Γιά τούς πρώτους λίγους μῆνες τῆς ζωῆς ἴσως εἶναι ἀπαραίτητο. Ὅμως, ἄν αὐτό συνεχιζόταν, τότε τό μόνο ἀποτέλεσμα θά ἦταν νά γίνουμε ἕνα εἶδος μάζας ἀπό ζελατίνα, ἕνα τερατούργημα —μέ τή διανοητική καί συναισθηματική ἀνάπτυξι ἑνός μοσχαριοῦ. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀγώνας τῆς ζωῆς πού μᾶς κάνει αὐτούς πού εἴμασθε. Καί εἶναι οἱ ἐχθροί μας πού μᾶς δοκιμάζουν, μᾶς παρέχουν τήν ἀναγκαία ἀντίστασι γιά τήν ἀνάπτυξί μας».

«Ἀντιξοότητες εἶναι τό καμίνι ὅπου ξαναμπακιρώνεται ἡ ψυχή».

«Εἶναι πολύ τρυφερός γιά τούς πολύ καινούργιους πιστούς, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καί οἱ μητέρες μέ τά βρέφη τους. Συχνά τό ξεκίνημα τῆς Χριστιανικῆς τους ζωῆς σημαδεύεται ἀπό μεγάλη χαρά, ἐντυπωσιακή φροντίδα, ἀξιοσημείωτες ἀπαντήσεις σέ προσευχές, καί ἄμεση καρποφορία στίς πρῶτες τους προσπάθειες γιά μαρτυρία· ἔτσι ὁ Θεός τούς ἐνθαρρύνει καί τούς στερεώνει στή ζωή. Ἐνῶ, ὅμως, γίνονται ὅλο καί πιό δυνατοί καί μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν περισσότερα, τούς γυμνάζει σ᾽ ἕνα πιό δύσκολο σχολεῖο. Τούς ἐκθέτει σέ τόση δοκιμασία μέ τήν πίεσι ἀντιθέτων δυνάμεων ὅση μποροῦν ν᾽ ἀντέξουν —ὄχι περισσότερη (βλέπε τήν ὑπόσχεσι: «ὁ Θεός δέν θά σᾶς ἀφήση νά πειρασθῆτε πάνω ἀπ᾽ ὅσο μπορεῖτε»(Α´ Κορ 10, 13)), ἀλλά οὔτε καί λιγότερη (βλέπε τήν προτροπή: «μέ πολλές θλίψεις πρέπει νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ»(Πρξ 14, 22)). Ἔτσι φτιάχνει τό χαρακτῆρα μας, δυναμώνει τήν πίστι μας, καί μᾶς προετοιμάζει νά βοηθήσουμε ἄλλους. Ἔτσι διαμορφώνει μέσα μας τήν αἴσθησι τῶν ἀξιῶν. Ἔτσι δοξάζεται στή ζωή μας, δείχνοντας τή δύναμί Του στήν ἀδυναμία μας. Συνεπῶς, δέν εἶναι καθόλου ἀφύσικο νά αὐξηθοῦν οἱ πειρασμοί, οἱ συγκρούσεις, καί οἱ πιέσεις, καθώς ὁ πιστός συνεχίζει νά ζῆ μέ τό Θεό —ἀντίθετα, κάτι δέν θά πήγαινε καλά ἄν δέν συνέβαινε αὐτό».

«Τό μόνο τό ὁποῖο ἔχεις νά κάνης γιά νά “βγῆ ὁ ἥλιος” κάθε φορά κατά τήν ὁποία ξυπνᾶς νιώθοντας αὐτολύπησι, εἶναι ἁπλῶς νά πάρης τήν πρωϊνή ἐφημερίδα. Μήν κοιτάξης τήν πρώτη σελίδα νωρίς τό πρωΐ, γιατί ἀλλιῶς θά θέλης πραγματικά νά πᾶς νά κρυφθῆς στό ὑπόγειο. Ἄνοιξε ἀρχικά τήν ἐφημερίδα στή σελίδα ὅπου δημοσιεύονται οἱ ἀναγγελίες θανάτων καί οἱ κηδεῖες!

Σ᾽ αὐτή τή σελίδα θά βρῆς ἕνα μεγάλο κατάλογο ἀπό ὀνόματα ἀνθρώπων πού θά δέχονταν εὐχαρίστως ν᾽ ἀλλάξουν θέσι μαζί σου, ἀκόμη καί μέ ὅλες σου τίς ταλαιπωρίες, τίς ἀμφιβολίες, τούς φόβους καί τά προβλήματα! Δοκίμασέ το κάθε φορά κατά τήν ὁποία νιώθεις πεσμένος τό πρωΐ, καί θά μ᾽ εὐχαριστῆς.

Ἀκοῦς τά πουλιά νά κελαηδοῦν τώρα;».

Αὐτό τό ἐπιχείρημα χρησιμοποίησε κι ὁ π. Ἐπιφ. Θεοδωρόπουλος: «Κάποιος νέος πού ἐκπαιδευόταν σέ σχολή ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ ζητοῦσε ἐπιμόνως νά μεσολαβήση ὥ­στε νά φύγη ἀπό τή σχολή καί νά γίνη ἁ­πλός στρα­τιώτης, διότι ἐκεῖ ἀντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες. Ὁ Γέροντας ἀφοῦ εἰς μάτην τοῦ συνιστοῦσε ὑπομονή, στό τέλος τοῦ λέει:

—Δέν πᾶς, παιδί μου, στό Ἄσυλο Ἀνιάτων νά πλη­­σιάσης ἕνα κατάκοιτο καί νά τοῦ πῆς: Φίλε, ἀλλάζουμε θέσι; Νά πᾶς ἐσύ στή σχολή ἀξιωματικῶν κι ἐγώ στό κρεβ­άτι σου; Θά ἔβλεπες τότε, ἄν εἶχε μιά τέ­τοια δυνατότητα, νά πεταγόταν σάν ἐλατήριο καί νά ἔτρεχε μέ χαρά νά πάρη τή θέσι σου ἤ καί ἄλλη ἀκό­μη δυσκολότερη. Ἄχ, παιδί μου! Ἔχουμε τήν ὑγεία μας κι εἴμασθε ὅλο παρά­πονα καί γκρίνια!

Καί ὁ νέος ἔφυγε ἀλλαγμένος καί ἀναπτερωμένος».

«Ἡ ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ἐκ τῶν προτέρων κατά τῶν ἀσθενειῶν ἐμβόλια. Οἱ θλίψεις, λοιπόν, … τίς ὁποῖες ἐπιτρέπει ὁ Θεός εἶναι σάν τά ἐμβόλια. Εἶναι δέ εὐεργετικότατες ἐπειδή πάντοτε τά προληπτικά μέτρα εἶναι ἀνώτερα ἀπό τά μέτρα τῆς θεραπείας, διότι αὐτά συνήθως γίνονται κατόπιν ἑορτῆς».

«Ἔχουμε, καθισμένο ἕνα ὑποθετικό ἄνθρωπο πού εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς πίστεως καί τοῦ λέμε: Γιά πές μας, γιατί γίνονται αὐτά; Αὐτός θά σοῦ ἀπαντήση τό ἑξῆς: Στάσου, ἀγαπητέ μου, ἕνα λεπτό. Μέ ρωτᾶς, γιά ποιό λόγο ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά γίνη τό τάδε δυστύχημα ἤ ἡ τάδε συμφορά; Ἄς πάρουμε ὡς δεδομένο ὅτι ἐγώ δέν ξέρω τί νά σοῦ ἀπαντήσω —καί σοῦ λέω ὅτι πραγματικά δέν ξέρω. Τί βγαίνει ἀπ᾽ αὐτό;

Θά κάνω τώρα μιά κριτική ἀνάλυσι αὐτοῦ τοῦ “δέν ξέρω”. Δέν ἀσχοληθήκαμε σέ προηγούμενες συναντήσεις μας μέ τή φιλοσοφική ἀντιμετώπισι τῆς πίστεως, μέ τή φιλοσοφική κριτική; Αἴ, τότε καί ἡ ἀπιστία θά ὑπόκηται σέ φιλοσοφική κριτική. Γιατί τό νά ἔχης ἀπορία καί νά πῆς “Θεέ μου, γιατί ἐπέτρεψες τό τάδε κακό;”, αὐτό τό καταλαβαίνω. Ἀλλά ἐδῶ δέν πρόκειται οὔτε γιά τό παράπονο οὔτε γιά τήν ἀπορία. Πρόκειται γιά τή φιλοσοφική πρότασι πού λέει: Δέν ὑπάρχει Θεός καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν τόσα φοβερά πράγματα. Ἤ, μέ ἄλλη διατύπωσι, ὑπάρχει μέν Θεός, ἀλλά χωρίς καθόλου νά προνοῆ γιά τόν κόσμο, καί ἀπόδειξι αὐτοῦ εἶναι ὅτι στόν κόσμο συμβαίνουν αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε.

Ἀπευθύνομαι, λοιπόν, σ᾽ ἕναν ἀπό σᾶς γιά νά τόν ρωτήσω: Ποιά εἶναι ἡ αἰτία, ἡ εὔλογη αἰτία, ἡ ἐξήγησι —ἄς τά πῶ νομικά— ἡ justa causa, ἡ δίκαιη αἰτία αὐτῶν τῶν κακῶν γεγονότων τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω; Ἡ ἀπάντησι πού δίνεται εἶναι: Δέν ξέρω. Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τώρα ἀναλυτικότερα τί ἐννοοῦμε μ᾽ αὐτό τό “δέν ξέρω”.

Μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ προσπάθεια γιά τήν ἐπίλυσι αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, θά μᾶς ὁδηγήση σ᾽ ἕνα ἄλλο πρόβλημα, στό ὁποῖο ἔχουμε, ἤδη, ἀναφερθῆ. Τό πρόβλημα αὐτό πού σήμερα μέν δέν συζητεῖται σοβαρά, ἀλλά ἄλλοτε τυράννησε τήν ἀνθρωπότητα εἶναι τό ἑξῆς: “Δέν βλέπω τό Θεό, ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει. Εἶδες ποτέ σου τό Θεό; Ὄχι. Ἄρα Θεός δέν ὑπάρχει”. Ἀλλ᾽ αὐτό εἶναι ἕνα σόφισμα, ἕνα ὑπόδειγμα σοφίσματος. Γιατί προϋποθέτει ὡς μείζονα πρότασι μιά πρότασι πού ἔχει ληφθῆ ἀπό ἄλλο συμπέρασμα, πού γίνεται μείζων πρότασι μέ τή σειρά του καί πού λέει ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει ἐγώ τό “βλέπω”. Αὐτό δέν τό βλέπω, ἄρα αὐτό δέν ὑπάρχει. Εἶναι, ὅμως, μωρός ὁ ἰσχυρισμός κατά τόν ὁποῖο κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπω, ἀφοῦ κι ἀπ᾽ τά φυσικά πράγματα ἀκόμη, ἀπ᾽ τά ἐλεγχόμενα καί τά ψηλαφώμενα ἀπ᾽ τόν ἄνθρωπο, βλέπουμε ἀπειροστό μόνο. Εἴπαμε δέ ὅτι ἀκριβῶς ἡ πρόοδος τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν ἀποδεικνύει πόσο μωρό ἦταν αὐτό πού λεγόταν τότε, διότι ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι καί ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο, ξέρουμε τό ἀπειροστό μόνο. Κι ὅταν προβαλλόταν αὐτός ὁ ἰσχυρισμός, οἱ τότε ἄνθρωποι δέν εἶχαν ἰδέα τῆς ὑπάρξεως πολλῶν ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμεῖς ξέρουμε σήμερα. Ὅταν λ.χ. ὁ La Μettrie μιλοῦσε γιά τό “L᾽ homme machine (: ὁ ἄνθρωπος-μηχανή)”, δέν ἤξερε κἄν ὅτι ὑπάρχει ἠλεκτρισμός! Βέβαια, ὁ ἠλεκτρισμός ὑπῆρχε, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι τότε δέν τό ἤξεραν. Τό ἴδιο, βέβαια, πρέπει νά ποῦμε γιά τήν τεράστια δύναμι, τήν ἀτομική ἐνέργεια, γιά τήν ὕπαρξι τῆς ὁποίας οἱ ἐπιστήμονες πού ζοῦσαν τότε δέν εἶχαν ἰδέα! Ὅταν, λοιπόν, γιά τόν ὑλικό κόσμο εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε ὅτι κάθετί πού ὑπάρχει τό βλέπουμε, πόσο μᾶλλον εἶναι ἀνόητο νά ποῦμε τό ἴδιο καί γιά ἐκεῖνα πού βρίσκονται πέρα ἀπ᾽ τόν ὑλικό κόσμο!

Κάποιος ἄλλος, ὅμως, μπορεῖ νά μοῦ πῆ: Γιατί μᾶς τά λές αὐτά; Ἐμεῖς δέν μιλᾶμε γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς μιλᾶμε γιά τήν Πρόνοιά Του. Γιατί ἐπανέρχεσαι σ᾽ αὐτά, τά περί ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ;

Ἀπάντησι: Ἐπανέρχομαι γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στό βάθος εἶναι ὁ ἴδιος συλλογισμός. Κι ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νά προσθέσω ὅτι πρόκειται ἐπίσης, καί γιά τήν ἴδια μωρία. Ποιός συλλογισμός προϋποτίθεται; Ὁ ἑξῆς: Ἀφοῦ δέν ξέρουμε τήν αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν κακῶν, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει. Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἀντίγραφο τοῦ προηγουμένου συλλογισμοῦ. Ὅπως εἴπαμε, ὁ συλλογισμός εἶναι: “Ἐγώ βλέπω κάθετί πού ὑπάρχει. Τό Θεό δέν τόν βλέπω, Θεός ἄρα δέν ὑπάρχει”. Στό συλλογισμό αὐτό τό σόφισμα βρίσκεται στή μείζονα πρότασι. Ὁ ἴδιος συλλογισμός ἐπαναλαμβάνεται καί στό θέμα τῆς Προνοίας πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ: “Ἄν ὑπῆρχε αἰτία γι᾽ αὐτά τά κακά τά ὁποῖα ἀναφέραμε παραπάνω, θά τήν ἤξερα. Τήν αἰτία τους δέν τήν ξέρω, ἄρα αἰτία δέν ὑπάρχει”. Αὐτός εἶναι ὁ συλλογισμός! Γιατί, ὅπως ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε ἐμεῖς εἶναι ἀπειροστό ἀπό ἐκεῖνο πού ὑπάρχει, ἔτσι καί στόν κόσμο πού ἀφορᾶ τήν αἰτιώδη ἀλληλουχία τῶν φαινομένων, ἐκεῖνα τά ὁποῖα γνωρίζουμε εἶναι ἀπειροστό τῆς ὅλης πραγματικότητος. Τό ὅτι δέν ξέρουμε τή justa causa, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοια αἰτία».

«Καί θά ἔλθω τώρα στά λεγόμενα “ἄσκοπα” τοῦ Λουκιανοῦ. Νομίζω ὅτι πολλά ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ δέν φαινόταν ἄλλοτε νά ἔχουν καμμία σκοπιμότητα. Μέ τήν πάροδο, ὅμως, τοῦ χρόνου, ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη καί δίνει ἀπάντησι στό Λουκιανό, γιατί ὅσο προχωρεῖ τόσο διαπιστώνει ὅτι αὐτά πού νομίζονταν ἄλλοτε ὡς ἄσκοπα εἶναι σκόπιμα. Ἡ πρόοδος, δηλαδή, τῆς ἐπιστήμης περιορίζει τήν περιοχή τοῦ ἀσκόπου. Ἀρκεῖ νά σκεφθῆτε ὅτι, ὅταν τά ἔλεγε αὐτά ὁ Λουκιανός, δέν εἶχε ἰδέα τῆς κυκλοφορίας τοῦ αἵματος! Καταλαβαίνετε τώρα τή μωρία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος; Ἡ δέ μεγάλη του φαντασία, τόσο προέβλεπε τά γεγονότα, ὥστε στόν ἴδιο διάλογο λέει καί τά ἑξῆς: Δέν τά παρατᾶτε αὐτά; Τό νά θέλετε νά τά ἐρευνήσετε, εἶναι σάν νά θέλω ἐγώ —λέει— “πτηνός γενόμενος αὐθημερόν ἐς Αἰθίοπας πορεύσομαι (: νά πετάξω καί νά φθάσω αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες)”. Τό λέει δέ αὐτό ὡς ἕνα ὑπόδειγμα ἀνοησίας. Καί τώρα, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τά ἀεροπλάνα τῆς Εthiopian Αirlines, πού σέ πᾶνε ὄχι αὐθημερόν ἀλλά σέ λίγες ὧρες στούς Αἰθίοπες, κάθε φορά κατά τήν ὁποία βλέπω τέτοιο ἀεροπλάνο, θυμᾶμαι καί τό Λουκιανό! Ἑπομένως, ὅταν λέμε ὅτι κάτι εἶναι ἄσκοπο, δέν σημαίνει τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πώς εἶναι κάτι τοῦ ὁποίου δέν ξέρουμε ἀκόμη τή σκοπιμότητα.

Εἶναι, λοιπόν, ὁ συλλογισμός πού προβάλλεται ἕνα σόφισμα, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, βάσι εἶναι ἡ πρότασι: Ἐάν ὑπῆρχε δικαιολογία, ἐάν ὑπῆρχε ἐξήγησι, ἐγώ θά τήν ἤξερα. Δέν τήν ξέρω, ἄρα ἐξήγησι δέν ὑπάρχει. Κι ἐπειδή σήμερα γιά τά ἄσκοπα δέν ἔχουμε ἀκόμη ἐξήγησι, ἄρα… δέν ὑπάρχει κυβερνήτης τοῦ κόσμου!

Καί τώρα θά σᾶς διηγηθῶ κάτι πού συνέβη σ᾽ ἐμένα. Ἤμουν στό Ἁμβοῦργο τό 1937, ὅταν δηλαδή ὁ Hitler μεσουρανοῦσε. Ἕνας προσφιλέστατός μου καθηγητής, ὁ Βruck, ὁ κατ᾽ ἐξοχήν καθηγητής μου, εἶχε παυθῆ. Ἦταν Ἑβραῖος —ἐγώ αὐτό δέν τό ἤξερα, τότε τό ἔμαθα— εἶχε, λοιπόν, παυθῆ καί βρισκόταν σέ δυστυχία, ἀπομονωμένος. Κανείς δέν τόν ἐπισκεπτόταν, γιατί ὅλοι φοβοῦνταν τή Gestapo. Ἡ γυναῖκα του ἦταν στό νοσοκομεῖο ἄρρωστη. Εἶχαν ἕνα ἀγοράκι κι αὐτός ἔμενε στό σπίτι μόνος, κατάμονος. Θυμᾶμαι δέ τό δραματικό τῆς στιγμῆς, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα. Ἡ τελευταία φορά κατά τήν ὁποία τόν εἶχα δεῖ ἦταν ὅταν εἶχε δοθῆ μιά πολύ μεγάλη δεξίωσι στό σπίτι τους, γιατί ἡ γυναῖκα του ἦταν, νομίζω, ἐγγονή τοῦ Βismarck, ἦταν δηλαδή ἀπό πολύ ἀριστοκρατικό σπίτι. Πῆγα, λοιπόν, καί εἶδα τόν καθηγητή μου αὐτό σ᾽ ἀπελπιστική κατάστασι. Ἐκεῖνος, βέβαια, ἐξεπλάγη πού μέ εἶδε. Κουβεντιάσαμε καί στή συνέχεια τοῦ εἶπα κάτι καί γιά τό Χριστιανισμό. Ὁπότε μοῦ λέει: “Κάνετέ μου τή χάρι νά μοῦ ἐξηγήσετε τό ἑξῆς: Ἀφοῦ λέτε ὅτι ὑπάρχει Θεός καί ὅτι ὁ Θεός κυβερνᾶ τόν κόσμο καί μᾶς ἀγαπάει, γιατί ἀφήνει τό Hitler νά εἶναι στήν ἐξουσία;”. Λίγο, ὅμως, πρίν μοῦ θέση αὐτή τήν ἐρώτησι, εἶχε πάει στήν κουζίνα νά μοῦ φέρη νερό καί καθυστέρησε. Ἐν τῷ μεταξύ ἐγώ κουβέντιασα μέ τό παιδάκι του. Τοῦ λέω: Τί κάνεις; Ὁ μπαμπᾶς σου σ᾽ ἀγαπάει πολύ. Μοῦ ἀπαντᾶ τότε: Δέν μ᾽ ἀγαπάει. Τί λές, παιδί μου, ὁ μπαμπᾶς σου δέν σ᾽ ἀγαπάει; Πῶς δέν σ᾽ ἀγαπάει. Δέν μ᾽ ἀγαπάει, μοῦ ἀπαντᾶ, γιατί, ἀφοῦ μ᾽ ἀγαπάει, γιατί δέν μ᾽ ἀφήνει νά παίζω στό δρόμο μέ τ᾽ ἄλλα παιδάκια, ἀλλά μ᾽ ἔχει ἐδῶ κλεισμένο; Ὅταν, λοιπόν, ὁ καθηγητής μου αὐτός μοῦ ἔθεσε τό ἐρώτημα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, θά σᾶς προδώσω τό παιδάκι σας, ἀλλά μήν τοῦ τό πῆτε. Τό παιδί, λοιπόν, μοῦ εἶπε αὐτό κι αὐτό. Μά, μοῦ ἐξηγεῖ, πῶς νά τοῦ πῶ τό λόγο γιά τόν ὁποῖο δέν τό ἀφήνω νά κατέβη στό δρόμο; Μή μοῦ τά λέτε αὐτά, τοῦ ἀπαντῶ, γιατί ἐγώ τά ξέρω. Δέν ἤθελε, δηλαδή, νά βγῆ τό παιδάκι του ἔξω, γιατί μόλις θά ἔβγαινε θά τό κακοποιοῦσαν οἱ… γενναῖοι Nazi! Ἠταν, δηλαδή, γιά τό παιδάκι του ἡ ἔξοδος ἀπ᾽ τό σπίτι κίνδυνος-θάνατος. Ἀλλά, ἀπ᾽ τό ἄλλο μέρος, δέν ἤθελε καί νά τραυματίση τό παιδί του μέ τό νά τοῦ πῆ ὅτι ὁ κόσμος εἶναι τόσο κακός.

Λοιπόν, τοῦ λέω: Κύριε καθηγητά μου, βλέπετε ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἀπόδειξι ὅτι δέν τό ἀγαπᾶτε τό παιδί σας; Ὄχι, μοῦ λέει, γιατί τό παιδί δέν καταλαβαίνει. Μιά ἐρώτησι τοῦ λέω θά σᾶς κάνω ἀκόμη καί τελειώσαμε: Κύριε καθηγητά, θά μοῦ πῆτε τώρα κάτι: Ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό δικό σας μυαλό ἀπ᾽ τό μυαλό τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τοῦ παιδιοῦ σας ἀπ᾽ τό δικό σας μυαλό; Ἀπαντᾶ, αἴ βέβαια. Λοιπόν, συνεχίζω, ὅσο τό γεγονός ὅτι τό παιδάκι σας δέν ξέρει γιά ποιά αἰτία δέν τό ἀφήνετε νά βγῆ ἔξω ἀποτελεῖ ἀπόδειξι ὅτι δέν προνοεῖτε ἐσεῖς γιά τό παιδί σας καί δέν τό ἀγαπᾶτε, ἄλλο τόσο ἀποτελεῖ ἀπόδειξι καί τό γεγονός ὅτι οὔτε σεῖς οὔτε ᾽γώ ἔχουμε μιά ἀπάντησι στό ἐρώτημα γιατί ὁ Θεός ἀφήνει τό Hitler νά κυβερνᾶ. Ἁπλούστατα, δέν ξέρω.

Λύσαμε τό ζήτημά μας; Ὄχι. Εἶναι ἀνηφορικός ὁ δρόμος. Ὥς τώρα, τί κάναμε; Ἕνα συλλογισμό. Εἴπαμε τοῦτο: Ὅτι, βέβαια, ἡ ἔλλειψι ἀπαντήσεως δέν ἀποτελεῖ ἀπόδειξι τοῦ ἀντιθέτου. Δέν ξέρω, κι αὐτό τό “δέν ξέρω” δέν σημαίνει τίποτε. Ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶπε ὁ καθηγητής Joad γιά τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν πρέπει νά εἶναι ἔτσι καμωμένο, ὥστε νά χωράη στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα, αὐτό τό ἴδιο εἶναι δυνατόν νά ἐπαναλάβουμε κι ἐδῶ: Δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί τό σύμπαν θά κυβερνᾶται ἔτσι, ὥστε νά ἐξηγῆται στό μυαλουδάκι ἑνός ἀνθρώπου τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἔτσι εἶναι αὐτά, ἐντελῶς ἀβίαστα.

Ἀλλά τό ζήτημά μας, τῆς θεοδικίας, δέν λύθηκε μ᾽ αὐτό. Καί δέν λύθηκε γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί μ᾽ αὐτό τίθεται ἕνα ἄλλο ζήτημα, πού λέει: Κι, ὅμως, εἴχατε δίκηο ὅταν λέγατε ὅτι εἶναι ἐκτός τοῦ κύκλου τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου ἡ ὑπόθεσι αὐτή, κι ἐγώ εἶχα κάνει λάθος σ᾽ αὐτά τά ὁποῖα εἶπα στήν ἀρχή. Εἶναι, δηλαδή, ψεύτικη ἡ θέσι τοῦ ζητήματος. Βέβαια, μέσα στόν κύκλο τοῦ ἐλεγκτοῦ εἶναι τά γεγονότα. Ἡ ἐξήγησι, ὅμως, εἶναι πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο τοῦ ἀνθρωπίνου ἐλέγχου. Ἀλλ᾽ αὐτό τό “πέρα ἀπ᾽ τόν κύκλο” τό ὁποῖο λέμε, δέν σημαίνει τίποτε. Δέν σημαίνει ἰδίως ὅτι δέν ἐλέγχεται, κατά κάποιο τρόπο. Δηλαδή, γιά νά ἔχη πληρότητα ἡ συζήτησί μας: Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀπαιτεῖται πίστι γιά νά δεχθῶ ὅτι ὁ κόσμος κυβερνᾶται ἀπ᾽ τό Θεό κι ἐκεῖ ὅπου βλέπω τό ἄσκοπο ἤ τό κακό. Πίστι, ἐννοεῖται, ὄχι μεγαλύτερη οὔτε διαφορετική ἀπ᾽ τήν πίστι τήν ὁποία ἔχουμε σ᾽ ὅλες μας τίς συναλλαγές. Ἐπιμένω στό παράδειγμα τό ὁποῖο ἀνέφερα, τοῦ παιδιοῦ τοῦ καθηγητή Βruck. Οἱοσδήποτε πού ἔχει ἐμπιστοσύνη σ᾽ ἕνα προϊστάμενο, σ᾽ ἕνα πατέρα, σ᾽ ἕνα κυβερνήτη, σ᾽ ἕνα στρατηγό —ἰδίως στό στρατό φαίνεται αὐτό— διερωτᾶται γιά κάποια πρᾶξι του καί λέει: Τώρα μέν γιατί αὐτός ἐνεργεῖ ἔτσι δέν τό ξέρω, καί βέβαια μοῦ φαίνεται παράλογο, ἀλλά πιστεύω, ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό λόγο του γιά τόν ὁποῖο τό κάνει. Τά λέω αὐτά, γιά τόν ἑξῆς λόγο: Γιατί στή διακυβέρνησι τοῦ κόσμου ἀπ᾽ τό Θεό τίθενται στή Θεία Πρόνοια ζητήματα πού εἶναι πολύ μεγάλα, πού εἶναι πέρα ἀπ᾽ τίς δυνατότητες τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας. Τά ὁποῖα, ὅμως, δικαιώνονται καί νομιμοποιοῦνται. Καί νά πῶς:

Ἐάν εἶναι παράλογο νά μή δέχωμαι τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, εἶναι λογικό τερατούργημα νά δέχωμαι μέν τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὄχι καί τήν Πρόνοιά Του. Τό ὅτι δέ ἡ διακυβέρνησι τοῦ κόσμου γίνεται μέ τρόπο τόν ὁποῖο ἐγώ πολλές φορές δέν μπορῶ νά καταλάβω, αὐτό ἀκριβῶς δείχνει ὅτι εἶναι Θεός αὐτός πού κυβερνᾶ κι ὄχι ἄνθρωπος. Γιά Θεία Πρόνοια μιλᾶμε κι ὄχι γιά ἀνθρώπινη. Καί, ἑπομένως, γιατί ἡ Θεία Πρόνοια πρέπει σώνει καί καλά νά χωράη στό δικό μου μυαλουδάκι; Κι ἐπαναλαμβάνω: Τουλάχιστον ὅσο διαφέρει τό μυαλουδάκι ἑνός μικροῦ παιδιοῦ ἀπ᾽ τό δικό μου μυαλό, δέν διαφέρει καί τό δικό μου μυαλό ἀπ᾽ τό μέγα Νοῦ τοῦ Θεοῦ; Ἔρχεται, ἄς ποῦμε, ἕνας γιατρός γιά νά κάνη ἔνεσι σ᾽ ἕνα παιδάκι καί μέ μιά βελόνα τό τρυπάει. Πῶς τώρα νά πείσης αὐτό τό παιδάκι ὅτι αὐτό τό τρύπημα, πού τό πονάει, γίνεται γιά τό καλό του; Ἐμεῖς, γι᾽ αὐτά τά θέματα, νομίζετε ὅτι εἴμασθε πολύ παραπάνω ἀπ᾽ τά νήπια; Ἐγώ νομίζω ὅτι δέν εἴμασθε κἄν νήπια!

Ἑπομένως, ἐφόσον ἔχουμε τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ μπροστά μας, τή βλέπουμε αὐτή τήν Πρόνοια σέ τόσα πράγματα καί τελικά τήν ἐμπιστευόμασθε, καταλήγω στό ὅτι κι ἐκεῖ πού δέν βλέπουμε, ἡ Πρόνοια αὐτή ἔχει τή δικαίωσί της, τό λόγο της…

Καί στό ἐρώτημα τό ὁποῖο θά μοῦ θέσετε, “πῶς ὑπάρχει κακό, ἀφοῦ ὑπάρχει Θεός;” ἀντερωτῶ: “Πῶς ὑπάρχει καλό, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός;”. Γιά νά καταλάβετε αὐτό τό ἐρώτημα, θά προσθέσω τό ἑξῆς: Ρωτᾶς πῶς συμβιβάζεται μέ τήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ τοῦτο ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο πού δέν ἔχουμε τήν ἐξήγησί του. Δέν δικαιοῦμαι, ὅμως, κι ἐγώ νά σέ ρωτήσω, πῶς συμβιβάζεται μέ τή μή ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ἡ ἀπίστευτη, ἡ ἀσύλληπτη ἁρμονία καί τάξι πού ὑπάρχει στόν κόσμο, μπροστά στήν ὁποία καταπλήσσομαι, κι ὅσο ὡς ἄνθρωπος γίνομαι ἐπιστημονικότερος, τόσο καί περισσότερο καταπλήσσομαι; Θά φέρω τήν ἑξῆς εἰκόνα: Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἀμφιβάλλει ἕνας ἄν ὑπάρχη ἀστυνομία καί μοῦ λέει: Πῶς ὑπάρχει ἀστυνομία ἀφοῦ γίνονται κλοπές; Τοῦ ἀπαντῶ: Πῶς γίνονται μόνο αὐτές οἱ κλοπές, ἀφοῦ λές ὅτι δέν ὑπάρχει ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε ἀστυνομία; Φαντάζεσαι τί θά γινόταν, ἄν δέν ὑπῆρχε Ἰθύνων Νοῦς;

Μένει ἀκόμη ν᾽ ἀναφέρουμε καί τή σχετική ἀπάντησι τήν ὁποία εἶχε δώσει ὁ Σωκράτης. Ἕνα, λέει, μόνο θ᾽ ἀναφέρω: Ὅτι ἡ μύτη μας εἶναι ἐδῶ μπροστά, ὥστε ὅταν πρόκηται νά φᾶμε νά μυριζώμασθε τά βρώματα. Ὁ Σωκράτης τό εἶπε αὐτό. Κι ἀπ᾽ τό Σωκράτη ὥς τό [γιατρό] Carrel, τί ἀπόστασι!

Ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό. Μερικά ἀπ᾽ αὐτά μπαίνουν μέσα στήν περιοχή τοῦ κύκλου τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, καί, πρῶτον, ὁ κύκλος τῶν “ἀσκόπων” ὅλο καί μικραίνει. Πάρα πολλά “ἄσκοπα” ἦσαν ἄσκοπα γιά τό Λουκιανό, πού θεωροῦσε μωρία τό ὅτι “πτηνός γενόμενος (: θά πετάξης καί)” θά πᾶς αὐθημερόν στούς Αἰθίοπες. Ἀλλά δέν εἶναι ἄσκοπα γιά μᾶς. Δεύτερον δέ καί ἀπό ἄποψι τοῦ φυσικοῦ κακοῦ, εἶναι κάτι πού εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καί πάρα πολύ διδακτικό γιά μᾶς. Δέν θέλω βέβαια νά πῶ, ὅτι θά τά χωρέση ὅλα τό μυαλουδάκι μας. Ἀλλά ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι μεγάλο ποσοστό ἀπ᾽ αὐτές τίς ἀπορίες κάποτε ἐξηγεῖται σ᾽ ἐμένα καί στούς μεταγενεστέρους».

«Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά σένα, δέν σημαίνει ὅτι ὁ κόσμος ἤ καί οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς σου θά βαδίσουν ὅπως θά τό ἤθελες ἐσύ. Ὑπάρχει ἆραγε κανένας Πατέρας πού ἐπειδή ἀγαπάει τό παιδάκι του, διαμορφώνει τή ζωή του μέ τρόπο ἀντίστοιχο μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ παιδικοῦ μυαλοῦ; Γιατί δέν δέχεσαι ὅτι ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό μυαλουδάκι τό δικό σου ἀπ’ τό Μέγα Νοῦ εἶναι τουλάχιστον τόση ὅση ἡ ἀπόστασι πού χωρίζει τό παιδικό μυαλουδάκι, τό μυαλουδάκι τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἀπό σένα τόν ἴδιο; Γι’ αὐτό τό λόγο καί ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἡ πίστι στό Θεό δέν πρέπει νά σέ ὁδηγῆ στή σκέψι ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεός ὑπάρχει κι ἀγαπᾶ, θά πᾶνε ὅλα καλά, ὅλα ὅπως λένε κατ’ εὐχήν, δηλαδή, ὅλα ὅπως τά θέλουμε ἐμεῖς. Μία τέτοια πίστι δέν εἶναι μέν ἀπόβλητη, εἶναι, ὅμως, ἀφελής, εἶναι ἄς τήν ὀνομάσω ἔτσι, κατώτερη πίστι κι ὁδηγεῖ σέ δοκιμασίες. Γιατί, ὁδηγεῖ σέ ἄγνοια τοῦ σταυροῦ, τῆς πάλης, τῆς μάχης πού ἔχει τάξει σάν νόμο τῆς ζωῆς ὁ παντοδύναμος Θεός… Ἡ ἀνώτερη πίστι, δύσκολη ἀλλά εὐεργετική πίστι, εἶναι ὄχι ὅτι ὁ Θεός θά τά φέρη ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅτι ἐγώ τά θέλω ὅπως τά φέρει ὁ Θεός. Τό ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι πολύ δύσκολη πίστι, ἀλλά εἶναι πολύ εὐεργετική. Βάλε στή ζωή σου ἕνα σκοπό: νά γυμνάσης τόν ἑαυτό σου σ’ αὐτό τό σύνθημα καί θά δῆς τήν εὐτυχία, ὄχι μόνο νά κτυπάη τήν πόρτα τῆς ψυχῆς σου, ἀλλά νά μπαίνη μέσα στή ψυχή σου καί νά γεμίζη τήν προσωπικότητά σου! Προσοχή, ὅμως! Θέλει γυμναστική αὐτό. Δέν ἀποκτᾶται ἀπ’ τή μία μέρα ὥς τήν ἄλλη. Καί κόπο πολύ καί χρόνο πολύ ἔχει ἀνάγκη, ἀλλά μόλις ἀρχίση ἡ σχετική προσπάθεια, αὐτή ἡ ἀπαρχή εἶναι κι ὅλας μία πρώτη εἴσοδος τῆς εὐτυχίας μέσα στή ζωή.

Καί κάτι ἄλλο. Ἔχε ὑπόψιν σου, ὅτι αὐτός ὁ Πατέρας εἶναι πατέρας καί μέ τήν ἔννοια ὅτι σέ καταλαβαίνει. Σέ καταλαβαίνει ὅταν ἁμαρτάνης. Σέ καταλαβαίνει κι ὅταν ἀκόμη δέν Τόν πιστεύης. Γι’ αὐτό, ἐνῶ πρέπει νά συμμορφώνεσαι μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ…, δέν πρέπει ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀρετή νά σοῦ γίνη ἄγχος καί νά νομίζης, ὅτι καθ’ ἥν στιγμήν γιά τό παιδάκι σου εἶσαι ἕτοιμος νά καταλάβης ὁποιοδήποτε σφάλμα του, ὁ Πατέρας πού βρίσκεται στόν οὐρανό εἶναι ἀνίκανος γιά τέτοια κατανόησι. Μιά τέτοια ἐκδοχή εἶναι αὐτόχρημα βλασφημία.

Αὐτή δέ ἡ πατρική κατανόησι, νά εἶσαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει κι ὅταν ἡ πίστι κλονίζεται μέσα σου. Ἔχε ὑπόψιν σου ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας καί τήν ἀμφιβολία σου ἀκόμη τήν καταλαβαίνει. Μήν ἔχεις ἄγχος κι ἀγωνία ἐάν πιστεύης. Ἔχε μόνο συνεχῆ ἔλεγχο πάνω στόν ἑαυτό σου, ἄν εἶσαι συνεπής πρός αὐτά τά ὁποῖα πιστεύεις. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού πρέπει νά σέ ἀπασχολῆ καί πάλι χωρίς ἄγχος. Ἀλλά μέ θάρρος ν’ ἀπευθύνεσαι στόν Οὐράνιο Πατέρα πού καταλαβαίνει καί τίς πτώσεις σου, ὅπως καί τίς ἀμφιβολίες σου».

«Ζήτησα ἀπό τό Θεό δύναμι γιά νά κάνω ἄθλους. Ἔγινα ἀδύνατος γιά νά μπορῶ ταπεινά νά ὑπακούω…

Ζήτησα ὑγεία γιά νά μπορῶ νά κάνω μεγάλα πράγματα. Μοῦ δόθηκε ἀναπηρία γιά νά μπορῶ νά κάνω καλύτερα πράγματα…

Ζήτησα πλούτη γιά νά μπορέσω νά γίνω εὐτυχισμένος. Μοῦ δόθηκε φτώχεια γιά νά μπορέσω νά γίνω σοφός…

Ζήτησα ἐξουσία γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαμβάνω τά ἐγκώμια τῶν ἀνθρώπων. Μοῦ δόθηκε ἀδυναμία γιά νά μπορῶ νά νοιώθω τήν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ…

Ζήτησα ὅλα τά πράγματα πού θά μποροῦσα ν᾽ ἀπολαύσω στή ζωή μου. Μοῦ δόθηκε ζωή γιά νά μπορῶ ν᾽ ἀπολαύσω ὅλα τά πράγματα…».

«Πρίν ἀπό πολλά χρόνια, στή Σκωτία, ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε ἕνα ὄνειρο. Ὁ Κλάρκ καί ἡ σύζυγός του ἐργάζονταν καί ἀποταμίευαν, μέ τήν προοπτική νά ἐξασφαλίσουν στούς ἑαυτούς τους καί στά ἐννέα παιδιά τους τά ναῦλα γιά ἕνα ταξίδι στίς ΗΠΑ. Τό ἐγχείρημα ἦταν χρονοβόρο καί κοπιῶδες, ἀλλά τελικά κατάφεραν νά συγκεντρώσουν τό ἀπαιτούμενο ποσό. Ἔβγαλαν, λοιπόν, διαβατήρια κι ἔκαναν τίς ἀνάλογες κρατήσεις θέσεων στό ὁλοκαίνουργιο ὑπερωκεάνιο τῆς γραμμῆς.

Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας προσδοκοῦσαν μέ ἀνυπομονησία καί ἐνθουσιασμό αὐτό τό ταξίδι. Ὡστόσο, λίγες μέρες πρίν τήν ἀναχώρησι τοῦ πλοίου, ἕνας σκύλος δάγκωσε τό νεότερο γυιό τῆς οἰκογένειας Κλάρκ. Ὁ γιατρός καθάρισε καί ἔρραψε τό πληγωμένο πόδι, ἀλλά φεύγοντας τοποθέτησε μία κίτρινη σημαία στήν ἐξώπορτα τῆς οἰκίας. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ ἔμελλε νά κρατηθῆ σέ καραντίνα γιά δεκατέσσερεις μέρες, ἐπειδή ὁ σκύλος πού εἶχε δαγκώσει τό μικρό ἀγόρι μπορεῖ νά ἦταν λυσσασμένος.

Τά μέλη τῆς οἰκογενείας Κλάρκ εἶδαν μέ θλῖψι τό ὄνειρό τους νά καταρρέη. Δυστυχῶς ἦταν ἀδύνατον νά πραγματοποιήσουν τό προγραμματισμένο ταξίδι στίς ΗΠΑ. Ὁ πατέρας, ἀπογοητευμένος καί συνάμα ἔξαλλος ἀπό ὀργή, πῆγε στήν προκυμαία γιά νά παρακολουθήση τή μεγαλειώδη ἀναχώρησι τοῦ ὑπερωκεάνειου —χωρίς τήν οἰκογένειά του. Βλέποντάς το νά ἀπομακρύνεται στό πέλαγος, ὁ κύριος Κλάρκ ξέσπασε σέ λυγμούς κι ἄρχισε νά καταριέται τό γυιό του καί τό Θεό γιά τήν κακοδαιμονία τῆς οἰκογένειάς του.

Πέντε μέρες ἀργότερα κυκλοφόρησε στή Σκωτία καί στόν ὑπόλοιπο κόσμο ἡ τραγική εἴδησι: τό ναυάγιο τοῦ κολοσσιαίου Τιτανικοῦ. Τό φαινομενικά ἄτρωτο πλοῖο εἶχε βυθισθῆ μέσα σέ ἐλάχιστη ὥρα παρασύροντας στόν πυθμένα τῆς θαλάσσης ἑκατοντάδες ἀνθρώπους. Ἡ οἰκογένεια Κλάρκ εἶχε μείνει ἔξω ἀπό τό πλοῖο τήν τελευταία στιγμή, ἐξαιτίας τοῦ ἄτυχου περιστατικοῦ μέ τό σκύλο.

Ὅταν ὁ κύριος Κλάρκ ἔμαθε τά νέα, ἀγκάλιασε τό γυιό του καί εὐχαρίστησε τό Θεό πού ἔσωσε τήν οἰκογένειά του ἀπό βέβαιο χαμό, μετατρέποντας τήν τραγωδία σέ εὐλογία».

«Ἴσως ἀκούσατε τή φράσι: “Γιατί ν᾽ ἀνησυχῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά προσευχηθῆς;”. Κι, ὅμως, ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιδροῦν μερικοί χριστιανοί στίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, φαίνεται πώς ἔχουν ἀλλάξει τό σύνθημα αὐτό σέ: “Γιατί νά προσευχηθῆς ἀφοῦ μπορεῖς νά ἀνησυχῆς;”. Ἴσως φαίνεται ἀστεῖο, ἀλλά δυστυχῶς ἔτσι ἀντιμετωπίζουν πολλοί πιστοί τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἀντί νά ἀναθέτουν τά βάρη στόν Κύριο καί νά περιμένουν νά τούς βοηθήση, ἐπιμένουν νά προσπαθοῦν νά τά λύσουν μόνοι τους».

«—Μέ τή θλῖψι ὁ ἄνθρωπος μᾶλλον ἀγριεύει. Βαρυγγομάει καί κολάζεται.

—Ὄχι. Ὁ ἥλιος καίει μόνο τό βλαστό ἐκεῖνο πού δέν ἔχει ρίζα, ἐνῶ τόν ἄλλο τόν ζωογονεῖ καί τόν αὐξάνει. Ἡ φωτιά ἐπίσης, καίει μέν τά ξύλα καί τά ἄχυρα, ἀλλά τό χρυσό τόν καθαρίζει. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού δέν ἔχουν καμμιά ρίζα πνευματική μέσα τους, ἐκεῖνοι μόνο χειροτερεύουν. Τόν ἄσωτο υἱό ἡ θλῖψι τόν φλόγισε καί τοῦ ἄναψε μέσα του τόν πόθο τῆς ἐπιστροφῆς του στόν πατέρα». Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται ἄν θέλουμε νά γίνουμε ἄχυρο ἤ χρυσάφι.

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Οἱ Θλίψεις καί τό Ὄφελός τους – Bonus γιά Πόνους

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2012

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/ores-eksomologisis/ (Ώρες Εξομολόγησης)

http://www.truthtarget.gr/ournews/45-confessionhours.html (Ώρες Εξομολόγησης)

TRUTH TARGET

Sf. Scriptură despre Sfinţi – Romanian

images-37

Sf. Scriptură despre Sfinţi

Sourca: http://www.marturisitorii.ro

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

Să-Mi fiţi popor sfânt. (Ieş 22,31)

Sfinţiţi-vă şi veţi fi sfinţi, că Eu, Domnul Dumnezeul vostru, sfânt sunt. (Lev 11,44)

Să fie sfinţi ai Dumnezeului lor şi să nu pângărească numele Dumnezeului lor, că ei aduc jertfă Domnului şi pâine Dumnezeului lor şi de aceea să fie sfinţi… Cinsteşte-i ca pe sfinţi, căci ei aduc pâine Dumnezeului tău; sfinţi să vă fie, căci Eu, Domnul, Cel ce vă sfinţesc, sunt sfânt. (Lev 21,6,8)

Cu adevărat El a iubit pe poporul Său. Toţi sfinţii Lui sunt sub mâna Lui şi au căzut la picioarele Lui ca să asculte cuvintele Lui. (Deut 33,3)

Împotriva poporului Tău au lucrat cu vicleşug şi s-au sfătuit împotriva sfinţilor Tăi. (Ps 82,3)

Lăuda-vor cerurile minunile Tale, Doamne, şi adevărul Tău, în adunarea sfinţilor… Dumnezeul cel preaslăvit în sfatul sfinţilor, mare şi înfricoşător este peste cei dimprejurul Lui. (Ps 88,6,8)

Iar eu am cinstit foarte pe prietenii Tăi, Dumnezeule, şi foarte s-a întărit stăpânirea lor. (Ps 138,17)

Minunat este Dumnezeu întru sfinţii Lui, Dumnezeul lui Israel. (Ps 67,36)

Lăudaţi pe Domnul întru sfinţii Lui; lăudaţi-L pe El întru tăria puterii Lui. (Ps 150,1)

Mie, celui mai mic decât toţi sfinţii, mi-a fost dat harul acesta, ca să binevestesc neamurilor bogăţia lui Hristos, de nepătruns, şi să descopăr tuturor care este iconomia tainei celei din veci ascunse în Dumnezeu, Ziditorul a toate, prin Iisus Hristos. (Efes 3,8-9)

Deci, dar, nu mai sunteţi străini şi locuitori vremelnici, ci sunteţi împreună cetăţeni cu sfinţii şi casnici ai lui Dumnezeu. (Efes 2,19)

Faceţi în toată vremea, în Duhul, tot felul de rugăciuni şi de cereri, şi întru aceasta priveghind cu toată stăruinţa şi rugăciunea pentru toţi sfinţii. (Efes 6,18)

Ei [păcătoşii] vor lua ca pedeapsă pieirea veşnică de la faţa Domnului şi de la slava puterii Lui, când va veni să se preamărească întru sfinţii Săi şi să fie privit cu uimire de către toţi cei ce au crezut, pentru că mărturia noastră către voi a găsit crezare în ziua aceea. (2Tes 1,9-10)

597x379xSfintii-Martiri-Nasaudeni-Icoana-Marturisitorii-ro.jpg.pagespeed.ic.TtkmcpTd9USURCA:

http://www.marturisitorii.ro

My sites: http://gkiouzelis.wordpress.com

ΣΤΑΥΡΟΣ: ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ HOLYWOOD – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

images-4

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

«Σέ κάποιο χωριό γκρέμισε ὁ Ἅγ. Μαρτῖνος τῆς Tours [†397] ἕνα ἀρχαιότατο ἱερό καί στήν συνέχεια καταπιάσθηκε νά κόψη κάποιο πεῦκο, τό ὁποῖο βρισκόταν πολύ κοντά στό τέμενος. Τότε, ὅμως, ὁ ἱερεύς τοῦ τόπου ἐκείνου καί τό ὑπόλοιπο πλῆθος τῶν ἐθνικῶν ἄρχισε νά προβάλλη ἀντίστασι. Καί παρόλο πού προηγουμένως οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι, ἐνόσῳ κατασκαπτόταν τό ἱερό, κατά θεία οἰκονομία εἶχαν μείνει ἥσυχοι, τώρα δέν ἀνέχονταν νά κοπῆ τό δένδρο. Αὐτός ἄρχισε μέ ζῆλο νά τούς νουθετῆ πώς δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη τίποτε τό θρησκευτικό σέ μία ρίζα. Νά ἀκολουθήσουν μᾶλλον τό Θεό, τόν Ὁποῖο καί ὁ ἴδιος ὑπηρετοῦσε. Ἐκεῖνο τό δένδρο ἔπρεπε νά κοπῆ, γιατί σέ δαίμονα ἦταν ἀφιερωμένο.

—Ἐάν ἐσύ ἔχης καθόλου παρρησία πρός τό Θεό σου, πού λές ὅτι λατρεύεις, θά τό κόψουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι αὐτό τό δένδρο κι ἐσύ νά τό πιάσης πού θά πέφτη. Κι ἄν εἶναι μαζί σου, ὅπως λές, ὁ Κύριός σου, θά γλυτώσης.

Τότε αὐτός ἀτάραχος, μέ τήν πεποίθησί του στόν Κύριο, ὑπόσχεται πώς θά τό κάνη. Μέ τέτοιους ὅρους, φυσικά, συμφώνησε αὐτή τήν φορά καί ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος τῶν ἐθνικῶν: Δέχονταν εὐχαρίστως τήν ἀπώλεια τοῦ δένδρου τους, φθάνει μόνο μέ τήν πτῶσι του νά καταπλάκωναν τόν ἐχθρό τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τους. Ἔτσι, καθώς τό πεῦκο ἐκεῖνο εἶχε κλίσι πρός τήν μία μεριά καί δέν ὑπῆρχε ἀμφιβολία πρός ποιά μεριά θά κατέρρεε μόλις κοβόταν, ἔστησαν δεμένο τόν Μαρτῖνο σύμφωνα μέ τήν γνώμη τῶν χωρικῶν στόν τόπο ἐκεῖνο, στόν ὁποῖο κανείς δέν ἀμφέβαλλε πώς θά ἔπεφτε τό δένδρο.

Ἄρχισαν, λοιπόν, νά κόβουν οἱ ἴδιοι τό πεῦκο τους μέ ἀνείπωτη χαρά καί εὐθυμία. Ἀπό μακριά στεκόταν τό πλῆθος μέ ἀγωνία. Ἤδη λίγο-λίγο τό πεῦκο κλονιζόταν καί ἔκανε ἀπειλητικά νά πέση καί νά σωριασθῆ κάτω. Χλώμιασαν ἀπό μακριά οἱ μοναχοί. Ἀλλά αὐτός ἔχοντας τήν πεποίθησί του στόν Κύριο, καραδοκοῦσε ἀτάραχος. Ἤδη τό πεῦκο γέρνοντας ἔβγαλε ἕνα μεγάλο τρίξιμο· ἤδη ἔπεφτε· ἤδη σωριαζόταν πάνω του, ὅταν αὐτός σηκώνει καταπάνω του τό χέρι του καί ἀντιτάσση τό σωτήριο σημεῖο. Καί τότε —θαρρεῖς καί σπρώχθηκε πίσω μέ κανένα ἀνεμοστρόβιλο— σωριάσθηκε στήν ἀντίθετη μεριά, ἔτσι πού κόντεψε νά συντρίψη τούς χωρικούς, πού στέκονταν στόν ἀσφαλῆ τόπο.

Τότε βοή σηκώνεται ὥς τόν οὐρανό, καθώς οἱ ἐθνικοί μένουν ἔκθαμβοι ἀπό θαυμασμό, οἱ μοναχοί κλαῖνε ἀπό χαρά, τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα κηρύσσουν ὅλοι ἀπό κοινοῦ. Ἦταν ἀρκετά ἐμφανές πώς τήν ἡμέρα ἐκείνη εἶχε ἔλθει ἡ σωτηρία στήν περιοχή αὐτή. Πράγματι κανείς σχεδόν ἀπό ἐκεῖνο τό τεράστιο πλῆθος τῶν ἐθνικῶν δέν ὑπῆρξε, πού νά μή ζήτησε χειροθεσία [κατηχουμένου] καί, ἐγκαταλείποντας τήν πλάνη τῆς ἀσεβείας, νά μήν πίστευε στόν Κύριο Ἰησοῦ. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς πρίν τό Μαρτῖνο λίγοι μόνο, ἤ μᾶλλον σχεδόν κανένας στίς περιοχές ἐκεῖνες δέν εἶχε δεχθῆ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ».

images

«Τό 1916-17, γράφει ὁ π. Γαβριήλ ὁ Διονυσιάτης, βρισκόταν στό Ὀρφάνι τοῦ Παγγαίου ὑπεύθυνος σ᾽ ἕνα μετόχι τῆς Μονῆς του. Στήν περιοχή ἐκείνη στάθμευε τότε μεραρχία τοῦ στρατοῦ. Μιά ὁμάδα ἀξιωματικῶν, μυημένοι στόν πνευματισμό, συνήθιζαν νά συγκεντρώνωνται τά βράδια γύρω ἀπό τό τραπέζι, καί μέ τήν μεσολάβησι ἑνός στρατιώτη-μέντιουμ καλοῦσαν τά πνεύματα τοῦ βασιλέως Γεωργίου, τοῦ Τρικούπη καί ἄλλων διασήμων νεκρῶν. Ὅταν τό τραπεζάκι ἐκινεῖτο —σημεῖο ὅτι ἄρχισε ἡ ἐπικοινωνία μέ τό “πνεῦμα”— ἔκαναν ἐρωτήσεις· καί ἐκ μέρους τοῦ “πνεύματος” ἀπαντοῦσε ὁ στρατιώτης-μέντιουμ.

Ἔτυχε ἕνα βράδυ σέ μιά τέτοια σύναξι νά παρευρίσκεται καί ὁ π. Γαβριήλ. Κατάλαβε ὅτι ἡ ὅλη προσπάθεια ἦταν ἐπίκλησι δαιμόνων. Ὅταν ἔφυγαν βρῆκε τήν εὐκαιρία νά ἐπικολλήση κάτω ἀπό τό τραπέζι δύο κεριά σέ σχῆμα Σταυροῦ. Ὅταν ξαναπῆγαν καί προσπάθησαν νά ἐπαναλάβουν τήν ἐπίκλησι τῶν “πνευμάτων”, δοκίμασαν ὀδυνηρή ἔκπληξι. Ἐνῶ καλοῦσαν ὥρα πολλή, τό τραπεζάκι δέν ἐκινεῖτο ἀπό τήν θέσι του καί τό “πνεῦμα” δέν ἔκανε τήν ἐμφάνισί του. Ἄρχισαν νά ἐρευνοῦν παραξενεμένοι μήπως κάποιος κάρφωσε τό τραπέζι στό πάτωμα! Καί ἐρευνώντας ἀνακάλυψαν τό Σταυρό ἀπό κερί κάτω ἀπό τό τραπέζι.

—Τό ἔκανα γιά νά πεισθῆτε ὅτι στήν πρᾶξι σας κρύβεται δαιμονική ἐνέργεια, τούς εἶπε ὁ π. Γαβριήλ.

Δέν τό παραδέχθηκαν. Καί ἄρχισαν νά ἀραδιάζουν διάφορες πνευματιστικές θεωρίες, ὅτι τάχα τό κερί σάν οὐσία εἶναι “δέκτης καλός” καί γι᾽ αὐτό συγκεντρώνει τό… ρεῦμα τῆς ἐπικοινωνίας κλπ..

—Καλά, τούς εἶπε τότε ὁ π. Γαβριήλ. Ἀφοῦ φταίει τό κερί ἀφαιρέστε το. Ἀλλά νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά κάνω κάτι ἄλλο.

Καί ἀφοῦ ἄναψε τό ἕνα κερί, σχημάτισε μέ τόν καπνό ἕνα Σταυρό κάτω ἀπό τό τραπέζι. Μετά τούς εἶπε νά κάνουν τίς ἐπικλήσεις τους. Ἄρχισαν αὐτοί καί πάλι νά καλοῦν· ἀλλά τό τραπεζάκι πάλι ἔμενε ἀκίνητο· δέν γινόταν τίποτε. Ἀναγκάσθηκαν τότε ἐκ τῶν πραγμάτων νά παραδεχθοῦν ὅτι δέν εἶχαν νά κάνουν μέ ἐπικοινωνία πνευμάτων νεκρῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μέ τό Διάβολο! Μέ αὐτόν, δηλαδή, πού “ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ”(Α´ Πέτρ 5, 8) ἀλλά καί τοῦ ὁποίου ἡ δύναμι καί οἱ παγίδες κυριολεκτικά συντρίβονται μπροστά στήν δύναμι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ· “Φρίττει γάρ καί τρέμει μή φέρων καθορᾶν [: μή μπορώντας νά βλέπη] αὐτοῦ τήν δύναμιν”».

Γράφει, ἐπίσης, ὁ π. Ἰωακείμ Καραχρῆστος: «Λίγο πιό πάνω, καθώς ἀνεβαίναμε πρός τίς Καρυές, ἀκούσθηκε ἕνας θόρυβος μέσα ἀπ᾽ τά κλαδιά καί πετάχθηκε ἕνα μουλάρι μ᾽ ἕνα καλόγηρο πάνω. Ἀφηνίασε τό ζῶο, ἴσως ἀπό κάποιο ἀγριογούρουνο, πού πέρασε ἀπό μπροστά του. Ὅρμησε στό δρόμο, καί ὁ μοναχός τραυματίσθηκε σοβαρά στό πρόσωπο ἀπ᾽ τά κλαδιά. Ἔτρεχαν τά αἵματα. Πήγαμε γρήγορα κοντά του —εἶχα κι ἄλλους μαζί μου— τόν βοηθήσαμε νά κατεβῆ ἀπ᾽ τό μουλάρι καί εἴδαμε ὅτι τό μάτι του εἶχε πάθει μεγάλη ζημιά. Ὁ βολβός εἶχε πεταχθῆ ἔξω! Τόν ἔπιασα μέ τά δάκτυλά μου καί τόν ἔβαλα πάλι μέσα. Γέμισε ἡ παλάμη μου αἵματα…

—Γέροντα, τοῦ λέω, ἔλα νά σέ πᾶμε γρήγορα στόν ἀγροτικό γιατρό, γιατί ἔχεις μεγάλη ζημιά στό μάτι σου.

Ἀπαθέστατος, μοῦ λέει:

—Μά, εὐλογημένε, τό σταύρωσα.

Σταύρωσε τό μάτι του· δηλαδή, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ πάνω του.

—Γέροντα, τοῦ λέω, καλά ἔκανες. Ἡ θεία χάρι καί ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη, ὅμως, καί οἱ γιατροί ἀπ᾽ τό Θεό εἶναι. Νά σέ πάω νά σοῦ τό πλύνη τουλάχιστον, νά σοῦ τό καθαρίση.

Ἐκεῖνος ἐπέμεινε:

—Ὄχι, εὐλογημένε. Δέν πιστεύεις;

Ἄρχισε νά μ᾽ ἐλέγχη ὅτι δέν πιστεύω στό θαῦμα.

—Πιστεύω, τοῦ λέω, ἀλλά…

—Δέν ἔχει ἀλλά· μέ κόβει. Τό σταύρωσα, πάει καί τελείωσε.

Ἔφυγε. Ρώτησα ἐκεῖ κάποιον ποιός εἶναι καί τόν ἑπόμενο χρόνο, κατά τόν ὁποῖο ἦλθα, τόν βρῆκα. Τό μάτι του εἶχε γίνει ἐντελῶς καλά. Τοῦ κάνω τήν ἀφελῆ ἐρώτησι:

—Γέροντα, μέ τό σταύρωμα ἔγινε καλά τό μάτι σου ἤ πῆγες καί στό γιατρό;

—Ἐσύ ἐκεῖ μέ τήν ἀπιστία σου, μοῦ ἀπάντησε! Ἀφοῦ σοῦ εἶπα ὅτι τό σταύρωσα. Τό ἔπλυνα καί μέ λίγο ἁγιασμό κι ἔγινε καλά. Ἔτσι ἔγινε καλά»

Ἄς πᾶμε, τώρα, στόν πρῶτο αἰῶνα: «Ἔφθασε ὁ Παγκράτιος Ταυρομενίας, [†9 Ἰλ 1ος αἰ.] σ᾽ ἕνα τόπο τῆς Σικελίας πού ὀνομαζόταν Φάλκωνας, ὅπου ἦταν κῆπος παληός μιᾶς γυναίκας, Φαλκωνίλας ὀνόματι, ἡ ὁποία γέννησε γιό καί τόν όνόμασε Φάλκωνα. Αὐτός ἦταν πολύ ὡραῖος. Περνώνταςς δέ τόν κῆπο, πέθανε ξαφνικά καί τόν ἐνταφίασαν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκτισαν στό ὄνομά του ναό μέγα καί ὡραιότατο. Πάνω δέ στόν τάφο τοῦ Φάλκωνα ἔστησαν εἴδωλο μεγάλο πελεκητό, λίθινο, τό ὁποῖο ὀνόμασαν θεό Φάλκωνα καί πρός τό ὁποῖο θυσίασαν τρεῖς νέους καί ἑβδομήντα τρεῖς μόσχους ἐκλεκτούς, ἀπό τότε δέ κάθε χρόνο τελοῦσαν οἱ πλανημένοι, αὐτή τή μιαρῆ θυσία, οἱ μιαροί στούς μιαρούς δαίμονας. Ὅταν δέ βγῆκε ἀπό τό πλοῖο ὁ ἱερός Παγκράτιος καί στάθηκε κρατώντας ὡς ράβδο ἕνα Σταυρό, φώναξαν οἱ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσαν μέσα στό εἴδωλο καί, σείοντας αὐτό δυνατά, ἔλεγαν τά ἑξῆς κλαίγοντας· “Ὦ θεέ Φάλκων, φωτιά ἔφθασε γιά νά σέ ἀποσυνθέση. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία, ἔστειλε ἐδῶ ρομφαία, ὡς ἀστραπή, ἡ ὁποία τόν μέν τόπο ὅλο αὐτόν τόν φώτισε, ἐμᾶς δέ μᾶς φόβισε. Ὦ Λυκαονίδη, πῶς τόν ἔφερες ἐδῶ καί δέν κατακάηκε τό πλοῖο σου;”. Τότε ὁ Παγκράτιος σημείωσε πάνω του τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ὁρκίζοντας τούς δαίμονες νά πάψουν τίς φωνές καί τούς θορύβους καί οἱ δαίμονες ἀμέσως σιώπησαν.

Τότε ὁ Λυκαονίδης εἶπε πρός τόν Παγκράτιο:

—Μήν πλησιάσης στόν ἀκάθαρτο αὐτό Φάλκωνα, διότι πολλούς θανάτωσε.

Ὁ δέ ἱερός Παγκράτιος ἀποκρίθηκε:

—Ἐμεῖς ἔχουμε τή χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν φοβούμασθε δαίμονες. Ἔλα, λοιπόν, μαζί μας γιά νά δῆς τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπώλεια τοῦ Φάλκωνα.

Κρατώντας δέ στά χέρια τό Σταυρό, τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί τήν εἰκόνα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, πλησίασε πρός τό μιαρό βωμό καί στρεφόμενος κατ᾽ Ἀνατολάς προσευχήθηκε πρός τόν ἀληθινό Θεό, νά τοῦ δώση σοφία καί δύναμι, γιά νά ἐπιστρέψη τούς ἐγχώριους στήν εὐσέβεια, νά ἐκδιώξη ἀπό ἐκεῖ τούς δαίμονες. Μετά δέ τήν προσευχή, φώναξε λέγοντας:

“Σᾶς ὁρκίζω στήν Ἁγία Τριάδα, ἀκάθαρτοι δαίμονες, νά σηκώσετε τόν ἀναίσθητο Φάλκωνα καί τό βωμό ὅλο ὅπως βρίσκεται καί νά ρίξετε μακριά στό πέλαγος ὥς τριάκοντα στάδια, μαζί τους δέ νά βυθισθῆτε καί σεῖς”.

Ἀμέσως δέ μέ τό λόγο τοῦ Ἁγίου, ὦ τοῦ θαύματος! Μεγάλος κτύπος ἀκούσθηκε καί φάνηκαν οἱ δαίμονες σάν πλῆθος κοράκων καί γυπῶν, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζοντας τό εἴδωλο, τό ἔρριξαν στή θάλασσα. Ὁ Λυκαονίδης τότε θαύμασε. Ἔπειτα ζήτησε ἀπό τόν Ἅγιο ἄδεια γιά νά μεταφέρη τά δῶρα στόν ἡγεμόνα τῆς νήσου, πού ὀνομαζόταν Βονιφάτιος καί στόν πολιτάρχη Αὐρηλιανό, ὅπως ἦταν συνήθεια. Εἶπε τότε πρός αὐτόν ὁ Ἅγιος:

—Πήγαινε εἰς εἰρήνην καί βλέπε, μή σέ χωρίση κανείς ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Φεύγοντας δέ ὁ Λυκαονίδης παρέδωσε στόν ἡγεμόνα δῶρα πολύτιμα. Ὁ δέ ἡγεμόνας, ἀφοῦ τά δέχθηκε, τόν ρώτησε γιά τά μέρη τῆς Ἀνατολῆς καί πῶς ζοῦν οἱ ἐκεῖ ἄρχοντες. Ὁ Λυκαονίδης τότε ἀποκρίθηκε:

—Μεγάλη εἰρήνη ἔχουν ὅλες οἱ ἐπαρχίες. Διότι ἡ εἰρήνη τοῦ μεγάλου καί ἀληθινοῦ Θεοῦ τίς ἐπισκίασε καί σῴζει ὅσους πιστεύουν σ᾽ Αὐτόν.

Διηγήθηκε δέ στόν ἡγεμόνα τό μεγάλο θαῦμα, τό ὁποῖο τέλεσε ὁ Ἅγιος καί κήρυξε τό Χριστό, διηγούμενος ὅλα ὅσα εἶδε καί ἄκουσε νά λέγωνται ἀπό τόν Παγκράτιο. Ἐνῶ δέ συνομιλοῦσαν, ἦλθαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ μιαροί ἱερεῖς, ὀλολύζοντας καί φώναζαν ἀτάκτως λέγοντας:

—Μεγάλο κακό μᾶς συνέβη, ἡγεμόνα κράτιστε, διότι ὁ ποθητός μας θεός Φάλκων ἐξαφανίσθηκε μέ ὅλο τόν περίφημο ναό, σέ σημεῖο ὥστε οὔτε κἄν ὁ τόπος τοῦ θυσιαστηρίου δέν φαίνεται πλέον.

Εἶπε τότε ὁ Βονιφάτιος:

—Ἱερεῖς τῶν μεγάλων θεῶν τῆς Ταυρομενίας, πηγαίνετε καί ἐξετάστε ἀκριβῶς μήπως οἱ θεοί ἤθελαν περισσότερη θυσία καί γι᾽ αὐτό σᾶς περιφρόνησαν καί ἀναχώρησαν σέ ἄλλο τόπο, θά ἐξετάσω δέ κι ἐγώ πῶς συνέβη αὐτό τό γεγονός.

Αὐτά δέ λέγοντας τούς ἔδιωξε, καί ρωτοῦσε πάλι τό Λυκαονίδη γιά τό Χριστό, διότι πολλή εὐφροσύνη ἔπαιρνε ἡ ψυχή του, ἀκούγοντας τούς λόγους τοῦ σωτηρίου Εὐαγγελίου.

Ἰδού, τώρα, ἡ κεκρυμμένη ἐπίδρασι τοῦ Σταυροῦ στήν κοσμική ἱστορία. Ἐπισημαίνει ὁ Κυθήρων Μελέτιος: «Τό μεγαλύτερο θαῦμα τῶν αἰώνων εἶναι τό τέλος τοῦ Γερμανοῦ δικτάτορα Hitler. Ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας κινήθηκε ἐναντίον τοῦ ἀσεβοῦς Ἀχαάβ, ἔτσι καί ἐναντίον του μοῦ φάνηκε ὅτι ἐξεγέρθηκε ὁ ἴδιος προφήτης Ἠλίας σέ ἔλεγχο τῆς ἀσέβειας καί θρασύτητος τοῦ ἄνδρα. Στίς 20 Ἰουλίου, ἑορτή τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ 1944 ἐπιχειρήθηκε ἡ ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς τοῦ Hitler. Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνης τῆς ἀπόπειρας ὁ ἔνδοξος Δικτάτορας τῆς Γερμανίας Hitler ἐξαφανίσθηκε καί ἔσβησε γιά τή Γερμανία, τῆς ὁποίας ἡ κατάρρευσι συνεχίσθηκε ραγδαῖα. Στίς 7 Μαΐου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1945…, θρυμματίσθηκε καί ὁ ἀγκυλωτός Σταυρός, τό ἄθεο σύμβολο τοῦ ἀσεβοῦς Hitler, ἀκριβῶς τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἑορτή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ γιά τό ἐξαίρετο γεγονός τῆς 2ας ἐμφανίσεώς Του στά Ἱεροσόλυμα. Ἀνακήρυξε βλασφημώντας ὁ Hitler τόν ἀγκυλωτό σταυρό ὅπλο ἀήττητο, βλασφημώντας καί καυχώμενος ὅτι στόν τόπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ναζωραίου θά ἀνύψωνε πολύ νωρίς τόν ἀγκυλωτό βγάζοντας ἀπό τούς Ἱερούς Ναούς τό Σταυρό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πίστευε ὅτι ἐκμηδένισε τό Σταυρό τοῦ Ναζωραίου. Καί εἶδαν, ὅσοι προσκύνησαν τόν ἀγκυλωτό καί θεοποίησαν τό Hitler, καί τούς δύο περιδεεῖς νά σβύνουν καί νά ἀφανίζωνται καί νά θάπτωνται στό αἰώνιο ἀνάθεμα ὁλόκληρης τῆς Γερμανίας καί τῆς ἀνθρωπότητος. Βρῆκε ἀληθινή ἐφαρμογή τό χωρίο τοῦ Τωβίτ· “Ἐπικατάρατοι πάντες οἱ μισοῦντές σε. Ὦ μακάριοι οἱ ἀγαπῶντές σε· χαρήσονται ἐπί τῇ εἰρήνῃ σου”(13, 12)»

Λέει καί ὁ Ἀναστάσιος Ἀντωνόπουλος: Μᾶς «ὀνομάζουν εἰδωλολάτρες, διότι μέ πίστι ἀτενίζουμε στό τίμιο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, πάνω στόν ὁποῖο ὑψώθηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί περιμένουμε ἀπ᾽ αὐτόν τήν ἴασι τῶν πνευματικῶν πληγῶν μας. Ἀλλά γιατί δέν ὀνομάζουν εἰδωλολάτρες καί τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι [στήν ἔρημο] ἐνατένιζαν τό χάλκινο φίδι πού ὑψώθηκε πάνω στό ξύλο καί περίμεναν τήν ἴασι τῶν σωματικῶν τους πληγῶν; (Ἀρθ 21, 7). Ἀφοῦ τό χάλκινο φίδι, τό ὁποῖο ὑψώθηκε ἀπό τό Μωυσῆ στό ξύλο, παρεῖχε τή θεραπεία σ᾽ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δαγκώνονταν ἀπό τά δηλητηριώδη καί θανατηφόρα φίδια, ὅταν ἀτένιζαν μέ πίστι σ᾽ αὐτό στήν ἔρημο, πόσο μᾶλλον ὁ Σταυρός, τόν ὁποῖο ἔφερε στούς ὤμους του καί πάνω στόν ὁποῖο ἐξέτεινε τά ἀμίαντα, καθαρά καί ἁγνά χέρια του ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, δέν πρέπει νά τιμᾶται μέ εὐλάβεια, καί μέ πίστι ἐμεῖς νά ἀτενίζουμε σ᾽ αὐτόν, ὅταν δοκιμαζώμασθε ἀπό πλῆθος θλίψεων στό βίο μας;»

hollywood-sign-and-cross

Καί ὅπως τονίζει ὁ Γερμανός Β´ Κων/λεως: «Δέν πρέπει, λένε, νά προσκυνοῦμε καί νά ἀσπαζώμασθε τό Σταυρό, ἀλλά νά τόν ἀτιμάζουμε καί νά τόν ἀποστρεφώμασθε, ἐπειδή φόνευσε καί θανάτωσε τό Χριστό. Καί προσθέτουν, βάζοντάς μας δῆθεν σέ ἀπορία. Ἄν κάποιος, λένε, φόνευσε κρεμώντας σέ Σταυρό τόν πατέρα σου, θά τιμοῦσες καί θά προσκυνοῦσες ἐκεῖνο τό Σταυρό; Ὁπωσδήποτε, ὄχι· ἀλλά καί θά τόν ἀποστρεφόσουν καί θά τόν μισοῦσες καί βλεποντάς τον ἀπό μακρυά θά τόν ἀπέφευγες ὡς ἐχθρό, καθώς φόνευσε τόν ἀγαπητό σου πατέρα. Ἤδη ἀκούσατε τή βλασφημία τους. Τί νομίζετε; Θέλετε σάν ἱστό ἀράχνης νά διαλύσουμε τό σύνδεσμο τῆς ἀπορίας αὐτῆς καί νά ἀποδείξουμε ὅτι εἶναι μεστή δυσσεβείας ἡ φλυαρία αὐτή; Ἐλᾶτε νά ἐλέγξουμε. Εἶναι νόμος στούς ἀνθρώπους ἀπ᾽ τή φύσι νά εὐγνωμονοῦν τούς εὐεργέτες καί νά ἀνταποδίδουν τίς εὐχαριστίες· καί ὄχι μόνο νά τιμοῦν τούς εὐεργέτες καί τόν ἁρμόζοντα σεβασμό νά ἀπονέμουν σ᾽ αὐτούς, ἀλλά καί νά μακαρίζουν τά ἴδια τά ὄργανα σωτηρίας πού μεσίτευσαν πρός τήν ἐκπλήρωσι τῆς εὐεργεσίας γιά τούς κινδυνεύοντες· καί ἄς σέ πείση ὁ πάνσοφος Σολομών λέγοντας· “εἶναι εὐλογημένο τό ξύλο μέ τό ὁποῖο γίνεται σωτηρία”(ΣΣολ 14, 7). Πολλοί τίμησαν καί σπαθί βασιλικό πού φόνευσε ἀνθρωποκτόνο τύραννο καί χάρισε ἐλευθερία, ἐνῶ ἄλλοι σεβάσθηκαν ἀκόμη καί τόπους καί χρόνους κατά τούς ὁποίους ἀπήλαυσαν κάποια εὐημερία ἤ ὠφέλεια.

Καί μέ δυό λόγια, κάθετί πού κατά κάποιο τρόπο μεσίτευσε στούς ἀνθρώπους δίδοντας εὐεργεσία καί χαρά εἶναι ἐπαινετό σ᾽ αὐτούς καί ἀγαπητό κατά τό μέτρο τῆς ὠφελείας· ὅπως, ἀντιθέτως, κι αὐτά πού ἔγιναν αἴτια βλάβης καί πρόξενα κάποιου λυπηροῦ, καί τά μισοῦμε καί τά ἀποστρεφόμασθε εἴτε ὄργανα εἶναι εἴτε τόποι εἴτε χρόνοι. Πράγματι κάποιος ἔθαψε μαχαίρι ἀδελφοκτόνο καί ἔσπασε ραβδί παιδοκτόνο. Καταριέται ὁ Δαυΐδ τά ὄρη Γελβουέ διά τόν ἐκεῖ φόνο τοῦ φίλου του (Β´ Βασ 1, 21)· ὁ Ἰώβ, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία γεννήθηκε γιά τίς συμφορές πού συνέβησαν καί τούς ἀλλεπάλληλους πειρασμούς (Ἰώβ 3, 1). Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τό Σταυρό, ποιούς ὠφέλησε καί ποιούς ἔβλαψε· κι αὐτός μέν πού ὠφελήθηκε ἄς προσφέρη ἀνάλογα μέ τήν ὠφέλεια καί τήν τιμή, ἐκεῖνος δέ γιά τόν ὁποῖο ἔγινε αἴτιος βλάβης αὐτόν αὐτός ἄς τόν ἀποστρέφεται καί ἄς τόν σιχαίνεται δίκαια. Ἄς ἀναγνωσθοῦν, λοιπόν, τά τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰωάννου πού ἀναφέρονται ρητῶς καί λέγονται ἀπ᾽ τό Σωτῆρα· “Τώρα εἶναι ἡ κρίσι τοῦ κόσμου αὐτοῦ· τώρα ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου θά ἐκβληθῆ ἔξω· καί ἐγώ ἄν ὑψωθῶ ἀπ᾽ τή γῆ, θά τούς ἑλκύσω ὅλους πρός ἐμένα”(Ἰω 12, 31-32). Ἰδού μέ τά λίγα λόγια αὐτά μποροῦμε νά διδαχθοῦμε ποιός εὐεργετήθηκε διά τοῦ Σταυροῦ καί ποιός ὑπέστη συντριβή. Ὅτι δέ γιά τήν ἐθελούσια σταύρωσί Του τά εἶπε αὐτά ὁ Χριστός, ἔχουμε τόν ἴδιο τόν εὐαγγελιστή ἀξιόπιστο μάρτυρα τοῦ λόγου. Διότι προσθέτει “τό ἔλεγε δέ αὐτό φανερώνοντας μέ ποιό θάνατο ἐπρόκειτο νά πεθάνη”(Ἰω 12, 33).

Πάλι, λοιπόν, ἄς ἐπαναλάβω τό λόγο. “Τώρα εἶναι κρίσι τοῦ κόσμου αὐτοῦ”· κρίνει δέ ὡς βασιλεύς καθισμένος σέ βασιλικό θρόνο, τό Σταυρό. Ἡ δέ κρίσι ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτή τήν ἀπόφασι, ὥστε ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου νά πεταχθῆ ἔξω ἀπό τήν ἐξουσία του, καί ἡ κατά τῶν ἀνθρώπων τυραννίδα του καί ἡ πολυχρόνια κάκωσι νά σταματήση, καί ὁ τύραννος κάτω ἀπό τά πόδια τῶν τυρανουμένων νά τεθῆ γιά τόν ἄδικο θάνατο τοῦ Σωτῆρος, καί τήν τολμηρή ἀναισχυντία του κατά τοῦ Παμβασιλέως, καί πλέον δέν θά λέγεται κοσμοκράτορας. Πράγματι ἔχει πεταχθῆ μέ τή σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐξαγορά τοῦ κόσμου μέ τό δικό Του αἷμα. Καί Αὐτός πού μᾶς ἀγόρασε εὐαγγελιζόμενος εἶπε στούς φίλους Του· “Μοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί πάνω στή γῆ”(Μθ 28, 18). Καί ἀπό ᾽δῶ καί πέρα οἱ γηγενεῖς, οἱ χθεσινοί καί οἱ παλαιότεροι, πού κατέβαιναν ἀπ᾽ τή γῆ στόν ἄδη, τώρα πολιτογραφοῦνται στούς οὐρανούς διότι εἶπε· “ἄν ὑψωθῶ πάνω στό Σταυρό θά τούς τραβήξω ὅλους πρός ἐμένα”(Ἰω 12, 32), ὥστε ὅπου εἶμαι Ἐγώ καί αὐτοί νά εἶναι μαζί μου.

Ποιός ὀφείλει, λοιπόν, νά ἀγαπᾶ τό Σταυρό; Αὐτοί πού ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τήν τυραννίδα τοῦ διαβόλου μέ τή συνεργασία τή σταυρική καί πού ἀνέβηκαν ἀπ᾽ τόν ἄδη στόν οὐρανό καί ἀξιώθηκαν ἰσάγγελη δόξα, ἤ ὁ Διάβολος ὁ ὁποῖος ἔπεσε ἀπ᾽ τήν παλαιότερη ἐξουσία του διά τοῦ Σταυροῦ, καί ὑπόκειται ἐλεεινά στό παιχνίδι καί στό καταπάτημα ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέν πού ἀξιώθηκαν πολλά ἀγαθά διά τοῦ Σταυροῦ καί βρῆκαν ζωή αἰώνια, ὀφείλουν δικαίως καί νά προσκυνοῦν καί νά ἀσπάζωνται τό Σταυρό διά τοῦ ὁποίου προξενήθηκε ἡ ἀπόλαυσι τῶν ἀγαθῶν· στό Διάβολο δέ εἶναι ἀνάγκη νά μισῆ τό Σταυρό καί νά φεύγη μακρυά του ὅπως φεύγει κάποιος ἀπ᾽ τή φωτιά· διότι μέ αὐτόν ἐπιτεύχθηκε ἡ συντριβή του καί ἡ ἀπονεύρωσι καί ἡ παντελής ἐξολόθρευσι. Ὅσοι, λοιπόν, μισοῦν τό Σταυρό καί τόν ἀποστρέφονται ἀποδίδουν φανερή εὔνοια στό Διάβολο καί ὄντας πιστοί σ᾽ αὐτόν, ὀφείλουν νά θεωροῦν ἐχθρό τό δικό του ἐχθρό, ὅπως ἀπ᾽ τήν ἄλλη, νά ἀγαποῦν τούς φίλους του… Λένε ὅτι εἶναι ἄδικο ὁ Σταυρός στόν ὁποῖο θανατώθηκε ὁ πατέρας κάποιου ἤ ὁ φίλος του νά προσκυνῆται ἀπ᾽ τά τέκνα ἤ τούς φίλους του. Διότι ἰδού καί ὁ πατέρας τους καί φίλος τους Διάβολος μύρια κακά ἔπαθε διά τοῦ Σταυροῦ ὅπως ἀποδείξαμε καί γι᾽ αὐτό μισοῦν τό Σταυρό, τό φονευτή καί ὀλοθρευτή τοῦ πατέρα των. Πράγματι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου Χριστός, ἄν καί θεληματικά καρφώθηκε στό Σταυρό καί τήν ὑπεραγία ψυχή Του ἐναπόθεσε αὐτεξουσίως στά πατρικά χέρια, ἀλλά πάλι τήν προσέλαβε αὐτεξουσίως σύμφωνα μέ τήν ἀψευδεστάτη Του πρόρρησι λέγοντας· “Ἔχω ἐξουσία νά δώσω τήν ψυχή μου καί ἐξουσία νά τήν πάρω πάλι πίσω”(Ἰω 10, 18) καί ὁ θάνατός Του προξένησε στούς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή.

Πράγματι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ “γι᾽ αὐτούς μέν πού χάνονται θεωρεῖται ἀνοησία, ἐνῶ γιά τούς σωζομένους, ἐμᾶς, εἶναι δύναμι Θεοῦ”(Α´ Κορ 1, 18). Τί νομίζεις, λοιπόν, φίλε τοῦ Διαβόλου; Πρέπει νά πειθώμασθε στόν ἀπόστολο πού λέει ὅτι εἶναι δύναμι Θεοῦ ὁ Σταυρός ἤ σέ σένα τό χαμένο πού ὀνομάζεις ἀνοησία τό Σταυρό; Ἄν δέ ἐσύ χαριζόμενος στό διάβολο δέν σταματᾶς νά ἀποκαλῆς ἀνοησία τό Σταυρό, ἀλλά ἐγώ καί πάλι θά πῶ μέ θάρρος: “τούς θεωρούμενους ἀνοήτους τοῦ κόσμου διάλεξε ὁ Θεός”(Α´ Κορ 1, 27) καί “ὁ ψυχικός ἄνθρωπος δέν δέχεται τά τοῦ Πνεύματος διότι τά θεωρεῖ ἀνοησία”(Α´ Κορ 2, 14). Ἅν δέ καί ἐσύ, μαθητής τοῦ Διαβόλου, θεωρεῖς ντροπή τό Σταυρό, ἀλλά ὁ διδάσκαλός μου λέει: “Ἄς μή γίνη, νά καυχῶμαι μέ κάποιο ἄλλο” ἀπό τά ἔνδοξα τοῦ κόσμου, “παρά μόνο μέ τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ”(Γαλ 6, 14). Τί εἶναι στερεώτερο τοῦ Πέτρου, στόν ὁποῖο ὄχι ἄνθρωπος ἀποκάλυψε τόν Υἱό, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ μοναδικός Πατήρ καί ὁ μοναδικός ἀγέννητος; Ὅμως, ἐπειδή ἦταν κρυμμένο ἀκόμη γι᾽ αὐτόν τό μυστήριο τοῦ Πάθους καί ἔβλεπε τό διδάσκαλο νά σπεύδη πρός τό Σταυρό, προσπάθησε μέν μέ φιλόστοργο δῆθεν διάθεσι νά Τόν ἐμποδίση ἀπ᾽ τήν ὁρμή καί τό κατεπεῖγον καί εἶπε μέ συμπάθεια: “Νά φανῆς σπλαγχνικός, Κύριε, στόν ἑαυτό σου· μακάρι νά μήν σοῦ συμβῆ αὐτό”(Μθ 16, 22). Ἄκουσε, ὅμως, μέ σφοδρή ἐπιτήμησι: “Πήγαινε πίσω μου σατανᾶ. Μοῦ ἔγινες σκάνδαλο· δέν φρονεῖς τά θεϊκά ἀλλά τά ἀνθρώπινα”(Μθ 16, 23). Τί θαῦμα! Ὁ μέγας Πέτρος ἀκούει τήν ἐπιτίμησι σατανᾶς γιά τήν ἄρνησι τοῦ Σταυροῦ τόν ὁποῖο ἤθελε νά ἁρπάξη ὁ Χριστός ὡς ὠφελιμότατο στόν κόσμο, καί ἀπορρίπτεται πίσω ὁ ἀρραγής θεμέλιος τῆς Ἐκκλησίας ὡς πέτρα σκανδάλου καί λίθος προσκόμματος. Τί θά πάθης, λοιπόν, ἐσύ πού γαυγίζεις βλάσφημα κατά τοῦ Σταυροῦ καί κατηγορεῖς τόν ἐσταυρωμένο; Διότι εἰσάγεις ἀθέλητη τή σταύρωσι καί ὄχι μόνο μή ὠφέλιμη οὔτε φανερά χρήσιμη, ἀλλά ὅτι ἔβλαψε πλήρως καί τόν ἐσταυρωμένο· καί αὐτούς δέ τούς σταυρωτές παρουσιάζεις ἰσχυροτέρους τοῦ σταυρωθέντος πού Τόν τράβηξαν στόν Σταυρό ἀθέλητα»

«Διαμαρτυρόμενος: Γιά ποιό λόγο στό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ἀποδίδετε θεία δύναμι, ἐνῶ κατά τήν Παλαιά Διαθήκη θεωρεῖται ὡς καταραμένο ξύλο;

Ὀρθόδοξος: Ἀλλά, ἀγαπητέ μου, κατά τήν Παλαιά Διαθήκη καταραμένος θεωρεῖτο καί “πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου”. Τί, λοιπόν; καταραμένος εἶναι καί ὁ Χριστός; Γιατί τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ θεωρεῖτο καταραμένο; Γιά τό ὅτι ἦταν ξύλο σταυροειδές ἤ γιατί κρέμονταν σ᾽ αὐτό οἱ κακοῦργοι καί οἱ ληστές; Ἐννοεῖται γιά τό δεύτερο. Ἄρα τό ξύλο ἐθεωρεῖτο καταραμένο ἐξ αἰτίας τῶν κακούργων πού κρέμονταν σ᾽ αὐτό· ἀλλά ὁ Χριστός, ἀφοῦ σταυρώθηκε πάνω του, τό καθαγίασε μέ τό ἄχραντο αἷμα, τό ὁποῖο ἔρρευσε σ᾽ αὐτό· ἀπό τότε δέ ὁ Σταυρός ἀπέβη ὄχι γιά ντροπή, ἀλλά γιά καύχησι, καί πάρα πολλοί, ἀμέτρητοι, χριστιανοί μάρτυρες ποθοῦσαν νά πετύχουν τό σταυρικό θάνατο, εὐτυχεῖς καί μακαριζόμενοι ὅσες φορές τούς δινόταν· ὅπως ὁ Πέτρος καί ὁ Ἀνδρέας, οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Παῦλος καυχᾶται “ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ”. “Νῦν δέ καί κλαίων λέγω τούς ἐχθρούς τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὧν τό τέλος ἀπώλεια”(Φλπ 3, 18). Ποιά πλέον κατάρα βαραίνει τό Σταυρό καί ποιά ντροπή εἶναι ἑνωμένη μ᾽ αὐτόν, ἀφοῦ χρησίμευσε ὡς ὄργανο γιά τή σωτηρία μας; Γιά μᾶς τούς Χριστιανούς ὁ Σταυρός δέν εἶναι ξύλο καταραμένο ἀλλά εὐλογημένο καί τίμιο. Ὁ θεοπάτωρ Δαυΐδ λέει: “Ὑψοῦτε Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν, καί προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ (: τό σκαμνάκι) τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ὅτι Ἅγιός ἐστι”(Ψ 98, 5). Καί ἀλλοῦ· “εἰσελευσόμεθα εἰς τά σκηνώματα αὐτοῦ (: ἐκεῖ ὅπου κατασκηνώνει), προσκυνήσωμεν εἰς τόν τόπον οὗ ἔστησαν οἱ πόδες Αὐτοῦ (: στά μέρη ὅπου πάτησε). Ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου (Σήκω καί πήγαινε ἐκεῖ ὅπου θά ἀναπαυθῆς)”( Ψ 131, 7, 8). Γι᾽ αὐτό ὀφείλουμε νά τιμᾶμε καί νά προσκυνοῦμε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, πάνω στόν ὁποῖο ὁ Χριστός πρόσφερε τό ἄχραντό Του σῶμα καί αἷμα ὑπέρ τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὡς πραγματικά σεβάσμιο, καθότι ἁγιάσθηκε ἀπό τήν ἐπαφή τοῦ παναγίου Του σώματος, ὅπως ὀφείλουμε νά τιμᾶμε τά καρφιά, τή λόγχη, τά ἐνδύματα καί τά ἱερά Του σκηνώματα, τά ὁποῖα εἶναι ἡ φάτνη, τό σπήλαιο, ὁ Γολγοθᾶς, ὁ ζωοποιός Τάφος, ἡ Σιών, τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολι, καί τά ὅμοια. “Ἔλεγε γάρ ἑαυτῇ· ἐάν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι (: καί μόνο ἄν ἀγγίξω τό ἱμάτιό Του, θά γιατρευθῶ)”(Μθ 9, 21). “Καί παρεκάλουν αὐτόν, ἵνα κἄν τοῦ κρασπέδου (τήν οὔγια) τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καί ὅσοι ἄν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσώζοντο (: θεραπεύονταν)”(Μρ 6, 50)… Ἐάν ὁ Σταυρός ἐξακολουθοῦσε νά μένη ξύλο καταραμένο, πῶς τότε ἡ ἀρχαιότατη χριστιανική συνείδησι τό σχῆμα καί τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ περιέβαλε μέ τόση ἱερότητα, καί πῶς τοῦ Σταυροῦ τό σημεῖο θεωρήθηκε ἀπό τότε, ὅταν γινόταν μέ πίστι, ὡς ἀκαταγώνιστο πνευματικό ὅπλο; Ὁ Χριστός ὁ ἴδιος ἐπονόμασε τό Σταυρό σημεῖο δικό του (Μθ 24, 30): “Τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ”. Ὅποιος ντρέπεται νά κάνη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ντρέπεται καί νά ὁμολογήση Ἰησοῦ ἐσταυρωμένο [“ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον”](Α´ Κορ 1, 23)… Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί ἀσπαζόμαστε τό Σταυρό ὄχι ὡς Θεό, ἀλλά δείχοντας τή γνήσια διάθεσι τῆς ψυχῆς μας πρός τό σταυρωθέντα»

Ἡ πλάνη, ὅπως τό φίδι, ἑλίσσεται: «Μᾶς λένε ὅτι ὀφείλουμε νά τιμᾶμε καί τήν ὄνο, πάνω στήν ὁποία κάθησε ὁ Χριστός, ἀφοῦ τιμᾶμε τό Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ Χριστός!

Ἄς μάθουν, λοιπόν, οἱ κακόδοξοι αὐτοί ἐπικριτές μας ὅτι ἐμεῖς δέν τιμᾶμε τήν ὄνο, πάνω στήν ὁποία κάθησε ὁ Χριστός, διότι ἡ ὄνος δέν χρησίμευσε ὡς ὄργανο τῆς σωτηρίας μας. Τιμᾶμε τόν τίμιο Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ σωτήρας μας, διότι ὁ Σταυρός αὐτός χρησίμευσε ὡς ὄργανο τῆς σωτηρίας μας»

«Ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια ξενητιᾶς ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του ἕνας μετανάστης. Ἔφερε περιουσία, ἔκτισε ἕνα θαυμάσιο σπίτι καί τό στόλισε μέ τά πιό ἀκριβά και ὡραῖα ἔπιπλα καί χαλιά καί φῶτα καί κάλεσε τούς φίλους του νά τούς περιποιηθῆ. Ὅταν μπήκανε αὐτοί στό εὐρύχωρο καί θαυμάσιο σαλόνι πού ὅλα ἔλαμπαν καί δέν ἤξεραν τί νά πρωτοθαυμάσουν, εἶδαν στό κεντρικώτερο σημεῖο πάνω ἀπ᾽ τόν πολυτελέστατο μπουφέ ἕνα παληό, ξεβαμμένο σωσίβιο ἀπό κεῖνα τά παληά, τά στρογγυλά μέ κάποιο ὄνομα καραβιοῦ μισοσβησμένο. Ἀπόρησαν. Ὅ ἕνας κοίταζε τόν ἄλλον. Δέν κρατήθηκαν καί ρώτησαν.

—Ὅλα καλά, ὅλα ὡραῖα, ὅλα θαυμάσια εἶναι στό σπίτι σου, ὅμως νά σέ ρωτήσουμε. Αὐτό ἐκεῖ τό παλιό σωσίβιο γιατί τό ἔβαλες; Ἄν ἤσουν ναυτικός θά λέγαμε ὅτι τό εἶχες γιά ἐνθύμιο τοῦ καραβιοῦ σου.

—Ἀγαπητοί μου, αὐτό εἶναι τό πολυτιμότερο ἀπ᾽  ὅλα ἐδῶ μέσα. Ἄν δέν ἦταν αὐτό, οὔτε περιουσία, οὔτε σπίτι, οὔτε ἐγώ ὁ ἴδιος θά βρισκόμουνα. Αὐτό μέ ἔσωσε τότε πού ναυαγήσαμε σ᾽ ἕνα ταξείδι στόν ὠκεανό. Σ᾽ αὐτό χρωστῶ τή ζωή μου. Γι᾽ αὐτό τό κράτησα, γι᾽  αὐτό θέλω νά τό βλέπω. Εἶναι ἡ σωτηρία μου.

Τό σωσίβιο τῆς ψυχῆς μας γιά μᾶς τούς Χριστιανούς εἶναι ὁ Σταυρός»

Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος ἀπαντᾶ στόν αἱρετικό κ. Χαραλαμπάκη: «Ἡ Βίβλος στό Γ´ Βασ 13, 1-5 μᾶς λέει, ὅτι ἕνας ἀναντίρρητα “ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ” “παρεγένετο ἐν λόγῳ Κυρίου εἰς Βαιθήλ. Καί Ἱεροβοάμ εἱστήκει ἐπί τό θυσιαστήριον τοῦ ἐπιθῦσαι (: γιά νά θυσιάση). Καί ἐπεκάλεσεν (ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ) πρός τό θυσιαστήριον ἐν λόγῳ Κυρίου καί εἶπε: Θυσιαστήριον, Θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος… Ἰδού τό θυσιαστήριον ρήγνυται (: θά σπάση)… Καί τό θυσιαστήριον ἐρράγη (: ἔσπασε)…”

Ὁ ἄνθρωπος αὐτός τοῦ Θεοῦ, ὅπως βλέπουμε, δέν μιλάει ἀπό τήν κοιλιά του. Μιλάει “ἐν λόγῳ Κυρίου”. Καί τί λέει; “Θυσιαστήριον, Θυσιαστήριον, τάδε λέγει Κύριος…”. Ἐρώτημα: Ποιός μιλάει; Ὁ Θεός. Σέ ποιόν μιλάει; Στό θυσιαστήριο. Μά ἀκούει τό θυσιαστήριο; Δέν εἶναι ἄψυχο; Ἔχει τό θυσιαστήριο αὐτιά; Ἔχει νόησι; Καταλαβαίνει; Μήπως, κ. Χαραλαμπάκη, ὁ Κύριος δέν ἤξερε τί ἔλεγε; Μήπως εἶχε πέσει σέ εἰδωλολατρία; Περιμένουμε ἀπάντησι.

Θά μᾶς πῆ ἴσως ὅτι πρόκειται γιά προσωποποίησι. Ρωτᾶμε: Πρῶτον, ἄν ὁ Κύριος κάνει προσωποποίησι, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἐμεῖς; Καί δεύτερον, τίνος εἶναι ἡ προσωποποίησι; Τί προσωποποιεῖ ὁ Σταυρός; Τί τό θυσιαστήριο; Τί μᾶς λέει γιά τό θέμα αὐτό ἡ Γραφή;

Ἄς ἔλθουμε τώρα καί στήν Κ. Διαθήκη.

Διαβάζουμε στήν Ἀπκ 9, 13-15. “Καί ὁ ἕκτος ἄγγελος ἐσάλπισε. Καί ἤκουσα φωνήν ἐκ τῶν τεσσάρων κεράτων (: τίς τέσσερεις προεξοχές) τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ χρυσοῦ τοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, λέγοντος τῷ ἕκτῳ ἀγγέλῳ: ὁ ἔχων τήν σάλπιγγα, λῦσον τούς τέσσαρας ἀγγέλους… Καί ἐλύθησαν οἱ τέσσαρες ἄγγελοι…”.

Τώρα τί λέτε, κ. Χαραλαμπάκη; Μιλάει τό Θυσιαστήριο; Εἶναι ἔμψυχο ἤ ἄψυχο τό θυσιαστήριο; Μιλάει τό χρυσάφι; Εἶναι ἔμψυχο τό χρυσάφι; Εἶναι ζωντανό τό χρυσάφι; Πῶς μιλάει;

Ἴσως ὁ κ. Χαραλαμπάκης θά σκέπτεται τώρα: Εἶναι ἤ δέν εἶναι εἰδωλολατρία κάτι τέτοια; Μωρέ, δέν πάει στά κομμάτια κι αὐτή ἡ Γραφή, πού δέν σέ ἀφήνει νά μπορέσης νά κάνης μιά σωστή διαρρύθμισι στά “στραβά καί ἀνάποδα” τῆς Ὀρθοδοξίας; Ὅλα μᾶς τά μπερδεύει. Μᾶς τό μπερδεύει καί αὐτό!…

Ἀλλά ὄχι μόνο αὐτό. Ἔχει καί πολλές ἄλλες σπαζοκεφαλιές γιά τούς αἱρετικούς τύπου Χαραλαμπάκη. Ἐμεῖς ξέρουμε, πώς τό κάθε ὄν ἔχει ἕνα στόμα. Καί μιλάει μέ τό στόμα του. Μερικά ζῶα ἔχουν καί κέρατα. Ὄχι, ὅμως, γιά νά μιλᾶνε. Κανένα ζῶο δέν μιλάει μέ τά κέρατά του. Καί νά τό παράξενο! Τό θυσιαστήριο δέν ἔχει στόμα. Ἔχει κέρατα. Καί μάλιστα τέσσερα! Ὄχι μόνο δύο, σάν τά ζῶα! Καί μιλάει μέ τά κέρατα! Καί μέ τά τέσσερα μαζί! Καί βγάζει καί ἀπό τά τέσσερα κέρατα μαζί μιά καί μόνο φωνή! Τί λέτε, κ. Χαραλαμπάκη, μήπως δέν εἶναι ἔτσι; Καί νά τό νέο ἐρώτημα: Τό θυσιαστήριο μιλάει καί μάλιστα ἀπό τά κέρατα. Γιατί ἄραγε δέν μπορεῖ ὁ Σταυρός νά ἀκούη καί νά μιλάη;

Λίγο πιό κάτω στό κεφ. 16, στίχ. 7 ἡ Ἀποκάλυψι μᾶς λέει: “Καί ἤκουσα τοῦ θυσιαστηρίου λέγοντος: Ναί, Κύριε ὁ Θεός ὁ παντοκράτωρ, ἀληθιναί καί δίκαιαι αἱ κρίσεις σου”.

Ποιός μιλάει; Τό θυσιαστήριο! Τό ἴδιο; Ναί, τό ἴδιο.

Σύμφωνα μέ τή λογική τοῦ κ. Χαραλαμπάκη ρωτᾶμε; Μά ἀκούει τό ἄψυχο θυσιαστήριο; Προφανῶς ἀκούει, ἀφοῦ ἔτσι λέει ἡ Γραφή. Μά μιλάει κιόλας; Προφανῶς καί θά μιλάη, ἀφού τό λέει κι αὐτό ἡ Γραφή.

Καί τώρα ἕνα καινούργιο ἐρώτημα:

Ποιός ἄραγε νά κάνη τό λάθος; Ἡ Γραφή ἤ ὁ κ. Χαραλαμπάκης στήν ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς; Ἀσφαλῶς ἡ Γραφή! Μά εἶναι ποτέ δυνατόν νά κάνη λάθος ὁ κ. Χαραλαμπάκης; Ὄχι ποτέ.

Ἀλλά ἄς δοῦμε στά σύντομα:

Μιλάει τό θυσιαστήριο; Ναί (βλ. Ἀπκ 9, 13· 16, 7).

Ἀκούει τό θυσιαστήριο; Ναί. Ἀκούει (βλ. Γ´ Βασ 13, 1-5).

Εἶναι ζωντανό τό θυσιαστήριο; Ναί, ἀφοῦ ἀκούει καί μιλάει.

Εἶναι ἄγγελος; Ὄχι, ἀφοῦ διατάζει τούς ἀγγέλους (βλ. Ἀπκ 9, 13) [Καί, βέβαια, ἐφόσον τούς διατάσσει, ἄρα ὑπερέχει αὐτῶν. Γι᾽ αὐτό καί στίς Ἀπολύσεις τῶν Ἀκολουθιῶν ἐκφωνοῦμε: «Δυνάμει τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων, ἐπουρανίων, δυνάμεων, ἀσωμάτων…»].

Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός; Ὄχι, ἀφοῦ δοξολογεῖ τό Θεό (βλ. Ἀπκ 16, 7).

Τί εἶναι;

Μέ αὐτό τό ἐρώτημα ἔπρεπε νά εἶχε ἀσχοληθῆ ὁ κ. Χαραλαμπάκης, καί τότε δέν θά τολμοῦσε ποτέ νά ὀνομάση τόν Τίμιο Σταυρό —κολάζοντας μιά γιά πάντα μέ τή βλασφημία του τήν ψυχή του— “ξύλο τῆς κατάρας”.

Μήπως, κ. Χαραλαμπάκη, ὁ Σταυρός ταυτίζεται μέ τό ἐπίγειο καί τό ἐπουράνιο θυσιαστήριο, πού ἀκούει, μιλάει, διατάζει τούς ἀγγέλους καί δοξολογεῖ τόν Παντοκράτορα Θεό;». Καί ἡ ἀπάντησι εἶναι, ΝΑΙ.

ΠΗΓΗ:

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

ΣΤΑΥΡΟΣ, ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ

Τό δικό μας Holywood (=Ἱερό Ξύλο)

ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

ΑΘΗΝΑ 2011

 

images-352

ΚΑΡΔΙΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΣΙΑ – ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ (1997-2007) ΠΡΩΗΝ ΟΔΗΓΟΣ ΤΑΞΙ ΣΕ ΑΘΗΝΑ & ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΟΝΑΧΗ ΠΟΡΦΥΡΙΑ

sun_heart_by_ocean_soul_angel-d52tpht

https://cominghomeorthodoxy.wordpress.com/2014/01/14/i-sigkinitiki-allagi-mias-proin-pornis/

Το συγκινητικότερο περιστατικό από τη ζωή της ως οδηγός TAXI…

Τα sites μου: http://gkiouzelis.wordpress.com

Ἡ Μοναχὴ Πορφυρία γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ. Ἄσκησε κατὰ καιροὺς διάφορα ἐπαγγέλματα. Ἐπὶ δέκα χρόνια (1997-2007) ἐργάστηκε ὡς ὁδηγὸς ταξὶ στὴν Ἀθήνα καὶ στὸν Πειραιᾶ. Γνώρισε τὸν σύγχρονο ἐνάρετο καὶ ἔνθεο Γέροντα Πορφύριο ἀπὸ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία του. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τὴν ἔφερε πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή. Μὲ δυνατὴ πίστη καὶ βαθιὰ ἀγάπη στὸν Θεὸ ἔβαλε στόχο τὴ δόξα Του καὶ τὴ σωτηρία τῶν συνανθρώπων της. Ἔτσι τὸ ταξί της ἔγινε ἕνας σύγχρονος ἄμβωνας, ποὺ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀλλαγὴ ζωῆς, στὴν εὐλογημένη ἀλλοίωση. Τὰ τελευταῖα χρόνια περιεβλήθη τὸ ταπεινὸ μοναχικὸ τριβώνιο, μὲ διπλὸ σκοπό: νὰ ἀγωνιστεῖ ἀπερίσπαστη γιὰ τὴ σωτηρία της καὶ νὰ διακονήσει τὸν σύγχρονο δοκιμαζόμενο ἄνθρωπο.

Διηγείται ἡ Μοναχή Πορφυρία στό βιβλίο της με τις εμπειρίες της από το TAXI, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης:

«Πολλές φορές αναρωτιόμουν αν στην εποχή μας υπάρχουν άνθρωποι, που να γίνονται θυσία για τους άλλους. Η απάντηση μού δόθηκε σε μια δύσκολη διαδρομή, όταν πήρα στο ταξί μια μεγάλη σε ηλικία κυρία, πολύ συμπαθητική και πολύ δυναμική. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής την άκουγα μαγεμένη να μιλάει για τα γεγονότα της ζωής της και παρακαλούσα να μην τελειώσει αυτή η διαδρομή, γιατί η καρδιά μου διψούσε να ακούει γεγονότα τέτοια, που ενθαρρύνουν τον άνθρωπο, βοηθώντας τον να βρει το στίγμα του μέσα στην κοινωνία.

Οι ερωτήσεις που της έκανα ήταν λίγες και διακριτικές. Πρόθυμη, με πλατύ χαμόγελο, μιλούσε για τα παιδιά της, για το χωριό της, για τον Θεό, προκαλώντας μου θαυμασμό, τολμώ να πω, δέος.
Δεν θα ξεχάσω πώς μου περιέγραφε την διαδρομή που διέσχιζε, για να μεταφέρει τη στάμνα με το νερό, από την πηγή του χωριού, ζαλωμένη και με ένα δεμάτι ξύλα. Και το γαϊδουράκι που την ακολουθούσε, κι αυτό ζαλωμένο. Τα τοπία με τα ψηλά κυπαρίσσια, τα ποτάμια με τα γάργαρα νερά, τα φτωχικά σπιτάκια που ήταν γεμάτα από αγάπη, το τραγούδι της, που αντιλαλούσε στα βουνά. Αυτή τη γυναίκα ήταν μια πηγή αστείρευτης ζωής και δραστηριότητας.

Αρκεί να σας πω μόνο ότι είχε έναν άνδρα βασανιστή. Δεν την είδε ποτέ σαν γυναίκα, μόνο σαν δούλα και αυτό από την μεγάλη του ζήλεια, γιατί ήταν η ομορφότερη και η καλύτερη κοπέλα του χωριού. Όλο το χωριό είχε να κάνει με την καλοσύνη και τη γλυκύτητα της. Όλο το χωριό τη θαύμαζε. Όμως εκείνη στεκόταν βράχος δίπλα του, ποτέ δεν παραπονέθηκε σε κανένα για τη συμπεριφορά του. Σήκωσε το σταυρό του μαρτυρίου μόνη της, παρέα με τη σιωπή της και με τον Θεό της…
Μεγάλωσε τα παιδιά της με χίλια βάσανα και στερήσεις, αλλά με πολλή αγάπη και τα έκανε επιστήμονες. Τα χρόνια έκαναν κάτασπρα τα μαλλιά της. Μα έβλεπες τη χαρά και την ικανοποίηση να καθρεφτίζεται στα βαθιά γαλάζια μάτια της. Θείο πρόσωπο, άγια μορφή. Ανακάλυψα μέσα της να κουβαλάει όλα τα ήθη και τα έθιμα της Ελλάδας, να καθρεφτίζει την γαλάζια Πατρίδα στα μάτια της.

“Παιδί μου, λυπάμαι πάρα πολύ που ξεχάσαμε τις γιαγιάδες και τους παππούδες, που μας έλεγαν τόσα ωραία πράγματα για τις ρίζες μας, τη θρησκεία μας, την πατρίδα μας, για τους ήρωες μας, τις ηρωικές πράξεις αυτών που πολέμησαν, για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι εμείς. Τότε, κοπέλα μου, υπήρχαν παλληκάρια, που το έλεγε η καρδιά τους, άνδρες γενναίοι, γυναίκες με καρδιά παλληκαρήσια. Σήμερα βλέπω τα νέα παιδιά και ματώνει η ψυχή μου. Τα σημερινά παιδιά μεγαλώνουν με το χρήμα, όχι με την αγάπη. Γι’ αυτό στενοχωριέμαι πολύ. Τα λυπάμαι τα καημένα!”.

Εδώ αναστέναξε και συνέχισε:

“Αυτή, παιδί μου, δεν είναι ζωή. Μπορεί να μην είχαμε τότε αυτό που έχετε τώρα εσείς, αλλά ζούσαμε μια αληθινή ζωή, που κρεμόταν στο στόμα του φεγγαριού, στο φως των άστρων κι όχι στο φως της τηλεόρασης, που σου παίρνει από τον πολιτισμό σου, ό,τι πολύτιμο και δεν σου δίνει σχεδόν τίποτα αξιόλογο. Αν τα παιδιά μου ανοίξουν τηλεόραση, βλέπω. Διαφορετικά προτιμώ να αξιοποιήσω το χρόνο μου με το να διαβάσω τον βίο ενός αγίου, να ακούσω τον σταθμό της Εκκλησίας, να ασχοληθώ με τον κήπο μου, με τις γλάστρες μου• τώρα, εκεί που θα φτάσουμε, θα το δεις κοπέλα μου. Τα χρώματα που θα δεις θα σε συνεπάρουν.
Ευχαριστώ τον Πανάγαθο Θεό μας για τα καλά παιδιά μου και για όλες τις χαρές που απλόχερα μας σκορπίζει. Γιατί όλα σε Εκείνον ανήκουν!”.

Η εικόνα αυτής της γυναίκας θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου για πάντα. Πλατύ χαμόγελο, καρδιά παλικαρίσια, γεμάτη Χριστό και Ελλάδα!» 

Unknown

Μικρολίμανο, Πειραιάς

http://www.youtube.com/watch?v=hNlBzqH3-Xk

http://www.youtube.com/watch?v=GXXVLnjMoDc

http://vimeo.com/68880149

 Μοναχή Πορφυρία: Πρώην οδηγός TAXI σε Αθήνα και Πειραιά κατά τα έτη 1997-2007 

images

Athens…

TRUTH TARGET

http://www.truthtarget.gr (ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΩΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ)

ΠΗΓΗ:

Μοναχής Πορφυρίας

Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης

εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος

Αθήνα 2010

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΣΤΟ PSKOV ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ… +5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013 +VIDEO

unknown16

http://www.1tv.ru/news/social/239055

Video – Russian

Το βράδυ της 5ης Αυγούστου 2013 δολοφονήθηκε στην πόλη Pskov της Ρωσίας ο ιερέας Πάβελ Άντελχάιμ. Ο ιερέας δέχτηκε πολλά χτυπήματα με μαχαίρι γύρω στις 20.00 μέσα στο σπίτι του. Εκεί φιλοξενούσε μετά από παράκληση μιας ενορίτισσας έναν νεαρό για τρεις μέρες με σκοπό να τον βοηθήσει πνευματικά. Όταν συνελήφθη ο φερόμενος ως δολοφόνος ονόματι Τσελίντσεφ (γεν.1986) φώναζε πως ο διάβολος του ζήτησε να σκοτώσει τον πατέρα Παύλο, σύμφωνα με την αστυνομία.

Ο εκπρόσωπος τύπου του Πατριαρχείου Μόσχας δήλωσε πως «σύμφωνα με τις πληροφορίες μας ο π.Παύλος έπεσε θύμα της εκπλήρωσης της αποστολής του και του ποιμαντικού του καθήκοντος να βοηθάει οποιονδήποτε έχει ανάγκη.

Ο γνωστός μελετητής της Βίβλου Αντρέι Ντεζνίτσκι δήλωσε στην gazeta.ru πως ο π.Παύλος «ήταν πολύ γνωστός και πως τελευταία είχε γίνει”ενοχλητικός” για κάποιους. Ο π.Παύλος πάντοτε είχε σταθερές θέσεις και δεν φοβόνταν να εκφράσει ανοιχτά την γνώμη του. Δεν ξέρω εαν έχουν μείνει ιερείς στην Ρωσία που να μιλούν τόσο ελεύθερα».

Ο πρωθιερέας Παύλος γεννήθηκε στις 1 Αυγούστου 1938 και η οικογένειά του καταγόταν από την Γερμανία. Ο παππούς του εκτελέστηκε το 1938 από τους κομμουνιστές και ο πατέρας του το 1942. Η μητέρα του ήταν εξόριστη και πήγε να την βρει στην εξορία στο Καζακστάν. Ήταν δόκιμος στην Λαύρα των Σπηλαίων και σπούδασε στην Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου απ’όπου τον έδιωξαν για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Έγινε ιερέας αφού τελείωσε το Θεολογικό Σεμινάριο της Μόσχας και του έδωσαν το 1964 μια ενορία στο Καγκάν του Ουζμπεκιστάν. Εκεί κατάφερε να χτίσει έναν ναό αλλά το 1969 συνελήφθη και φυλακίστηκε για 3 χρόνια για«συκοφάντηση των σοβιετικών αρχών”.

Το 1972 όπου ελευθερώθηκε είχε έπειτα από ατύχημα ένα ξύλινο πόδι. Το 1976 του δόθηκε ενορία στο Πσκώβ. Ήταν παντρεμένος και είχε τρία παιδιά.Είχε οργανώσει ένα ορφανοτροφείο για ανάπηρα παιδιά. Το 2003 είχε γίνει απόπειρα δολοφονίας του όταν έπειτα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα οι ειδικοί βρήκαν πως κάποιος είχε προκαλέσει φθορές στο αυτοκίνητό του.

Unknown-1

ΠΗΓΗ:

http://www.1tv.ru/news/social/239055

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Π. ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ ARIZONA ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

huyen-thoai-mua-dong-1

http://www.youtube.com/watch?v=p87C3E6rgSY

Ομιλία του π. Εφραίμ της Arizona για την αγάπη

tumblrm0bwa3qq341qa9omho1500

http://www.flickr.com/photos/calamites/

Photos from St Anthony’s Greek Orthodox Monastery, Arizona, USA

https://www.youtube.com/watch?v=QvcvLykW5Jk

The Spiritual War – Father Efraim of Philotheou and Arizona

https://el-gr.facebook.com/gerontas.efraim.arizonas.filotheitis

Facebook about Father Ephraim Philotheitis, Arizona, USA 

 http://www.stanthonysmonastery.org/map.php

 http://www.stanthonysmonastery.org/index.php

St Anthony’s Monastery in Arizona

images-3

 Τα Μοναστήρια του π. Εφραίμ Φιλοθεΐτη στην Αμερική

images-2

Το Grand Canyon της Ορθοδοξίας